Ειδήσεις:

Το φτιάχνουμε ακόμα.. υπομονή ...

Main Menu

Διηγήματα από τον χώρο της Φαντασίας...

Ξεκίνησε από pixie, Απριλίου 06, 2012, 10:11:26 ΠΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

pixie

''Τ' αγκάθια μεγαλώνουν''



Το τέρας με περίμενε έξω από την ψηλή πύλη. Ήταν ισοϋψές σχεδόν με τη σιδερένια πόρτα, που έκλεινε ερμητικά πίσω του. Εκείνο-το τέρας-ήταν φτιαγμένο από νικέλιο και αντανακλούσε κι έλαμπε και στο παραμικρό φως. Έλαμπε και στο σκοτάδι. Το πρόσωπο του έμοιαζε με πρόσωπο λύκου ή σκύλου, ή λυκανθρώπου. Από το κορμί του προεξείχαν καρφιά κάθε είδους και μεγέθους και τα δόντια του ήταν αρκετά μεγάλα, ώστε το στόμα του να μην κλείνει. Τα μάτια του ήταν μαύρα, σαν μαύρα σμαράγδια. Έμοιαζε να μη με βλέπει, να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μου. Ή απλώς με αγνοούσε επιδεικτικά.
 

Πλησίασα λίγο πιο κοντά, αλλά συνέχιζε να αδιαφορεί για την άθλια ύπαρξή μου.
 

Ύστερα κινήθηκε. Σήκωσε τα αγκαθωτά χέρια του με μια αργόσυρτη κίνηση ψηλά, σαν να ήθελε να πιάσει τον ουρανό. Μια αποκρουστική, απόκοσμη, μεταλλική κραυγή γέμισε τη νεκρή, στείρα πεδιάδα γύρω. Γέμισε και την κενή ψυχή μου. Τρόμαξα και συσπειρώθηκα. Νόμισα ότι με είδε. Όντως με είχε δει ή, απλώς, αποφάσισε να μού δώσει σημασία. Με την ίδια αργόσυρτη κίνηση κατέβασε το δεξί του χέρι από την ανάταση και με τρόπο νωχελικό έσφιξε τη γροθιά του αφήνοντας μπροστά τεντωμένο το δείκτη. Έδειχνε προς τα μένα. Άλλη μια κραυγή αποκρουστικότερη ξαναγέμισε το κενό ολόγυρα και μέσα μου. Έκλεισα τα μάτια μου από τρόμο. Η καρδιά μου παλλόταν σαν τρελή.
 

Άνοιξα τα μάτια. Ηρεμία στην καρδιά μου. Η πεδιάδα εξακολουθούσε να είναι νεκρή. Στείρα. Κάτι ήταν διαφορετικό. Το ένοιωθα. Κοίταξα τα χέρια μου και αντίκρισα το αδύνατο. Το απίστευτο. Τα χέρια μου ήταν ογκώδη, γεμάτα αγκάθια, με μακριά κοφτερά νύχια στην άκρη των δακτύλων και γυάλιζαν σαν να ήταν φτιαγμένα από νικέλιο. Ήταν από νικέλιο! Όλο μου το σώμα ήταν αγκαθωτό και βαπτισμένο στο νικέλιο. Λαμποκοπούσα ολόκληρος. Άγγιξα το πρόσωπό μου και έπιασα το πρόσωπο του λύκου, ή του σκύλου, ή του λυκανθρώπου. Άγγιξα τα αιχμηρά δόντια. Σήκωσα με μια αργόσυρτη κίνηση τα χέρια μου προς τον ουρανό και μια κραυγή φρικτή γέμισε το κενό ολόγυρα στη νεκρή φύση. Με τον ίδιο αργόσυρτο τρόπο που είχα σηκώσει τα χέρια μου τα κατέβασα.
 

Η σιδερένια πύλη πίσω μου άρχισε να τρέμει.Ύστερα κινήθηκε. Άνοιγε. Αργά και νωχελικά. Κι έτριζε. Κοιτούσα μέσα από τα μαύρα σμαράγδια, τα οποία είχα πια για μάτια και περίμενα να δω τι θα εμφανιζόταν μέσα από την πύλη. Δεν εμφανίστηκε τίποτα. Μονάχα είδα την πόλη μπροστά μου να απλώνεται αδιάφορα. Διέκρινα τις λεωφόρους, τα πολυώροφα κτίρια, τις πολυσύχναστες οδούς, τις πλατείες. Άκουγα. Άκουγα τον ακαθόριστο ήχο της πόλης. Άκουγα όμως και κάποιον άλλο ήχο. Τον ψίθυρο των ανθρώπων. Όχι τον ψίθυρο με τον διπλανό τους, αλλά τον ψίθυρο των σκέψεων τους. Άκουγα τις σκέψεις, άκουγα τις απόκρυφες ιστορίες τους.
 

Και προχώρησα μέσα από την πύλη και μπροστά. Στην πόλη. Βρέθηκα να περπατώ στη μέση μιας πολύβουης πλατείας και κανείς δεν τρόμαζε, κανείς δεν παραξενευόταν με την παρουσία μου. Κανείς δεν μ' έβλεπε. Κανείς δεν με παρατηρούσε. Κανείς δεν παρατηρούσε το τέρας. Το τέρας μέσα μου. Και στάθηκα. Κοίταζα τριγύρω κι έβλεπα άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας να με προσπερνούν. Μια κοπέλα μου χαμογέλασε και με προσπέρασε. Ύστερα βρέθηκα να κάθομαι δίπλα της στο μετρό. Και ακόμη πιο ύστερα ξαπλωμένος σε κάποιο κρεβάτι μαζί της να κουρνιάζει στο αγκαθωτό στήθος μου. Τα αγκάθια μου είχαν μεγαλώσει.
 

Συνέχισα να προχωρώ σε κάποιο δρομάκι μισοσκότεινο μισοφωτισμένο. Συνάντησα κάποιον χωρίς πρόσωπο, που μού έδωσε να δοκιμάσω και ταξίδεψα. Ξύπνησα σε κάποιο άλλο δρομάκι μισοφωτισμένο μισοσκότεινο και τα αγκάθια μου είχαν μεγαλώσει πιο πολύ. Σηκώθηκα και με μια αργόσυρτη κίνηση σήκωσα τα χέρια μου, που άστραφταν μες στο σκοτάδι, προς τον ουρανό και μια κραυγή πόνου και αγωνίας πλημμύρισε τα κενά ανάμεσα στους τοίχους, τα οποία σχημάτιζαν την πόλη.
 

Μπήκα σε κάποιο κακόφημο και πνιγμένο στους καπνούς μπαρ. Κανείς δεν πρόσεξε τα αγκάθια μου. Κάποιοι με κοίταξαν αδιάφορα, άλλοι μου χαμογέλασαν. Άλλοι με αγριοκοίταξαν. Ήπια κι έκαψα τα σωθικά μου και όσο περισσότερο καίγονταν τόσο περισσότερο μ' άρεσε. Η φωτιά συσσωρευόταν μέσα μου και δεν ήθελα να τη σβήσω.
 

Το κτίριο καιγόταν και όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι κι εγώ στο απέναντι πεζοδρόμιο να στέκομαι απαθής και να κοιτώ τις φλόγες που ξεπηδούσαν από τα παράθυρα και οι φλόγες να καθρεφτίζονται στα μαύρα σμαράγδια μου. Τα αγκάθια μεγάλωσαν πιο πολύ.
 

Βρέθηκα σε μια κακόφημη και βρώμικη πλατεία και είδα τριγύρω σκιές ανθρώπων να στέκονται, να σέρνονται, να περπατούν, να ψιθυρίζουν ή να φωνάζουν, να πουλούν, να αγοράζουν. Κάποια σκιά προσφέρθηκε να μου πουλήσει. Την έδιωξα. Κάποια σκιά μού πουλιόταν και την αγόρασα. Και τ' αγκάθια μου μεγάλωναν.
 

Στην παράνομη ιεροτελεστία προς τη θεά Τύχη ήμουν παρόν και ήμουν το επίκεντρο. Διότι σήμερα η Θεά με ευνοούσε. Εξακολουθούσα να είμαι το τέρας και εξακολουθούσαν να μη με παρατηρούν. Απέκτησα θαυμαστές εξαιτίας της εύνοιας της Θεάς, οι οποίοι με ακολούθησαν, αφού αποφάσισα να εγκαταλείψω το ναό Της. Τους έδιωξα. Την εύνοια της Θεάς σκόρπισα εδώ κι εκεί, στους δρόμους και στα υπόγεια. Στα εφήμερα. Και τ' αγκάθια μου μεγάλωναν.
 

Περπάτησα όλο το λαβύρινθο της μεγαλούπολης και η νύχτα επέμενε. Σε μια στροφή συνάντησα τα τείχη και την ψηλή πύλη. Ήταν ανοικτή και βγήκα έξω. Η πύλη έκλεισε πίσω μου. Η πεδιάδα γύρω ήταν νεκρή, στείρα. Το σώμα μου, το ανθρώπινο σώμα μου, ήταν εκεί απέναντι και με περίμενε. Με μια αργόσυρτη κίνηση σήκωσα τα χέρια μου πάνω από το κεφάλι και μια απόκοσμη κραυγή κάλυψε την πεδιάδα τριγύρω.
 

Άνοιξα τα μάτια και το τέρας με περίμενε...


Του Γιάννη Μαργέτη