Απόμακρος - Δια Χειρός και Σιδήρου

Ξεκίνησε από Nikos Apomakros, Ιουνίου 21, 2011, 01:12:43 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

pixie

Σιωπηλή εκτόξευση...

Υπάρχουν ήχοι, υπάρχει κίνηση μα τα χτυπήματα που τέμνουν τη σιωπή δεν αφήνουν σημάδια τομής...
Η σιωπή παραμένει αδιάρραγη και αυθυπόστατη στο σύνορο του άχρονου...

Μήπως όμως όλα αποκτούν αυθεντικότητα ακριβώς επειδή τελούνται μέσα στη σιωπή?
Και έτσι εγγράφονται σε έναν αντιστρέψιμο χρόνο, καταχωρούνται στο διηνεκές...
 

Α, μήπως η σιωπή είναι χρονική φυγή?

Τελικά... υπάρχει ο κόσμος της κίνησης ή είναι αυταπάτη και η σιωπή είναι τόσο βαθιά που καλύπτει όλο τον χώρο υπερβαίνοντας ακόμα και αυτά τα όρια...?

Μήπως είναι η σιωπή που έχει μετατραπεί σε ζωντανό κέντρο κίνησης που, ενώ φαινομενικά μοιάζει να τελεί σε ακινησία, το κέντρο αυτό αθόρυβα απλώνει εσωτερικά τις ενεργειακές κεραίες του?


ΥΓ.

Πάνω απ' τα λόγια είναι οι πράξεις...
Πάνω απ' τις πράξεις, είναι η σιωπή...

Nikos Apomakros

Ο Κόσμος μου pixie είναι Υλη, Κίνηση (της Ύλης) και Ιδιότητα (Κανόνες/Φυσικοί Νόμοι, όπως πχ Δράση/Αντιδραση).
Η ενεργεία είναι Κίνηση, το Φως είναι Κίνηση, ο ήχος είναι Κίνηση κ.ο.κ. Αρα τόσο η σιωπή, όσο και το σκοτάδι, είναι απλά παύση κάθε κίνησης.
Ακόμα και ο Χρόνος, όπως αναρωτιέσαι σε άλλη δημοσίευση, έχεις δίκιο, δεν υφίσταται ως διάσταση. Είναι μέγεθος κι όχι Διάσταση.

Nikos Apomakros

Μάσκα

Είμαι η μάσκα που φτιάχτηκε απ' το κλάμα σου
τα τρύπια μάτια που τα πάντα σκεπάζουν
η λεία πορσελάνινη επιφάνεια
λεία του κόσμου
με πεπρωμένη την αφάνεια
εντός μου

είμαι μια μάσκα άθραυστη
δεν θα γίνω κομμάτια
δεν έχω πρόσωπο να δείξω
κάτι όμορφο ή άσχημο
να προστατεύσω, να κρύψω

έχω κορδόνι μικρό
με κόμπο λυμένο
δεν χωρώ πουθενά
τ'οτιδήποτε άλλωστε
ήδη είναι καλυμμένο

γι΄ αυτό νομίζω
άξιας μεταχείρισης θα τύχω
σα στοιχείο διακόσμησης
θα κρεμαστώ σε τοίχο

Nikos Apomakros

Αυλαία (μέρος Β')

Για σιωπή μ' εκβιάζουν,
για σιωπή
κάθε στιγμή που σα χείμαρρος προβάλλουν
οι λέξεις μου
θαρρείς από βελόνας οπή
να κεντήσουν λαχταρώντας κάθε σκέψη
και τα πάντα τριγύρω να προσβάλουν
δίχως τύψεις
δίχως ντροπή...


Όσο κρατώ τους κρότους μου κοντά μου,
όσο νοώ πως αγνοώ,
όσο ευτυχής δε νιώθω
ειμ'επικίνδυνος θαρρώ...

...γιατί σ'έλη τα βέλη μου βυθίζω
αγγίζω με τα μάτια μου το βούρκο,
βουρκώνω, μα αλλού δεν τα γυρίζω,
μιλώ μονάχα με ξεσπάσματα παράλογα,
γράφω με γέλιο ξέφρενης παράνοιας
με μια πένα για Δίκες ειδική
δίχως δείγματα μετάνοιας...

Έτσι απέμεινα στην άμμο
δίχως σκιά
δίχως βαρύτητα κλεψύδρα παγωμένη,
μ' άμμο π' αιωρείται για πραμάτια
έχω από πράσινο γυαλί άχρωμα μάτια
και το χρόνο μετρώ που μου 'χει μείνει
τρελάθηκ' η αυλαία, ανοιγοκλείνει
ζω νεκρός,
πεθαίνω κάθε μέρα

στο φωνάζω μάταια Πατέρα

"Κανείς δεν είναι ικανός
για να με κρίνει"

Λέξεων ήχοι δίχως τύχη...

Στη σιωπή θα βυθιστώ...
στη σιωπή
σαν η βελόνα κοντέψει να σπάσει
σ'ένα αμόκ παντομίμας,
μαριονέτα εσύ
καραγκιόζης στη σκιά του θεάτρου
θα χειροκροτείς έναν Πινόκιο
που ξανάγινε ξύλο
σαν αντίκρυσε το φως του θανάτου

Ίσως και να παραμείνω σκιάχτρο
που μ' άξια λόγου μοναξιά
θα τηρεί ετών σιγή στη γη του
με φως θα καλύπτει τη φωνή του
και την αλήθεια θ' αγκαλιάζει
με χέρια τεντωμένα
σα σταυρωμένη σκιά
με τα των Ρωμαίων δόρατα
στα πλευρά της χωμένα.


Στη πυρά θα ρίξω τα ποιήματα
τις λέξεις μου θα κάνω στάχτες
να τις αντικρύζω στο γκρίζο μου
σαν πετώ να τυφλώνομαι
και να πέφτω στους φράχτες.

Δεν χρειάζομαι όνειρα...

Εφιάλτες ζητώ, για να ξυπνήσω
ν'ανταμώσω τη μέρα περήφανα
που το χειρότερο ήτανε ψέμμα
ήταν όνειρο που τ' άφησα πίσω...

Nikos Apomakros

Άτιτλο


Υγροκορφή
μεροκόπος ρουτίνα
κουρτίνα για λόγια
για προσευχή

ομολογώ
πως δεν είμουν εγώ
στις σειρές
ψυχρός με θέρμη
να σηκώνω σεντόνια
ενάντια σε σπείρες
στο σκοτάδι της Τάξης
να μελανιάζω το σώμα μου
να το ρίχνω ανελέητα
στο κάποτε χώμα μου
στο κάποτε χρώμα μου
μόνο παρέμεινα νεκρός
ν'ανασαίνω χτυπήματα
σε λαοκύματα

Εγώ ιδέα όνειρο φως
κερί ανάμνηση λάμψη
σβήνω ανεπαίσθητα
μάλλον μηχανικά
ή από συνήθεια
σαν κλείσιμο τσινόρων
σα μορφασμός
θεωρώντας πολύτιμο
οτιδήποτε δε γνώρισα
δε σίμωσα
δεν άγγιξα
ωστέ να γίνει "χρυσάφι"
παύοντας να ζει

Μαζί μου θα έχω
για όλα δυό λέξεις
θα τις σέρνω
με τρόπο μακάβριο
γιατί νιώθω σαν το "Αύριο"
δε με γνωρίζεις
ίσως να μη με δεις
κι ίσως κάποιοι
μιλήσουν για μένα
μ'ανακρίβεια
π'αρμόζει σε ποιητές
και σε προφήτες

Nikos Apomakros

Αφαιρούμαι...

Αφαιρούμαι...
γιατί έπαψα τεμάχια να στοιβάζω,
γιατί λογίζομαι και λογαριάζω,
υπολογίζω, παραλογίζομαι
και παρακμάζω...

αφαιρούμαι...
και πλέον βαρύς για τις κλωστές
θεωρούμαι
από παίκτες αιρετούς και διαιρεμένους,
σωριάζομαι στον τόπο που γουστάρω
κατάκοπος,
εγκαταλείπω κι εγκαταλείπομαι
σαν μια ιδέα άτοπος,
εγώ το βλέμμα του σκιάχτρου,
της μαριονέτας, της κούκλας,
του νεκρού,
της μάσκας, της ζωγραφιάς,
βλέμμα ακίνητο
π' ακολουθεί τους πάντες παντού,
στη φαντασία την τρομακτική
παιδιών και φοβισμένων.

Αφαιρούμαι
γιατί ενώ προστίθεμαι παντού,
δεν ανήκω πουθενά
και σκέπτομαι, φαντάζομαι,
αισθάνομαι
χωρίς απαραίτητα να υπάρχω.

Nikos Apomakros

Της Κόρης το Χαλί


Της κόρης ήταν το χαλί
το πιο αγαπημένο
μʼ έναν νιο
επάνω κεντημένο
που χαμένο ταίρι
της θύμιζε πολύ

Πλάι στο τζάκι
το άπλωνε συνήθως
και τη ψυχή της ζέσταινε
με μια φωτιά σβηστή
γεμάτες ζήλια,
ήταν οι σπίθες πλήθος
που σαν άναβʼ η φωτιά
προσπαθούσανε να πέσουν
πάνω εκει...

Μια νύχτα που η φλόγα
έγλυψε το ξύλο
εκείνο σπίθες πέταξε
τριγύρω με ορμή
και προσγειώθηκαν
με τόλμη και κακία
επάνω στο όμορφο χαλί...

Κι εκείνο κάηκε
αργά και σιωπηλά
χωρίς καπνούς,
τη κόρη να μη πνίξει
έγινε στάχτες
που τις πήρε ρεύμα αέρα
στο νερό να τις αφήσει απαλά

Παρασύρονταν οι στάχτες
κάθε μέρα
όλο πιο πέρα,
απʼ τη κόρη μακριά
μέχρι που με νερό
τις σήκωσε μαζί
κάποιος που έφτιαχνε
σκεύη από πηλό,
για να μπορεί να ζει.

Λόγω της στάχτης ίσως,
εκείνη τη φορά
του βγήκε ένα σκεύος
γκρίζο-μαύρο
με έναν γιό στο πλάι
ζωγραφισμένο
που δε μπορούσε
να πουλήσει πουθενά
μέχρι που το 'δε
πια γριά η κόρη
κι αφού το άγγιξε
κατάλαβε πολλά.

«Να ʽσαι καλά,
που βρήκες το χαλί...
να ʽσαι καλά.»

Κείνος δε μίλησε
και όλοι οι άλλοι
την περάσαν για τρελή,
μικροί μεγάλοι
μα δεν τους έδωσε
καμμία σημασία
στο σπίτι γύρισε
γεμάτη ευτυχία
στο τζάκι έβαλε το σκεύος
πάνʼ απʼ την άσπλαχνη φωτιά
κι οι σπίθες απʼανήμπορη κακία
τρίζουν τα δόντια τους ακόμη
όπως κι οι ψίθυροι,
σʼαυτή τη πόλη
για μια τρελή γριά...
γεροντοκόρη.

Nikos Apomakros

Άρξις & Λήξις

Άρξις...

για ότι υπάρξεις
καλό πάντα είναι
γυμνής να υμνείς
το πανάγιο κορμί
που 'χει ψυχή
σα ποτάμι ακίνητο
–λίμνη-
την αφή
που στη ραφή
των χειλιών της
προσπαθεί
δίχως δάκρυ
στην άκρη
να μείνει.

Αγκαλιά με μια φωνή
δίχως φως η σκηνή
λείπει πάλι με λύπη
η σελήνη
μʼαποτρόπαιο τρόπο
ζητά συνεχώς
η ψυχή μόνο ψύχος
νʼαφήνει.

Απειλή το φιλί
φυλακή φιλική
ένα χάδι στου άδη
την δίνη
δραπέτης ανάσα
και το δέρμα ραγή
-μνημείο-
πληγή
που δεν κλείνει.

Αγέρι τα λάθη
στεφάνι μʼαγκάθι
τʼαστέρι κερί δίχως ταίρι
κινούσαν οι μάγοι
με ραβδιά δίχως πάθη
και δώρα
κρατούσαν στο χέρι.

Απουσίας αυγή,
μοναξιά και κραυγή
υποσχέθηκαν
η θλίψη να λείψει
αστέρι κι ευχή,
ο Μεσσίας στη Γη
μέχρι κάποιος
τα χέρια να νίψει.


Λήξις...

αν καταπλήξεις
με το στόμα σε στόμα
και τις λέξεις ακόμα
τροφή γι' άτροφα δόντια.
ότι οστό κι αν συνθλίψεις
κι ας κατέληξες εδώ
γρήγορα θα λείψεις
όταν σβηστεί
του κρότου η ηχώ...

Φως;
Ναι... σαφώς...
Εμπρός απ'τη σκηνή και μόνο
πίσω απ'τη κουρτίνα
κρεμάμενο σκοινί
για κάθε μου κόπο και σκοπό
κατάληξη στο σκότος η ποινή
κι αντίδοτο...

μ' αντίδωρο τη σκόνη
και κουτάλι με νερό
αντί κρασί
στην απουσία ν' απαντάω
με μια ουσία χημική
μ'ένα μυαλό
που ενάντια ετάχθη
κι έγινε στάχτη...

Παρέμεινε υγρή και απαλή
για να τη βάζω στις πληγές
ή για να ζωγραφίζω το κελί
με δαύτη...;

Nikos Apomakros

Θλίψις (Μέρος ΙΙ)


Τη ψυχή μου τη λιώσαν στα δάχτυλα
απ'τις ραφές των χειλιών μου να στάζει
έψαχνα μάτια σε άμορφα πρόσωπα
κι η θλίψη ατέρμονα πια με κοιτάζει

μια δασκάλα για τις μάζες μιλούσε
μα αυτό έγινε κάποτε...
έψαχνα μάτια σε άμορφα πρόσωπα
δεν κατάλαβα ποτέ τι εννοούσε

Το σκοτάδι πια εξελίχθηκε σε θέαμα
τα μάτια σαν κλείνω, για εικόνες δικές μου
σε κάθε σκοτάδι τελευταίας παράστασης
τα μάτια κλείσε κι εσύ, ψεγάδι βρες μου

Οι λέξεις άδειες, γεμάτο το θέατρο

- Τι κάνεις σήμερα;
- Είμαι καλά... (με νόημα χαμένο)

- Οι δικοί σου καλά; (επανάληψη)
- Όλοι καλά...
...όλα καλά...
...περιμένω

Μην ψάχνεις τη θλίψη σε ποταμούς εικόνων
μέσα μας είναι κι ανασαίνει απ'τα λάθη μας
μέσ' απ'το βλέμμα μας κοιτάει σαν γελάμε
μιλάει πάντα όταν πια δεν ακουγόμαστε
και την φοβίζουνε αυτά που αγαπάμε...

ΚΑΙ ΤΡΕΜΕΙ Η ΘΛΙΨΗ, ΠΩΣ ΤΡΕΜΕΙ...
ΟΤΙ ΣΕ ΚΑΝΕΙ Ν'ΑΓΩΝΙΖΕΣΑΙ
ΟΤΙ ΑΝΑΠΝΕΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΒΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ
ΟΤΙ ΠΟΘΕΙΣ ΚΙ ΟΤΙ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΖΑΛΙΖΕΣΑΙ
ΟΤΙ ΣΕ ΔΙΩΧΝΕΙ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΑΣΑ

δεν είναι αίνιγμα η θλίψη, γι'αυτό δεν λύνεται
Φωτιά δεν είναι... να τη σβήσεις μ' ότι ζήσεις
κρύβεται πίσω απο κάτι μεγαλύτερο
και πιο μικρή κι από δάχτυλο
ΕΙΝΑΙ...

Nikos Apomakros

Ελευθερία

Ετσι λοιπον ανασαιναν τον κοσμο μου
με μασκες
κι ετοιμο αερα

δεν υπηρξαν
δυσωδιες και αρωματα
μονο χιλιαδες παρωδιες γκριζου
σα στοιχειωμενα χρωματα

Εισπνοη
-κενο-
Εκπνοη

Εισπνοη
-κενο-
επειτα παυση

Αν και δε μιλησε ποτε
στο τελος της ειπαν να σωπασει

Κι η Ελευθερια άγάλμά
ετσι αληθινη

μια ακομη, ακινητη, λευκη,
τραγικη ειρωνεια

Nikos Apomakros

Νεφέλη νεφέλη...

σα σκορπίσω στο χώμα...
σα δόγμα, σα ξεχασμένος θεός
θα σβήσω
σαν ένα κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου
σε τίποτα μαζί του να μη μοιάζω
κι όμως την όψη, μέχρι να λιώσω,
να θυμίζω.

Νοσηλατώ λοιπόν
δεν έχω τίποτε να χάσω
στην αυτάρκεια του μηδέν
στον κόσμο τ'ανεκπλήρωτου απείρου
δε θα σβήσω τα χνάρια μου
δε θα χρειαστεί
γιατί ακίνητος θα μείνω
ένας εφιάλτης αληθής
στη μέση κάθε ονείρου
λεκτοραγώντας πλάσματα φωνής
σταγόνες κωδικών δικών μου
κόμβος παράνοιας
καμβάς ενός ατάλαντου ζωγράφου
άκρο θα φαίνομαι σιωπής

κι ανόητος σα τάφρος άνευ κάστρου

και θα γελώ
μα την αλήθεια,

θα γελώ
για την αλήθεια

και θα δακρύζω
θα μιλώ θα περπατώ
και θ' αντικρύζω

Nikos Apomakros

Q.O.T.D

Χτίζουν παλάτι απ'αλάτι
στη πληγωμένη σου πλάτη
μύστες ληστές υλιστές
κίβδηλοι ένστολοι
μιας πίστης του χτες
μιλούν για άγια και μάγια
γι' αγνούς και λάγνους
με ρήματα τρίμματα
με κακίας πράξεις
με κρίματα σπαρμένα στα κύματα
συγχωροχάρτια κοκκάλινα
κι αμαρτία...
στα μάτια τα γυάλινα

Mια ρωγμή οι λυγμοί τους μια στιγμή
ένας χορός σε λεπρών λιτανεία
κι η κάθε σωρός, ορόσημο
τους ανήκει πια η ιστορία
και κάθε τάματος ο χρυσός...
κέρδος καθαρό του τάγματος
ένας χριστός προς λιώσιμο...
ως εκ θαύματος

Κοίταξε αν θες ξανά
απ'τη σωστή πια γωνία

έχουν σαγόνια σ'αγωνία
αυτί σε κόλαση καυτή
κι ίσως για όσα γράφω
μια ενδότερη φοβία
της αφής εν τάφω

Κλείνω τα μάτια κι ηρεμώ
μέσα απ'τα τσίνορα
τα σύνορά μου μεγαλώνουν
παράσημο σπουδαίο
που η μνήμη μ'απονείμει

με μια σταγόνα αγώνα
κι ίσως χωρίς ιδρώτα
παρελαύνουν πρώτα
οι κακές αναμνήσεις

κι οι καλές τελευταίες
στ'απόλυτο σκοτάδι...
φώτα

Nikos Apomakros

Ε. Σπαθάρης (αφιερωμένο)

Έφυγε κι αυτός...
ο υποκριτής της αλήθειας
σβηστήκαν οι σκιές
που γελούσα μικρός

σκοτάδι τις κατάπιε
κι όχι φως

σε μια αυλαία αόρατη
που τη σκηνή καλύπτει
χωρίς κανείς να ξέρει πως

Πίσω ξεμείναμε...
είδωλα φειδωλά
πόση γύρω μας
ύλης λατρεία
ζωή απολιόρκητη
ανέπαφη Τροία
κι όλοι μας όλοι μας
παρα-μορφωμένοι
καθρέφτες

καθείς μια πίστη

κι όλοι μας όλοι μας
αθέλητα ψεύτες.

Αντηχώ κι εγώ
γιατί αυτό γεννήθηκα να είμαι
μια ηχώ απειροστή του πρώτου ήχου
μια μοντέρνα αλλοίωση
για τ'αυτιά κάποιου τοίχου
και με τον θάνατο στο πλάι...
μια αλλόκοτη συμβίωση

χαμογέλα χαζέ, κοίτα γύρω
οι σκέψεις στο τέλος ρυτίδες...
μιας μορφής, στη σκιά που σβήνει
μιας σκιάς, που τη μορφή σου πίνει
κι ο θάνατος λωτός
ο καθένας ευάλωτος
θα ξεχάσεις κι εσύ -όπως όλοι-
ότι στον κόσμο σου είδες

Nikos Apomakros

Συνομωτικά τυχεροί μηδέν

Κι ίσως θα ήμουν...
το κέντρο σχημάτων λόγου
η ψυχή του συνόλου
λεύτερος στη φυλακή

μα όχι...

αναπόφευκτο το να φτάσω εδώ, να μιλώ παράλογα
κι η παράνοιά μου να καθρεφτίζεται στα μάτια τους
-που μ'αγωνία ακόμη ψάχνουν αποφεύγοντας να βρουν-,
στις νευρικές κινήσεις, στα ειρωνικά χαμόγελα,
στα νυσταγμένα χαρακτηριστικά...

Κι ίσως θα ήμουν
ακόμα πηγή χαμόγελων,
πηγή βροχής σαματά και
δακρύων μοναχά περηφάνιας
βασιλιάς της διαφάνειας
σα τσιγαρόχαρτο
για συζητήσεις πατιτούρες
με τέρατα υπογραφές
μικρών ονομάτων...

μα όχι...

είχα να χτίσω ξαφνικά το κτήνος γύρω μου,
τις λέξεις να μετρώ στις τελευταίες εκθέσεις,
στις ζωγραφιές στους πρωτόγονους τοίχους,
στους πρωτόγνωρους ήχους,
στην παρωδία της ησυχίας
σα μορφή σε πάγο σκαλισμένη,
σα τέχνη που στον ήλιο πεθαίνει


Η δύναμη σα ξόρκι χάνεται μεσάνυχτα
δεν υπάρχει άμαξα να σε γυρίσει πίσω
μήτε τριγύρω ψυχή έστω και χωρίς ραβδί
με ή δίχως δύναμη,
μ'επιθυμία απόλυτη
να σ' ανασηκώσει...

μόνο στα γόνατα,
αν έχεις λίγη τύχη,
στάχτη
και παραμύθια για...
τρελούς
ανόητους
ονειροπαρμένους
συνομωτικά τυχερούς μηδέν

Nikos Apomakros

Rampike

Βαδίζω, λένε,
στις άκρες των δαχτύλων μου
με ένα άγγιγμα που έγινε στυλό
στο λευκό το βλέμμα των φίλων μου
τις πέτρες χάιδεψα και ψηλάφισα λέξεις
πολλά χαράματα,
ο Μπράιγ.. εγώ.

Απ'τα όνειρα
που στάζουν δηλητήριο
αντίδοτο δεν έμαθα να φτιάχνω.
Όταν όλα σε σκοτώνουν
τι θα σε κάνει δυνατό;

Μιλούσα μόνος στη σιωπή
μα σα κάποτε μου μίλησε κι εκείνη
έπαψε η φωνή μου
τις λέξεις μου ν'αφήνει.

Ανέφικτος ο διάλογος
μια δράση χωρίς αντιδράσεις
μια δίχως ορμή ταχύτητα
για πτώσεις στο κενό
δίχως σκέψεις, δίχως βαρύτητα.

Υπήρξα κάποτε για να σκιάζω το τώρα μου,
προσπαθώντας να φωτίσω το μετά μου
οι εαυτοί μου ήταν πάντα ένα γκέτο
όπου βέτο η απουσία μου
και η γαλήνη...

απλώς κάτι κόκκινο στο πέτο.


Μα όχι, όχι πια.

Τώρα σε μεθώ και ζαλίζομαι,
σ'αγαπώ και σου λείπω,
μια μου αφιερώνεις
μια σου αφιερώνομαι
όταν σιωπείς μονάχα νεκρώνομαι,
γίνομαι δέντρο γυμνό

αλλά με ρίζες βαθιά,
βαθιά στων αναμνήσεων τον κήπο...