ΝΙΚΟΛΑΣ Γ. ΡΕΪΣΗΣ
[size=24]Κοιτάζοντας το Ονειρο[/size]
Στην Ματίνα
Τι απασχολούσε άραγε τόσο έντονα τον Μιχάλη;
Τραβούσε τα μαλλιά του πίσω μέρους του κεφαλιού του λες και ήθελε να τα ξεριζώσει. Καθηγητής πανεπιστημίου της Αθήνας, στην έδρα της κοινωνιολογίας, είχε τεθεί επικεφαλής ομάδας επιστημόνων που φωτογράφιζε τα όνειρα και μελετούσε την επίδραση τους στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
Οι επιστήμονες ‘’ εισέβαλαν ‘’ με κάμερες στον υποθάλαμο του εγκεφάλου και βιντεοσκοπούσαν τα όνειρα, τα οποία προβάλουν εν είδε, ταινίας ..... στον δημιουργό τους, τον άνθρωπο δηλαδή που τα είχε ονειρευτεί, με στόχο να μελετήσουν την επίδραση στην συμπεριφορά τους.
Η έρευνα φιλόδοξη, απασχολούσε πολύ έντονα τον Μιχάλη κι ήταν η αιτία που τραβούσε συνεχώς τα μαλλιά του, όπως κάνει κάθε φορά που τον απασχολεί σοβαρό πρόβλημα, προσωπικό ή επαγγελματικό – μόνο που τούτη τη φορά η συνήθεια του αυτή πήρε διαστάσεις μανίας. Αν τον έβλεπε κάποιος άγνωστος, θα νόμιζε ότι ο Μιχάλης είχε..... κατοχικές ψείρες στο κεφάλι του.
Ο Μιχάλης λεβεντόπαιδο, ίσαμε εκεί πάνω, λεπτός, ελαφρά μελαχρινός με παχύ μουστάκι, με πανέξυπνα μάτια που πετούσαν φωτιές, με ατελείωτο χιούμορ και έφεση να αυτοσχεδιάζει μαντινάδες και να γράφει στοίχους. Είχε κληρονομήσει το ταλέντο φαίνεται από τον πατέρα του, το Μαστρο – Γιώργη, ο οποίος αν και οικοδόμος, αυτοσχεδίαζε και τραγουδούσε ωραίες μαντινάδες.
Σαν τύχαινε να γνωρίσει μία νόστιμη κοπέλα, ο Μιχάλης της έγραφε μαντινάδες, αλλά ντρεπόταν να της τις δώσει. Η σκέψη και μόνο, ότι θα έδινε τις μαντινάδες σε κοπελιά, τον έκανε να κοκκινίζει και να μοιάζει το πρόσωπο του σαν μακιγιαρισμένου τηλεπαρουσιαστή. Ακόμη και στην Ειρήνη, την βοηθό του, δεν είχε δώσει καμιά από τις τόσες ωραίες μαντινάδες που της είχε γράψει.
Η Ειρήνη αναλυτής δεδομένων, έκανε και τους τοίχους να ιδρώνουν στο πέρασμα της. Ψηλόλιγνη με κατάξανθα μαλλιά, λες και της είχε εναποθέσει ο ήλιος όλο του το μάλαμα, με βαθιά γαλανά μάτια, θαρρείς και δεν την βάφτισε παπάς σε κολυμπήθρα αλλά ο Ποσειδώνας – ο θεός της θάλασσας – στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου Πελάου και πήραν το χρώμα τους. Τις καμπύλες του σώματος της, τις σχεδίασαν αμαζόνες και νεράιδες. Το χρώμα των χειλιών της θα το ζήλευαν τα ροδοπέταλλα του τριαντάφυλλου. Τα πλούσια στητά στήθη της φάνταζαν σαν δίδυμα κανόνια αντιτορπιλικού.
Την πρώτη φορά που την γνώρισε ο Μιχάλης όταν τον επισκέφθηκε για την συνέντευξη της πρόσληψης της, νόμισε ότι έβλεπε τη θεά Αφροδίτη, σαν να ήθελε να δοκιμάσει ο Δίας τις στιχουργικές του ικανότητες. Όταν έφυγε από το γραφείο του η Ειρήνη, έγραψε στα μικρά τετράγωνα χαρτάκια που συνήθιζε να γράφει μαντινάδες.
‘’ Η Αφροδίτη εις τη γή, σκέφτηκε να σε στείλει
κι ο ήλιος άδεια σου ζητά, πρωτού να ανατείλλει
Η Αφροδίτη έστειλε την αντιπρόσωπο της
να χάσει η ερευνητική η ομάδα το μυαλό της.
Θαρρώ πως ωραιότερη δεν είδα στον αιώνα
σαν την Ειρήνη την ξανθή, που μοιάζει μ΄αμαζόνα ‘’
Έγραψε πολλές μαντινάδες για την Ειρήνη. Τα χαρτάκια με τις μαντινάδες ήτανε διάσπαρτα στα συρτάρια του και τα ντοσιέ του γραφείου του.
Πολλοί συνάδελφοι του καθηγητές εκδήλωναν ζωηρό ενδιαφέρον για την ερευνά του. Έτσι νόμιζε ο Μιχάλης. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι η Ειρήνη ήταν που τους έκανε να τον επισκέπτονται στο γραφείο του και όχι η ερευνά του. Είχαν μάθει ότι ο Μιχάλης είναι πολύ ντροπαλός και δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για την Ειρήνη και γι΄ αυτό μαζεύονταν στο γραφείο του σαν τις μέλισσες.
**
Ο Περικλής κοινωνιολόγος γέννημα θρέμμα του Πειραιά έκανε την διδακτορική του διατριβή με θέμα ‘’ Η επίδραση των υπολογιστών στην ανθρώπινη συμπεριφορά ‘’. Βέρος Πειραιώτης με λεπτεπίλεπτη Χατζηκυριακιώτικη μαγκιά, περπατημένος ακούραστος καλλιεργητής των ‘’ αγρών ‘’ της Τρούμπας. Όταν ήταν νεαρός, ήταν το αγαπημένο παιδί κάθε Ιέρειας του έρωτα. Όταν περνά ακόμη και σήμερα από την ‘’ ιερές ‘’ οδούς Νοταρά και Φίλωνος, σαν να ακούει τη φωνή της Ισμήνης – δεν έμαθε ποτέ αν αυτό ήτανε το πραγματικό της όνομα - να του φωνάζει πειραχτικά ‘’ έλα Περικλή στον Παρθενώνα μου ‘’. Δεν κοκκίνιζε ποτέ φλερτάροντας κοπέλα.Σε αντίθεση με τον Μιχάλη που κοκκίνιζε σαν παντζάρι, είχε τράκ, τρέμανε τα χέρια του, όποτε προσπαθούσε να φλερτάρει. Ακόμη κι όταν πήγαινε νεαρός σε κάποιο ‘’ σπίτι ‘’ , πάθαινε τα ίδια. Οι Ιέρειες του έρωτα του έλεγαν: « πρωτάρης είσαι νεαρέ», κάνοντας τον Μιχάλη να χάνει την επικοινωνία με τον αυλίσκο του που κόντευε να ανέβει στο ...... πιγούνι του.
Ο Περικλής είχε πληροφορηθεί για την έρευνα του καθηγητή της κοινωνιολογίας του Μιχάλη του Ρεβισώνη. Μία μέρα που βρέθηκε στη σχολή της κοινωνιολογίας σκέφτηκε να περάσει από το γραφείο του για να μάθει περισσότερα για τη ερευνά του. Τηλεφώνησε στο γραφείο του Μιχάλη και ρώτησε την γραμματέα του, την Μαργαρίτα, αν βρισκότανε στο γραφείο του. Η απάντηση της Μαργαρίτας ήτανε καταφατική. Μετά από λίγο ανέβηκε στο γραφείο του Μιχάλη.
- Καλημέρα σας δεσποινίς Μαργαρίτα, είμαι ο Φαντόπουλος ο Περικλής που σας τηλεφώνησα ότι θέλω να δώ τον κύριο καθηγητή.
- Καλημέρα σας κύριε Φαντόπουλε, καθίστε. Θα ενημερώσω τον κύριο Ρεβισώνη να δω να μπορεί να σας δεχτεί.
Σήκωσε το ακουστικό από το κίτρινο τηλέφωνο και ενημέρωσε τον καθηγητή για την επίσκεψη του Περικλή.
Ο Μιχάλης εκείνη την στιγμή έτρεχε ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή και είπε στην Μαργαρίτα να ζητήσει συγνώμη από τον Φαντόπουλο που δεν μπορεί να τον δεί. Ήταν πρόθυμος όμως να του κλείσει ένα ραντεβού, συμπληρώνοντας ότι αν θέλει, μπορεί να ενημερωθεί από την βοηθό του την Ειρήνη.
- Λυπάμαι κύριε Φαντόπουλε, ο κύριος Ρεβισώνης είναι απασχολημένος και δεν μπορεί να διακόψει, σας ζητά συγνώμη, μου είπε όμως ότι μπορείτε να δείτε την βοηθό του την Ειρήνη την Κουκουλάκη, να εδώ στο απέναντι γραφείο.Ο Περικλής χτύπησε ελαφρά την πόρτα του γραφείου της Ειρήνης, και την άνοιξε όταν άκουσε το ‘’ περάστε ‘’. Στη θέα της Ειρήνης, η οποία στο μεταξύ είχε σηκωθεί από το γραφείο της, ο Περικλής κεραυνοβολήθηκε από την ομορφιά της. Αν και πολυπερπατημένος δεν είχε ξαναδεί τέτοιο ξωτικό. Η μνήμη του παλινδρόμησε στο καταχτητικό παρόν και παρελθόν του, του έφερε μπροστά στα μάτια του όλες τις καταχτήσεις. Όμως καμιά δεν έμοιαζε της Ειρήνης ούτε καν την πλησίαζε στην ομορφιά. Τις έβλεπε όλες ασουλούπωτες και κακομούτσουνες. « Ταξιδεύει άραγε η ομορφιά στο παρελθόν ; ». Αναρωτήθηκε. Κατάφερε να γειώσει τον κεραυνό και έσφιξε το χέρι της Ειρήνης λέγοντας .......
- Καλημέρα σας δεσποινίς Κουκλάκη ο κυρ....
Η Ειρήνη τον διέκοψε απότομα, ελαφρά ενοχλημένη.
- Κουκουλάκη παρακαλώ, καλημέρα σας.
- Ω! Με συχγωρήτε.
- Δεν πειράζει απάντησε καλοσυνάτα η Ειρήνη.
- Φαντόπουλος Περικλής.
- Χαίρω πολύ κύριε Φαντόπουλε, σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμη;
- Ο κύριος Ρεβισώνης με παρέπεμψε σε σας να με ενημερώσετε σχετικά με την ερευνά σας.
- Πολύ ευχαρίστως, αλλά γιατί αυτό το ενδιαφέρον, είστε συνάδελφος;
- Ναι είμαι κοινωνιολόγος και κάνω την διδακτορική διατριβή μου.
- Με ποίο θέμα; Ρώτησε με ενδιαφέρον η Ειρήνη.
- Η επίδραση των υπολογιστών στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
- Α! Πολύ ενδιαφέρον, είπε με θαυμασμό η Ειρήνη.
- Εσάς ποίο είναι το αντικείμενο της ερευνάς σας;
- Προσπαθούμε να φωτογραφήσουμε τις εικόνες στον υποθάλαμο του εγκεφάλου του ανθρώπου, όταν κοιμάται, κάτι που καταφέραμε ήδη, και να βιντεοσκοπήσουμε τα όνειρα. Στη συνέχεια θα δείχνουμε τις βιντεοκασέτες με τα όνειρα στον άνθρωπο που τα είδε, για να μελετήσουμε αν θα αλλάξει η συμπεριφορά του και η ζωή του.
- Εκπληκτικό!! Είπε με κατάπληξη ο Περικλής, ενώ ένιωσε και πάλι, κοιτάζοντας την Ειρήνη, τον κεραυνό να ξαναγυρίζει από την γείωση στο κορμί του και συνέχισε:
- Βλέπω να σχετίζονται οι έρευνες μας δεν συμφωνείτε;
- Και βέβαια και οι δύο έρευνες ασχολούνται με την επίδραση στον άνθρωπο από τους υπολογιστές και τα όνειρα.
- Αλήθεια πόσο έχετε προχωρήσει, ρώτησε με περιέργεια ο Περικλής.
- Έχουμε ήδη καταφέρει να φωτογραφήσουμε εικόνες από τον υποθάλαμο του εγκεφάλου ενός ανθρώπου που κοιμάται.
- Καταπληκτικό! Έχετε τέτοιες φωτογραφίες στο γραφείο σας;
- Αρκετές.
- Θα μπορούσα να δώ μερικές;
- Μα και βέβαια, θα σας φέρω το άλμπουμ. Η Ειρήνη σηκώθηκε και με αργά βήματα, προχώρησε σε ένα ερμάριο στην άλλη άκρη του δωματίου, το άνοιξε και πήρε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες.
Ο Περικλής την παρακολουθούσε με την ματιά του.Το κεφάλι του γύρισε με ακρίβεια κάμερας παρακολούθησης πελατών τράπεζας προς την Ειρήνη, ένιωθε σαν να είχε βάλει τα δάκτυλα του στην πρίζα. Ένιωσε ένα δυνατό ρίγος στο κορμί, η καρδιά του σπαρταρούσε σαν πέστροφα που την έβγαλαν από τον Λούρο ποταμό, το στόμα
στέγνωσε και το ένιωσε σαν στεγνωτήριο ρούχων, η γλώσσα του πυρωμένο σίδερο, τα μάγουλα του κοκκίνισαν, η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και δυνατά λες και χτυπούσαν την πόρτα της χωροφύλακας αναζητώντας κομμουνιστή.
Έβλεπε την Ειρήνη να περπατά γυμνή. Το κορμί της μαρμάρινο, ένα άγαλμα, το άγαλμα της Αφροδίτης, η ίδια η Αφροδίτη ολοζώντανη « μεταμορφώθηκε σε κοινή θνητή και παρουσιάστηκε σε μένα, σ΄ ευχαριστώ Δία μου.». Το όνειρο! η κασέτα στο βίντεο!
Η Ειρήνη έκλεισε το ερμάριο και βημάτισε προς το γραφείο της. Ο Περικλής έβλεπε ακόμη την κασέτα στο βίντεο. Παρατηρούσε την Ειρήνη να κατευθύνεται κατά πάνω του. Με ένα χαμόγελο γεμάτο ευτυχία, με πόθο στην ματιά, με ολάνοιχτη αγκαλιά σαν την Αρετούσα που αντάμωνε τον Ερωτόκριτο μετά από αιώνες χωρισμό. Ένιωθε Ερωτόκριτος.
Η Ειρήνη κάθησε στο γραφείο και πρότεινε το άλμπουμ στον Περικλή λέγοντας:
- Ορίστε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες κύριε Φαντόπουλε.
-Α! ... οι βιντεοταινίες είπε ο Περικλής και η χαρά του ζωγραφίστηκε στα μάτια του, που έμοιαζαν σαν πίνακας του Τσαρούχη.
- Όχι κύριε Φαντόπουλε, οι φωτογραφίες είναι.
Που να φανταστεί η Ειρήνη ότι ο Περικλής είχε κιόλας βιντεοσκοπήσει ένα όνειρο του και την έβλεπε.
Πήρε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες ο Περικλής, το άνοιξε και άρχισε να τις χαζεύει. Ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων, τα πάντα από τη ζωή μέχρι τον θάνατο. Κατάθλιψη γέμισε την ψυχή του, φρύαξε η καρδιά του, την ματιά του προσπαθούσε να ξεριζώσει η απόγνωση, ώσπου γύρισε μία σελίδα του άλμπουμ με φωτογραφίες από όμορφες κοπέλες. Η ψυχή του γαλήνεψε, η καρδιά του άνοιξε σαν μπουμπούκι, η ματιά του έγινε απαλό χάδι και έβαλε την κασέτα της θύμησης. Δεν έμοιαζε καμιά από τις κοπέλες με εκείνες που είχε γνωρίσει. Ακόνισε τη θύμηση, τίποτα. Η ματιά σαν του ινδιάνου, ιχνηλάτησε τα πρόσωπα των κοριτσιών. Όλες ίδιες σαν σταγόνες νερό, μία και μονάχη σε πολλές φωτογραφίες η Ειρήνη!!!
Περπατούσε, χόρευε, γελούσε, χαιρετούσε και στις δύο τελευταίες φωτογραφίες η Ειρήνη φιλούσε την άκρη της δεξιάς παλάμης της, την έφερνε κοντά στο σαγόνι της και φυσούσε ένα φιλί στον Περικλή. Η τίγρης μπήκε μέσα στο δεξί του χέρι, η αστραπή το σήκωσε, το γεράκι του άνοιξε τα δάκτυλα τα λύγισε και άρπαξαν το φιλί της Ειρήνης.
Σήκωσε το χέρι τόσο απότομα που η Ειρήνη ξαφνιάστηκε και τον ρώτησε:
- Τι πάθατε κύριε Φαντόπουλε; - αν ήξερε.
- Α! Τίποτα, τίποτα ένα μυγάκι. Και συνέχισε γρήγορα γαι να μην τον ξαναρωτήσει η Ειρήνη. Εκπληκτικές φωτογραφίες, πως τις βγάζετε;
- Με τον ηλεκτρονικό σκούφο. Ελάτε μία μέρα στην πανεπιστημιακή κλινική, στο διπλανό κτίριο να δείτε τους ασθενείς να τους φοράνε όταν κοιμούνται.
- Θα περάσω οπωσδήποτε.
Η Ειρήνη κοίταξε το ρολόι της. Ο Περικλής κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να του διαθέσει άλλο χρόνο.
Η Ειρήνη εργαζόταν ως βοηθός του Μιχάλη ένα χρόνο τώρα. Από τις πρώτες κιόλας μέρες τον είχε συμπαθήσει. Όμως εκείνος δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται. Κάτι που την έκανε να μελαγχολεί. Μόνο μία φορά την ρώτησε από που κατάγεται, και εκείνη του απάντησε « από τα Χανιά». Τότε ο Μιχάλης επαλήθευσε τα όσα έλεγαν οι αρσενικοί. « οι ωραιότερες κοπέλες είναι από τα Χανιά!». Δεν ήξερε τίποτα για την προσωπική του ζωή. Αν είχε φιλενάδες, αν είχε κάποιο σοβαρό δεσμό που να εξηγούσε την αδιαφορία του, γι΄ αυτήν. Αργότερα έγινε καλή φίλη με την γραμματέα του Μιχάλη την Μαργαρίτα.
Η Μαργαρίτα είχε γεννηθεί στην Μόσχα από Έλληνες γονείς, δάσκαλοι και οι δυο. Όταν τελείωσε το λύκειο την έστειλαν στην Αθήνα να σπουδάσει γραμματέας , που ήταν και η επιθυμία της. Η Μαργαρίτα είχε διαφορετική κουλτούρα. Ανοιχτόκαρδη, αθυρόστομη, απελευθερωμένη. Χαδιάρα και προκλητική με τους άνδρες. Σε λίγο χρόνο είχε ‘’ φακελώσει ‘’ όλους όσους δούλευαν στο πανεπιστήμιο. Μέχρι που μία μέρα της έβγαλαν το παρατσούκλι ‘’ ΚΑ – ΚΕ – ΜΠΕ ‘’, λόγω και της Μοσχοβίτικης καταγωγής της. Μόνο για τον Μιχάλη δεν μπορούσε να μάθει τίποτα « η σιγανοπαπαδιά είναι, ή .... παρθένος.».
- Μάθε βρε παιδί μου τίποτα, την ικέτευε η Ειρήνη.
- Το βλέπω ότι σε πονάει το δοντάκι σου για τον λεβέντη μας, θα τον φακελώσω δεν μου γλιτώνει.
Η Ειρήνη χαμογέλασε αλλά το χαμόγελο μαράθηκε αμέσως στα χείλη της. Σκεπτότανε με απελπισία « Μήπως είναι ομοφυλόφιλος;». Δεν μπορούσε να χωρέσει στο μυαλό της. « Πως δεν έκανα το πρώτο βήμα να τον φλερτάρω; Την έπιανε ανατριχίλα. Μήπως είναι ανίκανος, μήπως είχε καμιά τραυματική σχέση και κλείστηκε στον εαυτό του; Μήπως, μήπως .....»
Μιά μέρα η Μαργαρίτα κοιμήθηκε με ένα φίλο του Μιχάλη και τα έμαθε όλα. Τα είπε όλα ‘’ χαρτί και καλαμάρι ‘’, στην Ειρήνη.
- Όλα κατάφερα να τα μάθω, μόνο που δεν τον έριξα ακόμη στο κρεβάτι, μήπως νομίζεις ότι εγώ δεν τον κάνω πολύ κέφι; Φαίνεται όμως ότι δεν θέλει να έχει γκόμενα την γραμματέα του, και οι δύο ... δουλειές δεν μπορούν να γίνονται το ίδιο καλά! Είπε κλείνοντας πονηρά το μάτι.
- Σε αυτό έχεις δίκιο.
- Να σου ‘’ διαβάσω ‘’ λοιπόν τον φάκελο του!
Όταν τελείωσε το λύκειο ο Μιχάλης, δεκαοχτώ χρόνων παιδάκι, πήγε στην Αμερική για σπουδές και γύρισε μετά από δώδεκα χρόνια, ολόκληρος καθηγητής. Εκέι στην Αμερική, οι σχέσεις των δύο φύλων είναι πολύ διαφορετικές απ’ ότι στην Ελλάδα. Εκεί το ‘’ καμάκι ‘’ γίνεται διαφορετικά. Οι άνδρες δεν πειράζουν τις γυναίκες στο δρόμο, στο λεωφορείο και στον κινηματογράφο, όπως κάνουν οι δικοί μας οι μάγκες, ούτε διανοούνται να κοιτάξουν μία κοπέλα στα μάτια πάνω από ένα δευτερόλεπτο γιατί τρομοκρατούνται και το βάζουν στα πόδια ή φωνάζουν την αστυνομία. Ξέρεις πόσοι βιασμοί γίνονται την ώρα στην Νέα Υόρκη; Πέντε.
- Τότε πώς .. προσεγγίζουν τα κορίτσια οι Αμερικάνοι; Ρώτησε σεμνότυφα η Ειρήνη.
- Να Παρασκευή και Σάββατο πηγαίνουν στα μπαρ και ζευγαρώνουνε.
- Μα πως; Ρώτησε η Ειρήνη, με περιέργεια παρθένας.
- Άκουσε μωρό μου, όταν πάει μια αμερικανίδα μόνη της στο μπαρ, πάει για να
‘’ ψωνιστεί ‘’, αυτό το γνωρίζουν οι άνδρες, τις διπλαρώνουν και μετά τις κρεβατώνουν. Αχ! και να ζούσα στην Αμερική.
- Παναγιά μου, εσύ θέλεις χαλινάρι!
- Όσο για τις πιτσιρίκες αυτές βγαίνουν με πιτσιρικάδες, συνήθως συμμαθητές τους στα γυμνάσια και στα κολέγια, και συχνάζουν σε ντισκοτέκ, ποτέ σε μπαρ.
Έτσι λοιπόν ο Μιχάλης όταν έμαθε πως γίνεται το ‘’ καμάκι ‘’ στην Αμερική πήγαινε στο μπαρ έβρισκε μία κοπέλα που του άρεσε και τον έκανε και εκείνη κέφι, την κερνούσε κανένα ποτό, χόρευε μαζί της την έπαιρνε μετά σε Ελληνικό εστιατόριο και μετά στο κρεββάτι. Αχ! Και να ήμουνα στην Αμερική, Αχ!
- Πες του Μιχάλη να σε πάρει μαζί του όταν θα πάει στην Νέα Υόρκη να ενημερώσει το ίδρυμα που χρηματοδοτεί την ερευνά μας, να χορτάσεις καημένη άνδρες, να ηρεμήσει και το μυαλό σου.
- Μακάρι να με πάρει!, είπε ξελιγωμένα η Μαργαρίτα.
- Και ποιος σου τα είπε αυτά Μοσχοβίτισα, ο ίδιος ο Μιχάλης; Ρώτησε η Ειρήνη κοιτάζοντας πονηρά.
- Όχι καλέ, κοιμήθηκα με έναν φίλο του και μου τα είπε, όταν τον ρώτησα.
- Δεν έχεις τον θεό σου σουσουράδα! Φαίνεται δεν συμβαίνει τίποτα με τον Μιχάλη.
- Σαν τι να συμβαίνει;
- Να μου πέρασε από το μυαλό μήπως είναι ομοφυλόφιλος.
- Ποίος καλέ ο Μιχάλης, αυτός γκαστρώνει γαϊδούρα στον ανήφορο. Αλλά μωρή Ειρήνη πρέπει να κουνήσεις και εσύ την .... ουρίτσα σου. Που ξέρεις, ότι σκέπτεσαι εσύ για εκείνον, μπορεί να σκέπτεται και εκείνος για εσένα. Κουνήσου, αμαρτία να μην... λειτουργείται η αγιοσύνη σου.
- Έλα τώρα, δεν μπορώ να τα κάνω αυτά τα πράγματα.
- Ξέχασα εσύ είσαι του κατηχητικού.
Η Ειρήνη έπεσε σε βαθιά περισυλλογή. « λες να έχει δίκιο η Μαργαρίτα;»
Το μόνο που δεν έμαθε η Μαργαρίτα ήταν ότι ο Μιχάλης γράφει μαντινάδες και μάλιστα ερωτικές
Ο Περικλής πήγε στο ραντεβού με τον Μιχάλη είκοσι λεπτά νωρίτερα, για να του δοθεί ο χρόνος να δει και να μιλήσει με την Ειρήνη. Από την ημέρα που την πρωτοείδε δεν έφευγε καθόλου από το μυαλό του. Του είχε χαθεί, έκτοτε, κάθε διάθεση για ... ‘’ καμακευτικές ‘’ επιχειρήσεις ένα σπορ στο οποίο επιδίδετο οπουδήποτε και οποτεδήποτε.
Η Μαργαρίτα μιλούσε στο τηλέφωνο όταν μπήκε στο γραφείο της ο Περικλής. Του έκανε νόημα να καθίσει. Όταν ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του τον χαιρέτησε.
- Καλημέρα σας κύριε Φαντόπουλε τι κάνετε;
- Πολύ ωραία εσείς;
- Α! Εμείς είμαστε ονειροπαρμένοι του αποκρίθηκε χαμογελώντας.
- Μα είναι ωραίο να ζει κανείς με όνειρα!
- Όταν είναι ωραία.
- Σωστά! Θυμάσαι τι είπε ο Γκαίτε; « όταν ο άνθρωπος σταματήσει να έχει όνειρα είναι ήδη νεκρός!»
- Τότε καλά κάνουμε δηλαδή εμείς που ασχολούμεθα με όνειρα!
- Σας ζηλεύω, είπε με προσποιητό θαυμασμό ο Περικλής.
Η Μαργαρίτα παρ’ ολίγο να του πει « έλα να κοιμηθείς μαζί μου να δεις ωραία και γλυκά όνειρα.», που τον έβλεπε σαν ξερολούκουμο.
- Συγνώμη ήρθα νωρίτερα.
- Α δεν πειράζει, είπε και τον έγδυσε με τα μάτια της.
Όταν της 'αρεσε ένας άντρας της φαινόταν σαν τον Ερμή του Πραξιτέλη. Όταν έδινε αναφορά στην Ειρήνη ή σε άλλη φίλη της έλεγε στερεότυπα « βγήκα με έναν παίδαρο, κούκλος ήτανε!». « αφού ήρθε νωρίτερα τούτος ο παίδαρος θα τον.... φακελώσω!», σκέφτηκε σαν πράκτορας της Κα Κε Μπε.
- Πως πάει το διδακτορικό σας; Ρώτησε με προσποιητό ενδιαφέρον η Μαργαρίτα.
- Όλο και προχωρά, σ’ ένα χρόνο ελπίζω να έχω τελειώσει την έρευνα.
- Για θυμίστε μου, ποίο είναι το θέμα της διατριβής σας;
- Η επίδραση των υπολογιστών στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
- Πολύ ενδιαφέρον θέμα! Αλλά εκείνη εννοούσε ‘’ θέμα ‘’ τον ίδιο και όχι την ερευνά του . « αλλά δύσκολο φαντάζομαι, δεν πρέπει να μελετήσετε την συμπεριφορά πολλών ανθρώπων να διαπιστώσετε αν άλλαξε;»
- Και βέβαια! Δεσποινίς Μαργαρίτα.
Η Μαργαρίτα κρατιότανε.
- Στο γραφείο μας ο Μιχάλης έχει καταργήσει τον πληθυντικό του είπε κοιτάζοντας τα χείλη του.
- Εντάξει, είπε ο Περικλής με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο, και το μυαλό του πήγε αμέσως στην Ειρήνη.
Ο Περικλής δεν μπορούσε να διανοηθεί τα σατανικά σχέδια της Μαργαρίτας.
- Πολύ ωραία, και πως τους βρίσκεις τους πελάτες; Συγνώμη τους χρήστες υπολογιστών ήθελα να πω.
- Φίλοι και γνωστοί με γνωρίζουν με χρήστες υπολογιστών και στη συνέχεια προσπαθώ να τους πείσω – πράγμα δύσκολο – να μελετήσω την συμπεριφορά τους.
- Η Μαργαρίτα δεν μπορούσε να κρατηθεί τον « γούσταρε εδώ και τώρα !»
- Εθελοντές δέχεσαι; Ρώτησε δήθεν αθώα.
- Αυτό είναι το ιδανικό.
« αβάντι πόπολο παντιέρα ρώσσα!» σκέφτηκε η Μαργαρίτα. Και με σχοινί να την είχανε δεμένη θα το έκοβε.
- Τότε προσφέρομαι εθελόντρια είπε, και σκέφτηκε να του το αμολήσει. « δεν παίρνεις χαμπάρι ρε παίδαρε ότι σε γουστάρω»
Ο Μιχάλης περί Ειρήνης τύρβαζε, που να πάρει χαμπάρι.
- Μα αυτό είναι θαυμάσιο! Μαργαρίτα.
- Λες να χάλασα είπε χαμογελώντας.
- Δεν μου φαίνεται με την πρώτη ματιά.
- Εμένα μου φαίνεται ότι χάλασα!
- Θα το δείξει η αυτοψία είπε, και ξελιγώθηκαν στα γέλια.
- Τώρα σοβαρά πως θα με εξετάσεις; Είπε και άρχισε να τον βλέπει τσίτσιδο στο κρεβάτι.
- Γέλασε. Θα συναντηθούμε ένα βραδάκι να τα πούμε.
« επιτέλους μπήκε το νερό στο αυλάκι», σκέφτηκε θριαμβευτικά.
- Απόψε; Είπε ασυγκράτητη.
- Μία άλλη μέρα.
- Ποία;
- Την Παρασκευή, σου είναι εύκολο;
- Ωραία! Τι ώρα;
- Στις οχτώ, σε βολεύει; Και στις τρεις το πρωί θα την .... βόλευε.
- Βεβαίως. Μα σε ποίο μέρός;
- Που μένεις Μαργαρίτα;
- Στην Καστέλα, στον Πειραιά.
- Θαυμάσια! Και εγώ στην Καλλίπολη του Πειραιά μένω. Τι θα έλεγες για το γωνιακό ζαχαροπλαστείο στη πλατεία στο Πασαλιμάνι;
- Υπέροχα!
Η λυπημένη ματιά της Μαργαρίτας έδωσε πίσω τα ρούχα του Περικλή, όταν την ρώτησε:
- Η Ειρήνη είναι στο γραφείο της;
Η Μαργαρίτα και τη λέξη Ειρήνη ένιωσε αντίζηλο της και την ‘’ έστειλε ‘’ στους ασθενείς του Μιχάλη.
- Όχι, όχι στην κλινική είναι. Είπε και κοίταξε το ρολόι της να δει αν είναι η ώρα να περάσει τον Περικλή στο γραφείο του Μιχάλη « μην ανοίξει η πόρτα και μπουκάρει η Ειρήνη και τότε... αντίο παίδαρε.». Σήκωσε αμέσως το τηλέφωνο και είπε στο Μιχάλη « ο κύριος Φαντόπουλος είναι εδώ να περάσει;». « να περάσει χωρίς το ... κερί και το λιβάνι», της απάντησε ο Μιχάλης, ο οποίος έβγαζε σπυριά με τους πληθυντικούς.
Η Μαργαρίτα άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και σχεδόν έσπρωξε τον Περικλή μέσα.
Ο Περικλής σάστισε όταν μπήκε στο γραφείο του Μιχάλη. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το γραφείο ενός καθηγητή της κοινωνιολογίας θα έμοιαζε με την καμπίνα του κυβερνήτη ενός διαστημόπλοιου. Απέναντι από την πόρτα υπήρχε το γραφείο. Ήταν τεράστιο και φτιαγμένο από ακριβό κρύσταλλο. Πάνω στο γραφείο ο προσωπικός υπολογιστής με το πληκτρολόγιο του. Δίπλα στο πληκτρολόγιο υπήρχε ένα άλλο μικρότερο, χρώματος μαύρου με πολύχρωμα κουμπιά. Από το γκρι και μαύρο πληκτρολόγιο ξεκινούσαν αμέτρητα καλώδια και κατέληγαν σε τερματικά τα οποία ήταν τοποθετημένα σε ξύλινα γραφεία. Τα γραφεία κάλυπταν την απόσταση από το γραφείο του Μιχάλη μέχρι τους τοίχους δεξιά και αριστερά. Δεξιά και αριστερά της εισόδου ήταν τοποθετημένες δύο τεράστιες μονάδες επεξεργασίας δεδομένων και εικόνων. Λίγο πάνω από κάθε μονάδα υπήρχαν ηλεκτρονικές γιγαντοοθόνες, έμοιαζαν σα μεγάλες οθόνες τηλεόρασης.
Μπροστά από το κρυστάλλινο γραφείο ένα τραπεζάκι και δύο καρέκλες όλα ξύλινα και σκαλιστά.
Το γραφείο του Μιχάλη δεν είχε παράθυρο. Στο ταβάνι αμέτρητα μικρά φωτάκια. Ο φωτισμός ήταν ρυθμιζόμενος. Πάνω στο γραφείο του Μιχάλη υπήρχαν ακόμη δύο σωληνοειδή φώτα, που έμοιαζαν με μπαζούκας σε μικρογραφία. Τα φωτιστικά ήταν στερεωμένα στα κεφάλια δύο ξύλινων αγαλματιδίων, χρώματος μαύρου. Έμοιαζαν με τους Παπούα της Αφρικής. Ο Περικλής τα κοίταξε με περιέργεια και απορία και συμπάθεια « γιατί απορείς; Δε ξέρεις ότι εμείς σηκώνουμε τις ανάγκες σας» σαν να άκουσε ότι του ψιθύρισαν.
- Καλώς το Περικλή, είπε ο Μιχάλης με ένα πλατύ χαμόγελο, εγώ είμαι ο Μιχάλης χωρίς κερί και λιβάνι!
- Χαίρω πάρα πολύ!
- Κι εγώ Περικλή μου.
Τη ζεστασιά του Μιχάλη την ζούσε για πρώτη φορά ο Περικλής. Ένιωσε ανθρώπινα, σχεδόν ερωτικά.
- Έλα κάθισε.
Κάθισαν στις καρέκλες του γραφείου, ο ένας απέναντι στον άλλον. Εκείνη την στιγμή άνοιξε η πόρτα και έκανε την εμφάνιση της η Μαργαρίτα κρατώντας ένα δίσκο. Τον άφησε μπροστά τους πάνω στο τραπεζάκι και είπε ειρωνικά φεύγοντας: « τα καφεδάκια σας κύριοι.». Ο Μιχάλης τινάχτηκε από την καρέκλα σαν ελατήριο. Εκείνη είχε ήδη εξαφανιστεί. Της φώναξε : « δεν θα σε πιάσω στα χέρια μου τρελομοσχοβίτισα;» και λύγισε το δάκτυλο του και το δάγκωσε αναστενάζοντας. Αχχχ!
Ο Περικλής έπιασε την κοιλιά του από τα γέλια.
- Τι περιμένεις μουρμούρισε ο Μιχάλης.
Ο Περικλής κάρφωσε τα μάτια του σαν βέλη στο δίσκο. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο δίσκο. Μία παλιά ασημένια ‘’ Καλημέρα ‘’, με τον καθρέφτη στο κέντρο και την όμορφη κόρη που χαμογελούσε. Τα φλιτζάνια ήταν παλιά αλουμινένια νεροπότηρα. Η ζαχαριέρα και η γαλατιέρα επίσης από αλουμίνιο. Ο Περικλής γέννημα θρέμμα του Πειραιά, χωρίς ρίζες σε χωριό, θα μπορούσε να δει τέτοια ‘’ άχρηστα ‘’ πράγματα – όπως έλεγε ένας συνάδελφος του Μιχάλη – μόνο στο Μοναστηράκι. Ο Μιχάλης πρόσεξε την ματιά του Περικλή, που κοιτούσε το δίσκο με περιέργεια εξωγήινου που του κάνουν το τραπέζι σε Ελληνικό χωριό και την ξεκάρφωσε.
- Πρώτη φορά τα βλέπεις;
- Ναι πρώτη φορά! Στο Μοναστηράκι τα βρήκες;
- Ε! Όχι βέβαια είπε ο Μιχάλης, σαν να τον πρόσβαλλαν. Η γιαγιά μου, η συχωρεμένη η Στασία, μου τα χάρισε. Παθολογική αγάπη μου είχε και μου τα έδωσε όταν φύγαμε από το νησί για να έρθουμε στην Αθήνα.
- Ποίο νησί; Ρώτησε ανυπόμονα ο Περικλής, λες και βιαζόταν να μπαρκάρει.
- Εγώ γεννήθηκα στην Αγία Μαρίνα της Κάσου.
- Α! Το νησί τω εφοπλιστών.
- Δυστυχώς! Είπε με παράπονο ο Μιχάλης.
- Γιατί δυστυχώς; Ρώτησε με περιέργεια ο Περικλής.
- Γιατί έχουν καβούρια στις τσέπες τους! Και γι΄ αυτό έχουν ελάχιστα ενδιαφερθεί για το νησί. Να φανταστείς ότι εδώ και σαράντα χρόνια προσπαθεί το κράτος να φτιάξει το λιμάνι και αυτοί που είναι ‘’ κράτος εν κράτει ‘’ σφυρίζουν αδιάφορα από το Λονδίνο.
- Τι μου λες! Ώστε έτσι τους πούστηδες! Δαγκώθηκε ο Περικλής.
« με συγχωρείς»........ο Μιχάλης τον διέκοψε.
- Αν τους χαρακτηρίσω εγώ θα ‘’ βουλιάξει ‘’ κανένα βαπόρι τους, με πιάνεις;
- ΑΠΟΛΥΤΑ
- Άσε μην μου τους θυμίζεις, αλλά ας έρθουμε στο θέμα μας. Κάτι μου είπε η Ειρήνη και με συγχωρείς που δεν μπόρεσα να σε δω την άλλη φορά.
Δεν πειράζει ήθελε να πει « αλλά είδα την Ειρήνη».
- Για πες μου Περικλή ποίο είναι το αντικείμενο της διατριβής σου;
- Η επίδραση των υπολογιστών στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
- Ανθρωποκεντρική και η δική σου έρευνα!
- Όπως και η δική σου.
- Πόσα χρόνια ασχολείσαι με την διατριβή;
- Τρία.
- Κοντεύεις λοιπόν.....!
- Θέλω ένα χρόνο πάνω κάτω.
- Έχεις καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα;
- Αρκετά αλλά καταθλιπτικά.
- Για ν’ ακούσω.
Στο μυαλό του Μιχάλη ήρθαν οι μαντινάδες που έγραφε μία μέρα στο γραφείο του, μετά από δεκαοχτώ ώρες δουλεία πάνω από τον υπολογιστή. Κόντευε να στραβωθεί από την οθόνη. Το ρολόι του έδειχνε οχτώ το πρωί. Ήταν η ώρα που καλημέριζε ο ήλιος την Αθήνα από τον Υμηττό. Γύρισε από συνήθεια να δει την ανατολή του ήλιου. Τον ήλιο τον έκρυβε ο σύγχρονος πολιτισμός και η τεχνολογία του.
Μελαγχόλησε. Πήρε ένα από τα αγαπημένα του χαρτάκια και έγραψε.
‘’ Σαν φυλακή μου φαίνεται, ετούτο το γραφείο
έχει απόλυτη σιγή, σαν το νεκροταφείο.
Μπροστά σ’ ένα μηχάνημα κάθομαι καρφωμένος
κατάντησα πια άψυχος και απομονωμένος.
Αυτοί οι υπολογιστές έχουν υπολογίσει
πως σύντομα ο άνθρωπος κτήνος θα καταντήσει. ‘’
- Για δώσε μου μία πικρή γεύση Περικλή.
- Θα σου πω δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Ένας αρχιτέκτονας, παντρεμένος με δύο παιδιά αγόρασε σύγχρονους υπολογιστές και τα προγράμματα για να βγάζει τα σχέδια του. Απορροφήθηκε όμως τόσο πολύ – γιατί όπως ξέρεις με τους υπολογιστές βγαίνουν γρήγορα φανταστικά σχέδια – που παραμέλησε τελείως την γυναίκα του και τα παιδιά του. Μέρα νύχτα ήταν αγκαλιά με τον υπολογιστή. Μάταια η γυναίκα του προσπάθησε να τον ξεκολλήσει από την κατάρα της σύγχρονης τεχνολογίας. Άρχισαν οι καυγάδες και τα προβλήματα και στο τέλος η γυναίκα του πήρε τα παιδιά και πήγε στο χωρίο της κάπου κοντά στην Βόνιτσα.
Ο Μιχάλης σκέφτηκε να του διαβάσει τις μαντινάδες αλλά επειδή η περίπτωση του αρχιτέκτονα ήταν χειρότερη από την δική του μονολόγησε: « εγώ τουλάχιστον δεν είμαι παντρεμένος ».
- Λυπάμαι Περικλή.
- Είναι να μην λυπάται κανείς. Θα σου πώ μια άλλη ανατριχιαστική περίπτωση. Ένας νεαρός, εικοσιέξι χρόνων παντρεμένος με μια εικοσάρα καλλονή, έγινε συνδρομητής στο ‘’ SEXNET ‘’. Πρέπει να σου πω, πως το έμαθα και εγώ από την έρευνα ότι στο ‘’ SEXNET ‘’ είναι ..... ‘’ σπιτωμένες ‘’ όλες οι διάσημες γυναίκες. Τις καλείς με τον υπολογιστή και σου παρουσιάζονται τρισδιάστατες στην έγχρωμη οθόνη του και εσύ τους δίνει εντολή με τα πλήκτρα και σου κάνουν ότι γουστάρει η ψυχή σου, μέχρι και έρωτα! Ο Μιχάλης φρύαξε.
- Ρε τους νταβατζήδες μέχρι εκεί έφτασαν!
- Και που είσαι ακόμη, έχουν να δουν τα μάτια μας!
- Τα δικά μου αποκλείεται, καλύτερα να τα βγάλω, τους ξεφτιλισμένους! Γαμ.... μα για συνέχισε με τον μαλάκα.
- Έμπαινε λοιπόν ο νεαρός στο ‘’ SEXNET ‘’ και καλούσε στην οθόνη του υπολογιστή του μία διάσημη σεξοβόμβα να καλή ώρα σαν την Σάρον Στόουν και άρχιζαν ζωντανή συνομιλία, να σαν και την δική μας. Σιγά σιγά η συνομιλία άρχισε να γίνεται ερωτική, μετά ξεντύνονταν και έκανα ‘’ έρωτα ‘’ .
- Τι έρωτα έκανε δηλαδή ο μαλάκας με την δεξιά και αριστερά χείρα;
- Ε! Αυτό δεν το έμαθα.
- Και τι έγινε τελικά;
- Μία μέρα τον έπιασε επαυτοφόρο η γυναίκα του να ‘’ μετρά ‘’ την απόσταση από την οθόνη του υπολογιστή. Επειδή όμως ήταν μόλις τρεις μήνες παντρεμένοι και εκείνη ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του, προσπάθησε να τον κάνει να αλλάξει το χούι. Με τρόμο διαπίστωσε η κοπέλα ότι ο σύζυγος της ήθελε να κάνει ‘’ έρωτα ‘’ μόνο με τις κοπέλες της οθόνης. Και έτσι τον παράτησε και αυτή και πήγε στο χωριό της κάπου κοντά στην Καρδίτσα.
Ειλικρινά Μιχάλη δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ο ‘’ πολιτισμός ‘’ των υπολογιστών θα μπορούσε να κάνει τέτοια ζημιά στον άνθρωπο.
- Ο θεός να βάλει το χέρι του. Είπε με παράπονο ο Μιχάλης.
- Ποιος θεός Μιχάλη, τον βάλανε και αυτόν στο μουσείο σαν τους αρχαίους θεούς του Ολύμπου, τώρα πιστεύουν στο νέο Θεό τον υπολογιστή, λες να ήταν αυτός ο άγνωστος θεός για τον οποίο μιλούσε ο Σωκράτης, που για χάρη του ήπιε το κώνειο;
- Έτσι φαίνεται! Και πρέπει να βρουν γρήγορα δικλείδες ασφάλειας να μειώσουν την καταστροφή από την χρήση των υπολογιστών.
- Δεν βλέπω να γίνεται τίποτα γιατί αυτοί που τους σχεδίασαν τους εξουσιάζουν και δεν κινδυνεύουν οι ίδιοι.
- Από το πανεπιστήμιο Αθηνών σου δόθηκε αυτό το θέμα της έρευνας;
- Όχι, όχι. Από το Queens College του City University της Νέας Υόρκης . Ζήτησα να κάνω την έρευνα στην Ελλάδα.
- Είπα και εγώ ....
- Τι;
- Ότι διαθέτουν χρήματα στην πατρίδα μας για τέτοια θέματα.
- Μα μόνο για την δική μου έρευνα θα μιλάμε; Για την δική σου ενδιαφέρομαι Μιχάλη.
- Εντάξει. Λοιπόν Περικλή, η ερευνά μας έχει διάφορα στάδια. Πρώτα προσπαθήσαμε να φωτογραφήσουμε τις εικόνες που σχηματίζονται στον υποθάλαμο του εγκέφαλου του ανθρώπου, κάτι που καταφέραμε ήδη. Τώρα προσπαθώ να βρώ το πρόγραμμα για να βιντεοσκοπήσουμε τα όνειρα.
- Το βρήκες το πρόγραμμα; Ρώτησε με ενδιαφέρον ο Περικλής.
- Σχεδόν.
-Α! Α!
- Στη συνέχεια θα δείξουμε τα όνειρα στον άνθρωπο που τα είδε στο βίντεο για να δούμε αν θα επηρεαστεί η συμπεριφορά του και η ζωή του. Θα γίνει στην συνέχεια αξιοποίηση των ευρημάτων αυτής της έρευνας από άλλους επιστήμονες,
κοινωνιολόγους,ψυχολόγους,ψυχίατρους, ακόμη και αστρολόγους σε περαιτέρω εφαρμοσμένες έρευνες.
- Έχετε εκτιμήσει την περίπτωση της αρνητικής επίδρασης των ονείρων στον άνθρωπο; Και μόνο ότι θα μπορεί να βλέπει τα όνειρα του στο βίντεο το πρωί είναι συγκλονιστικό!
- Περικλή αυτό το θέμα με προβληματίζει πάρα πολύ και γι’ αυτό προχωρούμε πολύ προσεκτικά. Κατ’ αρχήν επιλέξαμε ανθρώπους εθελοντές, μεγάλη ηλικίας με ανίατες ασθένειες. Όλοι έχουν μεταφερθεί στην ειδικά διαμορφωμένη πτέρυγα της πανεπιστημιακής κλινικής, όπου ψυχίατροι, κοινωνιολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί, μέλη της ερευνητικής ομάδας μας, τους προετοιμάζουν ψυχολογικά. Ως τώρα τους δείχνουμε φωτογραφίες με ευχάριστες εικόνες από τον υποθάλαμο του εγκεφάλου τους.
- Και τις δυσάρεστες και τρομαχτικές;
- Α! Αυτές μπορεί να τους τις δείξουμε αργότερα αν χρειαστεί.
Δεν θέλουμε να βλέπουν τώρα κάτι που να τους στεναχωρεί, θυμίζοντας τους τα βάσανα που πέρασαν στη ζωή τους, είναι όπως καταλαβαίνεις απάνθρωπο.
- Και βέβαια είναι Μιχάλη. Μα πες μου, με ποίο τρόπο θα βιντεοσκοπήσετε τα όνειρα;
- Ο ασθενής φορά μία περικεφαλαία, όταν πάει για ύπνο, που την λέω ηλεκτρονικό σκούφο, και είναι συνδεδεμένος με πολύπλοκους υπολογιστές και μηχανήματα φωτογράφησης και βιντεοσκόπησης. Όταν εμφανιστεί μία εικόνα στον υποθάλαμο φωτογραφίζεται αυτόματα. Το ίδιο γίνεται και με τα όνειρα. Τα μηχανήματα έρχονται σε μερικές μέρες από την Αμερική.
- Για δώσε μου ένα παράδειγμα αρνητικής επίδρασης του βιντεοσκοπημένου ονείρου στον άνθρωπο.
- Ένας άνθρωπος μπορεί να βλέπει ή με μία ειδική κασέτα να τον κάνουμε εμείς να βλέπει, ότι έπαιξε Lotto και κέρδισε εκατομμύρια, ότι πόνταρε σε κάποιο άλογο στον ιππόδρομο, ότι κέρδισε στην ρουλέτα του καζίνο, να το πιστέψει, να γίνει τζογαδόρος και να καταστραφεί οικονομικά. Να βλέπει συνέχεια ότι η γυναίκα του τον απατά με τον γείτονα, τον φίλο του ή τον συγγενή του, να το πιστέψει και να τον σκοτώσει.
- Μακάβρια πράγματα Μιχάλη , με τρομάζεις.
- Εγώ τρόμαξα από την στιγμή που μου ανέθεσαν την έρευνα.
- Ποίος σου την ανέθεσε;
- Το Human Behavior Research Foundation της Νέας Υόρκης. Με προβλημάτισε το γεγονός ότι το ίδρυμα που ερευνά την ανθρώπινη συμπεριφορά επενδύει τόσα δισεκατομμύρια δολάρια μόνο γι’ αυτήν την έρευνα.
- Μα για ποιους λόγους; Μου φαίνεται και εμένα περίεργο.
- Έχω κάποιες υποψίες. Μπορεί το ίδρυμα αυτό να πουλήσει το προϊόν αυτής της έρευνας για να αλλάξουν την συμπεριφορά, την νοοτροπία τις συνήθειες και γενικά την ζωή του ανθρώπου, επεμβαίνοντας στα όνειρα του.
- Μα πως; Τον διέκοψε ο Περικλής.
- Πολύ εύκολα. Με μία δισκέτα στον ηλεκτρονικό σκούφο θα τον κάνουν να βλέπει τα όνειρα που θέλουν ανάλογα με την αλλαγή που έχουν σχεδιάσει για την συμπεριφορά του συγκεκριμένου ανθρώπου ή ομάδας ανθρώπων.
- Τι μου λες! Είπε με κατάπληξη ο Περικλής. Δηλαδή μπορεί ο άνθρωπος να βλέπει προκατασκευασμένα όνειρα;
- Ναι βέβαια, θα πηγαίνει στο κατάστημα και θα αγοράζει δισκέτες με τα όνειρα που θέλει να βλέπει.
- Παναγιά μου! Θα επέμβουν στη φύση! Ούτε ο θεός δεν το τόλμησε!
- Εγώ σκέφτηκα τα θετικά.
- Υπάρχουν και τέτοια;
- Άπειρα.
- Για πες μου μερικά.
- Θα πηγαίνει όποιος θέλει σε ένα σούπερ μαρκετ, θα αγοράζει μία δισκέτα με την ακαδημαϊκή παιδεία, για παράδειγμα του μαθηματικού, το βράδυ θα την βάλει στον ηλεκτρονικό σκούφο ο οποίος θα τροφοδοτήσει τον υποθάλαμο του και το πρωί θα ξυπνά μαθηματικός.
- Φανταστικό! Σε μία νύχτα επιστήμονας. Θα μπορεί να σπουδάσει κανείς ότι θέλει.
- Ακόμη και να μάθει να γράφει και να τραγουδά ερωτικές μαντινάδες σαν τις κρητικές. Από αυτό το πρόγραμμα σκέφτομαι να αρχίσω που είναι ρομαντικό και ευχάριστο και δεν έχει τόσες αρνητικές αλλά θετικές επιπτώσεις.
- Τι μου λες, θα μπορώ να γίνω σαν το ποιητή τον Λευτέρη τον Παπαδόπουλο;
- Και σαν όποιο θέλεις.
Ο Περικλής μελαγχόλησε. Σκέφτηκε ότι σπουδάζει εννιά χρόνια και ακόμη δεν έχει τελειώσει τις σπουδές ενώ θα μπορούσε να σπουδάσει σε ένα βράδυ. Σκέφτηκε και τον πατέρα του που στερείται και το ψωμί για να τον σπουδάσει. Έσκυψε λίγο και ακούμπησε το πρόσωπο του στις παλάμες, και έμεινε σιωπηλός.
Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι μαύρες σκέψεις επισκέφτηκαν τον υποθάλαμο του και του λέει:
- Περικλή! Εκείνος σήκωσε απότομα το κεφάλι του σαν να ξύπνησε από κάποιο εφιάλτη. « Τα σκέφτομαι συνέχεια όλα αυτά και δεν σου κρύβω ότι έρχονται στιγμές που σκέφτομαι να τα παρατήσω, τρελαίνομαι ώρες, ώρες». Ένας περίεργος ήχος ξαναγύρισε τα λόγια του Περικλή στις φωνητικές του χορδές. Ο Μιχάλης σήκωσε το ακουστικό του πράσινου τηλεφώνου και είπε : Σ’ ακούω Ειρήνη.
- Μιχάλη, ο Αχιλλέας αποκοιμήθηκε και ενεργοποιήσαμε τον ηλεκτρονικό σκούφο όπως μας είπες.
- Εντάξει Ειρήνη, σε ευχαριστώ.
Ο Περικλής στο άκουσμα του ονόματος της Ειρήνης ένιωσε να φεύγουν οι μαύρες σκέψεις από τον υποθάλαμο του.
- Περικλή τώρα θα δεις στην ηλεκτρονική οθόνη εικόνες από τον υποθάλαμο ενός ασθενούς του Αχιλλέα.
- Α! Ωραία.
Ο Μιχάλης σηκώθηκε πήγε πίσω από το γραφείο του κάθισε και άρχισε να πληκτρολογεί τα χρωματιστά πλήκτρα. Αμέσως άναψε η δεξιά ηλεκτρονική γιγαντοοθόνη. Στο κέντρο της οθόνης ένα μεγάλο φωτισμένο τετράγωνο και ολόγυρα του δεκαέξι μικρότερα τετράγωνα φωτισμένα.
Ο Περικλής στύλωσε τα μάτια του στην οθόνη. Η αγωνία και η περιέργεια του για το τι θα δεί τον έκαναν να νοιώθει ότι είχε ανοίξει δύο τρύπες στο κρανίο του Αχιλλέα, είχε εφαρμόσει τα μάτια του στις τρύπες – σαν μικροβιολόγος και έβλεπε ολόκληρη τη ζωή του. Η πρώτη εικόνα έκανε την εμφάνιση της στο μεγάλο τετράγωνο, και ύστερα στο μικρό, στην κάτω αριστερή γωνία της γιγαντοοθόνης. Ένα εμπορικό πλοίο καταμεσής του φουρτουνιασμένου ωκεανού. Η πλώρη του είχε βυθιστεί μέσα σε ένα τεράστιο κύμα. Το πλοίο είχε πάρει μικρή κλίση προς τ’ αριστερά.
Το κύμα είχε κάνει την καμπύλη και ήταν έτοιμο να σκάσει πάνω στο κατάστρωμα της πλώρης, έμοιαζε σαν τα γαμψά νύχια του αετού που ετοιμάζεται να αρπάξει το θύμα του και να το ανεβάσει στον ουρανό. Η πλώρη έσχιζε το κύμα το άνοιξε στα δύο και σχημάτιζε δύο τεράστιες αφρισμένες στήλες νερού, που ανέβαιναν προς τον ουρανό. Ο Μιχάλης βυθίστηκε στην εικόνα. Η θύμηση του ταξίδεψε στα παιδικά του χρόνια. Άρχισε να ακούει τις θαλασσινές ιστορίες που του έλεγε ο παππούς του όταν πήγαινε στο δημοτικό σχολείο στην Κάσο. Στο νου του Μιχάλη είχε σκαλιστεί, σαν επιγραφή σε μάρμαρο το τεράστιο κύμα που συνάντησε το βαπόρι του παππού του.
Ταξίδευε τότε ναύτης με το ‘’ Kasean Sea ‘’. « ανεβαίναμε που λες Μιχαλάκη από τον Καναδά στην Αγγλία φορτωμένοι μινεράλι. Μετά από δύο μέρες ταξίδι, μας είπε ο Ντίνος ο ασυρματιστής, ότι ο παράκτιος σταθμός του Καναδά λέει ότι θα ψηλώσει πολύ ο καιρός.
Την άλλη μέρα το πρωί ο καιρός ήτανε ‘’ χάση κόσμου ‘’. Το βαπόρι , αν και φορτωμένο μέχρι τα μπούνια μινεράλι, κουνιότανε σαν βαρκούλα στη φουρτούνα, να, σαν κι αυτή τη χάρτινη που βάζεις μέσα στη σκάφη με το νερό και παίζεις. Μου φαινότανε ότι τα κύματα σήκωναν το βαπόρι μέχρι τον ουρανό και μετά το κατέβαζαν στο βυθό της θάλασσας. Όταν καρφωνότανε η πλώρη στο κύμα, το βαπόρι μπρουμούτιζε και αναστέναζε μέχρι να ξαναβγεί στην επιφάνεια της θάλασσας. Ζοριζότανε, έτριζαν οι λαμαρίνες του, τόσο πολύ που έλεγα«τώρα θα κοπεί στα δύο ». Καταραμένο φορτίο το μινεράλι Μιχαλάκη. Καταραμένο.Εγώ έκανα τη βάρδια οκτώ – δώδεκα το πρωί αλλά και το βράδυ μαζί με τον καπετάν – Μανώλη.Ο καπετάν – Μανώλης ήταν ένα λεβεντόπαιδο, στα τριανταδύο του, πραγματικός θαλασσόλυκος. Ήταν τόσο ατρόμητος που όλοι στο βαπόρι λέγαμε « δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει κίνδυνος ο καπετάνιος, θα μας πνίξει καμιά ώρα ο κουτούζης με τις κουτουράδες του». Όταν είχε θάλασσα μου έκανε συνέχεια αστεία για να ξεχνώ το φόβο μου. Στις οχτώ που μας παράδινε τη βάρδια ο Γραμματικός – έτσι λένε τον υποπλοίαρχο, Μιχαλάκη, οι ναυτικοί τον άκουσαν να λέει ανήσυχος στον καπετάνιο.
« Έρχεται θύελλα καπετάνιο, λέω να αλλάξουμε πορεία, να περάσουμε ποιο χαμηλά να την αποφύγουμε. »
« Ξέρεις πόσες μέρες θα καθυστερήσουμε βρε, θα μας ξεχέσει το γραφείο, θα μας ξεμπαρκάρουν μόλις πάμε στην Αγγλία. » Τον μάλωσε πατρικά ο καπετάνιος.
« Καπετάνιο κινδυνεύουμε δεν το βλέπεις; Το βαπόρι μουγκρίζει σαν βούς μέχρι να βγει πάνω.» Αντέτεινε ο Γραμματικός.
« Δεν έχει ανάγκη. »
Ο Γραμματικός δεν επέμεινε γιατί τον ήξερε από τα πολλά μπάρκα που έκανα μαζί σε Κασιώτικα βαπόρια.
Όταν έφυγε ο Γραμματικός μου λέει « φοβάσαι ρε Νικολή;»
« όχι », του αποκρίθηκα με τρεμουλιαστή φωνή. Η ψυχή μου είχε πάει στον κάτω κόσμο, Μιχαλάκη. « Άμα μεγαλώσεις να μάθεις γράμματα να μην θαλασσοπνίγεσαι σαν εμένα.»
Κάθε βράδυ μου φώναζε. « Φέρε τον εξάντα Νικολή, να ξεκρεμάσω εκείνο το λαμπερό αστέρι να βγάλουμε το στίγμα, έλα να το δεις, χαμογελαστό είναι!». Το βαπόρι βουτούσε στα κύματα σαν κουρασμένο δελφίνι. Η ψυχή μου, από τον φόβο είχε πάει εκεί απέναντι στο βουνό της Καρπάθου – τη Λάστο. Το στομάχι μου πότε ανέβαινε στον ουρανίσκο μου και πότε κατέβαινε στις σόλες των παπουτσιών. Ένιωθα το φαΐ , πότε να κοντεύει να βγει από το άντερο μου και πότε από τα ρουθούνια. Κοίταξα προς τον ουρανό, τη στιγμή που τον σημάδευε η πλώρη να δω το αστέρι που ήθελε να ξεκρεμάσει ο καπετάνιος. Αυτά δεν έμοιαζαν με αστέρια αλλά με φωτεινούς κύκλους πάνω στα κεφάλια των αγγέλων με τα φτερά. Στα χέρια τους κρατούσαν μία πελώρια ταμπέλα που έγραφε με πύρινα γράμματα ‘’ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ‘’.
« Θα πνιγούμε καπετάνιο. »! φώναξα ασυναίσθητα.
« Μη φοβάσαι βρε, εγώ είμαι εδώ.». Εγώ τότε ηρέμησα λίγο, Μιχαλάκη.
Ο καπετάνιος ξεκρέμασε, όπως έλεγε το άστρο από τον ουρανό και μου φώναξε « άρπαξε το Νικολή !». Όλο αστεία ήτανε, Μιχαλάκη, αυτό το παλικάρι, ποτέ δεν κατάλαβα πως έβρισκε την όρεξη μέσα στη φουρτούνα. Ύστερα έγραψε αριθμούς σε ένα χαρτί, άνοιξε μετά ένα βιβλίο – μάνιουαλ, το οποίο είχε μόνο αριθμούς, και πήγε μετά στο χάρτη και σημείωσε το στίγμα του βαποριού.
- Ξεπέσαμε καθόλου καπετάνιο; Ρώτησα.
- Όχι πολύ, μου λέει.
Στις δώδεκα ο καπετάνιος παράδωσε στον καπετάν – Κώστα, τον ανθυποπλοίαρχο και κατέβηκε από τη γέφυρα. Εγώ έμεινα λίγο ακόμη εκεί στη γέφυρα, γιατί ήμουνα φίλος με τον ανθυποπλοίαρχο. Ο καπετάν – Κώστας έσκυψε πάνω στο χάρτη και κοίταξε το στίγμα πάνω στην πορεία που είχε διορθώσει ο καπετάνιος. Κοίταξε αμίλητος για πολύ ώρα το χάρτη. Πήγα κοντά του. Το πρόσωπο του ήταν όλο κίτρινο, μου φαινόταν σαν κινέζος καντηλανάφτης.
- Ζαλίστηκες καπετάν – Κώστα; Τον ρώτησα πειραχτικά.
Δεν μου απάντησε. Συνέχισε να έχει καρφωμένη, σαν γαλβανισμένο καρφί τη ματιά του στο χάρτη. Έστρεψα το βλέμμα μου στο σημείο που κοιτούσε και κατάλαβα αμέσως γιατί έμοιαζε με κινέζο ο καπετάν – Κώστας. Μία ολόκληρη μέρα το βαπόρι δεν είχε κάνει ρούπι, ήτανε στο ίδιο σημείο που βρισκόταν και την προηγούμενη μέρα.
- Πως τα βλέπεις τα πράγματα καπετάν – Κώστα; Τον ρώτησα.
- Σκούρα Νικολή, πολύ σκούρα! Είπε και συνέχισε: Το τελευταίο μετερεωολογικό λέει ότι έρχεται θύελλα, έντεκα – δώδεκα δύναμη, πρέπει οπωσδήποτε να γυρίσουμε πίσω ή να κατέβουμε πολύ χαμηλά να την ξεφύγουμε. Θα μιλήσουμε στο καπετάνιο.
- Είναι κουτούζης καπεταν – Κώστα δεν ακούει τεμονιού, και θ΄ ακούσει εσένα; Του λέω εγώ.
- Το ξέρω, μου απαντά μελαγχολικά.
Μετά τον χαιρέτησα και πήγα στην καμπίνα μου να ξαπλώσω. Οι λαμαρίνες της καμπίνας τρίζανε ασταμάτητα, ένιωθα ότι μου είχαν πιάσει την καρδία και την έσφιγγαν σαν μέγγενη, νόμιζα ότι θα βγει η ψυχή μου, να πετά στον ουρανό και να φτερουγίζει μέσα από την πόρτα εκείνου του παραδείσου που είχα δει από την γέφυρα. Στην επόμενη βάρδια ο καπετάνιος είπε στον Γραμματικό να δέσουν καλά οι ναύτες όλα τα βαρέλια και την ξυλεία που υπήρχε στο κατάστρωμα. Κρατώντας σφιχτά το τιμόνι, από την τρομάρα μου, κοιτούσα με δέος τα γιγάντια κύματα να σκάνε με λύσσα πάνω στο βαπόρι. Είχαν όλα το ίδιο μπόι, θαρρείς και η θύελλα τα έφτιαξε με το ίδιο καλούπι. Η κουβέρτα της πλώρης μούγκριζε σαν ετοιμόγεννη και κουνιότανε σαν την κοιλιά της. Ξαφνικά βλέπω ένα τεράστιο κύμα πολύ πιο ψηλό από τα μπροστινά του. Σαν βουνό μου φάνηκε. Τρομοκρατήθηκα και φώναξα απελπισμένος. « Το κύμα καπετάνιο ! το κύμα!».
Ο καπετάνιος παρατηρούσε και εκείνος τα κύματα σφυρίζοντας ένα Κασιώτικο σκοπό, σαν να ταξιδεύαμε σε λίμνη. Άρπαξε το χειριστήριο και το γύρισε στο ένα τρίτο πρόσω. Αμέσως ο μηχανικός στο μηχανοστάσιο έκανε αργά τη μηχανή. Τα έμβολα της μηχανής ακούγονταν να ανεβοκατεβαίνουν σαν ξεψυχισμένα. Η ματιά μου, παρακολούθησε με τρόμο το κύμα που πλησίαζε την πλώρη. Έφθασε μέχρι την κορυφή του κύματος και μετά γύριζε προς τα κάτω και κατέβαινε προς τον βυθό της θάλασσας. Έβλεπα το βυθό και τα ψάρια. Οι ροφοί, τα μπαρμπούνια, οι σκάροι, οι καρχαρίες και τα υπόλοιπα ψάρια φορούσαν ένα φωτεινό στεφάνι στο κεφάλι. Ο βυθός δεν είχε πέτρες, μόνο φωτεινά αστέρια λες και ήτανε καθρέφτης που κοίταζε τον ουρανό. Ο παράδεισος της θάλασσας. Στη μέση του καθρέφτη ένα τεράστιο λιμάνι με χιλιάδες ντόκους. Έβλεπα το βαπόρι μας το ‘’ Kassean Sea ‘’ που έμπαινε στο λιμάνι. Από τα μεγάφωνα άκουγα ‘’ να παραλάβετε στο ντόκο σας ‘’ .
Πλευρίσαμε στο ντόκο μας. Έριξα το βιλάι για να δέσουμε τους κάβους αυτοί που βρίσκονταν στο μώλο. Νόμισα ότι μας περίμεναν γιατί μου κουνούσαν μαύρα μαντίλια. Παρατήρησα τα πρόσωπα τους. Μου φαίνονταν όλα γνωστά. Τους γνώρισα έναν – έναν. Κασιώτες όλοι και δύο τρεις Καρπάθιοι, και να σου πω τα ονόματα θα κάνεις πάνω από εκατό χρόνια να τους δεις Μιχαλάκη. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη που νόμισα ότι μπήκαμε στο λιμάνι της Κάσου, στον Εμποριό. Κοίταξα τους γύρω λόφους ολόιδιοι με της Κάσου, ούτε ένα δέντρο, ούτε ένα σκίνο, ούτε ένα φύλλο βασιλικού. Το μόνο που έβλεπα ήταν ένα ματωμένο μισοφέγγαρο, θαρρώ πως το είχα δει σε καμιά σημαία, θα σε γελάσω Μιχαλάκη. Από κάτω από το ματωμένο μισοφέγγαρο είχε ένα αναμνηστικό νούμερο. Το διάβασα ‘’ 1824 ‘’. Κάτι μου θύμιζε. Είκοσι μέτρα από την θάλασσα έβλεπα ένα καφενέ. Ακούω λύρες και λαούτα να παίζουν ένα μελωδικό σκοπό, είδα μια μεγάλη παρέα να γλεντάει. Ένας τους τραγουδούσε τον ‘’ Αλέντη ‘’. Η
ακοή μου φέρμαρε σαν σκύλος που βρίσκει το λαγό μέσα στο σκίνο, άκουσα τις μαντινάδες:
Θάθελα να'ταν εύκολο την θάλασσα να πίνουν,
Και τα καράβια στη στεριά μουσεία να απομείνουν.
***
Θα ήθελα να ήταν εύκολο να την τσιμεντοστρώσω
Κι ονομασία στεριανή στη θάλασσα να δώσω.
***
Θα ήθελα να ήταν εύκολο, στην Κάσο να γυρίσω
Και τη ζωή σαν στεριανός και πάλι να τη ζήσω.
***
Ο Άγιος Νικόλαος θέλω να βοηθήσει
Καθένας όπως πεθυμά, σπίτι του να γυρίσει.
Και τότε βλέπω το Μαυρολέοντα, τον εφοπλιστή να σηκώνεται να βγάζει την πορτοφόλα του, να πιάνει ένα εκατοδόλλαρο και να το ρίχνει στα όργανα. Αυτοστιγμής ο λυριστής, του τραγουδά.
Ο Άγιος Νικόλαος δεν θέλει εδώ λιβάνι,
Που έκαναν οι εφοπλιστές μεγάλο το λιμάνι.
Και συμπληρώνει ο λαουτιέρης,
Ευχαριστούμε σας πολύ για τα δολάρια σας,
Έργα στην Κάσο κάνετε, να μείνει το όνομα σας.
Η φωνή του καπετάνιου μ’ έφερε πίσω στην γέφυρα από τον παράδεισο της θάλασσας.
« Γερά το τιμόνι Νικολή,» μου φώναξε.
Το κύμα χτύπησε πάνω στο βαπόρι σαν το όρνιο, εκείνο τραντάχτηκε, σαν να το χτύπησε σεισμός στην καρένα. Έτρεμε ολόκληρο, σαν την γόπα που βγάζει από την θάλασσα ο γλάρος και την ξετινάζει να πέσει το νερό. Το βαπόρι με μεγάλη κλίση μέσα στο κύμα του χτύπησε αλύπητα το κατάστρωμα, όπως με χτυπούσε ο δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο. Χτύπησε μετά το κομοδέσιο το κουκούλωσε, μετά χτύπησε το πίσω κατάστρωμα και βγήκε από την πρύμη.
Το κομοδέσιο σείστηκε σαν να το είχε αγκαλιάσει ο Ηρακλής προσπαθώντας να το ξεριζώσει. Από τον φόβο μου έσφιγγα με τόση δύναμη το τιμόνι, που έτριζαν τα κόκαλα των δακτύλων. Όταν η θάλασσα σκέπασε τα τζάμια της γέφυρας είδα και πάλι το λιμάνι του παραδείσου της θάλασσας. Δεν πρόλαβα να ακούω άλλες μαντινάδες γιατί με ξαναγύρισε στη γέφυρα ο καπετάνιος με τη φωνή του.
« Ο Αης Νικόλας μας έσωσε. »
Ο Μιχάλης πάτησε ασυναίσθητα ένα χρωματιστό κουμπί στο χειριστήριο και η δεύτερη εικόνα εμφανίστηκε στην μεγάλη οθόνη και ταυτόχρονα σε μια μικρή, πάνω από εκείνη που είχε κρατηθεί η πρώτη εικόνα.
Η δεύτερη εικόνα έδειχνε ένα γιατρό με την σύριγγα στο χέρι. Οι επόμενες έδειχναν ένα ψαρά μέσα σε βάρκα, μία ρουλέτα καζίνου με πολύ κόσμο, μία γυναίκα με τοπική φορεσιά που φούρνιζε ψωμιά στο φούρνο, έναν κυνηγό με το τουφέκι στο χέρι, ένα αρχαίο ναό, όμοιο με τον Παρθενώνα και στην είσοδο του χιλιάδες κόσμο που κρατούσαν στα χέρια πράσινα διαβατήρια. Μία όμορφη κοπέλα με τσεμπέρι στο κεφάλι. Κρατούσε ένα μαντίλι στο χέρι και το κουνούσε σε ένα αεροπλάνο, έτοιμο να απογειωθεί. Όταν γέμισαν οι μικρές οθόνες με εικόνες, ο Μιχάλης πάτησε ένα κουμπί και έσβησε η γιγαντοοθόνη. Γύρισε στο Περικλή και τον ρώτησε:
- Πως σου φάνηκαν οι εικόνες;
- Εκπληκτικές! Είπε με θαυμασμό ο Περικλής ‘’ δεν περίμενα ότι η τεχνολογία θα άγγιζε τα όρια της τελειότητας !‘’
- Ναι βέβαια.
- Για πες μου Μιχάλη, συνδέονται αυτές οι εικόνες με την πραγματική ζωή αυτού του ανθρώπου;
- Οι συνεργάτες μου στην κλινική δείχνουν τις φωτογραφίες στους ασθενείς – στον καθένα τις δικές του - και τους ρωτούν αν αυτές έχουν κάποια σχέση με την ζωή τους, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες και όνειρα, με φόβους, υποψίες και ότι άλλο θεωρούν απαραίτητο.
- Και τι βρήκατε; Ρώτησε με ενδιαφέρον ο Περικλής.
- Ότι το 60% των εικόνων έχουν σχέση με την ζωή τους, το 20% με επιθυμίες και όνειρα και το υπόλοιπο 20% δεν καταφέραμε να το συναρτήσουμε ακόμη με κάτι, ή ασθενείς μας έκρυψαν κάτι ή είναι αυτό που λένε ‘’ άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου‘’
Ένας ήχος σαν κελάηδημα πουλιού ακούστηκε στο γραφείο. Ο Μιχάλης σήκωσε το ακουστικό από το κίτρινο τηλέφωνο και είπε, χωρίς να ρωτήσει ποίος είναι ‘’ Σ’ ακούω Μαργαρίτα ‘’. Η Μαργαρίτα του υπενθύμισε ότι πρέπει να περάσει από την γραμματεία του πανεπιστημίου να υπογράψει κάτι έγραφα για τον εκτελωνισμό των μηχανημάτων της βιντεοσκόπησης, τα οποία θα έφταναν στο Γερμανικό αεροδρόμιο της Αθήνας.
Ο Μιχάλης όταν άφησε το ακουστικό στράφηκε στον Περικλή:
- Με συγχωρείς, πρέπει να πεταχτώ μέχρι τη γραμματεία να υπογράψω κάποια έγραφα.
- Εντάξει Μιχάλη, και συγνώμη που σου έφαγα τόσο χρόνο.
- Καλή χώνεψη! Να έρχεσαι ταχτικά να σου κάνω το ‘’τραπέζι ‘’.
- Θα έρχομαι, θα έρχομαι. Είπε ο Περικλής και στο μυαλό του ήρθε η Ειρήνη και συνέχισε ‘’ αλλά να έρθεις να σε πάρω σε κανένα ταβερνάκι στον Πειραιά ‘’.
- Όποτε θέλεις. Τέτοιες προκλήσεις τις αποδέχομαι αμέσως, τηλεφώνα μου όποτε θέλεις.
- Και δεν κλείνουμε από τώρα μία συνάντηση;
- Τόπο ημέρα και ώρα, Περικλή.
Αφού όρισαν νέα συνάντηση, ο Περικλής ευχαρίστησε τον Μιχάλη τον χαιρέτησε και πέρασε στο γραφείο της Μαργαρίτας, Σκέφτηκε να ρωτήσει την Μαργαρίτα αν γύρισε η Ειρήνη, αλλά το μετάνιωσε με τον τρόπο που τον κοίταζε. Τη χαιρέτησε και βγήκε από το γραφείο.
*****
Η Μαργαρίτα έκανε το καταχτητικό της μπάνιο, έτσι το αποκαλούσε, όταν ετοιμαζόταν για το πρώτο ραντεβού με κάποιον καινούργιο παίδαρο. Δύο ώρες στη μπανιέρα. Τρίψιμο του σώματος μέχρι να φαίνεται ότι αλλάζει το δέρμα της. Κρέμες σώματος αρωματικές, κρέμες προσώπου, αρώματα ακριβά και έντονο αλλά πολύ προσεχτικό μακιγιάρισμα. Φόρεσε τη γούρικη φούστα της. Κόκκινη κοντή, πολύ λεπτή και στενή, που εφάρμοζε στο σώμα σαν γάντι και τόνιζε τις πλούσιες καμπύλες της. Την φορούσε μόνο στο πρώτο ραντεβού με τους παίδαρους. Λίγο πριν φύγει από το σπίτι έριχνε μία τελευταία ματιά στον καθρέφτη και πάντα τον ρωτούσε, σαν να ήταν ο παίδαρος που είχε ραντεβού μαζί του ‘’ Σ’ αρέσω παίδαρε; ‘’. Φαίνεται ότι ο καθρέφτης της απαντούσε καταφατικά γιατί του χαμογελούσε και του έστελνε ένα φιλί.Πήγε νωρίς στο ραντεβού με τον Περικλή. Διάλεξε ένα τραπέζι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο φορτωμένο σπουργίτια. Πιο πολλά ήταν τα σπουργίτια από τα φύλλα του, την στιγμή που κάθισε η Μαργαρίτα, τα σπουργίτια εκτελούσαν με το κελάηδημα τους μια συμφωνία του Θεοδωράκη. Μόλις κάθισε, η κοντή κόκκινη φούστα της ανέβηκε πολύ ψηλά στους μηρούς της. Έβαλε το αριστερό πόδι πάνω στο δεξί. Κοίταξε απέναντι στην καρέκλα που θα κάθιζε ο Περικλής και προσπάθησε να υπολογίσει, αν θα είχε
ωραία ‘’ θέα ‘’ των ποδιών της. Έκανε πρόβες, πότε το αριστερό και πότε με το δεξί πόδι.
Τράβηξε την καρέκλα του Περικλή λίγο προς τα αριστερά της . Και κατέληξε ότι πρέπει να έχει το δεξί πόδι πάνω στο αριστερό. Υπολόγιζε αν το ύψος της φούστας ήταν το πρέπον όταν έφθασε ο Περικλής.
- Γεία σου Μαργαρίτα.
- Καλώς τον ‘’ παιδ…. ‘’ Περικλή, έλα κάθισε.
- Δεν άργησα έτσι;
- Όχι καθόλου, κι εγώ πριν από …. μισό λεπτό ήρθα, αποκρίθηκε πονηρά.
Ο Περικλής είχε σχεδιάσει στο μυαλό του το πρώτο στάδιο της συνέντευξης με την Μαργαρίτα. « Δεν είναι παντρεμένη, δεν έχει οικογενειακά προβλήματα, άρα αυτό που μένει είναι τα προσωπικά της προβλήματα, τα οποία όμως πρέπει να βρω τρόπο να μου τα εκμυστηρευτεί, είναι συνάρτηση της χρήσης υπολογιστών.»
Σε αυτές τις δύσκολες περιπτώσεις, έπρεπε να κάνει τον εξεταζόμενο να χαλαρώσει, να νοιώσει πολύ φιλικά μαζί του και στην συνέχεια να αρχίσει να τον ρωτά για τα προσωπικά του προβλήματα και ιδιαίτερα εκείνα που έχουν σχέσεις με τους ανθρώπους.
Έκανε ζέστη εκείνη την ημέρα. Όμως κάτω από το μεγάλο δέντρο είχε αρκετή δροσιά. Ο Περικλής την ένιωσε μόλις κάθισε και την ‘’ αξιοποίησε ‘’.
- Διάλεξες ωραίο μέρος έχει δροσούλα. Είπε ο Περικλής που ξεκινούσε το προκαταρκτικό στάδιο της συνέντευξής.
- Θαλασσινή αύρα Περικλή μου. Είπε και γύρισε και κοίταξε προς το λιμάνι. Το Περικλή μου το είπε με τέτοια οικειότητα σαν να ήταν σύζυγοι τριάντα χρόνια, που ο Περικλής δεν έδωσε σημασία, γιατί είχε το νου του να ‘’ αρπάξει ‘’ κάθε λέξη που να οδηγεί εκεί που ήθελε. ‘’ Άρπαξε ‘’ αμέσως την θαλασσινή αύρα.
- Σε ζηλεύω.
- Για ποιο πράγμα; Ρώτησε απορημένη.
- Γιατί εσύ μένεις κοντά στην θάλασσα, εκεί στην Καστέλα, και την απολαμβάνεις.
- Α! αυτό εννοούσες. Ναι είμαι τυχερή, είναι ωραία και μ’ αρέσει να κάθομαι στην βεράντα να απολαμβάνω το ηλιοβασίλεμα, τη θαλασσινή αύρα και την μυρωδιά της θάλασσας.
- Α! είσαι και ρομαντική, είπε με θαυμασμό ο Περικλής, και κράτησε το ηλιοβασίλεμα.
- Ε! δεν αποκλείεται, είπε η Μαργαρίτα με μετριοφροσύνη.
- Τι να πω και εγώ που δεν έχω βεράντα και δεν βλέπω ούτε βουνό, ούτε θάλασσα, μόνο τα μάτια του φούρναρη, απέναντι από την πόρτα μου, να βασιλεύουν από την κούραση και τη ζέστη.
Η Μαργαρίτα χαμογέλασε πονηρά και αποκρίθηκε:
- Να έρχεσαι όποτε θέλεις να απολαμβάνεις το ηλιοβασίλεμα από την βεράντα μου.
Ο Περικλής διαπίστωσε ότι η Μαργαρίτα χαλαρώνει γρηγορότερα απ’ ότι είχε υπολογίσει και ένιωθε ευχαριστημένος.
- Αλήθεια το λες, μπορώ να έρχομαι όποτε θέλω;
- Αλήθεια Περικλή μου.
- Ε, τότε θα έρθω μία μέρα που θα δεις ότι έχει καθαρό ορίζοντα.
Η Μαργαρίτα του έριξε μία στιγμιαία λάγνα ματιά. Μετά γύρισε το κεφάλι της προς τη θάλασσα λες και ήθελε, να δει αν εκείνη τη στιγμή ο ορίζοντας ήταν καθαρός για να πάρει τον Περικλή στη βεράντα της. Παρατήρησε τα κατάρτια των σκαφών. Άλλα ψηλά, άλλα κοντά, άλλα λιγνά κι άλλα χοντρά, της έκρυβαν τον ορίζοντα. Η ματιά της απλώθηκε πάνω στα κατάρτια. Της φάνηκε ότι αλλάζουν μορφή. Μεταμορφώνονταν σε παίδαρους. Αυτούς που είχε γνωρίσει ως τότε. Τους αναγνώρισε όλους, εκτός από έναν ‘’μα ποιος είναι, δεν τον θυμάμαι καθόλου, πως είναι δυνατόν να τον έχω ξεχάσει’’. Είδε τον άγνωστο που κρατούσε στο ένα χέρι του ένα ολόλαμπρο ήλιο και τον έστησε δίπλα σε μια βασίλισσα και στο άλλο δύο στεφάνια από κλαδιά ανθισμένης αμυγδαλιάς. Ο άγνωστος έβαλε τα στεφάνια στο κεφάλι της βασίλισσας και του ήλιου και είπε ‘’ η ώρα η καλή, καλά να βασιλέψεις, καλά να βασιλέψεις ‘’. Ο άγνωστος άρχισε να της φαίνεται γνώριμος.‘’ Ο Περικλής μου είναι αυτός ‘’.Όση ώρα εκείνη κοιτούσε προς την θάλασσα, η ματιά του Περικλή απελευθερωμένη από τα φλογερά της μάτια, απεδέχθη την πρόκληση από τα φλογερά πόδια της. Η ματιά του άπλωσε την περιέργεια της. Από τις γάμπες αναρριχήθηκε στους μηρούς, κύλησε στο ρυάκι που σχημάτιζαν, έφθασε ως την άκρη της φούστας , προχώρησε κάτω από την φούστα εκεί που τελείωνε το ρυάκι, ακούμπησε ξαναμμένη σε ένα άσπρο αυγό, με πράσινες βούλες. Το χάιδεψε απαλά. Γαλήνεψε. Φίλησε το αυγό και αποκοιμήθηκε στο δροσερό ίσκιο της φούστας. Ο Περικλής δεν ένιωθε πια την αύρα της θάλασσας. Η θερμοκρασία του σώματος του ανέβηκε στους χίλιους βαθμούς. Τα μάτια του έβγαζαν φωτιές. Ο ιδρώτας έβγαινε στο δέρμα του τσιρίζοντας. Το αίμα κυλούσε στις φλέβες του καυτό, σαν λάβα. Η εφορία σιγόψηνε την καρδία του. Ένιωσε ένα φιδάκι να ανεβαίνει προς τον αφαλό του. Το μυαλό του θόλωσε, η σκέψη του παρέλυσε.Τώρα η ματιά του έβλεπε μόνο ένα κότερο με δύο κατάρτια, που ξεκινούσαν από την ίδια βάση και άνοιγαν στην κορυφή, σαν τις πλευρές του τριγώνου. Τα κατάρτια ήταν ροδόχρωμα. Δεξιά και αριστερά από τα κατάρτια ήταν τοποθετημένοι δύο κορμοί δέντρου και πάνω τους δύο χαμογελαστά φεγγάρια φώτιζαν απαλά την βάση των καταρτιών. Κοντά στη βάση των καταρτιών, πλησίαζε ένα τόσο δα μικρό φιδάκι με περίεργο σχήμα, σαν κούλουρος κώνος, με μικρό κεφάλι και χοντρή ουρά, με δέρμα ζαρωμένο που σχημάτιζε μικρά κύματα. Μόλις έφτασε το φιδάκι εκεί που ενώνονταν τα κατάρτια, σταμάτησε και παρατήρησε ένα άσπρο αυγό με τις πράσινες βούλες και κατσαρές κεραίες. Του χαμογέλασε. Φαίνεται ότι του άρεσε.Έβγαλε τη γλωσσίτσα του και το χάιδεψε. Το σώμα του άρχισε να μεγαλώνει. Μάκραινε και χόντραινε. Το κεφάλι του άρχισε να γίνεται κατακόκκινο. Τα μάτια του έβγαζαν φωτιές. Πλησίασε το αυγό και φίλησε γλυκά το κέλυφος του. Μετά έκανε μια βόλτα μέσα στις κατσαρές κεραίες. Ένιωσε αφόρητη δίψα. Δάγκωσε το αυγό και αφαίρεσε ένα κομμάτι από το κέλυφος του. Από το άνοιγμα αντίκρισε ένα βαθύ φαράγγι. Από τις κόκκινες πλαγιές του ανάβλυζε δροσερό νεράκι, που σχημάτισε ένα μικρό ρυάκι κάτω στην κύτη του φαραγγιού. Το φιδάκι χαμογέλασε γλυκά και άρχισε να γλιστρά προσεκτικά μέσα στο φαράγγι.Μπαίνοντας το κεφάλι του ακούμπησε σε μια κόκκινη και μυτερή πέτρα που υπήρχε ψηλά που άνοιγμα του. η μυτερή του πέτρα ήταν τόσο απαλή και τρυφερή που ένιωσε το άγγιγμα της σαν χάδι. Προχώρησε μέσα στο φαράγγι, κουνώντας δεξιά και αριστερά το σώμα του με προσοχή. Το νεράκι του φαραγγιού δρόσισε το σώμα του. Άρχισε να πίνει. Έπινε, έπινε, έπινε, αλλά δεν μπορούσε να ξεδιψάσει. Το νεράκι που έπινε κατέβαινε σιγά – σιγά από ένα λεπτό σωληνάκι στις δύο αποθήκες της ουράς του. Το νεράκι άρχισε να κοχλάζει. Οι αποθήκες άρχισαν να φουσκώνουν από το πολύ νερό.Τις ένιωθε που κόντευαν να σπάσουν. Ξαφνικά οι πλευρές του φαραγγιού άρχισαν να πλησιάζουν η μία μετά την άλλη και μετά απομακρύνονταν. Όταν πλησίαζαν σαν ήθελαν να φιληθούν, ένιωθε να του σφίγγουν με δύναμη το σώμα. Σε λίγο το σφίξιμο έγινε πιο δυνατό και ρυθμικό. Η πίεση ήταν τόσο δυνατή που έσπρωχνε το σώμα του προς το τέρμα του φαραγγιού. Οι δεξαμενές δεν χωρούσαν πια το νερό που μαζευόταν συνεχώς. Το νεράκι καυτό πια, ανέβαινε, έφτασε στο κεφάλι του, γέμισε το στόμα του ασφυκτικά, έσφιγγε τα χείλη του με δύναμη. Εκείνη τη στιγμή έφτανε στο τέρμα του φαραγγιού. Ένιωθε τις πλευρές του φαραγγιού να το πιέζουν όλο και πιο δυνατά. Δεν άντεχε να σφίγγει τα χείλη του για να συγκρατεί το νεράκι στο στόμα του. Το κεφάλι του έγινε κατακόκκινο και σκληρό σαν πέτρα από την αφόρητη πίεση. Τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν από τις κόγχες τους.Ακούμπησε το κεφάλι του σε μια σκληρή πέτρα στο βάθος του φαραγγιού και το έτριψε μήπως και ανακουφιστεί από την πίεση. Γαργαλήθηκε από το τρίψιμο και η πίεση το έκανε να νοιώσει ότι παραλύει. Ένιωσε το υγρό να γίνεται μέλι. Η απέραντη γλύκα που ένιωθε σε όλο του το σώμα τον έκανε να ξεχάσει την πίεση, η οποία όμως αυξανότανε συνεχώς. Το μυαλό του άρχισε να σκοτεινιάζει και οι αισθήσεις του να τον εγκαταλείπουν. Η ψυχή του άρχισε να βγαίνει, μόλις άρχισε να βγαίνει η πρώτη σταγόνα μελιού από το στόμα του. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
- Γεια σου Περικλή.
Το φιδάκι βγήκε απότομα από το φαράγγι και τον δάγκωσε στο πόδι. Γύρισε απότομα το κεφάλι του προς το μέρος που ήρθε η φωνή. Είδε τον φίλο του τον Παντελή με την γυναίκα του την Κλειώ να στέκονται από πάνω του και αποκρίθηκε:
- Γεια σου Περικλή, γεια σου Κλειώ, ελάτε να καθίσετε να σας κεράσουμε.
- Ευχαριστούμε δεν έχουμε χρόνο, πάμε μία επίσκεψη, μια άλλη φορά. Αποκρίθηκαν.
- Εντάξει όπως θέλετε.
Όταν ο Παντελής και η Κλειώ απομακρύνθηκαν από το τραπέζι τους, η Μαργαρίτα ρώτησε:
- Φίλοι σου είναι;
- Φίλοι δημοσιογράφοι. Η Κλειώ επιμελείται μάλιστα τα κείμενα της διατριβής μου, για να μπορούν να διαβαστούν. Έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Το φιδάκι είχε γίνει πάλι πολύ μικρό σαν τελεία. Ο Περικλής σκεπτόταν, ‘’ μα τι διάολο, πρώτη φορά βλέπω ωραία γυναικεία πόδια και κυλοτάκι και μου την έδωσε τόσο πολύ. Θα τα κάνω θάλασσα, θα χαλάσω το κλίμα για την συνέντευξη, για σύνελθε μάγκα! ‘’ .
Η Μαργαρίτα τον είδε σκεπτικό και τον ρώτησε:
- Τι σκέφτεσαι Περικλή;
- Α! τίποτα.
- Μήπως το ηλιοβασίλεμα που συζητούσαμε όταν πέρασε ο φίλος σου;
- Σωστά το φαντάστηκες, είπε και ένιωσε ανακουφισμένος που έμπαινε πάλι το νερό της μεθοδολογίας στο αυλάκι της έρευνας.
- Είσαι και εσύ ρομαντικός Περικλή, σαν και εμένα. Είπε με θαυμασμό η Μαργαρίτα.
- Και πολύ μάλιστα.
- Ε! τότε θα σ΄ αρέσει και το φεγγάρι.
- Και βέβαια. Προπάντων όταν είμαι διακοπές και μπορώ να το δω σε καθαρό ουρανό.
- Να δείς τι ωραίο που φαίνεται από την βεράντα μου όταν είναι πανσέληνος, έλα να το χαζέψουμε κανένα βραδάκι.
Ο Περικλής θυμήθηκε την θητεία του στο πολεμικό ναυτικό, τότε που υπηρετούσε ναύτης στο αντιτορπιλικό ‘’ Λόγχη ‘’ και χάζευε τα ηλιοβασιλέματα. Ακουμπούσε τα χέρια του στην κουπαστή και παρατηρούσε σαν αστρονόμος τον ήλιο μέχρι να δύσει. Πάντα τα θυμότανε εκείνα τα ηλιοβασιλέματα. Πολλές φορές βλέποντας τον χρυσαφένιο ορίζοντα έλεγε με θαυμασμό: ‘’ πω! πω! Ένα ηλιοβασίλεμα. ‘’ Και ο δεύτερος μηχανικός του αντιτορπιλικού που άκουγε για ρομαντισμούς και ‘’ έβγαζε σπυριά ‘’ του έλεγε άγρια: ‘’σκάσε ρε κωλόπαιδο γιατί θα σε φουντάρω στη θάλασσα. ‘’
Ο Περικλής που γνώριζε την αλλεργία του δεύτερου μηχανικού, πολλές φορές του φώναζε από μακριά όταν τον έβλεπε στην κουπαστή να χαζεύει το πέλαγος : ‘’ πω! Πω! Ένα ηλιοβασίλεμα. ‘’. Τον έκανε τούρκο κι εκείνος τον κυνηγούσε στο κατάστρωμα, σαν μανιασμένος ταύρος.
- Θα έρθω να το δούμε το φεγγάρι, αποκρίθηκε και έφερε στο νου του την Ειρήνη. « Πόσο θα ήθελα να περπατώ μαζί της στην αμμουδιά μια φεγγαρόλουστη βραδιά, κρατώντας της το χέρι. »
Η Μαργαρίτα άνοιξε το κλουβί του μυαλού του και πέταξε μακριά η Ειρήνη.
- Ελπίζω να κρατήσεις την υπόσχεση σου. Είπε η Μαργαρίτα κοιτάζοντας τον με λάγνα ματιά.
- Θα περιμένω να μου τηλεφωνήσεις και θα έρθω αμέσως.
- Γι’ αυτό να είσαι σίγουρος. « δεν μου γλιτώνεις παίδαρε»., σκέφτηκε και κοίταξε προς τον ουρανό. Τα αστέρια μόλις άρχιζαν να αχνοχαμογελούν της καλοκαιρινής νύχτας τρίβοντας τα μάτια τους. Μετά γύρισε και κοίταξε τον Περικλή και ρώτησε παραπονιάρικα:
- Δεν με ρώτησες τίποτα ακόμη για την επίδραση των υπολογιστών στη ζωή μου!
- Πρώτα πρέπει να μπει το νερό στο αυλάκι και μετά θα ποτίσουμε τον κήπο! Είπε χαμογελώντας μα νόημα.
- Ποιο νερό και ποιο κήπο, με δουλεύεις;
- Όχι, δεν σε δουλεύω, θα σου εξηγήσω, να μην το πάθουμε σαν τους Αβδηρίτες. Αυτοί έφτιαξαν μεγάλους κήπους, φύτεψαν δέντρα και φυτά, έκτισαν και ένα μεγαλοπρεπές υδραγωγείο με πελεκητές πέτρες αλλά στα εγκαίνια του διαπίστωσαν ότι ξέχασαν να φέρουν νερό στο υδραγωγείο.
- Τώρα με μπέρδεψες χειρότερα.
Ο Περικλής διαπίστωσε ότι δημιουργήθηκε το απαραίτητο φιλικό κλίμα και έγινε το βασικό βήμα για την συνέντευξη. Άρχισε λοιπόν να της εξηγεί την μεθοδολογία που ακολουθεί.
- Θα σου εξηγήσω και δεν θα έχεις καμία απορία. Λοιπόν, είναι δύσκολο να πάρεις τέτοια συνέντευξη.
- Γιατί καλέ! Τον διέκοψε απότομα η Μαργαρίτα.
- Γιατί δεν μπορεί να σου απαντήσει ένας άγνωστος σου έτσι εύκολα σε προσωπικές ερωτήσεις.
- Εγώ μπορώ, ρώτησε με ότι θέλεις!
Ο Περικλής γέλασε πονηρά και είπε
- Ότι θέλω;
- Ότι θέλεις, αποκρίθηκε με θάρρος η Μαργαρίτα.
- Ωραία λοιπόν, για πες μου την τελευταία φορά που έκανες έρωτα, συζητούσες στο κρεβάτι με τον φίλο σου για την δουλεία σου;
Η Μαργαρίτα αιφνιδιάστηκε. Δεν περίμενε τέτοια ερώτηση. Νόμισε ότι ήταν υποχρεωμένη να του μιλήσει για τους αγαπητικούς της. Κοκκίνισε, σαν κάβουρας που μόλις τον έβρασαν, ξεροκάταπιε, χαμήλωσε τα μάτια της για να αποφύγει την ερωτική ματιά του Περικλή – έτσι φαντάστηκε ότι θα ήταν εκείνη τη στιγμή – και είπε με έκπληξη.
- Κάνεις και τέτοιες ερωτήσεις;
- Αν χρειαστεί κάνω. Λοιπόν δεν μου απάντησες ;
- Τι να σου πω τώρα; « θα τον χάσω τον παίδαρο, τι ήθελα και τον προσκάλεσα και δεν το άφηνα να προχωρεί όπως ξέρει, τώρα καλά να πάθω ….. ».
- Λοιπόν θα μου πεις;
Η Μαργαρίτα ένιωσε να της βιάζει τη θύμηση. Αντιστάθηκε.
- Που να θυμάμαι τώρα, είπε σαν αν εννοούσε ότι είχε να κάνει έρωτα από την εποχή που ζούσε στην Μόσχα.
Ο Περικλής την κοίταζε. Η έκφραση του προσώπου της έμοιαζε μ’ αυτήν των μελλοθάνατων. Με τα μάτια της φαντασίας του την έβλεπε όρθια, κολλημένη στον τοίχο του σκοπευτηρίου της Καισαριανής έτοιμη για εκτέλεση από Γερμανικό απόσπασμα. Την λυπήθηκε. Μετάνιωσε για την ερώτηση που της είχε κάνει και ανέβαλε την « εκτέλεση ».
- Έλα τώρα, ένα αστείο έκανα. Δεν κάνω τέτοιες ερωτήσεις αμέσως, σιγά – σιγά τα μαθαίνω όλα, ακόμη και τα αυστηρώς προσωπικά.
Την Μαργαρίτα την έτρωγε η περιέργεια όπως το σαράκι το ξύλο και ρώτησε:
- Μα πώς;
- Θα σου πω για την περίπτωση ενός αρχιτέκτονα
Ο Περικλής της διηγήθηκε την ιστορία με τον αρχιτέκτονα και πως τον χώρισε η γυναίκα του.
- Δηλαδή, τι την ρώτησες την γυναίκα του αρχιτέκτονα;
- Να, όταν μου είπε ότι ο άντρας της παραμελεί το σπίτι και δεν ενδιαφέρεται για τα παιδιά την ρώτησα: « Εσάς σας παραμελεί; », « και βέβαια » μου απάντησε. Τότε την ρώτησα: « Και σαν γυναίκα; »
« Ναι και σαν γυναίκα » μου αποκρίθηκε, κατάλαβες τώρα;
- Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε με ανακούφιση η Μαργαρίτα. « Αλίμονο αν μου κάνει ερωτική ανάκριση ! θα πρέπει να του πω για το κομπολόι των παίδαρων, και, τότε αντίο Περικλή. »
Ο Περικλής ανακουφίστηκε που είδε την Μαργαρίτα να χαλαρώνει και αποφάσισε να αλλάξει ελαφρά την πορεία της συνέντευξης.
- Να σε ρωτήσω, πείνασες καθόλου;
- Σαν άνθρωπος που κάνει και δίαιτα.
- ΄Έλα τώρα, που κάνεις και δίαιτα, μια χαρά είσαι!
- Μην τα παραλές κιόλας, τα έχω τα κιλάκια μου! Απάντησε κολακευμένη και τον κοίταξε ξελιγωμένα.
- Εμένα μου αρέσουν τα κιλάκια σου, δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, είπε.
Την κοίταξε με θαυμασμό ερωτικό και της χτύπησε τρυφερά το χέρι. (ήταν κι αυτό μέσα στην μεθοδολογία της έρευνας).
Όμως η Μαργαρίτα “ αλλέως πως το εξέλαβε ” « Του αρέσω, του αρέσω ». Τα λόγια του Περικλή έφτιαξαν αμέσως την ερωτική φωλιά στην καρδιά της. Έκλεισε ελαφρά τα μάτια της.
Η θύμησή της μετροφύλλισε όλα τα ερωτικά βιβλία που είχε διαβάσει:
“ Η απόλαυση του Sex ”, “ Φανταστικός οργασμός ”, “ Προκλητική ερωμένη ”, “ Η Σύγχρονη Κλεοπάτρα ”, “ Γυναίκα χωρίς ταμπού ”, “ Πως ικανοποιείς τον άντρα ”, “ Το πρώτο ραντεβού ”, και ένα χωρίς τίτλο!
Έβλεπε το κορμί της σε όλες τις περιπτύξεις με τον Περικλή που περιέγραφαν εκείνα τα βιβλία. Ένοιωθε την ηδονή να την παραλύει. Ο Περικλής που “ περί άλλων ετύρβαζε ”, την έκοψε.
- Νύσταξες Μαργαρίτα;
Εκείνη άνοιξε τα μισόκλειστα μάτια της, τον κοίταξε με παράπονο, σαν να του έλεγε: « γιατί ρε κακούργο με έκοψες; » και του απάντησε:
- Περίπου!
- Δηλαδή νύσταξες. Είπε εκείνος με κατανόηση, « σε νύσταξα με την φλυαρία μου ».
- Δεν θα το έλεγα έτσι, είπε αφήνοντας συνέχεια υπονοούμενα, αλλά ο Περικλής δεν τα “έπιανε” γιατί τα έπαιρνε ο “αέρας” της συνέντευξης από μπροστά του και έκανε την Μαργαρίτα να απορεί:
« Μα τι διάολο, δεν παίρνει πρέφα; ». Σαν να άκουσε μια φωνή να της λεει: « Οι ερευνητές κοπέλα μου, όταν ασχολούνται με την δουλειά τους δεν θα πάρουν πρέφα ούτε όταν τους πατήσει το τρένο.
Της ήρθε στο μυαλό μια ιστορία που της είπε μια φίλη της από το χωριό Όλυμπος της Καρπάθου: « Ένα σούρουπο, ένας Ολυμπίτης, ο Νικολής και μια Ολυμπίτισσα, η Ουκενία, ξεκίνησαν για το χωριό Διαφάνι, το επίνειο της Ολύμπου. Η Ουκενία η οποία ποθούσε τον Νικολή του μιλούσε συνέχεια με υπονοούμενα, αλλά ο Νικολής δεν έδειχνε να καταλαβαίνει ή ήτανε κουρασμένους και δεν είχε διάθεση. Στο τέλος η Ουκενία δεν άντεξε και τον ρώτησε:
« Ε! Νικολή, δεν μου λες, άμα θέλει η γυναίκα, πως το καταλαβαίνει ο άντρας; ». ο Νικολής δεν απάντησε και συνέχισε να περπατά σιωπηλός. Η Ουκενία του επανέλαβε την ερώτηση, και ο Νικολής για να την αποφύγει της λεει: « Από την μυρωδιά ». Τότε η Ουκενία του απαντά αγανακτισμένη και παραπονεμένη, « και τόση ώρα Νικολή συναχωμένος ήσουνα;!!! »
« Λες να είναι συναχωμένος και ο Περικλής; » Της πέρασε από το μυαλό να τον ρωτήσει όπως και η Ουκενία, αλλά ο Περικλής λες και ήθελε σώνει και καλά να την……. κοιμίσει.
- Καλά, λέγεται κι αλλιώς ο ύπνος; απόρησε ο Περικλής
- Έλα τώρα μην με κοιμήσεις, είπε με έναν μορφασμό αποστροφής.
- Εντάξει, Πεινάς όμως!
- Αυτό είναι σίγουρο.
- Τι θα ‘λεγες για κανένα θαλασσινό μεζεδάκι;
Η Μαργαρίτα με την άκρη του ματιού της είδε το φεγγάρι ανάμεσα στα κατάρτια των καϊκιών, που όπως λικνίζονταν από το κύμα, νόμιζες ότι καθάριζαν τα γυαλιά του για να δει τα αγκαλιασμένα ζευγαράκια στα χείλη του γιαλού. Θυμήθηκε που της είπε ο Περικλής ότι θέλει να θαυμάσει την Πανσέληνο από την βεράντα της.
- Η σπεσιαλιτέ μου!
- Μη μου πεις! Και η δική μου. Πάμε σε ένα ταβερνάκι στην Πειραϊκή;
- Μα θα βρούμε φρέσκα θαλασσινά; ρώτησε με προσποιητή απορία.
- Ε! βέβαια, εκεί πηγαίνω τακτικά.
« Με τις γκόμενες », σκέφτηκε η Μαργαρίτα.
- Εμένα μου αρέσουν μόλις τα βγάλουν από την θάλασσα.
- Έλα τώρα, που να τα βρούμε αυτά τέτοια ώρα; εκτός και ξέρεις εσύ κανένα μαγαζί.
- Και βέβαια ξέρω! Είπε θριαμβευτικά η Μαργαρίτα.
- Και που είναι αυτό; ρώτησε με περιέργεια ο Περικλής.
- Στο σπίτι μου.
- Α! κοντά στο σπίτι σου, ωραία τότε. Πως το λένε το μαγαζί;
- Σπίτι μου!
- Έλα τώρα, πες μου! Είπε παραπονιάρικα ο Περικλής.
- Μα σου είπα «σπίτι μου».
- Όλο αστεία είσαι βρε παιδί μου, αλλά πες μου πως το λένε το μαγαζί.
- Έλα τώρα Περικλή δεν κατάλαβες;
- Όχι που να με πάρει…
- Μα στο σπίτι μου υπάρχουν τα θαλασσινά.
- Α!!!!, ψέλλισε ο Περικλής χαμογελώντας, και ρώτησε:
- Και πως ξέρεις ότι είναι φρέσκα;
- Μα τα έφερε ένας ξάδερφός μου, που πήγε σήμερα στην θάλασσα.
- Α! ώστε έτσι.
- Έτσι βέβαια! Τι λες πηγαίνουμε;
- Όπως θες.
Όταν έφτασαν στο σπίτι της, τον οδήγησε κατευθείαν στην βεράντα και είπε:
- Κάτσε Περικλή μου, να πάω να ετοιμάσω τα θαλασσινά.
- Τι θα ετοιμάσεις;
- Τα κυδωνιά, τα μύδια, τις καλόγνωμες, τις φούσκες και την σαλάτα.
- Μα τι λές, μόνη σου θα τα ετοιμάσεις όλα αυτά;
- Έλα καλέ, χαράς το πράγμα.
- Δεν γίνεται θα έρθω να σε βοηθήσω.
- Εντάξει, προκομμένο παιδί!
Ο Περικλής βοήθησε να ετοιμαστούν τα στρείδια και οι σαλάτες και μετά έβαλαν τις πιατέλες στο τραπέζι της βεράντας. Η Μαργαρίτα έφερε δύο ποτηράκια κολονάτα και ένα μπουκάλι ούζο. Έτρωγαν τα θαλασσινά και σιγόπιναν το ουζάκι τους, ενώ συνέχεια μουρμούριζαν. « Α! ωραία! Νόστιμα! Θάλασσα μυρίζουν! Γεια στα χέρια του ξαδέρφου σου.» Κι ο Λούκουλλος θα ζήλευε εκείνους τους μεζέδες. Το ούζο έκανε τον Περικλή να ξεχνά σιγά – σιγά την συνέντευξη. Η Μαργαρίτα πότε κοίταζε τον Περικλή και πότε τα αστέρια. Σιγά – σιγά τα έβλεπε να γυρίζουν, να πέφτουν αργά από τον ουρανό, να μπαίνουν στο κεφάλι της και να γυρίζουν. Όταν μπήκαν στο κεφάλι της κοιτούσε μόνο τον Περικλή. Κάποτε “εδέησε” και ο Περικλής. Μετά από λίγο, η Μαργαρίτα πέρασε άλλον έναν παίδαρο στο κομπολόι της. Όταν έφυγαν τα αστέρια από το κεφάλι τους γύρισαν στην βεράντα για τσιγάρο. Ο Περικλής πήρε έναν “κουβά νερό” και της τον έριξε στο κεφάλι.
- Μαργαρίτα, χθες σου έκανα μια ερώτηση αλλά δεν μου απάντησες, θυμάσαι;
- Όπως είμαι δεν θυμάμαι ούτε το όνομά μου, πως σου ‘ρθε τέτοια ώρα είπε κάνοντας έναν μορφασμό.
- Με συγχωρείς είμαι για δέσιμο.
- Όλοι οι ερευνητές είναι για φούντο, δεν τους βλέπεις, έχουν παλαβώσει σαν και τον δικό μου.
- Ποιος είναι ο δικός σου…
- Ο Μιχάλης καλέ.
- Α! ναι.
- Αυτός κοντεύει να μας παλαβώσει όλους με τα όνειρα.
- Και που να τα δείτε και στο βίντεο! Είπε αστειευόμενος ο Περικλής.
- Τότε είναι που θα μας κλείσουν στο Δαφνί.
- Το φαντάζεσαι, να καθόμαστε, καλή ώρα όπως τώρα και να βλέπουμε απέναντι στο βίντεο ένα όνειρο, δικό μου ή δικό σου, ότι κάνουμε έρωτα, είπε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.
- Αυτό θα μου άρεσε, τα άλλα ξέχασε τα.
- Μα μπορείς να τα ξεχάσεις όταν τα δεις και τα έχεις και σε βιντεοκασέτες;
- Άσε αυτή την έρευνα του Μιχάλη την συζητώ και στον ύπνο μου.
- Στον ξύπνιο με ενδιαφέρει αν την συζητάς.
- Κάνω και τίποτε άλλο;
- Δηλαδή και στο κρεβάτι; είπε ο Περικλής και σκέφτηκε.
« Επιτέλους τώρα θα μου δώσει την απάντηση που θέλω »
Η Μαργαρίτα τον άρπαξε από τον λαιμό, τον έσφιξε δυνατά και του έδωσε ένα δαγκωτό φιλί. Τα δόντια της άφησαν στα χείλη του ένα μισοφέγγαρο. Ο Περικλής έκανε κουράγιο για να μην ουρλιάξει από τον πόνο. Έφερε την γλώσσα του στο ¨μισοφέγγαρο¨ και το χάιδεψε. Η Μαργαρίτα τον λυπήθηκε. Έσκυψε τον φίλησε τρυφερά και του είπε:
- Και στο κρεβάτι πανάθεμα τους ερευνητές!
- Κι εμένα μαζί!
- Όχι καλέ εσύ είσαι δικός μου, και ξέχνα τα όλα για απόψε, εντάξει;
- Ότι θέλει η σεξοβόμβα!!
- Αυτός είσαι. Την βρίσκω μαζί σου. Είσαι για ένα Μεταξά; Ο Περικλής ξανάφερε την γλώσσα του στο “μισοφέγγαρο” που του είχε κάνει η Μαργαρίτα και σκέφτηκε! « αν της πως ότι δεν θέλω τώρα “Μεταξά”, θα μου κόψει τα χείλη » και είπε:
- Η καλύτερη ώρα για ένα “Μεταξά” με πάγο.
Τα αστέρια που είχαν μπει με το ούζο στο κεφάλι τους είχαν επιστρέψει στον ουρανό, αλλά το “Μεταξά”, άρχισε σιγά – σιγά να τα ξαναφέρνει πίσω. Η αυγή γλυκοχάραζε όταν ο Περικλής μπήκε για δεύτερη φορά χάντρα στο “κομπολόι” της. Μετά από αρκετό καιρό, μια υποψία άρχισε να τριγυρνά στο μυαλό του Περικλή, « καταπιέζεται από την δουλειά της και με αυτά που περνά με τους υπολογιστές, μάλλον βρίσκει διέξοδο στο σεξ. Πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση!! Μοναδική!!…»
Τα μηχανήματα για την βιντεοσκόπηση των ονείρων, είχαν φθάσει στην Αθήνα. Οι Αμερικανοί ειδικοί τα είχαν τοποθετήσει και συνδέσει με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τις γιγαντοοθόνες. Το πρόγραμμα του υπολογιστή για την βιντεοσκόπηση των ονείρων, που είχε σχεδιάσει ο Μιχάλης, ήταν απόρρητο και ασφαλισμένο στο χρηματοκιβώτιο του. Η διάταξη των υπολογιστών και των περιφερειακών, ήταν τέτοια, ώστε να μπορεί μόνο ο Μιχάλης να βλέπει τα όνειρα στις ηλεκτρονικές γιγαντοοθόνες του γραφείου του καθώς και σε μια μικρότερη που είχε τοποθετήσει στο γραφείο του σπιτιού του.
Ο Μιχάλης ενημέρωσε όλους τους συνεργάτες του για την ημέρα που θα ξεκινούσαν οι βιντεοσκοπήσεις των ονείρων των ασθενών-εθελοντών. Την προηγούμενη της μεγάλης ημέρας, ήταν κατσούφης, κακόκεφος και νευρικός. Κάπνιζε αρειμανίως, σαν βεδουίνος του Κουβέιτ, και έπινε συνέχεια καφέδες. Η Μαργαρίτα δεν προλάβαινε να του γεμίζει με καφέ το αγαπημένο του αλουμινένιο φλιτζάνι. Καθόταν στο γραφείο του με το κεφάλι του ακουμπισμένο στις παλάμες του και κοιτούσε επί ώρες τις σβηστές γιγαντοοθόνες, λες και η ματιά του είχε γίνει ατσαλόσυρμα και είχε αγκιστρωθεί από τις οθόνες και του κρατούσε ακίνητο το κεφάλι. Μέσα από το “ατσαλόσυρμα”, έφταναν τρομακτικές εικόνες στα μάτια του. Έβλεπε τον πόνο και το δάκρυ των δυστυχισμένων ανθρώπων. Αν δεν έμπαινε κάποια στιγμή στο γραφείο του η Ειρήνη, και να “ξεκρεμάσει” την ματιά του από τις οθόνες, θα είχε χωρέσει στο μυαλό του η δυστυχία όλου του κόσμου. Τα μάτια της Ειρήνης, σαν δύο φεγγοβόλα αστέρια, φώτισαν το μυαλό του Μιχάλη και το γέμισαν μυρωδάτα λουλούδια. Η Ειρήνη πρόσεξε την ματιά του Μιχάλη που ήταν κρεμασμένη από την οθόνη, απόρησε, έμεινε σιωπηλή για μερικά δευτερόλεπτα, κοιτάζοντάς τον με συμπόνια και μετά του είπε:
- Μιχάλη, όλα έτοιμα για την αυριανή ημέρα.
- Όλα έτοιμα είπε με σβησμένη φωνή και πένθιμο ύφος, λες και επρόκειτο για κηδεία προσφιλούς του προσώπου.
- Όλα είναι έτοιμα, αλλά δεν σε βλέπω χαρούμενο. Παρατήρησε η Ειρήνη.
Ο Μιχάλης δεν απάντησε. Η ματιά του φαινόταν να κοιτάζει ένα σκοτεινό ορίζοντα. Η Ειρήνη προσπάθησε να τον ευθυμήσει και είπε:
- Μα τι έχεις Μιχάλη; και βγαίνει η φωνή σου «κάτω του καρύου σου!!.» Την έκφραση χρησιμοποιούσε συχνά ο Μιχάλης όταν ήθελε να πειράξει όποιον μιλούσε χαμηλόφωνα. Στο άκουσμα της προσφιλούς του φράσης, εκείνος της χαμογέλασε καλοσυνάτα και την κοίταξε στα μάτια. Του φάνηκε ότι η Ειρήνη του χαμογελούσε τρισευτυχισμένη. Σαν να άκουσε μια φωνή «όλα έτοιμα για τον γάμο, όλα έτοιμα»
- Η Ειρήνη που στεκόταν απέναντί του είχε μεταμορφωθεί σε άγαλμα «το άγαλμα της Αφροδίτης μ’ ένα διάφανο νυφικό, άκουγε τη φωνή του παπά, «αρραβωνιάζεται η δούλη του θεού Ειρήνη, τον δούλο θεού, …. Αρραβωνιάζεται η δούλη του θεού Ειρήνη τον δούλο του θεού … πάλι και πάλι – του φάνηκαν αμέτρητες οι επαναλήψεις. Το “μαυρομάνικο θεριό”, δεν έλεγε το όνομα του γαμπρού. Τα νεύρα του Μιχάλη μια κουλούρα σύρμα, κόντευαν να σπάσουν. « Πάει χάνω την Ειρήνη και δεν ξέρω και με ποιον την παντρεύει ο παπάς, ποιος είναι άραγε αυτός ο γαμπρός που φοβάται να πει το όνομα του ο παπάς; λες να μην έχει όνομα ο γαμπρός; λες να είναι ο θεός; καλός είναι του λόγου του! Δοξασμένο το όνομά του, μεγάλη η χάρη
του, αλλά να μην καταδέχεται να έλθει σαν γαμπρός μέσα στο ίδιο του το σπίτι, την εκκλησία, άλλο και τούτο πάλι! Εμ πώς να μην είναι άλλο; δεν έχω ξαναδεί το θεό να παντρεύεται! Πως παντρεύτηκαν άραγε ο Μωάμεθ και ο Βούδας; » Πρόσεξε στο αριστερό χέρι του παπά ένα κινητό τηλέφωνο, ολόιδιο με το δικό του. Διάβασε την μάρκα του “kassostet”. Θυμήθηκε τις επενδύσεις των εφοπλιστών της Κάσου στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και το γιγαντιαίο εργοστάσιο που έφτιαξαν στον Αφιάρτη, δίπλα στο αεροδρόμιο της Καρπάθου και τη γέφυρα που σχεδιάζουν για να ενώσουν την Κάσο με την Κάρπαθο για να πηγαίνουν οι Κασιώτες εργαζόμενοι στο εργοστάσιο “Kassostet” στην Κάρπαθο.
Ας είναι καλά οι εφοπλιστές μας, ας τους ευλογεί ο παπάς αυτού του γάμου. Και την χρειάζονται την ευλογία του. Διάβασα στην εφημερίδα, ότι 100 γερμανοί ευρωβουλευτές, καταθέσανε ερώτησης στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο που έλεγε. «…. Η “Kassostet” με τα εργοστάσια που έφτιαξε στις χώρες του πρώην “Σιδηρού Παραπετάσματος”, αφού οι χώρες αυτές είναι σήμερα μέλη της, ελέγχει περισσότερο από το 50% των τηλεπικοινωνιών της Ένωσης. Επειδή με τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης η “kassostet” σε λίγο θα ελέγχει τις τηλεπικοινωνίες της Ένωσης, ερωτούμε τι μέτρα θα λάβει η Επιτροπή προς αυτή την κατεύθυνση.»
« Καλά θα κάνει, ρε κουτόφραγκοι, η “Kassostet”, μόνο εσείς θα φέρνετε τις πολυεθνικές σας στην Ελλάδα. Τώρα θα καταλάβετε τι σημαίνει Ελληνική πολυεθνική!. Ήρθε ρε η σειρά μας, να ρημάξουμε τις εθνικές πλουτοπαραγωγικές σας πηγές, θα δίνουμε στο Γερμανό εργάτη πέντε χιλιάρικα το μήνα, όσα δίνατε κι εσείς Έλληνες εργάτες στην πατρίδα σας, για να περνά ζωή χαρισάμενη. Να αγοράζει κοπανιστές ελιές, σαρδέλες από γαύρο, κάπαρη, φραγκόσυκα και ψωμί από πίτουρα, που λένε ότι το τρώνε γιατί δεν παχαίνει. Κι αν παραπονεθούν οι εργάτες σας για το δήθεν χαμηλό μεροκάματο, θα τους πούμε ότι, τους, κάνουμε κρατήσεις μέχρι να ξεπληρωθεί το κατοχικό δάνειο που πήρε η πατρίδα τους από την δική μας στον πόλεμο. Για τα υπόλοιπα κλοπιμαία δεν θα τους κάνουμε κρατήσεις. Γι’ αυτά φροντίζουν εδώ και πενήντα χρόνια οι Έλληνες κυβερνήτες, διπλωμάτες, προπάντων οι διπλωμάτες – αλλά ας τους αφήσω αυτούς γιατί δεν θα μεταφραστεί η διατριβή μου σε καμιά ξένη γλώσσα και δεν συμφωνώ καθόλου με αυτούς που τους βρίζουν, δεν έχουν ακούσει που τους λέει όλος ο κόσμος Φιλέλληνες, όπως και τον Λόρδο Βύρωνα, υψίστη τιμή!»
Ο παπάς συνέχιζε το τροπάριο …. Αρραβωνιάζεται η δούλη του θεού Ειρήνη τον δούλο του θεού …. «πανάθεμά σε παπά, πες πια τον γαμπρό και μ’ έσκασες, που να σκάσει η τουλούμα σου σαν το ασκί!». Ο παπάς άρχισε να πληκτρολογεί στο κινητό τηλέφωνο έναν αριθμό ενώ συνέχιζε το τροπάριο “αρραβωνιάζεται”. Αυτός δεν ήταν αριθμός, αλλά το “Eξπρές του μεσονυχτιού”, με τα ατελείωτα βαγόνια. « Που στην ευχή τηλεφωνεί ο παπάς;» παραλίγο να του ξεφύγει και να πει “ που στο διάολο….” Αλλά θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς του της Φούλας « μην βλαστημάς γιατί θα πας στην κόλαση, θα σε βάλουν οι διάολοι σ’ ένα καζάνι με πίσσα, θα βάλουν το καζάνι πάνω στην φωτιά και θα την ταράζουν με οκτάχαλα καμάκια, να σαν αυτό που καμακεύει ο πατέρας σου τις σμέρνες, μέχρι να βγει η ψυχή σου.»
Ο Μιχάλης δεν φοβόταν τους διαόλους, γιατί δεν καταλάβαινε τι ήταν – δεν ήταν κάτι το χειροπιαστό για ένα παιδί – αλλά τα καμάκια των διαόλων τα έβλεπε όποτε του ερχόταν να βλαστημήσει και γι’ αυτό δάγκωνε την γλώσσα του.
« Μα που τηλεφωνεί τέλος πάντων ο παπάς; μήπως προσπαθεί να μπει σε κάποιο “NET” που δεν το ξέρω και χρειάζονται τόσα πολλά νούμερα πρόσβασης; Ρε μπας και προσπαθεί να μπει στο “GODNET” για να τηλεφωνήσει του θεού; λες να το ανακάλυψαν οι ερευνητές της “Kassostet”, που γύρισαν από τα πέρατα της οικουμένης για να βοηθήσουν την πατρίδα; περίεργο! Πως κατάφερε και ανακάλυψε η πατρίδα τους έλληνες ερευνητές που εργάζονται στο εξωτερικό; ως τώρα δεν τους θεωρούσε “αγνούμενους” σαν και του Αττίλα; Μπράβο και πάλι μπράβο στους διπλωμάτες μας! Αυτό είναι το “GODNET”, αφού έχουν πρόσβαση μόνο οι παπάδες, οι αντιπρόσωποι του θεού.» σημάδεψε με την ματιά του την οθόνη του κινητού τηλεφώνου, με ακρίβεια ακτίνων λέιζερ. Η περιέργεια του έκανε την ματιά του λάστιχο και έφερε μπροστά στα μάτια του την οθόνη. Διάβασε: “MARRIAGENET” « Α!!, είπα κι εγώ ότι ανακάλυψαν το “GODNET” και τηλεφωνεί ο παπάς στον θεό!!. – Θεέ μου συγχώρα με, ήμαρτον, δοξασμένο το όνομά σου, θα πλύνω το στόμα μου με ξύδι ». Συνέχιζε να διαβάζει διαγώνια τα κείμενα στην οθόνη. Ξαφνικά γούρλωσε τα μάτια του. « Παναγία μου, Χριστέ κι Απόστολε!! Γάμος μέσω του “MARRIAGENET” !!!»
Επιτέλους διάβασε το όνομα του γαμπρού – Ραμόν Φερνάντες, από το Σιεν Φουέγος της Κούβας, «μωρέ προτίμηση η Ειρήνη, άκου να πάρει Κουβανό! Μπας και είναι ΚΚΕ! Παπαρήγα μου βοήθα μας».
Από κάτω ο παπάς έγραφε την προίκα της Ειρήνης, όλα τα χωράφια και αμπέλια της στη Τσικαλαριά- το χωριό της κοντά στα Χανιά. Από κάτω απαντούσε ο Κουβανός:
« Τι να τα κάνω παπά μου αυτά τα ξωχώραφα, έχω εδώ χωράφια με ζαχαροκάλαμα και βγάζω 1000 τόνους ζάχαρη»
Πιο κάτω έγραφε ο παπάς :
« Να σου πω και τις γραμματικές της γνώσεις;»
« Δεν τις χρειάζεται γιατί θα την πάρω στα καλάμια να δουλεύει μαζί μου»
Πιο κάτω:
« Δεν μου λες παπά μου, για να ‘χωμε και καλό ρώτημα, είναι όμορφη η Ειρήνη;»
« Πιο όμορφη τέκνο μου κι από την Αφροδίτη, αν έχεις ακουστά ».
« Πως δεν έχω, εμείς παπά μου λατρεύουμε τους Έλληνες την αρχαία τους ιστορία και μυθολογία. Να ‘ξερες παπά μου πόσο θα θελα τώρα που μιλάμε, να περπατούσα στην Ακρόπολη, σας ζηλεύω εσάς εκεί στην Αθήνα που πάτε κάθε μέρα στην Ακρόπολη βόλτα.»
Αν του έλεγε ο παπάς του Κουβανού, πόσοι Έλληνες έχουν ανέβει στην Ακρόπολη, θα παρατούσε σύξυλη την νύφη στο κομπιούτερ.
« Τον κερατά τον Κουβανό, αν ήξερα πόσο του αρέσουν οι αρχαίοι Έλληνες θα τον πάντρευα με ένα άγαλμα, αλλά ας τον ρωτήσω.»
Διαολόπαπας !. Τώρα τον γνώρισα. Αυτός είναι που κατάφερε τον βιομήχανο τον Μουζάκη να χτίσει μια ωραία εκκλησία με πελεκητές πέτρες στο Αιγάλεω. Δαιμόνιος παπάς. Κεφαλονίτης ήτανε. Στα εγκαίνια της εκκλησίας, Άγιο Ελευθέριο τον ονόμασαν, κατάφερε να κάνει τον Μουζάκη να ρίξει λεφτά στον δίσκο «υπέρ απομάκρυνσης του νέφους». Όταν τον είδα στα εγκαίνια της εκκλησίας, κατάλαβα τι σημαίνει Κεφαλονίτης παπάς και πως κατάφερε τα δώδεκα ευαγγέλια να τα βγάλει δεκατρία!!!!
« Να σε παντρέψω βρε Κουβανό μ’ ένα αρχαίο άγαλμα;»
« ΑΑΑ!!!, υπάρχουν ακόμα τέτοια στην Ελλάδα;»
Κι’ αυτό το ξέρει ο κερατάς; ποιος διάολος του είπε ότι τα χαρίζαμε στους τουρίστες και δεν έμεινε κανένα;
« Δεν εννοούσα αυτό Ραμόν, αλλά ότι το σώμα της Ειρήνης είναι ωραίο σαν ένα αρχαίο άγαλμα » .
« Α!! Μούτσο Μπουένο, του γράφει ο Κουβανός στα Σπανιόλικα από τον ενθουσιασμό του ».
« Λοιπόν Ραμόν, θα το πάρεις το κορίτσι;»
« Εκεί και τώρα, παπά ».
Ο παπάς γύρισε προς το μέρος της νύφης και άρχισε να λέει: « Στέφεται η δούλη του θεού Ειρήνη τον δούλο του θεού Ραμόν, στέφεται ο δούλος του θεού Ραμόν την δούλη του θεού Ειρήνη, στέφεται …..»
Ο Μιχάλης ένιωσε το γάντζο ενός γερανού να περνά μέσα από την καρδιά του και να την τραβά για να την ξεριζώσει. Δεν άντεχε να του πάρει ο Κουβανός την Ειρήνη. Το δέρμα άρχιζε να σφίγγεται πάνω στα κοκάλα. Το σώμα του έμεινε χωρίς σάρκες, χωρίς σωθικά, χωρίς καρδιά, χωρίς ψυχή. Έβλεπε την σκιά του να σηκώνεται όρθια σαν το πουλί νεαρού που βλέπει για πρώτη φορά το γυμνό κορμί ενός κοριτσιού, να τρέχει να αρπάζει την Ειρήνη, να την σφίγγει στην αγκαλιά του. Τα μάτια της Ειρήνης τον
κοίταξαν με λύτρωση. « Δεν θα τον πάρω τον γαμπρό που μου προξενεύουν, αλλά αυτόν που αγαπώ ».
« Εμένα, εμένα να πάρεις ! »
« Εσένα θα πάρω Μιχάλη μου ».
Έβλεπε την θάλασσα της Κάσου να τσακίζει τα βράχια των ακτών της Καρπάθου, την αδικία του προξενιού.
Γαλήνεψε η ψυχή του. Χαρούμενα μπαρμπούνια πέρασαν από τα δίχτυα της δυστυχίας. Το πένθιμο ύφος του Μιχάλη είχε εξαφανιστεί. Το πρόσωπο του φώτισε ένα απαλό χαμόγελο και είπε στην Ειρήνη:
- Όσο να ναι, έχω μια μικρή αγωνία για την αυριανή ημέρα.
- Όλοι έχουμε αγωνία Μιχάλη.
- Το καταλαβαίνω Ειρήνη
- Με θέλεις τίποτε άλλο;
Από το μυαλό του Μιχάλη πέρασε η ιδέα να της δώσει μερικά από τα δίστιχα που της είχε γράψει. Ίσως να ήτανε και ερωτευμένος μαζί της, και να ζήλευε τον Κουβανό. Δεν βρήκε όμως το θάρρος.
- Όχι Ειρήνη
Η Ειρήνη χαιρέτισε και βγήκε από το γραφείο.
Την άλλη μέρα ο Μιχάλης ήρθε πρωί στο γραφείο του. Είπε στην Μαργαρίτα να μην του δώσει κανένα τηλεφώνημα.
« Μόνο από την συχωρεμένη την γιαγιά μου…»
Η Μαργαρίτα είχε φέρει τις βιντεοκασέτες με τα όνειρα των ασθενών από την κλινική και τις είχε αφήσει πάνω στο γραφείο του. Άνοιξε το χρηματοκιβώτιο, πήρε το απόρρητο πρόγραμμα, το φόρτωσε στον υπολογιστή, διάλεξε την κασέτα με τα όνειρα του Αχιλλέα, την έβαλε στον υπολογιστή και ενεργοποίησε την μία γιγαντοοθόνη. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα από την αγωνία, προσπαθώντας να φανταστεί πως έχουν βιντεοσκοπηθεί τα όνειρα.
Πάτησε ένα κουμπί στο μαύρο χειριστήριο και άρχισαν να εμφανίζονται τα όνειρα. «Τέλεια! Καταπληκτικά!». Είδε πολλές φορές τα όνειρα του Αχιλλέα. Η ιστορία της ζωής του. Χαρές, λύπες, όνειρα, πόθοι εκπληρωμένοι και ανεκπλήρωτοι.
Ο σκηνοθέτης των ονείρων ήταν ο άριστος των αρίστων.
«Αυτά είναι σήριαλ. Αυτά πρέπει να δείχνουν στην τηλεόραση και όχι τις σαπουνόπερες που κάνουν στο Μπαγκλαντές και τις εξάγουν στην Αμερική και στην Ευρώπη, για να αποχαυνώνουν και να κάνουν τους πλούσιους να υποφέρουν από κατάθλιψη, βλέποντας συνεχεία τα βάσανα των φτωχών.»
Ο Μιχάλης αναζήτησε από το αρχείο του υπολογιστή τον προσωπικό φάκελο του Αχιλλέα. Έδωσε εντολή στον υπολογιστή να του βρει αν τα χθεσινοβραδινά του όνειρα είναι συνάρτηση της ζωής του. Ο υπολογιστής απάντησε καταφατικά.
Στο φάκελο έγραφε: Αχιλλέας Ήσυχος, Επάγγελμα: Ναυτικός, Τόπος κατοικίας : Λέρος Δωδεκάνησα. «Έτσι εξηγούνται τα βαπόρια οι τρικυμίες, τα ξένα λιμάνια, τα μπουρδέλα, οι βάρκες, τα παραγάδια, τα Τουρκικά αεροπλάνα και τα αντιτορπιλικά, οι αερομαχίας, οι ναυμαχίες, το όπλο που κρατούσε στην βάρκα όταν ψάρευε στην ανοιχτή θάλασσα και ο στίχος που έγραψε όταν βγήκε στο Αιγαίο το τούρκικο ερευνητικό σκάφος ‘’ Χώρα ‘’.
«Χώρα,
που πας σε ξένη χώρα,
αν θες οπισθοχώρα,
μη φας καμιά στην πλώρα,
και γίνεις νεκροφόρα.»
Ο Αχιλλέας φαινόταν απορημένος. Αναρωτιόταν γιατί δεν δημοσίευε το ποιηματάκι του ημερήσια εφημερίδα της Αθήνας που το είχε στείλει. « αυτοί παιδί μου δημοσιεύουν τα σάλια νεανίδων καλλιτεχνιδών», του είπε ο δεσπότης της Λέρου « μα γιατί Δέσποτα για να τους αφήνουν να τους αρμέγουν τα βυζιά;».
Ο Μιχάλης έβγαλε τα αγαπημένα χαρτάκια από το συρτάρι του και έγραψε:
« Ακόμη και τις κοπελιές, που είχε στην καρδιά του,
είδε πως τις παντρεύτηκε όλες στα όνειρα του
***
Ν’ αντιστραφούν τα όνειρα, να γίνουν η ζωή μας
τη θλίψη να μην νιώθουμε, ποτέ μεσ’ στην ψυχή μας
***
Να ξεκινήσουν έρευνα, και να τα μελετήσουν
και τη ζωή σε όνειρο πιστεύουν να γυρίσουν
***
Άθεοι επιστήμονες αλλάζουνε τον κόσμο
γι’ αυτό και ο βασιλικός μυρίζει σαν το δυόσμο
***
Το βίο μας τον έκαναν αυτοί τεχνολογία
της φύσης πια θα αλλάξουνε κάθε αναλογία
***
Ελπίζω να'ναι ψέματα και τούτο το τροπάρι
γιατί θα κάνουν σίγουρα τον άνθρωπο … μοσχάρι.
***
Αυτό'ναι έργο άθεων αλλά και ανήθικων
θα κάνουν και τον άνθρωπο να μοιάζει των πιθήκων
***
Και του Δαρβίνου τα γραπτά θα επαληθευτούνε
και οι άνθρωποι σαν πίθηκοι στα δέντρα θα ανεβούνε.
Ο Μιχάλης έβαλε τα χαρτάκια με τα δίστιχα στο συρτάρι και κάλεσε την Ειρήνη να παρακολουθήσει τα όνειρα του Αχιλλέα. Η Ειρήνη παρακολουθούσε με δέος και κατάπληξη τα όνειρα. Ο Μιχάλης άρχισε να σχεδιάζει το έντυπο για την συνέντευξη με τον Αχιλλέα. Όταν το σχεδίασε το έδωσε στην Ειρήνη και επέστησε την προσοχή της να κάνει μόνο τις ερωτήσεις που περιείχε το έντυπο και τίποτε άλλο. Όταν έφυγε η Ειρήνη έκλεισε τον υπολογιστή και την γιγαντοοθόνη και βυθίστηκε σε σκέψεις.
Το επόμενο στάδιο ήταν το πιο σημαντικό αλλά και το πιο κρίσιμο. Όταν θα έβλεπε ο Αχιλλέας ή κάποιος άλλος τα ευχάριστα κομμάτι από τα όνειρα του ήτα φανερό ότι θα είχαν θετική επίδραση στον ψυχικό του κόσμο. Τι θα συνέβαινε όμως με τα τρομαχτικά, τα θλιβερά, τα καταστροφικά; Έπρεπε να προχωρήσει με μεγάλη προσοχή, επιλέγοντας θέματα και εθελοντές. Άρχισε να ξύνει το κεφάλι του με μανία, ώσπου ‘’ κατέβασε ψείρα ‘’. « Εγώ που έκανα την ανακάλυψη, εγώ πρέπει να πειραματιστώ πρώτα με τον εαυτό μου, αν η περίπτωση είναι αρνητική ας είναι στον εαυτό μου και όχι σε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι στο κάτω – κάτω δεν μου φταίνε σε τίποτα».
Έφυγε για το σπίτι του ανακουφισμένος. Το βράδυ έπεσε νωρίς για ύπνο και φόρεσε τον ηλεκτρονικό σκούφο. Αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως λες και του έκανε ύπνος ναρκωτική ένεση.
Το πρωί σηκώθηκε κακόκεφος, προσπάθησε να θυμηθεί κάποιο όνειρο που είχε σχέση με την κακοκεφιά του. Δεν θυμόταν τίποτα απολύτως. Έφτιαξε έναν καφέ και
τον πήρε στο γραφείο του. Πήρε την κασέτα από τον ηλεκτρονικό σκούφο και την φόρτωσε στον υπολογιστή, και ενεργοποίησε την ηλεκτρονική οθόνη. Μετά το πρώτο τσιγάρο πάτησε ένα κουμπί στο χειριστήριο και εμφανίστηκε στην οθόνη η θεματολογία των ονείρων του. Διάβασε:
Α. Ειρήνη, Αχιλλέας συνέντευξη.
Β. Μαργαρίτα, Υπουργείο Βιομηχανίας 5.000.000, κάρτα.
Γ. Μιχάλης, μαντινάδες, Μαργαρίτα.
Γ1. Συνεχίζεται
Δ. Εφορία, Κατερίνα Τριανταφυλλίδη, οφειλή.
Δ1. Ταχυδρόμος.
Παρατηρούσε με προσοχή την θεματολογία για να διαπιστώσει ποια θέματα σχετίζονται με την ζωή του. Το πρώτο και το τρίτο θέμα είχαν απόλυτη σχέση, το δεύτερο και το τέταρτο δεν μπορούσε να το συνδέσει με κάποια του εμπειρία.
Αποφάσισε να ανοίξει πρώτα το θέμα με την εφορία :
« έβλεπε την εφορία του Αιγάλεω και μία ωραία κυρία στο γραφείο της υπογράφει ένα έγγραφο το οποίο έγραφε:
« Κύριε Ρεβισώνη
Σας παρακαλώ να περάσετε από το γραφείο μου για να καταβάλλετε επιπλέον φόρο 10.000.000 γιατί υπάγεστε στα ‘’υποκειμενικά κριτήρια ‘’.
Με τιμή
Κατερίνα Τριανταφυλλίδη
Λοχαγός δίωξης οικονομικού εγκλήματος.
Ο Μιχάλης νόμισε για μια στιγμή ότι θα πάθει συμφόρηση.
« Μα εγώ δεν χρωστάω στην εφορία, με το εκκαθαριστικό πήρα και αρκετά χρήματα πίσω. Περιουσία δεν έχω στο όνομα μου, ο πατέρας δεν μου την έγραψε ακόμη. Ας στο διάολο κωλοόνειρα!» Ίσως όμως αυτό το όνειρο να μεταφράζει τους φόβους που έχει ο άνθρωπος ακόμη και όταν περνά έξω από το κτίριο της εφορίας. Τι θα γίνει όμως με κάποιο άνθρωπο που έχει κάποια υπόθεση σε εκκρεμότητα με την εφορία και δει αυτό το όνειρο; Αν το πιστέψει μπορεί να παλαβώσει, μπορεί να αυτοκτονήσει. Μπορεί να πάει στην εφορία και κόψει το αυτί της κυρίας Τριανταφυλλίδη – σαν ένα ναύτη που όταν απολύθηκε την έστησε σε έναν υπαξιωματικό που τον είχε ταράξει στο καψόνι και του έκοψε το αυτί με τα δόντια του.
Τον Μιχάλη έζωσαν μαύρα φίδια. Άνοιξε το συμπληρωματικό κομμάτι του τέταρτου θέματος : ταχυδρόμος.
« ένας ταχυδρόμος κρατούσε στον ώμο του ένα τεράστιο κιβώτιο κατάμαυρο λες και το ταχυδρόμησε ο Άδης. Πάνω έγραφε το όνομα του Μιχάλη. Ο ταχυδρόμος ρωτούσε ένα περαστικό : ‘’ δεν μου λες καλά πάω για το πανεπιστήμιο της Αθήνας; ‘’. Και ο περαστικός απαντούσε ‘’ καλά πας. ‘’
Ο Μιχάλης άρχισε να ξύνει το κεφάλι του. Δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει. « Δεν περιμένω τίποτα στο πανεπιστήμιο, μόνο η μάνα μου είπε ότι θα μου στείλει από το νησί με ‘’ πρώτο μέσο βαπόρι ‘’ , ένα κασόνι με κουλούρες, κάπαρη, φάβα, κρεμύδια, σκόρδα, φρασκομηλιά και κανένα σκάρο. Αλλά τα κασόνια μου τα στέλνει στο σπίτι. Ρε τα σκατοόνειρα θα με παλαβώσουν, το μαλάκα που ανακάλυψε το πρόγραμμα…..»
Στη συνέχεια άνοιξε το θέμα Ειρήνη, Αχιλλέας συνέντευξη. Τίποτα το ιδιαίτερο, η Ειρήνη έπαιρνε την συνέντευξη από τον Αχιλλέας όπως την είχε σχεδιάσει ο Μιχάλης, εκτός από μία ερώτηση που του έκανε που δεν υπήρχε στο ερωτηματολόγιο.
« Έχετε σεξουαλικές ορμές κύριε Αχιλλέα;». Ο Μιχάλης απόρησε για την ερώτηση. « Τι στο διάολο συμβαίνει, ο Αχιλλέας είναι κατάκοιτος με σκλήρυνση κατά πλάκας, που να τις βρει ο φουκαράς τις σεξουαλικές ορμές;».
Έξυσε πάλι το κεφάλι του. « μήπως είμαι ερωτευμένος με τη Ειρήνη και ζηλεύω όποιον μιλήσει μαζί της; Αυτό είναι! Ω!, ρε κατάντημα! Κοίτα τι μαθαίνει κανείς με τα όνειρα. Ο Μιχάλης χωρίς να το καταλάβει έγινε το πρώτο θύμα της δικής του ανακάλυψης. Κατόπιν άνοιξε το θέμα : Υπουργείο βιομηχανίας, Μαργαρίτα, 5.000.000, κάρτα.
Έβλεπε το γραφείο της γραμματέως του υπουργού βιομηχανίας. Στη θέση της γραμματέως καθόταν η Μαργαρίτα. «τι να σημαίνει άραγε; Μήπως η Μαργαρίτα ονειρεύεται να γίνει γραμματέας υπουργού;». Το γραφείο δεν είχε πόρτα εισόδου και τοίχο, αλλά τοίχο από κάγκελα, από το πάτωμα έως το ταβάνι, με μια ατσάλινη πόρτα. Πάνω στην πόρτα υπήρχε ένα ατσάλινο κουτί με μία σχισμή,. Κάτω από την σχισμή ένα βέλος έδειχνε μια ταμπελίτσα η οποία έγραφε « είσοδος κάρτας». Ψιλά στα κάγκελα μια τεράστια επιγραφή έγραφε : « Ο Υπουργός δέχεται το κοινό χωρίς ραντεβού και όλες τις ώρες της ημέρας. Είσοδος ελεύθερη. Τιμή κάρτας 5.000.000».
Πάνω στο γραφείο της Μαργαρίτας υπήρχε ένα στενόμακρο κουτί γεμάτο μαγνητικές κάρτες. Εκείνη την ώρα έξω από τα κάγκελα στεκόταν ένας καλοντυμένος κύριος με μαύρο κουστούμι, άσπρο μαντήλι στο τσεπάκι του σακακιού, και με ένα χοντρό πούρο, που όπως το είχε δαγκώσει φαίνονταν τα κάτασπρα μυτερά δόντια του. Στο πέτο του σακακιού του κρεμόταν ένα καρτελάκι που έγραφε το όνομα του με μλέ γράμματα: ΣΑΜ ΣΕΒΑΣ.
Έβγαλε από το μαύρο χαρτοφύλακα που κρατούσε στο δεξί του χέρι, ένα φουσκωμένο κίτρινο φάκελο, που έγραφε απ’ έξω: 5.000.000. Έδωσε τον φάκελο, μέσα από τα κάγκελα στην Μαργαρίτα και εκείνη του έδωσε αμέσως μία μαγνητική κάρτα λέγοντας του με σεβασμό « σας ευχαριστούμε πολύ». Ο ΣΑΜ ΣΕΒΑΣ έβαλε την κάρτα στην σχισμή της πόρτας, αμέσως ακούστηκε ένα κλικ και η πόρτα άνοιξε ακαριαία. Ο Σέβας πέρασε στο γραφείο της γραμματέως, το προσπέρασε και κατευθύνθηκε προς το γραφείο που έγραφε στην πόρτα: ‘’ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ‘’. Η γραμματέας σηκώθηκε από την θέση της σαν ελατήριο, υποκλίθηκε στον Σέβας και τον ρώτησε ευγενικά:
- Να σας αναγγείλω στον Υπουργό;
- Ο Σέβας κοντοστάθηκε, την κοίταξε περίεργα, το πρόσωπο του είχε ένα παγερό χαμόγελο, που μπορούσε να παγώσει και τον ‘’ λίβα που καίει τα σπαρτά’’ και της είπε:
- Δεν χρειάζεται είμαι πολύ φίλος με τον υπουργό.
Ο Σέβας μπήκε στο γραφείο του υπουργού και μετά από λίγη ώρα βγήκε. Τον κρατούσε αγκαλιά ο υπουργός και κάτι του ψιθύριζε στο αυτί που έκανε τον Σέβας να ξεραθεί στα γέλια. Την ώρα που έβγαινε από την ατσάλινη πόρτα, ο Υπουργός του υποκλίθηκε και του είπε με ευγένεια:
- Πάντα στην διάθεση σας.
- Γι’ αυτό σ’ αγαπάω παιδί μου, ποτέ δεν μου χάλασες χατίρι.
Μετά έσβησε η εικόνα. Ο Μιχάλης δεν μπορούσε να βγάλει άκρη. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε συναντήσει πουθενά αυτόν τον Σέβας, « δεν τον έχω συναντήσει ποτέ!».
Ούτε τα κάγκελα καταλάβαινε, ούτε τις κάρτες, τα έβρισκε παράλογα. Μόνο η ταμπέλα σαν να του θύμιζε την πρόσφατη απόφαση του Πρωθυπουργού. «Επειδή εκφράζονται πολλά παράπονα, ότι οι πολίτες και οι βουλευτές αδυνατούν να δουν τους Υπουργούς, εφεξής η είσοδος στα γραφεία των υπουργών θα είναι ελεύθερη όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.»
«Μπράβο τους! Ο Πρωθυπουργός αποφάσισε και οι υπουργοί υλοποίησαν αμέσως την απόφαση του! αυτό θα πει Σοσιαλιστική κυβέρνηση, με συγκίνησαν, έτσι μου έρχεται να πάω να γραφτώ σε καμία τοπική τους οργάνωση». Παραλίγο να
τηλεφωνήσει στο συνεργάτη του στο Πανεπιστήμιο τον Σοφοκλή, που ήταν μέλος του κόμματος και να του δώσει την διεύθυνση της τοπικής οργάνωσης του Αιγάλεω.
Το θέμα : Μαργαρίτα, μαντινάδες, Μιχάλης, το άφησε τελευταίο γιατί υπέθεσε ότι θα είναι το πιο ευχάριστο.Σ’ αυτό το θέμα έβλεπε τον εαυτό του να κάθεται στο γραφείο του. Φαινόταν απορροφημένος από την δουλεία που έκανε στον υπολογιστή. Κάποια στιγμή μπαίνει μέσα η Μαργαρίτα, αθόρυβα σαν γάτα, πλησιάζει στο γραφείο και αφήνει μία ροζ κόλλα διπλωμένη στα δύο. Ο Μιχάλης δεν έδωσε αμέσως σημασία. Θα νόμισε ότι πρόκειται για σημείωμα κάποιου συνεργάτη. Κάποια στιγμή ξεκάρφωσε τα μάτια του από την οθόνη του υπολογιστή. Τεντώθηκε στην πολυθρόνα, άναψε τσιγάρο, τράβηξε μερικές γερές ρουφηξιές έβγαλε καπνό και από τα αυτιά του σαν τους Κύπριους, σαβούρωσε με νικοτίνη τα πνευμόνια του και σεριάνησε την ματιά του πάνω στο γραφείο. Η ματιά του ξεκουράστηκε στο μοναδικό χρωματιστό χαρτί.
Το πήρε στα χέρια του και το ξεδίπλωσε με περιέργεια. Με την πρώτη ματιά κατάλαβε ότι επρόκειτο για μαντινάδες. Χαμογέλασε και άνοιξε τα μάτια από θαυμασμό. Από την πρώτη κιόλας μαντινάδα γελούσαν τα μουστάκια του, διάβασε:
« Χαμένη πάει η λεβεντιά, αλλά και το μουστάκι
που δεν γυρίζεις για να δεις κανένα κοριτσάκι,
***
Τόσες κοπέλες όμορφες σε περιτριγυρίζουν
αν έχεις σοβαρό δεσμό, θέλουν να το γνωρίζουν,
***
Μα αν είσαι ελεύθερος, για πες μου τι συμβαίνει
ακούς τον αναστεναγμό από την καρδιά μου βγαίνει,
***
Γυναίκα που της άρεσες, δεν σου έκανε καμάκι
Γι αυτό κι εγώ για χάρη σου, θα πέσω Μιχαλάκη,
***
Μην είσαι ακατάδεκτος, θα χάσω τα μυαλά μου
και έλα το ταχύτερο, μέσα στην αγκαλιά μου ».
Η Μαργαρίτα σου.
Ο Μιχάλης φαινόταν στην οθόνη να ξαναδιαβάζει με ευχαρίστηση τις μαντινάδες. Μετά πήρε μερικά από τα αγαπημένα του χαρτάκια και απάντησε στην Μαργαρίτα:
Εγώ ποτέ δεν έδωσα σε κοπελιά τους στίχους
είναι για μένα μυστικό και το έλεγα στους τοίχους,
***
Όμως εσύ με προκαλείς με τα γραφομενά σου
Κοίταξε Μαργαρίτα μου, θα βρεις και τον μπελά σου.
***
Τα φύλλα ξέρω να μετρώ από τις μαργαρίτες
στον έρωτα δεν ένοιωσα εις την ζωή μου ήττες.
***
Εγώ δεν αστειεύομαι μ' όσες με προκαλούνε
γιατί την ίδια στιγμή, μέσα τους θα τη βρούνε
***
Γι’ αυτό να κάτσεις φρόνιμα, να κάνεις την δουλειά σου
γιατί το λάδι σίγουρα, θα βγει από την ελιά σου.
***
Έγραψες στίχους όμορφους κι είν ευχαρίστηση μου
κι ένα μεγάλο ευχαριστώ σου λέω από την ψυχή μου.
***
Ο Μιχάλης κάλεσε την Μαργαρίτα στο γραφείο του. Όταν εκείνη μπήκε μέσα φαινόταν να λάμπει από χαρά. Ο Μιχάλης της έδωσε τα χαρτάκια με τις μαντινάδες και εκείνη τα πήρε και βγήκε αμέσως από το γραφείο. Δεν αντάλλαξαν καμία κουβέντα λες και είχαν κάποιο ρομαντικό κώδικα επικοινωνίας τα μάτια τους. Μετά από λίγο γύρισε η Μαργαρίτα και του άφησε μία διπλωμένη χρωματιστή κόλλα μπροστά του χαμογελώντας τρυφερά. Ο Μιχάλης πήρε αμέσως την κόλλα την ξεδίπλωσε και διάβασε:
«Ξέρω πως είναι δύσκολο Μιχάλη να μαντέψεις
ούτε και τα αισθήματα που νιώθω να πιστέψεις.
***
Ο έρωτας που ένιωσα δεν θα'ναι αμοιβαίος
ίσως μια μέρα να αποβεί για μένα ο μοιραίος
***
Όμως θαρρώ στον έρωτα, πως πρέπει να ρισκάρεις
που την καρδιά δεν βρέθηκε τρόπος να κουμαντάρεις
***
Όταν θα ρίξει ο έρωτας τα βέλη στην καρδιά σου
θα χάσεις και εσύ σίγουρα, Μιχάλη τα μυαλά σου
***
Τα φύλλα αυτού του λουλουδιού που έχει το όνομα μου
έλα και φυλλομέτρησε μέσα στην αγκαλιά μου
***
Αν βρεις από το μέτρημα πως με έχεις αγαπήσει
τότε και οι μαντινάδες μου, θα σε έχουν συγκινήσει.
***
Μάθε από τον έρωτα, πότε μου δεν απόσχα
γιατί εγώ γεννήθηκα Μιχάλη μου στην Μόσχα.
***
Πηγαίος είναι ο έρωτας, ειλικρινείς οι σχέσεις
Πότε εκεί δεν δίνουμε, ψεύτικες υποσχέσεις
***
Αν βγάλεις το ημίτονο και την εφαπτομένη
θα βρεις πως είναι η καρδιά για σένα ραγισμένη
***
Άντε λοιπόν εκδήλωσε, και τα αισθήματα σου
ή τα κάνες και μοιάζουνε με τα …προγράμματα σου.
***
Γι’ αυτό σου λέω ειλικρινά, αλλά και εν κατακλείδει
Πως σε έχω μέσα στη καρδιά μου, Μιχάλη μου στολίδι
***
Ο Μιχάλης έκλεισε την οθόνη και τον υπολογιστή. Ένιωθε σαν εξωγήινος που κατέβηκε στη γη και τον χτύπησε στις κεραίες του ο έρωτας. Οι αρμοί του σώματος του τρίζανε, τα εξαρτήματα έκαναν περίεργο θόρυβο, τα κυκλώματα του εγκεφάλου του ζεστάθηκαν, το μοναδικό του μάτι γύρισε προς τα μέσα και οι κεραίες του γύριζαν σαν λάσο. Πίσω στην πατρίδα του, τον πλανήτη ‘’ Εξαποδώ ‘’ στο κέντρο ελέγχου των αποστόλων, έπαιρναν περίεργα ηλεκτρομαγνητικά σήματα από τον απεσταλμένο τους στη Γη. Οι υπολογιστές δεν μπορούσαν να τα αποκωδικοποιήσουν. Απορυθμίστηκε το πρόγραμμα τους. Έβλεπαν στις οθόνες τον απεσταλμένο τους να αλλάζει σιγά – σιγά μορφή και να γίνεται όπως ο άνθρωπος της γης. Μόνο οι κεραίες του παρέμειναν στο κεφάλι του, που όμως ήταν αόρατες από το ανθρώπινο μάτι, μόνο οι εξωγήινοι της έβλεπαν εκεί πάνω στον πλανήτη ‘’ Εξαποδώ ‘’. Όμως απόρησαν και ρώτησαν τον άνθρωπο – κομπιούτερ που τον φώναζαν ‘’ Κέρατο ‘’ :
«γιατί ρε κερατά οι άνθρωποι της Γης δεν έχουν κεραίες;» και εκείνος απάντησε: « Ο άνθρωπος εξελίχθηκε και έφτασε στην σημερινή του μορφή πριν από 100.000 χρόνια και οι επιστήμονες της Γης του έδωσαν το όνομα ‘’ HOMO SAPIOS ‘’, προφανώς γιατί θα του σάπισαν οι κεραίες που είχε πριν στο κεφάλι. Είναι λίγο μπερδεμένα τα πράγματα γιατί ο Δαρβίνος λέει, ότι ο άνθρωπος εξελίχθηκε από τον πίθηκο, ενώ οι δικοί μας, ο ανθρωπολόγος ‘’ Κέρατο ‘’, υποστηρίζει ότι οι αρσενικοί άνθρωποι εξελίχθηκαν από τα … βόδια!!!».
Ο Μιχάλης δεν είχε ποτέ δεχθεί τέτοια ερωτική πρόκληση. Παρ’ όλο ότι η πρόκληση με μαντινάδες από την Μαργαρίτα έγινε στο όνειρο του ένιωθε γοητευμένος. Η φωνή της καρδιάς του, του έλεγε να της απαντήσει στην πραγματικότητα και όχι στα όνειρα. «Μα τι δικαιολογία να βρω; Δεν μου έγραψε μαντινάδες στην πραγματικότητα αλλά στο όνειρο. Μπορεί να με παρεξηγήσει. Να τις δείξω την βιντεοκασέτα με το όνειρο;». Την επόμενη μέρα, η Ειρήνη εμφανίστηκε ξαφνικά στο γραφείο του για να του αφήσει μία βιντεοκασέτα με όνειρα και διέκοψε τους συλλογισμούς του.Σήκωσε τα μάτια του, κοίταξε την Ειρήνη για μια στιγμή, χαμήλωσε πάλι τα μάτια του στις μαντινάδες της Μαργαρίτας, τις οποίες εν τω μεταξύ τις είχε αντιγράψει σε μία κόλλα χαρτί και ξανακοίταξε την Ειρήνη. Ξαφνιάστηκε. Έπιασε το κεφάλι του με τα δύο του χέρια και το κουνούσε δυνατά πέρα –δω για να μην μπει η δισκέτα της τρέλας στην σχισμή του μυαλού του. Η Ειρήνη είχε μεταμορφωθεί σε άγαλμα, που φορούσε ένα διάφανο νυφικό και δίπλα της ο παπάς που έψελνε αμέτρητες φορές: « στέφεται η δούλη του θεού Ειρήνη τον δούλο του θεού Ραμόν, στέφεται …». Είδε την σκιά του να πετάγεται σαν τίγρης, να αρπάζει τον παπά από το μανίκι και να του φωνάζει: «εγώ είμαι ο δούλος του θεού, εγώ είμαι.». Ο παπάς χαμογέλασε και του είπε : « συ είπας ». Αμέσως η Ειρήνη πήρε την ανθρώπινη μορφή της.
- Με θέλεις τίποτα άλλο Μιχάλη;
- Όχι Ειρήνη.
Μία πάλη άρχισε μέσα του. Πότε σκεφτόταν να γράψει μαντινάδες στην Ειρήνη, πότε στην Μαργαρίτα, πότε και στις δύο. « η Ειρήνη μου αρέσει αλλά είναι πολύ σοβαρή, η Μαργαρίτα είναι πρόσχαρη και τσαχπίνα και μου έγραψε μαντινάδες έστω και στα όνειρα, έχω τουλάχιστον μία δικαιολογία, σε αυτήν θα γράψω». Ξαναδιάβασε τις μαντινάδες της Μαργαρίτας. Χαμογέλασε ικανοποιημένος. Ο ενθουσιασμός ξεχείλιζε στην καρδία του. Πήρε την δισκέτα με το πρόγραμμα που ανακάλυψε και την κράτησε μέσα στις παλάμες του. Την κρατούσε με τρυφερότητα και περηφάνια σαν τον χαζομπαμπά με το πρώτο του παιδί. Το Σαββατοκύριακο είδε πολλές φορές την βιντεοταινία με τα όνειρα. Την Δευτέρα περνώντας μπροστά από το γραφείο της Μαργαρίτας σαν να του φάνηκε ότι είχε χαμηλωμένη την ματιά της. Το πρόσωπο της είχε μια λυπημένη έκφραση. Πέρασε στο γραφείο του, κάθισε στην καρέκλα, άναψε τσιγάρο και έφερε την εικόνα της Μαργαρίτας στο μυαλό του.
« Σήμερα είναι διαφορετική. Συνήθως σηκώνεται όταν μπαίνω στο γραφείο με χαιρετά με ένα πλατύ χαμόγελο και με ρωτά: ‘’ πώς πέρασες εχθές Μιχάλη; ‘’. Θυμήθηκε τις μαντινάδες που του είχε γράψει στο όνειρο του. « Λες γι’ αυτό να ντροπιάστηκε και να έσκυψε το κεφάλι όταν με είδε; Μα αφού δεν μου έγραψε μαντινάδες στην πραγματικότητα, πώς επηρεάστηκε; Μήπως είδε και αυτή το ίδιο όνειρο που είδα και εγώ; Μα τότε θα ξέρει και τις δικές μου μαντινάδες! Αν είχε βιντεοσκοπήσει και τα δικά της όνειρα, τότε θα μπορούσα να το διαπιστώσω. Μήπως επικοινωνούν οι υποθάλαμοι των ανθρώπων και μαθαίνουν τις σκέψεις τους και όνειρα τους; Μήπως τα όνειρα έχουν τηλεπάθεία;»
Θυμήθηκε την περίπτωση δύο αδελφών. Η μία ζούσε στην Αγγλία και η άλλη στο Βέλγιο. Εκείνη που έμενε στη Αγγλία έμεινε έγκυος. Κατά τους εννιά μήνες της κύησης δεν ένιωσε κανένα απολύτως σύμπτωμα, ούτε και κανένα πόνο κατά την γέννηση του παιδιού. Αντίθετα εκείνη που έμενε στο Βέλγιο, όχι μόνο δεν ήταν έγκυος αλλά είχε όλα τα συμπτώματα της εγκυμοσύνης και τους πόνους της γέννας. Οι επιστήμονες δεν έχουν καταλήξει σε κάποια ιατρική εξήγηση. Μόνο ο Τύπος, επικαλούμενος ιατρικές πηγές, έγραψε ότι το ανεξήγητο εκείνο γεγονός οφείλετο σε τηλεπάθεια. « αν είχα τις βιντεοκασέτες με τα όνειρα των δύο εκείνων αδελφών θα μπορούσα να λύσω το μυστήριο.».Ο Μιχάλης ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό και δέκα κιλά μολύβι στο στομάχι. Τρόμαξε με την σκέψη ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί με την λύση προβλημάτων της ψυχολογίας, παραψυχολογίας και μεταφυσικής, όπως τα θαύματα. « με τα θαύματα! Χριστέ μου!». Σκέφτηκε και σαν αν άκουγε τον παπά που έλεγε: « τα αδύνατα παρά τοις ανθρώποις, δυνατά παρά τω θεώ». Του ήρθαν στο μυαλό δεκάδες συμπόσια επιστημονικά κα τραπέζια ‘’ στρογγυλά και τετράγωνα ‘’ στα οποία συζητούσε με άλλους επιστήμονες στην Αμερική, για θρησκείες, θαύματα, τηλεπάθείες, μεταφυσική, φακίρηδες και άλλα συναφή. Κάθε φορά που έπαιρνε μέρος σε τέτοιες συζητήσεις, αγχωνόταν και μπερδευόταν περισσότερο. Κάποιες χαρακτηριστικές θεωρίες τις θυμόταν ακόμη.
Ένας γιατρός υποστήριζε: «Μόνο τον 1/3 του εγκεφάλου βρίσκεται σε λειτουργία και όταν οι επιστήμονες θέσουν και τον υπόλοιπο εγκέφαλο σε λειτουργία, τότε ο άνθρωπος θα μπορέσει να μάθει ποιος έκανε το θεό!!!». Ένας αστροφυσικός υποστήριζε: « Αν δεχτούμε αυτά που λένε οι γραφές ότι ‘’ ο θεός εποίησε τον ουρανό τη Γη και τα αστέρια ‘’ τότε πρέπει να απορρίψουμε αυτό που λέει η επιστήμη μας ότι ‘’ πριν από πολλά χρόνια –λόγω πυρηνικών εκρήξεων στον Ήλιο – που γίνονται και σήμερα – μεγάλα κομμάτια αποσπάστηκαν από τον Ήλιο, απομακρυνόμενα εψύχοντο και έτσι σήμερα δημιουργήθηκε το πλανητικό μας σύστημα.».
Ένας ανθρωπολόγος έφερε ένα κρανίο, ηλικίας πέντε εκατομμυρίων ετών – μετρημένο με άνθρακα 14. Ήταν όπως έλεγε, κρανίο ανθρωποειδούς – με την επιστημονική ονομασία ‘’ Australopithekus ‘’, που έμοιαζε του πιθήκου και κατέληξε στο ασεβές συμπέρασμα: « Αν όπως λένε οι γραφές, ο θεός έκανε τον άνθρωπο ΄΄ καθ΄ εικόνα και καθ’ ομοίωση ‘’ και αφού ο άνθρωπος προέρχεται από τον πίθηκο και του μοιάζει, τότε ο θεός πρέπει να μοιάζει του πιθήκου!!!». Τότε που το άκουσε ο Μιχάλης έφριξε, « άκου να μοιάζει ο θεός του πιθήκου!!!».
Έγραψε τότε μια μαντινάδα για κείνο τον ανθρωπολόγο:
« Φωτιά θα ρίξει ο θεός, άπιστε να σε κάψει,
και πίθηκος δεν θα βρεθεί στο κόσμο να σε κλάψει.»
Η θύμηση της μαντινάδας έσβησε την οπτασία του παπά και άρχισε να σκέφτεται τρόπους να βιντεοσκοπήσει τα όνειρα της Μαργαρίτας. « μα πως θα τα δω στην οθόνη χωρίς να τα δει εκείνη; Να της δώσω ένα ηλεκτρονικό σκούφο, αλλά δεν θα με αφήσει να δω τα όνειρα μόνος μου, άρα πρέπει να βρώ ένα τρόπο». Έβαλε στο τσουκάλι του μυαλού του εξυπνάδα, πονηριά, ρομαντισμό, τα τάραξε με ένα οχτάχαλο καμάκι, σαν και αυτό που έλεγε η γιαγιά του ότι κρατά ο Διάολος , μέχρι που ψήθηκε η λύση, « με το καμάκι του έρωτα!». Τα μάτια του πλημμύρισε η λάμψη του πόθου. Πήρε μία ρόζ κολλά χαρτί και έγραψε μαντινάδες για την Μαργαρίτα.
Μέσα στο κήπο της καρδίας, φύτεψα το λουλούδι
το πότισα με τα φιλιά και μού'πε ένα τραγούδι
Αγρός όταν ποτίζεται, χαμογελούν τα άνθη
τα μύρισε ο Έρωτας , και όμορφα αισθάνθει,
Ρεμβάζω στις ακρογιαλιές, ακούω και το κύμα
αν χάσω την αγάπη σου, θα'ναι μεγάλο κρίμα
Γεώτρηση μέσα στην καρδιά, αν κάνουνε θα δούνε
τα μάτια και τα χείλη μου, εσένα πως φιλούνε,
Ανάθεμα με μία φορά και πάλι ανάθεμα με
μεσ’ την δική σου αγκαλιά που θέλω να κοιμάμαι.
Ράκος είναι το σώμα μου, χώμα και αν καταντήσει
εσένα λουλουδάκι μου, μονάχα θα αγαπήσει
Ίσαμε πάνω στο θεό, θα φτάσω να ζητήσω
στον άλλο κόσμο αν μπορώ να σε ξαναγαπήσω
Τάμα θα κάνω στο Χριστό, στην Παναγιά επίσης
έστω και σε ένα όνειρο, εμένα να αγαπήσεις.
Αργός θα είναι ο θάνατος, μέσα στην αγκαλιά σου
τα μάτια μου να κλείσουνε, με τα γλυκά φιλιά σου.
Την άλλη μέρα στο γραφείο του έβαλε την ροζ κόλλα μέσα στο φάκελο με την ένδειξη ‘’ ΥΠΟΨΙΝ ΕΙΡΗΝΗΣ ‘’. Το σχέδιο του ήταν να πάει στο γραφείο της Ειρήνης και περνώντας μπροστά από την Μαργαρίτα να αφήσει με τρόπο να γλιστρήσει η ροζ κόλλα με τις μαντινάδες στο πάτωμα, να το βρει η Μαργαρίτα και να το διαβάσει. Έτσι θα πίστευε η Μαργαρίτα ότι αρέσει στον Μιχάλη, αφού έφτασε στο σημείο να τις γράψει ομοιοκατάληκτα δίστιχα, και δεν θα είχε αντίρρηση να κοιμηθεί στο σπίτι του Μιχάλη, να βιντεοσκοπηθούν τα όνειρα της και να δεί ο Μιχάλης εκείνο που τον ενδιέφερε. Πράγματι βγήκε από το γραφείο του, έγειρε το φάκελο που κρατούσε στο αριστερό του χέρι και με την άκρη του ματιού του, είδε την ροζ κόλλα να πέφτει στο δάπεδο. Προχώρησε γρήγορα κα μπήκε στο γραφείο της Ειρήνης σα κλέφτης.Η Μαργαρίτα φάνηκε να έχει ακόμη χαμηλωμένη την ματιά της « λες να μη δει την κόλλα, να την βρεί η Ειρήνη και να γίνω ρεζίλι των σκυλιών;». Η Μαργαρίτα που αν είχε κανείς τρία πουλάκια στην χούφτα του και τα άφηνε θα τα έπιανε και τα τρία στον αέρα, είδε την ροζ κόλλα και σηκώθηκε και την πήρε από το δάπεδο. Το ροζ χρώμα της κόλλας της κίνησε την περιέργεια, γιατί όλα τα χαρτιά που κυκλοφορούσαν στο γραφείο ήταν τα μηχανογραφημένα έντυπα και οι λευκές κόλλες.Προς στιγμή σκέφτηκε να μπει στο γραφείο της Ειρήνης και να δώσει την κόλλα στον Μιχάλη. Τα μάτια της έλαμψαν σαν του πράκτορα της Κα Κε Μπε που ανακαλύπτει απόρρητο αμερικανικό έγγραφο. Γύρισε στο γραφείο και ξεδίπλωσε την κόλλα. Γνώρισε αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα του Μιχάλη. Ξαφνιάστηκε με τα δίστιχα, δεν ήξερε ότι ο Μιχάλης γράφει. Τα διάβασε με περιέργεια δεν έγραφε όμως σε ποια κοπέλα απευθύνονται τα δίστιχα. Το παράπονο γέμισε ξαφνικά τα μάτια της. Η λύπη ξεχείλισε τη ψυχή και την καρδιά της, το πρόσωπο της έγινε κατακίτρινο. «Για την Ειρήνη τα έγραψε και πήγαινε στο γραφείο της να της τα δώσει. Άρα θα έχουν σχέσεις και εγώ δεν πήρα χαμπάρι, τι γινόταν κάτω από την μύτη μου.». Το παράπονο και η πίκρα της έγιναν αμέσως ζήλια, θυμός και εκδίκηση. Η εκδίκηση έγινε περίστροφο και η ζήλια σφαίρες. Το δάκτυλο της χάιδεψε την σκανδάλη. Η όψη της έμοιαζε με την σκληρή όψη ενός καουμπόη. Έβαλε όλες τις αισθήσεις σε επιφυλακή. Το μυαλό της είχε θολώσει λες και τι τάραξε ο διάολος με το καμάκι του μίσους. Σημάδευε την πόρτα της Ειρήνης στο σημείο που έβγαινε ο Μιχάλης. Μόλις εμφανίστηκε τράβηξε αμέσως με λύσσα την σκανδάλη σφίγγοντας τα δόντια. Ένας θόρυβος σαν κανονιά ακούστηκε στο δωμάτιο. Τα μάτια της έκλεισαν για λίγο. Φαντάστηκε τον Μιχάλη ξαπλωμένο μέσα σε μια λίμνη αίμα να ξεψυχά. Άνοιξε τα μάτια της.Δεν είδε το Μιχάλη, ούτε νεκρό ούτε ζωντανό. Απόρησε. Σκέφτηκε τι μπορεί να είχε συμβεί. Κούνησε το κεφάλι της « τι σκέπτεσαι μωρή μαλακισμένη ζηλιαρόγατα!». « πρέπει να δώσω τα δίστιχα στην Ειρήνη. Δεν πρέπει να με κατσαδιάσει ο Μιχάλης, θα στεναχωρηθεί η Ειρήνη και μπορεί να χάσω και τη δουλειά μου, όμως θα δώσω την κόλλα του Μιχάλη ». Ο Μιχάλης ήταν πάντα ευγενικός μαζί της. Της είχε επιτρέψει να του μιλά στον ενικό. Της έκανε αστεία. Εκείνος την πρωτοφώναξε Μοσχοβίτισα για να την πειράξει, δεν της είχε κάνει ποτέ καμιά πονηρή πρόταση, όπως συνηθίζουν οι διευθυντές με τις ιδιαιτέρες τους και σε τελική ανάλυση η Μαργαρίτα ήταν ευχαριστημένη που δούλευε κοντά του. Το μόνο της παράπονο ήτανε, ότι δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί μαζί του.
Ποτέ δεν χτυπούσε την πόρτα του γραφείου του για να μπει μέσα. Εκείνη τη στιγμή η πίκρα την είχε μεταμορφώσει. Χτύπησε την πόρτα του γραφείου του. Δεν πήρε απάντηση. Ξανακτύπησε και όταν άκουσε τον Μιχάλη να λέει ‘’ περάστε ‘’, μπήκε στο γραφείο. Ο Μιχάλης με την πρώτη ματιά πρόσεξε το χλωμό και στεναχωρημένο πρόσωπο της. Θυμήθηκε ότι το πρωί που μπήκε στο γραφείο είχε την ίδια έκφραση. « Τι να της συμβαίνει άραγε και φαίνεται τόσο λυπημένη; Μήπως την προσέλαβα με τις μαντινάδες; Μήπως πίστεψε ότι μπορεί να την εκθέσω στα μάτια των συναδέλφων της;»
- Τι σου συμβαίνει Μαργαρίτα;
- Τίποτα κύριε Καθηγητά.
Εκείνο το ‘’ κύριε καθηγητά ‘’ τον χτύπησε σαν πέτρα κατακούτελα. Μόνο τις πρώτες μέρες που έπιασε δουλεία στο γραφείο του, εδώ και τρία χρόνια τον προσφωνούσε έτσι. Και ξαναρώτησε με το αφοπλιστικό του χαμόγελο:
- Που το θυμήθηκες μωρέ Μοσχοβίτισα το ‘’ κύριε καθηγητά ‘’; Πώς σου ήρθε;
- Με συγχωρείτε.
- Α! Με σένα κάτι συμβαίνει, έλα κάθισε να μου πείς.
Ο Μιχάλης σηκώθηκε από το γραφείο του, πήγε κοντά της, την πήρε από το χέρι, την οδήγησε σε μία από τις δύο καρέκλες που υπήρχαν μπροστά στο γραφείο του, κάθισε και εκείνος στην άλλη, απέναντι της, και την ρώτησε, σαν στοργικός πατέρας.
- Έλα πες μου τι σου συμβαίνει κοριτσάκι μου;
- Τίποτε δεν μου συμβαίνει. Σήκωσε το χέρι που κρατούσε την ροζ κόλλα με τις μαντινάδες και την πρότεινε στον Μιχάλη λέγοντας:
- Κύριε καθηγητά, ορίστε, αυτό σας έπεσε την ώρα που πηγαίνατε στο γραφείο της Ειρήνης.
«Α! Ωραία το διάβασε»
- Τις διάβασες; Ρώτησε πονηρά ο Μιχάλης.
- Ανθρώπινη περιέργεια κύριε καθηγητά.
- Δεν μου λες θα πάει μακριά η βαλίτσα του κυρίου καθηγητού;
- Με συγχωρείτε.
- Άντε, έτσι μπράβο, κάνε μας έκπτωση και στον πληθυντικό, ξέρεις πόσο μου τη δίνει στα νεύρα.
Η Μαργαρίτα δεν απάντησε. Εξακολουθούσε να έχει χαμηλωμένη την ματιά της.
- Λοιπόν δεν σου άρεσαν οι μαντινάδες;
- Πώς, πως, πολύ ωραίες, πολύ ρομαντικές, θα αρέσουν πολύ στην Ειρήνη.
- Ποια Ειρήνη; Είπε ο Μιχάλης ξαφνιασμένος.
Το μόνο που δεν του είχε περάσει από το μυαλό ήταν αυτό.
- Μα την δική μας την Κουκουλάκη.
Ο Μιχάλης στόλισε τα χείλη του με ένα γλυκό χαμόγελο και είπε:
- Έλα για σένα τις έγραψα παραπονιάρα.
- Για την Ειρήνη τις γράψατε, μην με πειράζετε.
- Για αυτό είσαι βρε κουτό στεναχωρημένο; Για ξαναδιάβασε τες, να δούμε για ποια τις έγραψα.
- Σας παρακαλώ, είπε. Έτοιμη να βάλλει τα κλάματα και να σηκωθεί να φύγει.
- Έλα κάθισε, για κοίταξε εδώ και πες μου τι γράφει;
Έσκυψε κοντά της και της έδειξε με το δάκτυλο του τα κεφαλαία γράμματα στην αρχή κάθε στίχου που σχημάτιζαν την λέξη ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Η Μαργαρίτα διάβασε το όνομα της. Το γλυκό χαμόγελο άρχισε σιγά – σιγά να ομορφαίνει το πρόσωπο της. Η καρδία της σκίρτησε, όπως όταν την πρωτοφίλησε ο Ιγκόρ στο γυμνάσιο στη Μόσχα. Η ματιά της σεργιάνισε χαρούμενη πάνω στις μαντινάδες. Τώρα είχαν άλλο νόημα. Ένοιωσε μια τεράστια δύναμη στα πόδια. Ήθελε να πετάξει από την χαρά της. Άρχισε να ανασηκώνει την ματιά της. Φαντάστηκε τον τρόπο που θα την κοιτούσε ο Μιχάλης με τα φλογερά του μάτια και ξανακατέβασε την ματιά της στο χαρτί με τις μαντινάδες. Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι την είχε φέρει σε δύσκολη θέση. « Διάολε, δεν μπορεί να μου κάνει ερωτική εξομολόγηση στο γραφείο, αρκετά την βασάνισα ». Και άλλαξε θέμα.
- Λοιπόν Μαργαρίτα, ….. σιώπησε για λίγο, τόσο που να κάνει την Μαργαρίτα να σκύψει περισσότερο το κεφάλι. « Θα ήθελες να δεις βιντεοσκοπημένα όνειρα ;»
Η Μαργαρίτα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το πρόσωπο του γαλήνιο και η ματιά του τρυφερή. Πήρε αμέσως θάρρος και αποκρίθηκε:
- Και βέβαια θέλω, θα ανοίξετε τις οθόνες; Ρώτησε ανυπόμονα.
- Καλά ποια όνειρα θέλεις να δεις; Των ασθενών ή τα δικά σου;
- Τα δικά μου, τα δικά μου! Είπε χαρούμενα.
- Η΄ θα ήθελες να δεις και τα δικά μου όνειρα;
Η Μαργαρίτα που εν τω μεταξύ είχε βρει την αυτοκυριαρχία της, πέρασε στην επίθεση.
- Α, ωραία, για να δω και σε πόσες άλλες έχεις γράψει στιχάκια. Είπε πονηρά.
- Σε καμιά, σε καμιά. Είπε ο Μιχάλης ξαφνιασμένος.
Αφού η Μαργαρίτα βρήκε τη ‘’ πληγή ‘’ του Μιχάλη, της έστυψε και λεμόνι. « Έλα τώρα, εγώ σε θάμπωσα και μου έγραψες στιχάκια; Καλά την Ειρήνη η οποία μοιάζει με θεά δεν την πρόσεξες »; Είπε ειρωνικά η Μαργαρίτα.
- Θα σου εξηγήσω.
- Καλά μην ορκίζεσαι, σε πιστεύω.
- Έλα σταμάτα τις ειρωνείες τρελομοσχοβίτισα και θα σου εξηγήσω.
- Λοιπόν, ναι έχω γράφει πολλές μαντινάδες, αλλά ποτέ δεν τις έδωσα σε κοπέλα. Η Μαργαρίτα τον διέκοψε.
- Και περίμενες να έρθω εγώ από την Μόσχα για να μου τις δώσεις; Δηλαδή σαν να λέμε εγώ είμαι η πρώτη σου. Το ειρωνεύτηκε. « Τρία χρόνια Μιχαλάκη δεν σου γέμιζα το μάτι, τώρα που με γουστάρεις θα σε …. ψήσω».
Η Μαργαρίτα είχε βάλει τον Μιχάλη στο τηγάνι της ειρωνείας και το σιγοτηγάνιζε σαν μπαρμπούνι.
- Δεν είμαι και καμιά καλλονή σαν την Ειρήνη.
Η θηλειά της ειρωνείας της Μαργαρίτας κόντευε να τον πνίξει. Ξεροκάταπιε και κόντεψε να καταπιεί την γλώσσα του. « θα πειστεί άραγε, ότι δεν έχω δώσει στίχους στην Ειρήνη; Αν δεν πειστεί πάνε άραγε τα σχέδια με τα όνειρα»;
- Θέλω να με πιστέψεις. Είπε σοβαρά « δεν έχω δώσει σε καμία στίχους, ούτε και στην Ειρήνη, μπορείς να την ρωτήσεις.»
Η Μαργαρίτα και η Ειρήνη είχαν γίνει φίλες και συζητούσαν και τα προσωπικά τους, γι’ αυτό και η Μαργαρίτα πίστεψε τον Μιχάλη.
- Εντάξει, εντάξει σε πιστεύω. Κι εγώ ένα αστείο έκανα. Αλλά πες μου τι θα γίνει με τα όνειρα μου, θα τα βιντεοσκοπήσω με τον ηλεκτρονικό σκούφο και μετά θα τα δω στο γραφείο σου στις οθόνες;
- Ναι, ναι θα σου δώσω τον ηλεκτρονικό σκούφο να βιντεοσκοπήσεις τα όνειρα σου, αλλά δεν θα τα δούμε εδώ αλλά στο σπίτι μου, γιατί εδώ αποθηκεύονται αυτόματα στην μνήμη του κεντρικού υπολογιστή, καταλαβαίνεις;
Η Μαργαρίτα δαγκώθηκε, « αμάν και αν δω τους αγαπητικούς μου στο κρεβάτι, όπως τους βλέπω κάθε τόσο, τι θα γίνει; Αν δω τους φίλους του Μιχάλη που κοιμήθηκα μαζί τους; Πω! Πω! Έχασα το Μιχάλη».
- Ναι κατάλαβα θα τα δούνε και άλλοι. Είπε η Μαργαρίτα.
- Σωστά.
- Ναι αλλά …. Είπε και σιώπησε.
Ο Μιχάλης διάβασε τις σκέψεις της. Είχε υπολογίσει ότι θα του έκανε παρόμοια ερώτηση και είπε:
- Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να δω κάτι που αφορά την ιδιωτική σου ζωή.
- Αλήθεια; Ρώτησε με ανακούφιση – μα πως μπορεί να γίνει; Μου φαίνεται πρακτικά αδύνατον.
- Κοίτα να δεις πως γίνεται. Ο υπολογιστής κωδικοποιεί τα όνειρα και εμφανίζεται στην πρώτα η θεματολογία τους. Παραδείγματος χάριν θα δεις: θέμα 1: επίσκεψη στους γονείς σου στη Μόσχα. Θέμα 2: ραντεβού με κάποιον κ.λ.π. Κατάλαβες μέχρι εδώ;
- Περίπου, αλλά μετά τι γίνεται;
- Μετά ανοίγεις όποιο θέμα θέλεις. Αν λοιπόν δούμε μαζί τα όνειρα σου, δεν θα ανοίξουμε το θέμα που αναφέρεται σε κάποιο ραντεβού σου.
- Α! ωραία τότε. Έτσι ήταν και τα δικά σου;
- Ναι έτσι ακριβώς.
- Με τι θέματα; Ρώτησε δήθεν αθώα η Μαργαρίτα.
- Δύο θέματα αφορούσαν εσένα.
- Εμένα; Ρώτησε με έκπληξη και ανασήκωσε απότομα το σώμα της, σαν τον κάβουρα που τον έριξαν στο τηγάνι με καυτό λάδι. « Πώς να με είδε άραγε με τους παίδαρους; Πω! Πω! Πορνό που θα είδε».
- Ναι εσένα. Είπε και σκέφτηκε να την πειράξει αλλά το μετάνιωσε.
- Δηλαδή;
- Τι δηλαδή;
- Ε! δεν κατάλαβες;
- Όχι.
- Έλα τώρα πες μου, είπε ικετευτικά η Μαργαρίτα.
- Εντάξει, δεν σε είδα όπως …. φαντάζεσαι.
- Τότε τι έκανα;
- Στο ένα θέμα έκανες την γραμματέα του Υπουργού Βιομηχανίας.
- Άκου πράγματα, γραμματέας Υπουργού! Από πού κι ως που;
- Μπορεί να είναι το όνειρο σου.
- Εμένα; Αποκλείεται. Δεν σε αλλάζω ούτε με χίλιους Υπουργούς.
- Σιγά τώρα! Πάντως κι εγώ δεν σε αλλάζω με καμιά, είπε ο Μιχάλης με ένα πονηρό χαμόγελο.
- Σιγά την αναντικατάστατη!
- Που θα βρω γραμματέα να μου γράφει μαντινάδες, μπορείς να μου πείς;
- Τι έκανε λέει; Μαντινάδες εγώ;
- Και ωραίες και ρομαντικές.
- Έλα τώρα μην με πειράζεις. Είπε παραπονιάρικα η Μαργαρίτα.
- Κάθε άλλο. Γράφεις φανταστικές μαντινάδες.
- Στον ύπνο μου μπορεί, γιατί στον ξύπνιο μου ….
- Στον δικό σου ύπνο δεν ξέρω, τι κάνεις, αλλά στον δικό μου ….!!!
- Έλα τώρα μην μου πεις ότι σου έγραψα μαντινάδες στο όνειρο σου, θα με τρελάνεις.
- Κι αφού μου έγραψες; Τι να κάνω; Να μην σου δείξω την κασέτα με το όνειρο;
- Όχι, όχι μη μου το κάνεις αυτό!
- Εντάξει, θα την δεις την κασέτα.
- Και πότε θα δούμε τα όνειρα;
- Τι λες για την Παρασκευή το βράδυ;
- Σύμφωνοι.
- Και μην ξεχάσεις να μου γράψεις κανένα δίστιχο.
- Αν το θέλεις τόσο πολύ θα σου γράψω στα ρώσικα.
- Τα πάντα δεκτά, είπε ο Μιχάλης, ξεκαρδισμένος στα γέλια.
Την Παρασκευή το απόγευμα η Μαργαρίτα ρώτησε τον Μιχάλη τι ώρα πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι του.
- Θα περάσω να σε πάρω από το σπίτι σου.
- Τι ώρα;
- Τι λες για τις εννιά;
- Πολύ ωραία.
- Λέω αν δεν έχεις αντίρρηση, να τσιμπήσουμε κάτι πριν έρθουμε σπίτι.
- Καμιά αντίρρηση.
Η Μαργαρίτα ήταν ενθουσιασμένη που θα είχε την ευκαιρία να ‘’ εκπορθήσει ‘’ το ‘’ κάστρο ‘’ του Μιχάλη. Κοντά τρία χρόνια δεν το είχε καταφέρει. Όλες τις μέρες, μέχρι την Παρασκευή, αυτό σκεφτόταν. Της φαινόταν παράξενο το γεγονός, ότι ο Μιχάλης της το ‘’ ξεφούρνισε στην ψύχρα ‘’,. Έτσι το σκεφτόταν και μάλιστα με ρομαντικές μαντινάδες, χωρίς να προηγηθεί καμιά ‘’ προετοιμασία ‘’ εκ μέρους του. Ούτε ένα υπονοούμενο. «τι σκοτίζομαι τώρα; Αφού του αρέσω, το γιατί θα γυρεύω;» Στις εννιά ήταν πανέτοιμη. Έκανε το ‘’ κατακτητικό ‘’ της μπάνιο, παρφουμαρίστηκε, φόρεσε την γούρικη φούστα της – την κόκκινη – που την φορούσε μόνο στο πρώτο ραντεβού, με τους παίδαρους, έστειλε και ένα φιλί στον καθρέφτη, που της ‘’ είπε ‘’ ότι του άρεσε και βγήκε στην βεράντα να κοιτάξει για το αυτοκίνητο του Μιχάλη. Στις εννιά παρά πέντε ο Μιχάλης παρκάριζε το αυτοκίνητο. Κατέβηκε αμέσως και προχώρησε προς το αυτοκίνητο. Ο Μιχάλης είχε βγεί και περίμενε στο πεζοδρόμιο να περάσουν δύο αυτοκίνητα, για να διασχίσει το δρόμο.
- Μιχάλη περίμενε. Του φώναξε η Μαργαρίτα.
Πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο και μπήκε στο αυτοκίνητο την ώρα που ο Μιχάλης έβαζε μπροστά την μηχανή. Σε ένα τέταρτο έφτασαν στην Πειραϊκή. Κάθισαν σε ένα ταβερνάκι και παράγγειλαν θαλασσινές λιχουδιές και μπύρες. Ο Μιχάλης ήταν, την περισσότερη ώρα, αφοσιωμένος στο φαγητό, δεν πολυκοιτούσε την Μαργαρίτα και τα ελάχιστα που συζητούσαν, ήταν γύρω από το φαγητό. Ο Μιχάλης δεν την κοιτούσε γιατί την είχε κοντά του τρία χρόνια, την έβλεπε ως γραμματέα και τις μαντινάδες τις της έγραψε για τις ανάγκες της έρευνας. Δεν του είχε περάσει από το μυαλό να ερευνήσει και το κορμί της. Με την Μαργαρίτα συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Ήθελε να τον κατακτήσει, αλλά μέχρι τότε δεν το είχε κατορθώσει. Τώρα τον είχε απέναντι της. Πρώτη φορά έτρωγαν μαζί έξω. Τον έτρωγε με τα μάτια της. Μελετούσε κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του. Εφερνε κάπου – κάπου την γλώσσα της στα χείλη της. Πρόσεξε τη γαλήνια ματιά του. Δεν είχε εκείνη την φλόγα, εκείνο τον ερωτισμό που έχει η ματιά κάποιου που βγαίνει το πρώτο ραντεβού με μια κοπέλα. Θυμήθηκε τον Περικλή, που η ματιά του ήταν ερωτευμένη με τον πόθο. « τούτος είναι αμερικανοθρεμένος, θα έχει άλλο στυλ, το σοβαρό, του καθηγητή, του κουλτουριάρη. Τι περιμένεις, στο Αιγάλεω θα κάνει παρέα με τους κουλτουριάρηδες που έχουν μαζευτεί εκεί, και θα τον χάλασαν». Ο Μιχάλης κοίταξε το ρολόι, του και είπε:
- Ώρα να πηγαίνουμε Μαργαρίτα.
- Όπως θέλεις Μιχάλη.
Σε όλη την διαδρομή η Μαργαρίτα μελετούσε στο μυαλό της, τις επόμενες κινήσεις. Η ματιά του Μιχάλη την απογοήτευε. « θα τον φιλώ και θα κοιτά με αυτήν την παγωμένη ματιά;», σκεφτόταν με δέος.
Δεν ένοιωθε άνετα αλλά δεν μπορούσε να βρει λύση.
Όταν μπήκαν στο σπίτι του Μιχάλη την οδήγησε στον καναπέ του γραφείου του. χώθηκε τόσο βαθιά στον μαλακό καναπέ, που νόμισε ότι κάθισε στο πάτωμα. Η κοντή κόκκινη φούστα της ανέβηκε τόσο ψηλά που κόντεψε να φτάσει στον αφαλό της. Πολλοί θα ζήλευαν την ηλεκτρονική οθόνη που βρισκόταν ακριβώς απέναντι της και φωτίζονταν αμυδρά από την γυαλάδα της άσπρης και μεταξωτής κυλοτίτσας της. Η Μαργαρίτα περιεργάστηκε το δωμάτιο. Ίδιο με του γραφείου του, στο πανεπιστήμιο. Η μόνη διαφορά ήταν τα παράθυρα. Μόνο το τζάκι στη γωνιά του δωματίου, έκανε την διαφορά. Ήταν κτισμένο με πελεκητή γαλανόλευκη πέτρα. Στο πάνω μέρος τρεις θυρίδες, με τριγωνικό σχήμα, όπου ήταν τοποθετημένες μικρές κανάτες με μπλε σχέδια. Στη μέση του τζακιού ένα μαρμάρινο ράφι, πάνω στο ράφι ένα παμπάλαιο σίδερο, ένα γουδί, ένα τεράστιο παλιό κλειδί, ίσαμε ένα κιλό, δύο ξύλινα τασάκια, από κορμό μικρού πεύκου και ένα κάδρο με δύο μαυροφορεμένες γυναίκες, οι γιαγιάδες του Μιχάλη. Δεξιά και αριστερά της βάσης του τζακιού, κρεμόταν μία λύρα και ένα λαούτο. Πάνω από την λύρα το κάδρο του παππού του, που έπαιζε λύρα και πάνω από το λαούτο η φωτογραφεία του θείου του του Γιάννη, που έπαιζε λαούτο. Το τζάκι ήταν γεμάτο ξύλα αλλά δεν άναβε. Στο υπόλοιπο δωμάτιο εκτός από το γραφείο του Μιχάλη υπήρχαν μόνο υπολογιστές και βιβλία στις βιβλιοθήκες. Όταν γύρισε την ματιά της από το τζάκι και αντίκρισε τους υπολογιστές την έπιασε απελπισία. « πανάθεμα τον που τους ανακάλυψε, μόνο το τζάκι θυμίζει ότι καμιά φορά ζούμε σαν άνθρωποι.» Θυμήθηκε την επίσκεψη της στη θεία την Αντιόπη, σε ένα χωριό κοντά στην Ρίγα. Το χιόνι πρέπει να ήταν κοντά στα δύο μέτρα. Το τεράστιο τζάκι έκανε το σπίτι ζεστό σαν φούρνο, όλοι ήταν καθισμένοι τριγύρω από το τζάκι, έτρωγαν και άκουγαν ιστορίες της θείας από την κατοχή και την αντίσταση, τότε που ήταν ασυρματίστρια στον ‘’ ΕΛΛΑΣ ‘’. Τις είχαν κάνει εντύπωση τα τυριά που έφτιαχνε η θεία της και τα έβαζε στα παράθυρα, τα λουκάνικα που κρέμονταν από ένα ξύλινο γάντζο και τα παστά ψάρια. Πολλές φορές τα αναπολούσε με νοσταλγία και μετάνιωνε που είχε έλθει στην της Αθήνας. Αναστέναξε βαθιά.
Ο Μιχάλης ετοίμασε τους υπολογιστές, φόρτωσε την βιντεοκασέτα με τα όνειρα, ενεργοποίησε την οθόνη και είπε εύθυμα στην Μαργαρίτα:
- Όλα έτοιμα για τα όνειρα.
Η Μαργαρίτα αποφάσισε να περάσει στην επίθεση.
- Έτσι κάνουν στο νησί σου;
- Τι κάνουν στο νησί μου; Ρώτησε παραξενεμένος ο Μιχάλης.
- Δεν κερνάτε τους προσκεκλημένους σας; Είπε χαμογελώντας.
- Με συγχωρείς μωρέ Μαργαρίτα, τι θα πιεις;
- Μια τσικουδιά.
Ο Μιχάλης έμεινε ξερός, σαν καμένο πεύκο από την έκπληξη. «Που ξέρει ότι έχω και τσικουδιά; Αφού γνωρίζει ότι δεν είμαι Κρητικός. Ή μήπως της αρέσει η τσικουδιά; Δεν αποκλείεται.». και ρώτησε γεμάτος περιέργεια:
- Σ΄ αρέσει η τσικουδιά;
- Δεν ξέρω.
- Πως δεν ξέρεις;
- Που να ξέρω.
- Καλά μου ζήτησες τσικουδιά χωρίς να ξέρεις;
- Δεν έχω ξαναπιεί!
- Εσύ θα με χαζέψεις. Δεν έχεις ξαναπιεί και μου την ζητάς; Και που ξέρεις πως έχω τσικουδιά;
- Πως δεν ξέρω.
- Πως διάολο το ξέρεις; Ρώτησε εκνευρισμένος ο Μιχάλης.
- Μα εσύ μου το είπες.
- Πότε;
- Χθες το βράδυ.
- Μα δεν είμαστε μαζί εχθές το βράδυ.
- Ε, πως δεν είμαστε. Είπε πονηρά η Μαργαρίτα.
- Που είμαστε;
- Μα, στην βεράντα του σπιτιού μου.
Ο Μιχάλης είδε ξανά την πόρτα του τρελοκομείου. Ο Ναπολέων, ο Χίτλερ και ο Χομεϊνί του φώναζαν: «τι ήθελες και γύριζες στους τρελούς; Εδώ είναι τα καλά, έλα και μην το ξανασκάσεις!». Το ξανάσκασε και ρώτησε την Μαργαρίτα:
- Λοιπόν άσε το δούλεμα, γιατί θα σε στείλω πίσω στην Μόσχα και πες μου που ξέρεις ότι έχω τσικουδιά;
- Μα σου είπα. Αποκρίθηκε η Μαργαρίτα με όλη την φυσικότητα του κόσμου.
Τα νεύρα του Μιχάλη έγιναν ελατήρια και άρχισε να νιώθει άγριες διαθέσεις. «Αν δεν μου πει θα την πνίξω».
- Λέγε γιατί…………… είπε κάνοντας μια απειλητική κίνηση με τα χέρια του.
- Τι γιατί; Τι θα μου κάνεις, ρώτησε ειρωνικά η Μαργαρίτα.
Η ψυχραιμία της του γέμισε αφρό θυμού στο στόμα.
- Θα σου έλεγα αλλάααα……..
- Τι αλλά, είπε με ψυχραιμία που είχε γίνει τέρας.
- Λοιπόν με έσκασες δεν το βλέπεις;
- Το βλέπω, είπε με απάθεια εκείνη.
Του ήρθε να τις βγάλει τα μάτια. Κατάλαβε ότι ούτε άκρη έβγαζε, ούτε μέση και ότι θα τον έσκαγε και αποφάσισε να ακολουθήσει τον προσφιλή και δοκιμασμένο τρόπο. Πήρε γλυκό ύφος, φόρεσε τρυφερή ματιά, πήγε έκατσε κοντά της, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και της είπε με παραπονιάρικη φωνή:
- Έλα, έλα κοριτσάκι μου, άσε τα αστεία και πες μου.
Η Μαργαρίτα είδε για πρώτη φορά τον Μιχάλη να την κοιτάζει τόσο τρυφερά. Εκείνο το ‘’ ΜΟΥ ‘’ που έβαλε στο Μαργαρίτα την έκανε να νιώσει τόσο όμορφα. Άρχισε να βλέπει τον έρωτα του Μιχάλη. « Μαργαρίτα μου, είμαι η Μαργαρίτα του!».
- Με συγχωρείς Μιχάλη μου. Σιώπησε για λίγο, ήθελε να μείνει εκεί, στο ‘’Μιχάλη μου ‘’ και να το επαναλαμβάνει αιώνια και συνέχισε:
- Μου το είπες στο όνειρο μου. Είπε και ξεκαρδίστηκε από τα γέλια.
Ο Μιχάλης γαλήνεψε και χαμογέλασε. Κοίταξε με τρυφερότητα την Μαργαρίτα. Τότε πρόσεξε σαν άντρας τα στρουμπουλά και αφράτα πόδια της. Η ματιά του έπεφτε εξερευνητικά πάνω τους. « πότε δεν την πρόσεξα σαν γυναίκα, γυναικάρα η Μοσχοβίτισσα, αχ και να μην ήταν γραμματέας μου!».
- Λοιπόν πες μου τι όνειρο είδες;
- Δεν θυμάμαι και πολλά πράγματα.
- Ότι θυμάσαι,
- Να, είχες έρθει σπίτι μου και μου έφερες δώρο ένα μπουκάλι τσικουδιά και όταν σε ρώτησα που την βρήκες, μου απάντησες ότι σου είχε φέρει μια μπουκάλα, ένας φίλος σου κρητικός.
- Τι μου λες; Είπε με έκπληξη ο Μιχάλης.
- Δηλαδή έτσι είναι;
- Ακριβώς!
- Ε!, δεν θα δοκιμάσουμε τότε;
- Ακού λέει……
Ο Μιχάλης σηκώθηκε και έφερε δύο ποτήρια τσικουδιά σε δύο θεόρατα ποτήρια. Η Μαργαρίτα κοίταξε την τσικουδιά και της φάνηκε ελάχιστη στα μεγάλα ποτήρια, σαν να ήταν το απόπιομα κάποιων άλλων και ρώτησε αστειευόμενη:
- Την τσιγκουνεύεσαι; Γέμισε τα.
- Η τσικουδιά είναι δυναμίτης. Άσε που είσαι και κοριτσάκι.
- Εγώ είμαι γερό ποτήρι, θα το δεις, μην ξεχνάς ότι μεγάλωσα με βότκα στην Μόσχα.
- Η βότκα είναι νεράκι μπροστά στην τσικουδιά. Σκέτο οινόπνευμα είναι σου λέω.
- Μήπως μεθάς εύκολα και την φοβάσαι;
- Κάτσε φρόνιμα σου λέω!
- Έλα, βάλε λίγο ακόμη. Είπε ναζιάρικα η Μαργαρίτα.
- Καλάαα, θα γίνεις στουπί.
« Και τι πειράζει; Με τον Μιχάλη μου θα είμαι», σκέφτηκε. Ο Μιχάλης σηκώθηκε και έβαλε αρκετή τσικουδιά στα ποτήρια. Η Μαργαρίτα έπιασε το ποτήρι της, το σήκωσε, τσούγκρισε το ποτήρι του Μιχάλη και είπε εύθυμα:
- Άντε γεια μας.
- Γεια σου Μαργαρίτα!
Εκείνη ήπιε μια γερή γουλιά, λες και έπινε λεμονάδα. Ένιωσε αμέσως να καίγονται τα σωθικά της. Τα μάτια της βούρκωσαν. « Καλά μου το έλεγε ο Μιχάλης.». Η ενέργεια της τσικουδιάς, ήταν ακαριαία. Ξέχασε αμέσως τις βιντεοκασέτες και τα όνειρα. Κοίταξε τον Μιχάλη με λυσσασμένη ματιά, ένιωθε να τον ποθεί, να θέλει να τον σφίξει στην αγκαλιά της, να τον φιλά ασταμάτητα, να τον ρίξει στον μαλακό καναπέ. Συγκρατήθηκε, «δεν φεύγει, που να πάει, στο σπίτι του είναι, δικός μου είναι, κατάδικός μου». Το κέφι πλημμύρισε το κεφάλι της. Ένιωθε την γλύκα του να απλώνεται σαν χάδι στο κορμί της. Το κορμί της από την τσικουδιά και τον ερωτικό πόθο το ένιωθε να φλέγεται. Ένιωθε να κρυώνει. Κοίταξε το τζάκι.
- Διακοσμητικό το έχεις το τζάκι Μιχάλη μου; Ρώτησε, τονίζοντας το ‘’ μου ‘’.
- Όχι Μαργαρίτα μου. Της απάντησε τρυφερά ο Μιχάλης.
- Άναψε το λοιπόν!
Ο Μιχάλης σηκώθηκε, πήρε το μπουκάλι με το οινόπνευμα από το ράφι του τζακιού, μετακίνησε το προστατευτικό πλέγμα, κατάβρεξε τα ξύλα, άναψε ένα σπίρτο και τους έβαλε φωτιά. Ακούστηκε ένα πουφ και οι φλόγες έζωσαν τα ξύλα. Η ανταύγεια της φωτιάς καθρεφτιζόταν στα φλογισμένα από έρωτα μάτια της Μαργαρίτας. Η ατμόσφαιρα έγινε ζεστή και ρομαντική. Η Μαργαρίτα έβλεπε ότι κάτι έλειπε και ρώτησε:
- Μιχάλη δεν έχεις μουσική;
- Τι μουσική σ΄αρέσει;
Εκείνη τη στιγμή στην Μαργαρίτα θα άρεσε και μουσική των Ιμαλαΐων.
- Ότι να ΄ναι.
- Να σου βάλω ένα νησιώτικο μπλουζ; Είπε γελώντας ο Μιχάλης.
- Δεν έχω ξανακούσει.
- Να η ευκαιρία! Να το βάλω;
- Βάλτο!
Ο Μιχάλης πήγε στο στερεοφωνικό και έβαλε τον αγαπημένο του ‘’ Συρματικό ‘’, τον σκοπό με τον οποίο συνοδεύουν οι λυράρηδες την νύφη και το γαμπρό από και προς την εκκλησία στην Κάσο και την Κάρπαθο. Την …. περίεργη αυτή συνήθεια την απέκτησε ο Μιχάλης στην Αμερική, όταν σπούδαζε. Από εδώ το είχε από εκεί το είχε έκανε τις Αμερικανίδες, σε παρόμοιες στιγμές να ακούνε στο δωμάτιο του, τον ‘’ Συρματικό ‘’ που έπαιζε ο φίλος του ο Μηνάς ο Παπαμηνάς. Ο Μηνάς τον είχε μαγέψει με τις δοξαριές του και όποτε άκουγε να παίζει ‘’ Συρματικό ‘’ έλεγε «καλή σου ώρα Μήνα». Η Μαργαρίτα ήπιε και την τελευταία σταγόνα της τσικουδιάς, κοίταξε τον Μιχάλη και του είπε:
- Μιχάλη το ποτήρι μου τρύπησε.
- Έλα ήπιες πολύ, δεν θα μπορείς σε λίγο να δεις τα όνειρα.
Η Μαργαρίτα που είχε κάνει κιόλας ‘’ άλλα ‘’ όνειρα του είπε ικετευτικά:
- Σε παρακαλώ Μιχάλη μου.
Ο τρόπος που το είπε, έκανε τον Μιχάλη να της ξαναγεμίσει το ποτήρι. Εκείνη το σήκωσε αμέσως.
- Άντε γεια!
- Γεια μας !
Η μελωδία του ‘’ Συρματικού ‘’ έσβησε από το μυαλό του το παρόν και το μέλλον. Θυμήθηκε τις Αμερικανίδες, που έκανε έρωτα στο δωμάτιο του υπό τους ήχους της λύρας. Κοίταξε την Μαργαρίτα που τον έτρωγε με τα μάτια της. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει από πόθο. Τη ρώτησε:
- Σ΄αρέσει το νησιώτικο μπλουζ;
- Θεϊκό είναι! Είπε και τινάχτηκε όρθια, άνοιξε τα χέρια της σαν την ‘’ Πλατυτέρα ‘’, χαμογέλασε γλυκά και είπε:
- Έλα να χορέψουμε.
Ο Μιχάλης την αγκάλιασε από την μέση και εκείνη από τον λαιμό. Την κοίταξε με την ερωτική του ματιά. Εκείνη ένιωθε να λιώνει σαν ζάχαρη στο νερό του έρωτα. Κόλλησε πάνω του σαν πεταλίδα. Ο Μιχάλης μέθυσε από την μουσική και το άρωμα του κορμιού της. Άρωμα φλεγόμενης από έρωτα σάρκας. Κοίταξε τα χείλη της. Μισάνοιχτα. Κοίταξε τα μάτια της. Σχεδόν κλειστά. Σαν να ήθελαν να φυλακίσουν τον πόθο. Εκείνη τα μισάνοιξε, η φλόγα και το πάθος τους κόλλησαν τα χείλη της στου Μιχάλη τα χείλη και τους πήραν βεντούζες.
Ο Μιχάλης έπιασε με τα δυο του χέρια το κεφάλι της και την φίλησε και εκείνος με πάθος. Εκείνη πέρασε το χέρι της μέσα από το πουκάμισο και του τραβούσε με δύναμη το τριχωτό του στήθους του. Ο Μιχάλης πονούσε και γαργαλιόταν, αλλά
ερεθιζόταν. Η ματιά της Μαργαρίτας έπεσε πάνω στο χαλί που απολάμβανε τη ζέστη μπροστά στο τζάκι. Αγκάλιασε τον Μιχάλη από την μέση και χορεύοντας στο ρυθμό του ‘’ νησιώτικου ‘’ μπλουζ έφτασαν δίπλα στο χαλί. Το χαλί λυπήθηκε την ορθοστασία τους. Πέταξε και χάρισε το χάδι του στις πλάτες τους. Το χάδι ζήλεψαν ο μαλακός καναπές και το κρεβάτι. Πριν χαμογελάσει ο ήλιος στην ημέρα, ο Μιχάλης σηκώθηκε να πιει λίγο νερό. Μισοζαλισμένος, πέρασε μπροστά από το γραφείο του και από συνήθεια κοίταξε να δει αν ανάβει ακόμη το τζάκι.
Δύο τρία κάρβουνα κοκκίνιζαν στην εστία. Κοιτάζοντας τα κάρβουνα, σαν να του φάνηκε ότι ακουγόταν μια παραπονιάρικη φωνή, σαν κάποιος να τραγουδούσε.
Πλησίασε προς το τζάκι. Στο μισοσκόταδο του φάνηκε ότι το χαλί έμοιαζε με άνθρωπο που είχε βάλει την παλάμη του στο μάγουλό του και σιγοτραγουδούσε. Τέντωσε την ακοή του να ακούσει την μαντινάδα. Η μνήμη του την ‘’ μαγνητοφώνησε ‘’.
« Θεέ την τελειότητα, μόνο εσύ γνωρίζεις
μα το χαλί το άψυχο, γιατί το σκανδαλίζεις.»
Την ώρα του πρωινού καφέ, η Μαργαρίτα πρόσεξε ότι ο Μιχάλης ήταν σκεπτικός και τον ρώτησε:
- Τι σκέπτεσαι καλέ;
- Α! τίποτα.
- Έλα τώρα δεν με γελάς.
Ο Μιχάλης έξυνε το κεφάλι του και δεν απάντησε.
- Έλα πες μου, είπε γλυκά η Μαργαρίτα.
- Την μαντινάδα.
- Ποια μαντινάδα;
- Του χαλιού!
Η Μαργαρίτα τα έχασε και είπε χαμογελώντας.
- Ακόμη δεν ξύπνησες, όνειρα βλέπεις!
- Ξύπνιος είμαι και παρά είμαι.
- Έλα άσε τα αστεία.
- Δεν σου κάνω αστεία, είπε σοβαρά ο Μιχάλης.
- Ε! τότε τι είναι αυτή η μαντινάδα του χαλιού; Λέει και το χαλί μαντινάδες; Ρώτησε ειρωνικά η Μαργαρίτα.
- Πως δεν λέει.
- Τώρα είναι που θα τρελαθώ, είπε και σηκώθηκε έπιασε το κεφάλι του με τις παλάμες της τον φίλησε τρυφερά και είπε :
- Έλα καλέ μου, πες μου.
- Να την θυμήθηκα!
- Ποια καλέ;
- Την μαντινάδα.
- Του χαλιού;
- Ναι του χαλιού.
- Για πες την μου.
Ο Μιχάλης την κοίταξε τρυφερά και της είπε την μαντινάδα. Τα μάτια της Μαργαρίτας έλαμψαν και είπε πονηρά:
- Ώστε φτάσαμε στην τελειότητα!
- Έλα τώρα σταμάτα, είπε ο Μιχάλης, αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια, σαν να ντρεπόταν.
- Τι φταίω εγώ, εσύ μου είπες την μαντινάδα. Για φαντάσου σκανδαλίστηκε και το χαλί!
- Έλα τώρα ξεχνά το.
- Μα ξεχνιούνται τέτοια πράγματα! Είπε με καμάρι.
Ο Μιχάλης ντρεπόταν, λες και δεν είχε κάνει, το βράδυ τρεις ‘’ παραγαδιές ‘’ μαζί της. Η Μαργαρίτα άρχισε να σκανδαλίζεται με το χαλί και του είπε:
- Μιχαλάκη εκεί θα το κάνουμε!
- Που ρώτησε, αφηρημένα.
- Στο χαλί, πάμε τώρα;
- Έλα τώρα, ηρέμησε και το βράδυ τι θα κάνουμε;
- Τα ίδια και στο χαλί.
- Θα το κάψω το γαμημένο το χαλί.
- Πάλι;
- Σταμάτα Μοσχοβίτισσα και άντε να ντυθείς.
- Καλά είμαι έτσι, ντυμένη θα πάω στο χαλί;
Ο Μιχάλης έγινε Πακιστανός από το κακό του.
- Γαμώ το χαλί μου.
- Τώρα όμως.
- Θα σε πνίξω! Αν δεν κλείσεις το στόμα σου.
- Έλα κλείστο μου με ένα φιλί.
Ο Μιχάλης σκέφτηκε πως μόνο έτσι θα σταματήσει να τον προκαλεί. Έσκυψε και την φίλησε τρυφερά. Η Μαργαρίτα τον κοίταξε σαν Αμαζόνα που έκανε ‘’ νηστεία ‘’ ένα χρόνο και είπε:
- Έλα φίλησε με όπως στο χαλί!
- Γαμώ το χαλί και τον Περσιάνο που το έφτιαξε. Θα το ρίξω στο τζάκι να καεί να το ξεχάσεις.
- Ξεχνιόνται τέτοια τα πράγματα;
- Δεν μου γλιτώνεις, θα σε πνίξω! Είπε εξαγριωμένος, ενώ σηκώθηκε με απλωμένα χέρια για να την πιάσει από τον λαιμό.
Η Μαργαρίτα κατάλαβε ότι τον έφερε στα πρόθυρα της παράκρουσης και πήδηξε έξω από την κουζίνα σαν ουραγκοτάγκος να αποφύγει το πνίξιμο. Μετά από λίγη σιωπή, ο Μιχάλης της φώναξε:
- Αν θες πάμε μια βόλτα στην Κηφισιά να πιούμε καφέ και να φάμε.
- Ωραία! Να πάρουμε όμως και το χαλί στο αυτοκίνητο, να το στρώσουμε στο δασός της Εκάλης.
Ο Μιχάλης στο άκουσμα του χαλιού, τινάχτηκε από την καρέκλα σαν πάνθηρας και άρχισε να κυνηγά την Μαργαρίτα, γύρω –γύρω από την τραπεζαρία. Δεν μπορούσε να την πιάσει. Θυμήθηκε ένα κόλπο του παππού του και έβαλε μια στριγκλιά:
- Αχ! Το πόδι μου, φώναξε και έσκυψε και έπιασε το καλάμι του ποδιού του.
Η Μαργαρίτα τρόμαξε. Νόμισε ότι ο Μιχάλης χτύπησε κάπου, πήγε αμέσως δίπλα του, έσκυψε και τον ρώτησε αλαφιασμένη:
- Χτύπησες αγαπούλα;
Ο Μιχάλης πήρε τα χέρια του από το καλάμι του ποδιού του, άρπαξε την Μαργαρίτα, όπως ο γάτος το σπουργίτι, την σήκωσε ψηλά και είπε απειλητικά:
- Αν έχεις τα κότσια ξαναπές την λέξη, θα σε σκάσω κάτω σαν καρπούζι, πριν σκάσεις εσύ εμένα.
- Σκάσε με, είπε με ατρόμητο ύφος.
Ο Μιχάλης την κουβάλησε στο μπάνιο, την έβαλε μέσα στην μπανιέρα και άνοιξε αμέσως το κρύο νερό της ντουζιέρας. Η Μαργαρίτα πάγωσε από το κρύο νερό και ούρλιαξε σαν Σκωτσέζος που έπεσε στην βόρεια θάλασσα.
- Τώρα θα ηρεμήσεις. Είπε σαρκαστικά « αλλιώς θα σε πνίξω στην μπανιέρα».
Η Μαργαρίτα έκλεισε το κρύο νερό, και είπε:
- Ήμαρτον, Μιχάλη μου, ήμαρτον.
- Αφιέντε σου οι αμαρτίες.
- Ε, και σε άκουγε ο Μαρξ, σπυριά θα έβγαζε.
- Που τον θυμήθηκες; Άστον στην ησυχία του, μη τυχόν ξυπνήσει και φτύνει αυτούς που εφάρμοσαν τις θεωρίες του.
- Ξεχνάς που μεγάλωσα; Το ‘’ κεφαλαίο ‘’ του Μαρξ είχα αναγνωστικό στο δημοτικό.
- Καλά, καλά, άντε κάνε μπάνιο να πάμε στην Κηφισιά.
- Πώς να πάμε;
- Τι πάει να πει πως θα πάμε;
- Μα μου έβρεξες το βρακί!
- Ε! δεν πειράζει.
- Πως δεν πειράζει, ξεβράκωτη θα κυκλοφορώ;
- Και τι πειράζει!
Ο Μιχάλης είχε πάρει την λύρα και της έπαιζε τον πειραχτικό σκοπό που του έπαιζε κι εκείνη προηγουμένως.
- Α!, θα με τρελάνεις, πως θα βγω χωρίς βρακί;
- Δεν πειράζει, θα παίρνεις και .. αέρα.
- Αέρα πήρε το μυαλό σου.
- Δεν πειράζει ας πάρει και εσένα ο κώλος σου!
- Α! να χαθείς, είπε και πήρε τη ‘’ λύρα ‘’ από τα χέρια του Μιχάλη.
- Δεν υπάρχει κανένα γυναικείο βρακί στο σπίτι Μιχαλάκη;
- Όχι, όχι δεν υπάρχει.
- Δεν παράτησε κανένα καμία φιλενάδα σου;
Η Μαργαρίτα δεν πήρε απάντηση και ξαναρώτησε:
- Για βρακί ψάχνεις και δεν μιλάς;
Ο Μιχάλης άρχισε να νιώθει πάλι στριμωγμένος από την πονηριά της Μαργαρίτας. Μετά από λίγο φώναξε:
- Το βρήκα!
- Ποιο; Φώναξε η Μαργαρίτα.
- Το βρακί!
Ο Μιχάλης μπήκε στο μπάνιο όταν σταμάτησε να χτυπά το νερό. Η Μαργαρίτα σκούπιζε τα μαλλιά της με μια πετσέτα.
- Έλα πάρτο.
Η Μαργαρίτα ανασήκωσε το βλέμμα, κοίταξε το βρακί που κρατούσε στα χέρια του ο Μιχάλης και ρώτησε ζηλιάρικα:
- Ποιάς είναι;
- Τι σημασία έχει! Είπε με ύφος Εμίρη ο Μιχάλης.
- Χαρέμι έχεις ε;
Ο Μιχάλης διέκρινε τη ζήλια να κόβει βόλτες στα μάτια της, φοβήθηκε μην του βγάλει τα δικά του, σαν τις Λατινοακερικάνες και της είπε καθησυχαστικά.
- Έλα γλυκεία μου, δικό μου είναι.
Η Μαργαρίτα το ‘’ ακτινοσκόπησε ‘’ με την ματιά της. Το κόκκινο σλιπάκι έμοιαζε με γυναικείο βρακί και πείραξε τον Μιχάλη:
- Σαν πούστικο … μου φαίνεται!
- Θα σε πνίξω! Άντε πάρτο.
- Σαν μεγάλο μου φαίνεται.
- Έχεις πλούσιους γοφούς.
Η Μαργαρίτα έριξε μια απελπισμένη ματιά στο σλιπάκι, και με μια απότομη κίνηση το άρπαξε, σαν γεράκι από το χέρι του, και το φόρεσε, « παρά ξεβράκωτη ….», σκέφτηκε.
- Άντε Μαργαρίτα, κουνήσου, εγώ ντύνομαι.
Μια ώρα αργότερα έπιναν καφέ στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς. Ο καθαρός αέρας ξελαμπηκάρισε τα μεθυσμένα μυαλά τους. Η Μαργαρίτα του έπιασε το χέρι και είπε παραπονιάρικα:
- Αγαπούλα δεν είδαμε τις βιντεοκασέτες με τα όνειρα.
- Άφησες εσύ;
- Γιατί καλέ;
- Γιατί είσαι ο πειρασμός μεταμορφωμένος!
- Εγώ πειρασμός;
- Μόνο πειρασμός; Ρώσικη ατομική βόμβα.
- Σπασίμπα! Αλλά επέζησες.
Ο Μιχάλης έσκασε στα γέλια. Όταν σταμάτησε να χαχανίζει, η Μαργαρίτα τον ρώτησε:
- Λοιπόν θα τα δούμε τα όνειρα;
- Μετά το μεσημεριανό φαγητό, γιατί το βράδυ… σταμάτησε και γύρισε γύρω γύρω το δεξί του χέρι.
- Γιατί το βράδυ … βλέπουμε αλλά πράγματα!
- Έλα που δεν βλέπουμε!
Είχαν αρχίσει να κάνουν τις μοδίστρες, ο ένας έκοβε και η άλλη έραβε.
- Ε! πώς δεν βλέπουμε;
- Πως βλέπουμε με θολωμένα μυαλά;
- Εμένα δεν θολώνει, είπε η Μαργαρίτα και τον κοίταξε στα μάτια.
- Μπορεί αλλά θολώνει το μάτι σου!
- Μπορεί να θολώνει το ένα, αλλά εσένα θολώνουν και τα δύο και προπάντων στο … χαλί!
Τον Μιχάλη τον τσίμπησε ξαφνικά Περσιάνικη μύγα.
- Γαμώ το χαλί μου, είπε γελώντας. « Έλα ας σταματήσουμε τις μαλα…. »
Η Μαργαρίτα του έκλεισε το στόμα πριν προλάβει να τελειώσει την λέξη και ρώτησε:
- Λοιπόν δεν μου είπες αν έχεις βγάλει κάποια συμπεράσματα από τα όνειρα που βλέπεις στις οθόνες. Τις εκθέσεις προόδου που σου γράφω και στέλνεις στο Ίδρυμα στην Αμερική, δεν τις καταλαβαίνω καθόλου με τους ακαταλαβίστικους επιστημονικούς όρους.
- Καλά θα σου πω, αλλά μην τρομάξεις με όσα ακούσεις…
- Όχι, όχι είπε διακόπτοντάς τον.
- Και να μην βγει κουβέντα από το στόμα σου.
- Φιλώ σταυρό, είπε, κάνοντας με τα δάκτυλα της το σχήμα του σταυρού και τον φίλησε.
- Έλα σοβαρέψου, είπε ο Μιχάλης και θυμήθηκε πόσο θρήσκοι είναι οι Ρώσοι.
- Σοβαρή είμαι.
- Λοιπόν θα σου φέρω μερικά παραδείγματα και θα σε ρωτήσω …
- Ότι θέλεις.
- Μην με διακόπτεις διάολε. Λοιπόν Μαργαρίτα, αν δεις σε ένα όνειρο σου βιντεοσκοπημένο ότι κάποιος αποφάσισε να σε σκοτώσει. Αν δεις πολλές φορές το ίδιο όνειρο, θα το πιστέψεις;
Η Μαργαρίτα τρόμαξε, δεν είχε φανταστεί ότι θα έβλεπε ποτέ τέτοιο όνειρο. Μόνο εκείνα με τους παίδαρους θυμόταν κάπου κάπου.
- Μα δεν βλέπω τέτοια όνειρα!
- Υπόθεση κάνουμε, όμως μπορεί να βλέπεις και να μην τα θυμάσαι. Λοιπόν θα το πιστέψεις;
- Μπορεί.
- Ας υποθέσουμε ότι το πιστεύεις, τι θα κάνεις;
Η Μαργαρίτα έπιασε το κεφάλι της με τις παλάμες της και άρχισε να σκέφτεται. Το μυαλό της πελάγωσε από τον φόβο και είπε:
- Δεν ξέρω, δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος θα θέλει να με σκοτώσει, δεν έχω πειράξει κανέναν.
- Έλα τώρα μην τρομάζεις, δεν είπαμε ότι μιλάμε υποθετικά;
- Ναι, δίκιο έχεις, αλλά πες μου, αυτός που θέλει να με σκοτώσει θα είναι γνωστός μου ή άγνωστος;
- Και τα δύο, αλλά ας πάρουμε την περίπτωση του γνωστού, τι θα κάνεις;
- Θα φυλάγομαι, θα πάρω την αστυνομία …. είπε και σταμάτησε πανικόβλητη κοιτάζοντας τον Μιχάλη σαν τον σωτήρα της.
- Πάλι τα ίδια; Δεν είπαμε ότι μιλάμε υποθετικά;
- Με συγχωρείς, είπε και του έσφιξε το χέρι.
Ο Μιχάλης την κοίταξε στοργικά , της χαμογέλασε γλυκά και της φίλησε τα μαλλιά. Κι όταν εκείνη γαλήνεψε ξαναρώτησε:
- Δεν μου είπες;
- Θα προσέχω.
- Ας πούμε τώρα, ότι ο δολοφόνος είμαι εγώ!
Η Μαργαρίτα του άφησε απότομα το χέρι. Τον κοίταξε στα μάτια. Της φάνηκαν σατανικά, γεμάτα κακία και μίσος. Κοίταξε το κουταλάκι στην ζαχαριέρα. «το μαχαίρι είναι και το έκρυψε μέσα στην ζάχαρη, σατανικός δολοφόνος, τον τρέλαναν τα όνειρα, θα με σκοτώσει.». Σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια, ο εγκέφαλος της, έδωσε εντολή στα πόδια της να κινηθούν. Δεν υπάκουαν, τα ένιωθε παράλυτα, προσπάθησε να φωνάξει. Η φωνή της δεν έβγαινε, το μυαλό της σκοτείνιασε, «μανούλα μου με σκοτώνουν».Ο Μιχάλης βλέποντας να έχει τρομοκρατηθεί της έπιασε το χέρι. Εκείνη το τράβηξε αμέσως φοβισμένη, « τώρα θα με σκοτώσει, μανούλα μου». Τότε κατάλαβε ο Μιχάλης, πόσο είχε φοβηθεί η Μαργαρίτα από το υποθετικό όνειρο και σκέφτηκε ότι πρέπει να βρει τρόπο να την ευθυμήσει. Έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί:
- Μαργαρίτα μου, το βρακί το φόρεσες;
Εκείνη τον κοίταξε σαν ναρκωμένη, σιγά – σιγά στο πρόσωπο της άρχισε να ξεπροβάλει ένα χαμόγελο, σαν του ήλιου που σκάει μύτη το πρωί πίσω από το βουνό και είπε ντροπαλά:
- Το φόρεσα.
Ο Μιχάλης είδε ότι εκείνη δεν είχε συνέλθει εντελώς και είπε πονηρά:
- Και που θα το βγάλεις;
- Στο σπίτι σου, είπε και χαμήλωσε την ματιά της στο τραπέζι, σαν να ντρεπόταν.
Ξαφνικά συνήλθε, λες και της έριξαν ένα κομμάτι πάγο στα στήθια της. Τα μάτια της έλαμψαν. Το πρόσωπο τη φωτίστηκε, λες και το φωτογράφησε ο Έρωτας με φλας. Τον κοίταξε με ματιά λάγνα, ενώ ο Μιχάλης παρακολουθούσε ευχαριστημένος την αλλαγή στο πρόσωπο της, και του είπε:
- Στο χαλί! Στο χαλί!.
Ο Μιχάλης δεν αποκρίθηκε. Της χάιδεψε τα μαλλιά και το μάγουλο. Η Μαργαρίτα ξέχασε τους δολοφόνους και τα μαχαίρια τους και του είπε:
- Δεν ήταν ωραία στο χαλί;
« Ας χορέψω με το σκοπό που μου παίζει», σκέφτηκε ο Μιχάλης και αποκρίθηκε:
- Πολύ ωραία!
- Την θυμάσαι την μαντινάδα που σου είπε το χαλί;
- Πως δεν την θυμάμαι.
- Για πες την!
Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι θα ‘’ πήγαινε μακριά η βαλίτσα ‘’. «κρίμα, και η συζήτηση με τον υποψήφιο δολοφόνο κάπου έβγαζε». Πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της Μαργαρίτας και την έφερε κοντά του. Εκείνη κούρνιασε στην αγκαλιά του, έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του, τον φίλησε γλυκά στο μάγουλο και ψιθύρισε:
- Πες μου την μαντινάδα.
Ο Μιχάλης της έδωσε ένα πεταχτό φιλί και της είπε την μαντινάδα. Η Μαργαρίτα άρχισε να νοιώθει ότι βρίσκεται πάνω στο χαλί μαζί του. Σφίχτηκε πάνω του. Ο Μιχάλης ένοιωθε την φλόγα του κορμιού της. «πάει περίπατο η συζήτηση, τι μου κάνει το γαμημένο το χαλί». Αποφάσισε να κάνει μία τελευταία προσπάθεια. Η διαπίστωση της αλλαγής της συμπεριφοράς της Μαργαρίτας, με τον υποθετικό δολοφόνο, του είχε κεντρίσει το επιστημονικό του ενδιαφέρον.
- Όσο για τα προηγούμενα, δεν ήθελα να σου χαλάσω το κέφι μωράκι μου.
- Με συγχωρείς αγαπούλα μου, εγώ φταίω.
- Έλα ξέχνα τα.
- Με συγχωρείς, δεν το ήθελα.
- Δεν πειράζει, εμένα με νοιάζει να νοιώθεις εσύ όμορφα, είπε ο Μιχάλης και την φίλησε στο μάγουλο.
- Νοιώθω πολύ όμορφα, εσύ; Είπε η Μαργαρίτα και τον έσφιξε δυνατά.
- Πάρα πολύ όμορφα.
- Αλήθεια μου λες;
Ο Μιχάλης την έσφιξε στην αγκαλιά του και της χάιδεψε τα χείλη με το δάκτυλο. Εκείνη το φίλησε και ξαφνικά το δάγκωσε δυνατά. Ο Μιχάλης προσπάθησε να κρύψει τον μορφασμό από τον πόνο. Όταν κατάφερε μα αποσπάσει το δάκτυλο του από τα δόντια της, φάνηκε το σημάδι από την δαγκωνιά, σαν μισοφέγγαρο, χτισμένο με κόκκινες πέτρες. Η Μαργαρίτα κατάλαβε ότι τον πόνεσε, του έπιασε το δάκτυλο, το έφερε στο στόμα της, το φίλησε τρυφερά, τον κοίταξε στα μάτια και ψιθύρισε:
- Αγαπουλίτσα μου γλυκιά δεν θα σε ξαναπονέσω.
Ο Μιχάλης έβλεπε το βαπόρι του πόθου του να βγαίνει από το λιμάνι της επιστήμης, να ανοίγεται στο πέλαγος του έρωτα, με τα γλυκά κύματα. Γύρισε τιμόνι και το ξανάβαλε στο λιμάνι.
- Αλήθεια σου λέω, νοιώθω όμορφα.
- Και εγώ Μιχάλη μου, κι εγώ.
- Τότε δεν θα σε πειράξει η συνέχεια της κουβέντας, μας όπως πριν; Είπε ο Μιχάλης και ένοιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά.
- Καθόλου Μιχάλη μου.
- Ωραία, να συνεχίσουμε από κει που μείναμε;
- Όπως θέλεις.
Ο Μιχάλης έκανε μία προσευχή να μην τρομάξει η Μαργαρίτα.
- Είπαμε όλα είναι υποθετικά, εντάξει;
- Εντάξει.
- Και δεν θα τα πιστέψεις;
- Όχι, όχι.
- Μαργαρίτα, να σου πω την αλήθεια θέλω την βοήθεια σου. Η Μαργαρίτα τον κοίταξε με συμπόνια, σαν να ήταν ναυαγός και της ζήτησε σωσίβιο και είπε:
- Ότι θέλεις Μιχάλη μου, ότι θέλεις.
Εκείνη την στιγμή και το κεφάλι ‘’ επί πίνακι ‘’ να της ζητούσε θα του το έδινε.
- Μου το υπόσχεσαι;
Η Μαργαρίτα πήγε να ορκιστεί, κάνοντας το σήμα του σταυρού με τα δάκτυλα αλλά ο Μιχάλης της έπιασε τα δάκτυλα και τη είπε τρυφερά: « σε πιστεύω, σε πιστεύω.»
- Λέγαμε λοιπόν ότι εγώ είμαι ο υποψήφιος δολοφόνος , εσύ τι θα κανείς σε αυτήν την περίπτωση;
Η απόγνωση και η πίκρα της ήταν τέτοια, ώστε η φωνή της ακουγόταν παγωμένη καθώς επαναλάμβανε: «Εσύ; Εσύ;». Ο Μιχάλης ένοιωσε την κόμπρα να του δαγκώνει την γλώσσα γι΄ αυτό που ξεστόμισε. Σήκωσε και πάλι το χέρι του και την αγκάλιασε. Εκείνη τρύπωσε στην αγκαλιά του σαν κυνηγημένο πουλάκι. Τον έσφιξε δυνατά. Εκείνος της έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι και της είπε: « Δεν είπαμε ότι όλα είναι υποθετικά;».
- Με συγχωρείς αγαπούλα.
- Έλα ηρέμησε και πες μου.
Στην αγκαλιά του ένοιωθε σιγουριά, σαν να της έδινε διαζύγιο ο φόβος.
- Λοιπόν θα παίρνω προφυλάξεις .
- Σαν τι προφυλάξεις;
- Να, θα αποφεύγω να βρίσκομαι μόνη τις νύχτες μαζί σου.
- Μπράβο, σωστό μέτρο προφύλαξης.
Η Μαργαρίτα το ξανασκέφτηκε και είπε με απελπισμένο βλέμμα:
- Αυτό αποκλείεται!
- Γιατί; Ρώτησε περίεργα ο Μιχάλης.
- Γιατί εγώ θέλω να μένω μόνη μαζί σου τα βράδια.
- Μα δεν είπαμε ότι όλα αυτά είναι υποθετικά. Ας πούμε τότε ότι ένας άλλος είναι ο υποψήφιος δολοφόνος, κάποιος που γνώρισες στο γραφείο, σαν τον Περικλή τον Φαντόπουλο, τι θα κάνεις;
Η Μαργαρίτα έφερε στο μυαλό της τον Περικλή και προσπάθησε να θυμηθεί κάποιες κινήσεις ή υπονοούμενα του ή κάτι άλλο που να έχει σχέση με δολοφονία. « μήπως γι΄ αυτό βγαίνει μαζί μου; Κι όταν βρει την κατάλληλη ευκαιρία να με σκοτώσει; Μήπως θέλει να με πνίξει στην Πειραϊκή και γι΄αυτό με πηγαίνει τα βράδια στα ταβερνάκια της περιοχής; Ή θέλει να με ρίξει κάτω από την βεράντα του σπιτιού μου και βρίσκει συνέχεια πρόφαση ότι του αρέσει το φεγγάρι; Λες να είναι …», αναρωτήθηκε και είπε: « Ο Περικλής δολοφόνος; Αποκλείεται.»
- Γιατί όχι; Είπε ο Μιχάλης, σαν να ήθελε να δοκιμάσει την αντοχή της.
- Μα πως είναι δυνατόν;
- Πάλι τα ίδια, δεν είπαμε ότι κάνουμε υπόθεση; Εκτός και δεν θέλεις να με βοηθήσεις, είπε με παράπονο ο Μιχάλης.
- Με συγχωρείς αγαπούλα, είμαι λίγο μπερδεμένη.
- Για θυμήσου το χαλί; Είπε πονηρά ο Μιχάλης.
- Αυτό ειδικά, δεν το ξεχνώ ποτέ. Για ξαναπές την μαντινάδα του χαλιού!
Ο Μιχάλης σκέφτηκε το δοκιμασμένο φάρμακο. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτάκι και έγραψε την μαντινάδα.
« Πάνω στο περσικό χαλί, τον πόθο μου θα σβήνω
και με τα μάτια της καρδιάς υπόσχεση σου δίνω.»
Έδωσε το χαρτάκι στην Μαργαρίτα. Εκείνη το διάβασε. Η χαρά στόλισε το πρόσωπο της με ένα ευτυχισμένο χαμόγελο και του είπε:
- Μόνο μ’ εμένα, μόνο μ’ εμένα, εντάξει;
Ο Μιχάλης δεν αποκρίθηκε. Πήρε ένα άλλο χαρτάκι και έγραψε την απάντηση του.
« Μόνο εσύ θα το ‘’ τιμάς ‘’ το μαλακό χαλί μου
που σε έχω Μαργαρίτα μου βαθιά μες την ψυχή μου.»
Η Μαργαρίτα ένιωσε τους καταρράκτες της χαράς και της ευτυχίας να λούζουν την καρδιά της. Η ευφορία της άγγιξε το κατακόρυφο. Η έμπνευση της σβούριζε σαν ανεμοστρόβιλος και μάζεψε ταιριαστές λέξεις. Τις έβαλε σε ένα χαρτάκι.
« Μιχάλη μου σε ευχαριστώ, κι είναι τιμή δική μου
να λιώνει πάνω στο χαλί για σένα το κορμί μου
***
Πες μου δεν είναι όνειρο, δεν είναι φαντασία
αλλά πραγματικότητα με κάποια σημασία
***
Πες μου πως με ερωτεύτηκες στα αλήθεια Μιχαλάκη
πως δεν είμαι της έρευνας, γλυκό πειραματάκι.»
Έδωσε το χαρτάκι στον Μιχάλη. Εκείνος το ρούφηξε με την ματιά του. Η έκπληξη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε όταν γύρισε και κοίταξε την Μαργαρίτα του φάνηκε σαν να την έβλεπε να παίζει σε ξένη ταινία και να μεταφράζονται τα λόγια της σε μαντινάδες, περνώντας σαν υπότιτλοι από την οθόνη. « Μα δεν είναι δυνατόν; Καλά στο όνειρό μου είναι ‘’ λογικό ‘’ να μου γράφει μαντινάδες, αλλά στην πραγματικότητα; Μήπως επικοινωνούν οι υποθάλαμοι των εγκεφάλων μας και διαβάζει τις μαντινάδες που γράφω, έμαθε την τεχνική και συνδυάζοντας την με την έντονη συναισθηματική της φόρτιση, να κατάφερε να γράψει δίστιχα; Μα τότε; Τότε θα μαθαίνει όλα όσα σκέφτομαι και φυσικά γνωρίζει ότι της ζήτησα να δει βιντεοσκοπημένα όνειρα, για να ικανοποιήσω πρώτα τις ανάγκες της έρευνας μου και
μετά την δική μου περιέργεια. Μα τότε δεν μου έγραψε τυχαία εκείνο το υπονοούμενο διερωτώμενη μήπως την θέλω μόνο για ‘’ πειραματάκι ‘’, γνώριζε» Ένιωσε τέτοια ντροπή σαν να την είχε αποπλανήσει υποσχόμενος γάμο. Άρχισε να κοκκινίζει. Φοβόταν να την κοιτάξει στα μάτια. Ο καφές στο φλιτζάνι του φάνηκε σαν το κώνειο που ήπιε ο Σωκράτης. Το κοιτούσε και προσπαθούσε να βρει το θάρρος του Σωκράτη και να το πιει μονορούφι. Τις φοβερές του σκέψεις διέκοψε η γλυκιά φωνή της Μαργαρίτας, που ρώτησε:
- Δεν μου είπες σου άρεσαν οι μαντινάδες μου;
Ο Μιχάλης συνήλθε απότομα και αποκρίθηκε:
- Μένω κατάπληκτος.
- Γιατί καλέ μου; Ρώτησε με αφέλεια η Μαργαρίτα.
- Μα που έμαθες να γράφεις μαντινάδες; Απ’ ότι ξέρω δεν γράφεις.
- Μα δεν γράφω …….
- Και πως έγραψες τότε αυτές τις δύο μαντινάδες;
- Ούτε κι εγώ κατάλαβα πως. Έτσι ξαφνικά μου ήρθαν στο μυαλό.
- Πώς έτσι ξαφνικά; Δεν καταλαβαίνω;
- Να εκεί που διάβαζα την δική σου μαντινάδα, θέλοντας να σου δώσω μια απάντηση μου ήρθαν στο μυαλό αυτές που σου έγραψα. Ο Μιχάλης έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και άρχισε να ξύνει το κεφάλι του. Η Μαργαρίτα προσπαθούσε να βρει μια λογική εξήγηση στην έμπνευση της. Ο Μιχάλης σκέφτηκε προς στιγμή να πει τους προβληματισμούς του στην Μαργαρίτα. Το μυαλό του όμως μετρούσε, όπως ο ξάστερος ουρανός τα εκατομμύρια αστέρια του, τις δυσάρεστες συνέπειες. « θα την τρελάνω!», σκέφτηκε και δεν το αποτόλμησε.
Η Μαργαρίτα χειμάδιαζε στην αγκαλιά του, σαν χρυσαλίδα μέσα στο κουκούλι. Τον κοίταξε τρυφερά και βλέποντας τον θλιμμένο και να ξύνει το κεφάλι του, κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό τον απασχολεί και τον ρώτησε:
- Έλα κατέβασε το χέρι από το κεφάλι και πες μου τι σε απασχολεί.
Ο Μιχάλης χαμογέλασε. Δεν ήθελε να της δώσει να καταλάβει τους σοβαρούς του προβληματισμούς και ανησυχίες και της είπε: « Σκέφτομαι τους ωραίους σου στίχους.»
- Αλήθεια!
- Ναι, ναι!
- Σου άρεσαν πραγματικά;
- Και βέβαια μου άρεσαν.
- Πάντως εγώ δεν μπορώ να εξηγήσω πως τις έγραψα, εσύ;
- Ούτε κι εγώ. Είπε προσποιούμενος τον απορημένο ο Μιχάλης. Θέλοντας να αλλάξει τη κουβέντα την ρώτησε:
- Τι λες πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;
- Και δεν πάμε;
Έφυγαν με το αυτοκίνητο. Έφτασαν στην πλατεία Κοκκιναρά, κάθισαν σ ’ένα εστιατόριο και παράγγειλαν μπριζόλες, για τις οποίες φημιζόταν το μαγαζί. Ο Μιχάλης έτρωγε ανόρεκτα και δεν πολυμιλούσε. Η Μαργαρίτα που σκεφτόταν συνέχεια το πώς έγραψε τις μαντινάδες, ρωτούσε τον Μιχάλη αν εκείνος βρήκε καμία εξήγηση. Ο Μιχάλης άλλαζε συνέχεια θέμα, γιατί ένιωθε να πνίγεται. Η Μαργαρίτα επέμενε. Τότε για να της τραβήξει την προσοχή, της έδειξε την βίλα του Καραμανλή. Εκείνη δεν έδειχνε να πολυενδιαφέρεται. Τότε της είπε ο Μιχάλης:
- Θέλεις να πάμε να δούμε δύο βίλες που έχτισε ο πατέρας μου;
- Μα χτίζει βίλες ο πατέρας σου;
- Αυτή είναι η δουλεία του.
- Και που είναι αυτές οι βίλες.
Ο Μιχάλης έδειξε με το χέρι του την κορυφή του λόφου Κοκκιναρά και είπε: « Να εκεί πάνω».
- Α! ωραία, να πάμε.
Ανεβαίνοντας με το αυτοκίνητο τους ελικοειδείς και ανηφορικούς δρόμους της έδειξε τη βίλα του Αχιλλέα του Καραμανλή. Η Μαργαρίτα ρώτησε με περιέργεια:
- Και του Κωνσταντίνου Καραμανλή η βίλα που είναι;
- Δεν έχει βίλα.
- Δεν έχει; ρώτησε απορημένη η Μαργαρίτα.
- Όχι, μόνο ένα οικόπεδο στην Φιλοθέη. Το οποίο το έχει μαντρώσει με πελεκητές πέτρες ο πατέρας μου.
- Τι μου λες, γνωρίζει τον Καραμανλή ο πατέρας σου;
- Τον αρχιτέκτονα του τον Ροδόπουλο γνωρίζει.
- Και που μένει ο Καραμανλής;
- Να εδώ στην βίλα του αδερφού του, του Αχιλλέα.
Σιγά – σιγά έφτασαν στην κορυφή του λόφου και ο Μιχάλης σταμάτησε το αυτοκίνητο απέναντι από την εξώπορτα μιας βίλας.
- Έλα αυτή είναι η βίλα του Γιώργου του Βαγιανού, είπε ο Μιχάλης.
Προχώρησαν και ακούμπησαν στην καγκελόπορτα της εισόδου και άρχισαν να περιεργάζονται την βίλα. Η Μαργαρίτα είπε με θαυμασμό: « ώστε ο πατέρας την έφταιξε!».
- Ναι μαζί με τον θείο Βασίλη και με τον βοηθό τους τον Χαλκιά τον Μιχάλη.
Η ματιά της Μαργαρίτας σταμάτησε στο πέτρινο σιντριβάνι στο κέντρο της αυλής. Έδειχνε απορημένη και ρώτησε:
- Τι πέτρα είναι αυτή Μιχάλη;
- Από σταλακτίτη!
Η Μαργαρίτα άνοιξε το στόμα της δύο πιθαμές. «από τι είναι λέει;»
- Από σταλακτίτη. Είπε απλά ο Μιχάλης, σαν να ήταν ο σταλακτίτης τούβλο.
- Ποτέ δεν θα το πίστευα αν δεν το έβλεπα με τα μάτια μου!
Μετά γύρισε το βλέμμα της και θαύμαζε τα αναρριχητικά φυτά, που είχαν απλωθεί σαν χταπόδι και έφταναν μέχρι το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε μία μεσόκοπη γυναίκα στο μπαλκόνι με μία ποδιά δεμένη στη μέση. Τους κοίταξε περίεργα, σαν να ήταν κλέφτες και τους ρώτησε φωνάζοντας:
- Τι θέλετε παρακαλώ;
- Να αγοράσουμε την βίλα. Φώναξε ο Μιχάλης με σοβαρό τόνο στην φωνή.
Η γυναίκα με την ποδιά εξαφανίστηκε αμέσως από το μπαλκόνι. Η Μαργαρίτα έδωσε μια δυνατή αγκωνιά του Μιχάλη στα πλευρά, που του έκοψε την ανάσα και του είπε:
- Τι αστεία είναι αυτά χριστιανέ μου;
- Μη μιλάς και θα δεις, μη βγάλεις άχνα.
- Εντάξει άγριε. Είπε η Μαργαρίτα σαν να την είχε δείρει.
Σε λίγο εμφανίστηκε στο μπαλκόνι μια νεαρή κυρία, γύρω στα τριάντα κοίταξε προς το μέρος τους και φώναξε:
- Τι θέλετε παρακαλώ;
- Να αγοράσουμε την βίλα, είπε ο Μιχάλης αποφεύγοντας να την κοιτάξει.
Η κυρία τους κοίταξε λίγο περίεργα, σαν να ήθελε να διαπιστώσει ότι ήταν πραγματικοί αγοραστές. «μα πως έμαθαν ότι πουλάμε τη βίλα. Εμείς δεν βάλαμε αγγελία ούτε μεσίτη, μόνο εγώ και ο άνδρας μου το ξέρουμε, άρα μου κάνουν πλάκα», σκέφτηκε και φώναξε για να τους ξεφορτωθεί:
- Δεν την πουλάμε κύριε.
- Ε, τότε θα ρωτήσουμε αν πουλάνε την διπλανή του Σκαλιστήρη, αποκρίθηκε πονηρά ο Μιχάλης.
Η κυρία πείστηκε αμέσως, η ματιά της είχε πέσει πάνω στις κόκκινες πινακίδες αυτοκινήτου του Μιχάλη – κάτι που πιστοποιούσε ότι ήταν ομογενής « πραγματικά ενδιαφέρονται να αγοράσουν βίλα» - και φώναξε:
- Θέλετε να περάσετε να δείτε την βίλα;
- Μάλιστα, μάλιστα.
Η νεαρή κυρία εξαφανίστηκε και σε λίγο, η καγκελόπορτα άρχισε να γλιστρά και να κρύβεται μέσα σε μια πέτρινη σχισμή, σαν φίδι. Πέρασαν στην αυλή και ο Μιχάλης έπιασε την Μαργαρίτα από το χέρι και σχεδόν την έσυρε στο βάθος της αυλής, όπου υπήρχε μια πέτρινη καμάρα. Στο κέντρο της έδειξε μια μαρμάρινη κρήνη από την οποία έτρεχε νερό. Πάνω ακριβώς από την κρήνη υπήρχε μία πλάκα, στην οποία είχε σκαλιστεί μία πέρδικα, που ήταν σκυμμένη, έτοιμη να πιει νερό από την κρήνη. Έσκυψε ήπιε νερό και ψιθύρισε « γεια σου πατέρα». Μετά είπε στην Μαργαρίτα προστακτικά « Πιες», και της γύρισε την πλάτη για να μην δει τα βουρκωμένα μάτια του. Στην κορυφή της ατελείωτης πέτρινης σκάλας τους περίμενε η γυναίκα με την ποδιά, η οποία τους οδήγησε στο τεράστιο καθιστικό. Η Μαργαρίτα έμεινε με το στόμα ανοικτό από τον θαυμασμό.Στο κέντρο του καθιστικού ένα τεράστιο τζάκι, χτισμένο από χρωματιστές πελεκητές πέτρες. Της έκαναν εντύπωση, ο λαγός και η πέρδικα στο τζάκι. Είχαν σκαλιστεί με χρωματιστή πέτρα. Στην βάση του τζακιού, δεξιά και αριστερά, υπήρχαν πέτρινα πεζούλια, για να κάθονται κοντά στο τζάκι. Υπήρχαν ακόμη μια μεγάλη τραπεζαρία σκαλιστή, πολυθρόνες και καρέκλες με παράξενα βυζαντινά σκαλίσματα. Το ταβάνι με θόλο σαν μικρής εκκλησίας ήταν καλυμμένο από ζωγραφιές. Η Μαργαρίτα το κοίταξε με ανοιχτό στόμα. Έμοιαζε σαν μεγάλος πίνακας ζωγραφικής. Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο καθιστικό η νεαρή κυρία και βλέποντας την Μαργαρίτα να θαυμάζει το ζωγραφιστό ταβάνι την ρώτησε:
- Σας αρέσει;
- Κομψοτέχνημα!
Ο Μιχάλης εκείνη την στιγμή κοιτούσε μελαγχολικά την Αθήνα που απλωνόταν στο βάθος κουνώντας ελαφρά το κεφάλι του «τσιμεντένια κουρελού».
- Μιχάλη, ήρθε η κυρία. Φώναξε η Μαργαρίτα.
Εκείνος γύρισε αργά και περπάτησε αμέριμνος προς το μέρος τους. Η νεαρή κυρία τον κοίταξε και έβγαλε μία κραυγή.
- Μιχάλη εσύ;
- Όπως βλέπεις. Είπε χαμογελώντας εκείνος.
- Είπα και εγώ που βρέθηκε ετούτος ο αγοραστής; Ο θεός τον έστειλε;
Ο Μιχάλης γέλασε και είπε:
- Καίτη να σου γνωρίσω την γραμματέα μου, την Μαργαρίτα.
Οι κυρίες αντάλλαξαν χειραψία και μετά ο Μιχάλης ρώτησε:
- Καίτη, τι κάνει ο Γιώργος και τα παιδία;
- Μια χαρά Μιχάλη, μια χαρά, μόνο που ο Γιώργος δεν είναι εδώ αυτή την στιγμή.
- Μη μου πεις; Θα ψέλνει σε καμιά εκκλησία.
- Που το κατάλαβες;
- Ξέρω ότι πάει να μονάσει. Είπε γελώντας ο Μιχάλης.
- Ξέρεις εκτός από ψάλτης έγινε και επίτροπος στην εκκλησία.
- Ευτυχώς που είναι παντρεμένος, αλλιώς θα γινόταν Δεσπότης.
Γέλασαν με την ψυχή τους.
- Μα για πες μου, πως βρέθηκες εδώ πάνω; Ρώτησε η Καίτη.
- Να η Μαργαρίτα θέλει να αγοράσει μία βίλα και σκέφτηκα την δική σας, για να πάρω την προμήθεια του μεσίτη.
- Μην τον ακούτε κυρία Καίτη, όλο αστεία είναι. Είπε η Μαργαρίτα γυρίζοντας προς την Καίτη που προσπαθούσε να συγκρατήσει τα γέλια της. Ένα κοριτσάκι πέντε – ‘εξι χρονών, μπήκε σαν σίφουνας στο καθιστικό, άρπαξε την Μαργαρίτα από το χέρι και την έσυρε προς την πόρτα λέγοντας « έλα, έλα».
Η Καίτη είπε στην ξαφνιασμένη Μαργαρίτα: «θέλει να σου δείξει το σπίτι». Ο Μιχάλης είπε χαμογελώντας στην Καίτη « θα γίνει καλή πωλήτρια». Η Καίτη γέλασε και είπε: όταν την ρωτούν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, εκείνη απαντά: « Μπακάλης».
- Έχω ένα παράπονο, είπε η Καίτη, απευθυνόμενη στον Μιχάλη, δεν σε βλέπουμε τώρα τελευταία, έγινες ακριβοθώρητος.
- Άσε μωρέ Καίτη, έχω μπλέξει με την έρευνα και δεν έχω καθόλου χρόνο.
- Έλα τώρα, και τα βράδια δουλεύεις;
- Δεν θα το πιστέψεις, πρωί, μεσημέρι, βράδυ και στα όνειρα μου.
- Έλα τώρα, όλο δικαιολογίες και αστεία είσαι.
- Σοβαρά σου, λέω και στα όνειρα δουλεύω.
- Τι κάνεις δηλαδή; Ρώτησε χαμογελώντας η Καίτη.
- Βιντεοσκοπώ τα όνειρα και μετά τα μελετάω στο βίντεο.
- Έλα Παναγία μου, τι είναι αυτά που λες;
- Όπως ακριβώς τ’ ακούς.
- Και εγώ νόμιζα ότι αστειευόσουν όταν το έλεγες πριν από μερικούς μήνες στον Γιώργο. Για πες μου τι κάνεις δηλαδή;
- Άσε, αν σου πω θα πει ο Γιώργος του παπά να με αφορίσει.
- Έλα τώρα, υπερβάλεις.
- Δεν έχω όρεξη να τρελάνω και άλλους, μου φτάνει ο εαυτός μου. Ίσως καμιά άλλη φορά να έχουμε και χρόνο και αποτελέσματα.
- Εντάξει να έρθετε να φάμε μία Κυριακή.
- Θα τηλεφωνήσω.
Η πιτσιρίκα εν τω μεταξύ ολοκλήρωσε την ξενάγηση της Μαργαρίτας στο σπίτι και την έφερε πίσω στο καθιστικό.
- Πως σας φάνηκε; Ρώτησε η Καίτη.
- Φανταστικό! Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπήρχαν τέτοια σπίτια.
- Υπάρχούν και καλύτερα. Είπε με μετριοφροσύνη η Καίτη.
- Κυρία Καίτη, τρομερή η κορούλα σας.
- Αλήθεια;
- Μου έλεγε στο μπάνιο ‘’ αυτή η πέτρα είναι αλάβαστρος, αυτή είναι όνυχας, αυτή αχάτης και άλλα πολλά ‘’.
- Από εμάς τα ακούει και σαν παιδί τα θυμάται.
Ο Μιχάλης σηκώθηκε πρώτος από το πεζούλι του τζακιού και είπε στην Καίτη.
- Ώρα να πηγαίνουμε.
- Κάθισε να έρθει και ο Γιώργος, τον παρότρυνε η Καίτη.
- Δεν γίνεται πρέπει να συνοδεύσω την Μαργαρίτα σπίτι της και έχω και εγώ να δουλέψω σπίτι.
- Δεν επιμένω, θα σας περιμένω σύντομα για φαγητό, τηλεφώνησε μας.
- Σύμφωνοι.
Χαιρέτησαν την Καίτη και βγήκαν από την βίλα στο δρόμο. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, έστριψαν δεξιά, ανέβηκαν ένα σχεδόν κατακόρυφο δρομάκι, πλησίασαν την είσοδο της βίλας του Σκαλιστήρη, αλλά ένας αλλοδαπός φρουρός τους έκανε νόημα να απομακρυνθούν. Παρκάρισαν στο τέρμα του δρόμου και ρώτησαν τον φρουρό αν ήταν μέσα ο Σκαλιστήρης. Ο φρουρός απάντησε, με σπασμένα αγγλικά, ότι την βίλα την νοίκιασε ένας Σαουδάραβας εφοπλιστής. Ο Μιχάλης οδήγησε την Μαργαρίτα στο σημείο του μαντρότοιχου απ όπου φαινόταν καλύτερα η βίλα.
Η Μαργαρίτα παρατηρώντας την βίλα είπε στον Μιχάλη:
- Αυτή είναι διπλάσια από την βίλα του Βαγιανού. Που τα βρίσκουν οι βιομήχανοι τόσα χρήματα, όταν δηλώνουν στην εφορία, όπως διαβάζω στις εφημερίδες, λιγότερα από τους συνταξιούχους;
- Μα από την θάλασσα με τα δάνεια.
- Ποία θάλασσα, με δουλεύεις;
- Αυτή που έκανε φτωχό το Ελληνικό κράτος.
- Με φώτισες!
- Ξέχνα το, πάμε να φύγουμε, είπε ο Μιχάλης εκνευρισμένος.
Στην διαδρομή της επιστροφής, σκεφτόταν με πίκρα πόσα νοσοκομεία και πανεπιστήμια έφτιαχνε η θάλασσα με τα δάνεια, πως θα ήταν η Ελλάδα, πως θα ήταν η Αθήνα, πόσο πράσινα θα ήταν τα χωράφια στα χωριά, πόσα λιγότερα καζίνο θα είχε η Ελβετία, πόσες λιγότερες βίλες το Σίτυ του Λονδίνου, πόσα περισσότερα εργοστάσια, πόσο λιγότερη ανεργία, πόσες λιγότερες γυναίκες θα κουνούσαν τα μαντήλια του αποχωρισμού στους άνδρες τους, στα λιμάνια στους σταθμούς του τραίνου και στα αεροδρόμια. Φαίνεται ο υποθάλαμος της Μαργαρίτας διάβασε τις σκέψεις του Μιχάλη και αναρωτήθηκε σαν προβοκάτορας της χωροφυλακής:
- Φαντάζομαι πόσες βίλες θα έχτισαν οι Κασιώτες εφοπλιστές στην Κάσο:
Ο Μιχάλης πάτησε απότομα το φρένο που το κεφάλι της Μαργαρίτας λίγο έλειψε να σπάσει το παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Έβγαλε μια στριγκλιά και γύρισε τρομοκρατημένη προς τον Μιχάλη και τον ρώτησε:
- Τι έγινε, γιατί φρενάρισες, παραλίγο να με σκοτώσεις.
- Σκότωμα θέλεις, είπε άγρια ο Μιχάλης.
- Τι έκανα πάλι; Ρώτησε απορημένη.
- Βλαστήμησες!
- Δεν είσαι καλά, τι βλαστήμια είπα;
- Αυτή που είπες προηγουμένως.
Η Μαργαρίτα αναλογίστηκε τι είχε πει προηγουμένως και μόνο βλαστήμια δεν την έβρισκε και κοίταξε ερευνητικά τον Μιχάλη. Η όψη του προσώπου του ήταν σαν εκείνου που τον έσφαξαν τη μάνα. Έβαλε νερό στο κρασί της και γλυκό στα χείλη της και είπε:
- Αγαπούλα, με συγχωρείς αν είπα κάτι που σε στεναχώρησε.
- Για δείξε μου, προς τα πού πέφτει το Λονδίνο, ρώτησε με ένα περίεργο ύφος ο Μιχάλης.
Η Μαργαρίτα τα έχασε. Νόμισε ότι το κεφάλι του Μιχάλη χτύπησε, σαν το δικό της στο παρμπρίζ και του σάλεψε. Τον κοίταξε με οίκτο. Η όψη του ήταν σαν άγρια θάλασσα. Φοβήθηκε. Δεν ήξερε τι να του απαντήσει. « Ας του κάνω το χατίρι, μπορεί να καλμάρει», σκέφτηκε και κοίταξε έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Ο ήλιος την βοήθησε να βρει την δύση, μετά την ανατολή, αλλά στο βορρά και το νότο τα μπέρδεψε, « δεξιά της ανατολής είναι ο βορράς ή αριστερά;». Θυμήθηκε τον τρόπο που τους είχε μάθει ο καθηγητής τους στο γυμνάσιο στην Μόσχα. Άνοιξε με την φαντασία της τα χέρια της και βρήκε τον βορρά. Υπολόγισε ότι η Γηραιά Αλβυόνα είναι περίπου βορειοδυτικά της Ελλάδας και έδειξε με ύφος αστρονόμου στον Μιχάλη το Λονδίνο.
- Να προς τα εκεί πέφτει.
Ο Μιχάλης κοίταξε προς την κατεύθυνση που του έδειξε η Μαργαρίτα, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί αν ήταν η σωστή και με μια κίνηση που θα ζήλευε και η γιαγιά του έδωσε … δέκα δραχμές ‘’ αύξηση ‘’ με τις ανοιχτές του παλάμες, στα ναύλα των βαποριών. Μετά ξεκίνησε το αυτοκίνητο και οδήγησε αμίλητος μέχρι που παρκάρισε κοντά στο σπίτι του.Η Μαργαρίτα μόνο σε βιντεοσκοπημένο όνειρο θα μπορούσε να τον καταλάβει, γι’ αυτό και δεν άνοιξε το στόμα της να πει τίποτα, από το φόβο μη τσιμπήσει πάλι τον Μιχάλη καμία εφοπλιστική ή βιομηχανική μύγα και δώσει και άλλε αυξήσεις με τα επιδόματα τους. Όταν μπήκαν στο σπίτι ο Μιχάλης οδήγησε την Μαργαρίτα στην κουζίνα και την ρώτησε αν θέλει καφέ. Εκείνη είπε: « Θα τον φτιάξω εγώ».Ο Μιχάλης της έδειξε που είναι ο καφές, η ζάχαρη και το μπρίκι. Η Μαργαρίτα έβαλε όλη της την τέχνη και σερβίρισε τον Μιχάλη ένα καφέ με πλούσιο καϊμάκι. Εκείνος κοίταξε το πλούσιο καϊμάκι και επιδοκίμασε την τέχνη της:
- Μπράβο κορίτσι μου, είπε και άναψε τσιγάρο. Μετά σήκωσε το φλιτζάνι και τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά. Ο θόρυβος που έκανε ο Μιχάλης έμοιαζε σαν εκείνο της διψασμένης αγελάδας που πίνει νερό από την ξύλινη γούρνα.
- ΑΑΑΧ! Έκανε θέλοντας να τονίσει την απόλαυση του.
Η Μαργαρίτα τον κοιτούσε ευχαριστημένη. Με την τρίτη ρουφηξιά θυμήθηκε την πρώτη φορά που ήπιε αμερικανικό καφέ σε εστιατόριο. Τότε με τον θόρυβο της πρώτης ρουφηξιάς όλοι οι πελάτες του μαγαζιού τον κοίταξαν περίεργα, λες και ο Μιχάλης είχε κατέβει από τα βουνά. Εκείνος είχε απορήσει: «τι διάολο με κοιτάζουν». Κοίταξε μήπως είχε πέσει κουτσουλιά περιστεριού στο κεφάλι του, μήπως δεν φορούσε παντελόνι, μήπως είχε βάλει ανάποδα τα παπούτσια του, αλλά τίποτα. Ξαναρούφηξε με απόλαυση μια δεύτερη γουλιά και ξανακοίταξε τους πελάτες. Οι άγριες ματιές τους δεν του έλεγαν όπως προηγουμένως την ποινή που είχε διαπράξει, αλλά τον τρόπο εκτέλεσης της. « τι στο διάολο με κοιτάζουν». Στο πέλαγος της άγνοιας του Μιχάλη έριξε μια πέτρα δαγκωτή ένας νεαρός Έλληνας σερβιτόρος. Ο Μιχάλης κοιτάζοντας τον σερβιτόρο να του κάνει νόημα, πρόσεξε ότι του δάγκωνε τα χείλη. Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι διέπραξε αμάρτημα και χαμήλωσε το κεφάλι του στον σερβιτόρο, « μπήκα, δεν θα ξαναγίνω ρεζίλι». Τα μάτια του μπήκαν σε επιφυλακή για την Τρίτη ρουφηξιά. Ήπιε χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο ενώ έστρεψε την ματιά του, σαν πολυβόλο, προς τους πελάτες για να δει αν τον κοιτάζουν άγρια. Κανένας δεν τον κοίταζε. Ήταν έτοιμος να αναστενάξει από ανακούφιση αλλά αναστέναξε από το κάψιμο στα χείλη. Για πολύ καιρό έριχνε παγάκια στο καφέ και αργότερα παγωμένο γάλα.
Όσο καιρό έμεινε στην Αμερική δεν είχε καταφέρει να πιει τον καφέ όπως τον πίνουν οι αμερικάνοι. Έβγαζε όμως το άχτι του όταν συνόδευε νεαρή αμερικανίδα και ήθελε να την προσέξει πίνοντας τον καφέ του σαν Έλληνας θεριακλής. Διηγήθηκε τις εμπειρίες με τον καφέ στην Μαργαρίτα και εκείνη έπιασε την κοιλιά της από τα γέλια. Μετά έπεσε σε περισυλλογή και άρχισε να ξύνει το κεφάλι του.
- Μιχάλη! Του είπε αυστηρά η Μαργαρίτα.
Εκείνος …. συνέχιζε το βιολί του. Σήκωσε το χέρι της, έπιασε το δικό του, το κατέβασε από το κεφάλι του και είπε:
- Τι σκέπτεσαι πάλι, αυτή την καταραμένη έρευνα;
- Αφού το ξέρεις τι με ρωτάς;
- Λοιπόν για πες μου τι σκέφτεσαι;
Ο Μιχάλης δεν απάντησε. Τα συναισθήματα του πάλευαν σαν άγρια θηρία. Έφερε στο νου του ωραίες αναμνήσεις και εκείνες ημέρεψαν τα άγρια θηρία που τα χάιδεψε η Μαργαρίτα με την γλυκεία φωνή της, που έφτασε μελωδική στα αυτιά του:
- Έλα αγαπούλα, δεν θα πεις στο κοριτσάκι σου;
Τον ρώτησε τόσο γλυκά και τρυφερά, ώστε ένιωσε ένα κλειδί να ανοίγει την καρδιά του και αποφάσισε να της πει τους προβληματισμούς και τους φόβους του. Μίλησε στην Μαργαρίτα για την πιθανή επικοινωνία των υποθαλάμων των εγκεφάλων των ανθρώπων. Της έφερε πολλά παραδείγματα από την μελέτη των βιντεοσκοπημένων ονείρων. Της θύμισε την δική της περίπτωση, που του έγραψε μαντινάδες χωρίς ξέρει. Της εξήγησε γιατί της έκανε εκείνες τις περίεργες και τρομακτικές ερωτήσεις στην Κηφισιά. Της μίλησε για τα επόμενα στάδια της έρευνας για τις δισκέτες που θα μπαίνουν στον ηλεκτρονικό σκούφο και σε ένα βράδυ θα μαθαίνει ο άνθρωπος ότι θέλει ή ότι θέλουν άλλοι, για προκατασκευασμένα όνειρα που μπορεί να βλέπει κάποιος αγοράζοντας μια δισκέτα από το σούπερ μάρκετ και για τις υποψίες του, για τους απώτερους και ύποπτους στόχους που θα αξιοποιήσουν την έρευνα.Η Μαργαρίτα κρεμόταν από τα χείλη του σαν σταφύλι. Έκοψε το σταφύλι και είπε με θαυμασμό:
- Μεγάλη ανακάλυψη έκανες.
- Μεγάλη, αλλά επικίνδυνη.
- Ξέρω και εγώ, μπερδεύτηκα.
- Θα σου φέρω ένα παράδειγμα, αλλά δεν θα φοβηθείς.
- Όχι δεν θα φοβηθώ, είπε ατρόμητα η Μαργαρίτα.
- Λοιπόν αν δει οποιοσδήποτε, στο βιντεοσκοπημένο όνειρο, ότι κάποιος άγνωστος ή γνωστός αποφάσισε να τον δολοφονήσει και το πιστέψει, τι θα κάνει;
Η Μαργαρίτα έκανε να απαντήσει, αλλά ο Μιχάλης δεν την άφησε και συνέχισε: « το υποψήφιο θύμα θα έχει φοβίες, ανασφάλειες, άγχος, θα βλέπει εφιάλτες, θα φυλάγεται, θα αποφεύγει τους ανθρώπους, θα κλειστεί στον εαυτό του, σιγά –σιγά θα πάθει κατάθλιψη και στο τέλος ή θα αυτοκτονήσει ή αν ο υποψήφιος δολοφόνος είναι κάποιος γνωστός του, θα τον σκοτώσει. Και για σκέψου πόσοι άνθρωποι βλέπουν στα όνειρα τους ότι τους σκοτώνουν ή ότι θα τους δολοφονήσουν; Μιλιούνια.».
- Μανούλα μου, μην δω ότι θα με δολοφονήσουν γιατί θα τρελαθώ.
- Κατάλαβες τώρα γιατί ανησυχώ και προβληματίζομαι;
- Ναι Μιχάλη μου.
- Πάντως εσένα δεν θα σου δείχνω τα τρομακτικά όνειρα σου, αλλά τα ευχάριστα.
- Και τα ρομαντικά.
- Και τα σεξουαλικά εννοείς, είπε γελώντας ο Μιχάλης.
- Για φαντάσου! Θα βλέπουμε πορνό με εμάς τους ίδιους πρωταγωνιστές.
- Έλα τώρα σατανά, σταμάτα.
- Καλά, καλέ σταματάω.
- Λοιπόν να δώσω και άλλα παραδείγματα.
- Το αποτέλεσμα δεν θα είναι το ίδιο;
- Όχι θα είναι κάτι που δεν μπορείς να το διανοηθείς.
- Για δοκίμασε τη διάνοια μου. Είπε πειραχτικά η Μαργαρίτα.
- Με ένα όνειρο μπορεί να καταστραφεί η γη.
- Σιγά μην καταστραφεί η γη με ένα όνειρο. Στο όνειρό σου το είδες; Του είπε ειρωνικά.
- Κι όμως μπορεί να συμβεί.
- Έλα καλέ γίνονται αυτά τα πράγματα;
- Θέλεις να σου κάνω την υπόθεση;
- Για να την ακούω, είπε με σαρκασμό η Μαργαρίτα.
- Λοιπόν Μαργαρίτα, αν δει σε βιντεοσκοπημένο όνειρο ο πρόεδρος της Αμερικής και πειστεί ότι οι Ρώσοι θα χτυπήσουν την Αμερική με πυρηνικά όπλα, τι θα κάνει; Θα εξαπολύσει τους πυρηνικούς του πυραύλους, θα κάνουν το ίδιο και οι Ρώσοι και τότε δεν θα μείνει κολυμπηθρόξυλο, δεν θα μείνει άνθρωπος επί της γης, ούτε για δείγμα, για να τον βρουν οι εξωγήινοι όταν θα επισκεφτούν τη γη.
- Μα είναι δυνατόν να πιστέψει ο πρόεδρος της Αμερικής ένα τέτοιο όνειρο; Υπερβάλλεις.
- Λοιπόν θα σου διηγηθώ ένα πραγματικό περιστατικό για να δεις ότι είναι δυνατόν να γίνει πιστευτό ένα τέτοιο όνειρο.
- Είμαι όλο αυτιά, είπε η Μαργαρίτα ειρωνικά.
- Οι αμερικάνοι και ρώσοι έχουν πυρηνικές ομπρέλες για να προστατεύονται από τους πυρηνικούς πυραύλους των εχθρών τους. Έχουν ακόμη κατασκοπευτικούς δορυφόρους που παρακολουθούν οτιδήποτε πλησιάζει τον εναέριο χώρο τους. Ειδικά οι αμερικάνοι έχουν κατασκοπευτικούς δορυφόρους τόσο τέλειους, που πιάνουν και το βλέμμα της μύγας που πλησιάζει τον εναέριο χώρο τους. Οι δορυφόροι και τα επίγεια ραντάρ μεταδίδουν τα σήματα τους, εκτός των άλλων κέντρων και σε μία τεράστια οθόνη στο Πεντάγωνο. Η οθόνη αυτή είναι χωρισμένη στα τέσσερα. Στο κάθε τέταρτο δίνει τα σήματα του ένας μικρός κατασκοπευτικός δορυφόρος. Η οθόνη καλύπτεται από χιλιάδες μικρά λαμπάκια. Μόλις ο δορυφόρος εντοπίσει έστω και πουλί πετάμενο να πετά προς τον εναέριο χώρο, αυτό εμφανίζεται στην οθόνη μαζί με τις πληροφορίες που έχουν σχέση με την ταυτότητα του. Έτσι βλέπουν τι είναι αυτό. Αεροπλάνο, πύραυλος, γλάρος, μύγα ή φτέρνισμα του Κάστρο. Οι ρώσοι, με τις μυστικές τους υπηρεσίες έμαθαν για το τέλειο αμυντικό σύστημα των αμερικανών και προσπαθούσαν να βρουν ένα τρόπο ώστε να περάσουν οι πυρηνικοί τους πύραυλοι στον εναέριο χώρο της Αμερικής, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τα ραντάρ και τους κατασκοπευτικούς δορυφόρους τους. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο μόνος τρόπος είναι να καταστρέψουν ένα από τους κατασκοπευτικούς δορυφόρους να σβήσει έτσι το ένα τέταρτο στην μεγάλη οθόνη στο Πεντάγωνο και τότε να μπορέσουν να περάσουν από τον μη ελεγχόμενο εναέριο χώρο τους πυρηνικούς τους πυραύλους.
Πράγματι έτσι έγινε. Έφτιαξαν οι ρώσοι ένα αντικατασκοπευτικό δορυφόρο – φονιά και κατέστρεψαν έναν αμερικάνικο δορυφόρο. Είχαν ετοιμάσει εν τω μεταξύ ένα διηπειρωτικό πύραυλο χωρίς πυρηνική γόμωση, του έβαλαν στάρι και ήταν έτοιμος για εκτόξευση. Ήθελαν μα δουν αν θα περάσει απαρατήρητος μετά την πτώση του κατασκοπευτικού δορυφόρου. Μόλις έπεσε ο αμερικανικός δορυφόρος, εκτοξεύτηκε ο ρωσικός πύραυλος. Μόλις καταστράφηκε ο αμερικάνικος δορυφόρος, ένα τέταρτο της οθόνης στο Πεντάγωνο έσβησε. Σήμανε αμέσως συναγερμός πυρηνικής επίθεσης. Ειδοποιήθηκε αμέσως ο πρόεδρος Νίξον, ο οποίος έδωσε τους κωδικούς των πυρηνικών όπλων. Ενεργοποιήθηκε η πυρηνική ομπρέλα και οι διηπειρωτικοί πύραυλοι ήταν έτοιμοι να εκτοξευθούν με το πάτημα ενός κουμπιού από τον πρόεδρο Νίξον. Ο Πρόεδρος Νίξον γύρισε αμέσως στο οβάλ γραφείο του στον Λευκό Οίκο. Κοιτούσε το κόκκινο τηλέφωνο και σκεφτόταν να τηλεφωνήσει στον Μπρέζνιεφ στο Κρεμλίνο. Κοίταξε το ρολόι του. Οι ειδικοί επί των πυραύλων του είπαν ότι οι ρώσικοι πύραυλοι θα φτάσουν στην Αμερική σε έξι ώρες από την στιγμή που έσβησε η οθόνη στο Πεντάγωνο. Ξαφνικά χτύπησε το κόκκινο τηλέφωνο. Ο Νίξον ξαφνιάστηκε, σήκωσε το ακουστικό και το έφερε στο αυτί ανάποδα, από την τρομάρα του.
- Εμπρός, είπε, αλλά δεν πήρε απάντηση. « ποιος κερατάς μου κάνει πλάκα;». Κοίταξε με αποστροφή το τηλέφωνο και τότε είδε ότι το είχε φέρει ανάποδα στο αυτί. «φτου σου κέρατο», είπε και το έφερε σωστά στο αυτί.
Πρέπει να σου πώ Μαργαρίτα ότι η συνομιλία μεταφράζεται αυτόματα από ειδικά μηχανήματα, από τα αγγλικά στα ρώσικα και αντιστρόφως.
- Εμπρός, είπε ξερά ο Νίξον.
- Γεια σου Ρίτσαρντ, τι μου κάνεις; Είπε ο Μπρέζνιεφ.
- Καλά. Είπε ψυχρά ο Νίξον.
- Έχετε ωραία μέρα στην Ουάσινγκτον; Εδώ βρέχει ο κολόκαιρος.
- Κακή ψυχρή και ανάποδη.
- Γιατί ρε Ρίτσαρντ, πριν από λίγο μιλούσα με τον πρέσβη μας στην Ουάσινγκτον και μου είπε ότι έχετε ωραία λιακάδα.
Ο Νίξον δεν είχε αμφιβολία ότι τους έκαναν επίθεση οι ρώσοι. « γι’ αυτό τηλεφώνησε ο κερατάς ο Μπρέζνιεφ στον πρέσβη του, να τον ενημερώσει για την πυρηνική επίθεση και να την κοπανήσουν από την Αμερική τα κουμούνια, οι πούστηδες, οι μπάσταρδοι, οι αρκούδες, οι πεινάλες, οι κουφάλες, οι …., οι ….».
Ο Νίξον πάτησε ένα κουμπί στο εσωτερικό τηλέφωνο και είπε στην γραμματέα του:
- Πάρε μου μωρή Έθελ τον ρώσο πρέσβη.
Εκείνη πήρε αμέσως τηλέφωνο στην ρωσική πρεσβεία και σε δύο λεπτά ακούστηκε η φωνή της στην ανοικτή συνομιλία.
- Δεν απαντά κύριε πρόεδρε.
- Ποιος ο πρέσβης;
- Ούτε ο πρέσβης, ούτε και η πρεσβεία, σαν να πήγαν όλοι για μπάνιο.
- Έλα τώρα, κάνεις πως δεν ξέρεις μωρή σουπιά. Είπε ο Νίξον.
- Εγώ ρε σουπιά, ότι κάνω δεν το μαθαίνεις; Δεν έχεις εκείνο τον κατασκοπευτικό δορυφόρο που παρακολουθείς ακόμη και τις τηλεφωνικές συνομιλίες με τους υπουργούς μου, που κάνω μέσα από το αυτοκίνητο που μου χάρισες; Ευτυχώς που είμαι γέρος άνθρωπος, αλλιώς θα άκουγες και τις ερωτικές συνομιλίες με τις γκόμενες. Όμως εσύ μου φαίνεται ότι κάτι έχεις. Σαν θυμωμένος μου φαίνεσαι.
- Έλα τώρα μωρή αρκούδα, κάνεις πως δεν ξέρεις.
- Τι να ξέρω ρε δικέ μου;
- Δεν …δηλαδή δεν τον ρίξατε;
- Ποιο; Το τείχος του Βερολίνου; Άσε αυτό θα το ρίξει ο Γκορμπατσόφ.
- Ποιος είναι αυτός πάλι;
- Ένας φέρελπις νέος, που ευαγγελίζεται την διαφάνεια και την περηφάνια και τον εκπαιδεύουμε για πρόεδρο.
- Ώστε κάνεις, πως δεν ξέρεις, κουφάλα, του λέει ο Νίξον.
- Τι να ξέρω ρε μεγάλε;
- Κόψε τις μαλακίες, Λεονίτ, γιατί θα σου εξαπολύσω πυρηνικά. Είπε ο Νίξον φουρκισμένος.
- Γιατί ρε Ρίτσαρντ τι διάολο σου έκανα;
Ο Νίξον πήρε τον Μπρέζνιεφ με το μαλακό.
- Ρε Λεονίτ, δεν μας ρίξατε ένα κατασκοπευτικό δορυφόρο;
- Όχι, είπε ξερά ο Λεονίτ.
- Ε τότε, πως διάολο έπεσε; Με άστρο τράκαρε;
- Όχι δικέ μου.
- Ε τότε; Ρώτησε ο Νίξον περίεργα.
- Από τροχαίο πήγε.
- Κόψε τις μαλακίες, και λέγε, πορνόγερε.
- Να πως έγινε. Εκεί πάνω είχε μεγάλη κίνηση από δορυφόρους. Ο δικός σας προσπάθησε να αποφύγει ένα κινέζικο που ερχόταν καταπάνω του, έστριψε απότομα δεξιά, έπεσε πάνω στον δικό μας και έγινε καλοκαιρινός.
- Τι μου λες! Είπε ο Νίξον. Και δεν μας κάνατε επίθεση με πυρηνικά;
- Γιατί ρε δικέ μου με τη γκόμενα μου πήγες;
- Μα αφού μπορούσατε να περάσετε πυραύλους, γιατί δεν το κάνατε;
- Ε, δεν θέλαμε να σας μολύνουμε το περιβάλλον και τραβάς τις τρίχες σου από τις διαδηλώσεις των οικολόγων.
- Έλα ρε Λεονίτ, άσε τα αστεία και μίλα σοβαρά.
- Μα βρε Ρίτσαρντ, εμείς είμαστε κολλητοί. Άσε τι λέμε και παραμυθιάζουμε τους λαούς μας, δεν αγοράζω από εσένα εκατομμύρια τόνους στάρι; Δεν δε πληρώνω με τόνους χρυσάφι; Δεν έκανα για χατίρι σου τους γεωργούς μου βιομηχανικούς εργάτες; Δεν έπεισα τον Κάστρο να κόψει για χάρη σου την γενειάδα; Αλήθεια τώρα που το έφερε η κουβέντα, τι κάνει ρε η Μπάρμπαρα;
- Ποια Μπάρμπαρα; Η Μπους;
- Ποια Μπούς ρε Ρίτσαρντ; Η Γουόλτερς.
- Καλά είναι. Σε χαιρετά.
- Λοιπόν δεν σου είπα την ιστορία μου με την Μπάρμπαρα.
- Μα πως γίνεται να έχεις δεσμό μαζί της; Αυτή είναι έξυπνη γυναίκα, πως έμπλεξε με έναν κουμουνιστή;
- Δεν έχουμε δεσμό, για άλλη ιστορία πρόκειται.
- Έλα πες την μου, είπε ανυπόμονα ο Νίξον.
- Που λες Ρίτσαρντ, τηλεφώνησα στην Μπάρμπαρα και της είπα:
- Μπάρμπαρα, θέλω μια μεγάλη χάρη.
- Ότι θέλεις πρόεδρε, μου απάντησε.
- Θέλω να πας στην Αβάνα να βρεις τον Κάστρο και να τον πείσεις να κόψει την γενειάδα.
- Πως έτσι στην ψύχρα πρόεδρε;
- Όχι βέβαια. Κοίταξε ο Νίξον με παρακάλεσε να καλοπιάσω τον Κάστρο να κόψει τα γένια, αλλά αυτός ο ζαχαροκαλαμάς με απείλησε ότι θα κλείσει τις βάσεις των πυραύλων μας στην Κούβα, γι ‘αυτό ζητάω τη βοήθεια σου.
- Λεονίτ έχεις καμιά ιδέα;
- Το μόνο που ξέρω είναι ότι γουστάρει πολύ τις αμερικανίδες.
- Ε, όχι και να μας κρεβατώσει κιόλας.
- Έλα γυναίκα είσαι, τσαχπίνα είσαι, έξυπνη είσαι, δημοσιογράφος διάσημη είσαι, θα βρεις τον τρόπο. Να τώρα θυμήθηκα του αρέσει να του παίρνουν συνεντεύξεις από τηλεοπτικούς σταθμούς.
- Α! αυτό είναι σημαντικό, θα το έχω υπόψη μου.
- Μια και δύο, που λες Ρίτσαρντ, η Μπάρμπαρα πήγε στην Αβάνα και βρήκε τον Κάστρο στο γραφείο. Μόλις την είδε ο Φιντέλ ενθουσιάστηκε και της είπε:
- Βρε καλώς την Μπάρμπαρα. Πως από δω; Για διακοπές;
- Όχι Φιντέλ, ήρθα γιατί θέλω να μου κάνεις μία χάρη.
- Τι χάρη; Είπε και έπιασε ένα μακρύ πούρο το σάλιωσε και κοίταξε να βρει τα σπίρτα, ενώ άρχισε να ερευνά την Μπάρμπαρα με την ματιά του. «κόμματος», σκέφτηκε.
Η Μπάρμπαρα έβγαλε αμέσως ένα πακέτο αμερικάνικα τσιγάρα από την τσάντα της, το άνοιξε, τράβηξε ένα τσιγάρο λίγο προς τα έξω, το πρότεινε στον Κάστρο και του είπε:
- Δοκίμασε Φιντέλ.
Ο Κάστρο κοίταξε το τσιγάρο, όπως ο γλάρος κοιτάζει τη γόπα. Το πήρε και έσπρωξε το πακέτο προς την Μπάρμπαρα. Εκείνη το έσπρωξε μπροστά του και του είπε:
- Κράτησε το Φιντέλ, έχω και άλλο.
Ο Φιντέλ τράβηξε μια περίεργη κορδέλα σαν από ζαχαροκάλαμο, που την είχε περασμένη στο λαιμό σαν περιδέραιο. Έπιασε το κλειδί που είχε κρεμασμένο, άνοιξε ένα συρτάρι του γραφείου του. Έβαλε μέσα το πακέτο με τα αμερικάνικα τσιγάρα, κλείδωσε το συρτάρι, ξαναπέρασε το κλειδί στο λαιμό του και το έβαλε μέσα από το στρατιωτικό του πουκάμισο. Η Μπάρμπαρα, δεινή δημοσιογράφος που μυρίζεται την είδηση στα χίλια μίλια, κατάλαβε ότι εκεί κλειδώνει ο Κάστρο σημαντικά πράγματα και ρώτησε:
- Εκεί κλειδώνεις τα απόρρητα Φιντέλ;
- Ποια απόρρητα; Ρώτησε απορημένος ο Κάστρο.
- Μα της Κούβας.
- Σιγά τώρα, μην έχουμε μυστικά και δεν τα ξέρετε.
- Έλα τώρα, μην μου πεις ότι δεν έχετε κρατικά μυστικά;
Ο Κάστρο χαμογέλασε και αποκρίθηκε:
- Επειδή ξέρεις πόσο σε εκτιμώ θα σου πω το μοναδικό μυστικό που έχουμε και που έχουν σκυλιάσει οι δικοί σου να το μάθουν.
- Για πες μου. Είπε με ανυπομονησία η Μπάρμπαρα.
- Ο τρόπος που μαζεύουμε τα ζαχαροκάλαμα.
- Έλα ρε Φιντέλ εμένα βρήκες να δουλέψεις, μασάει η κατσίκα φύκια;
- Δεν σε δουλεύω, αλήθεια σου λέω. Γι αυτό έστειλε ως τώρα ο Νίξον 37 από τους καλύτερους πράκτορες της CIA, της DIA και του FBI να μάθουν το μυστικό, αλλά εμείς τους γραπώσαμε και τους βάλαμε στην φυλακή.
- Το γνωρίζω ότι κρατάτε 37 αμερικανούς στην φυλακή, αλλά πως μάθατε ότι ήρθαν να σας κλέψουν αυτό το μυστικό;
- Έχουμε εφεύρει την πιο αποτελεσματική μέθοδο ανάκρισης;
- Τι μέθοδος είναι αυτή; Ρώτησε η Μπάρμπαρα που ανατρίχιασε νομίζοντας ότι ο Κάστρο έγδαρε ζωντανούς τους αμερικανούς πράκτορες.
- Πολύ απλή. Ταΐζουμε τους φυλακισμένους πρωί, μεσημέρι, βράδυ, μόνο ζάχαρη μέχρι να βγαίνει το σκατό τους καραμέλα. Μετά τους αφήνουμε θεονήστικους πολλές μέρες, μέχρι να γυαλίσει το μάτι τους και να κάνουν κρά σαν τα κοράκια από την πείνα και τους λέμε: « αν δεν μας πείτε για ποιο λόγο σας έστειλαν στην Κούβα, θα σας ταΐζουμε από δω και πέρα, τις καραμέλες που κατουράτε.». Και έτσι που λες Μπάρμπαρα, αντί να ξεράσουν από αυτές τις καραμέλες, ξερνούν τους λόγους για τους οποίους ήρθαν στην Κούβα.
- Τι μου λες! Είπε η Μπάρμπαρα. « δεν θα μπορούσα να το φανταστώ ποτέ. Και που τους πιάσατε;»
- Μέσα στις φυτείες με τα ζαχαροκάλαμα.
- Έλα τώρα Φιντέλ, τα παιδία θα πήγαν για κάμπινγκ στις φυτείες, άστα να κάνουν διακοπές και ζήτησε μου ότι θέλεις.
- Α! αυτό δεν γίνεται.
- Κάντο για χάρη μου δεν το αξίζω; Είπε ναζιάρικα η Μπάρμπαρα.
- Κι εμένα τι χάρη θα μου κάνεις;
- Ότι θέλεις Φιντελάκο μου, είπε τρυφερά.
Ο Κάστρο αναρίγησε. « με είπε Φιντελάκο της , μανάρα μου». Σηκώθηκε από το γραφείο του πήγε και έκατσε απέναντι της για να την βλέπει ολόσωμη. «πω ! πω! κόμματος». Γύρισε το κεφάλι του προς τον ουρανό « σε ευχαριστώ Μαρξ». Η γραμματέας του η λοχαγίνα είχε αρχίσει προ πολλού να του ξινίζει. Λαχταρούσε μια αφράτη αμερικανιδούλα, σαν την Μπάρμπαρα και τώρα που την έβλεπε μπροστά του, του έπεφταν τα σάλια. Όπως την κοίταξε ξελιγωμένα την ρώτησε:
- Ότι χάρη θέλω;
- Ότι θέλεις Φιντελάκο μου.
Ο Κάστρο κόντευε να τρελαθεί από την χαρά του και ψέλλισε:
- Τι θα έλεγες ; για …. Είπε και χαμήλωσε τα μάτια του στις ωραίες γάμπες της.
- Για ποιο πράγμα; Ρώτησε με αφέλεια η Μπάρμπαρα.
- Καταλαβαίνεις.
- Που να καταλάβω, μάγος είμαι;
- Καταλαβαίνεις.
Η Μπάρμπαρα απόρησε για μια στιγμή. Κοίταξε το αναψοκοκκινισμένο του πρόσωπο. Εκείνος την κοίταξε στα μάτια, ερωτικά. Εκείνη κάτι πήγε να υποψιαστεί. « αδύνατον οι κουμουνιστές δεν πάνε με καπιταλίστριες.», σκέφτηκε και του είπε: « Έλα τώρα θα μου πεις τι χάρη θέλεις;».
Ο Φιντέλ δεν μπόρεσε να κρατηθεί και της είπε:
- Να, να κάνουμε μία ρομαντική βόλτα στις φυτείες.
- Α! αυτό είναι; Είπα και εγώ. Όποτε θέλεις Φιντελάκο μου. Πάντως δεν πιστεύω μετά να με αφήσεις να σου μαζεύω καλάμια;
- Άμα θέλεις;
- Μα για ποια μια πέρασες; Για εθελόντρια από την Ελλάδα;
- Καμιά δεν πιάνουμε με ζόρι.
- Καλά, καλά. Μα δεν μου είπες με τι τρόπο βγάζετε τα καλάμια;
- Άντε, έχε χάρη μου αρέσεις ‘’ μούτσο ‘’. Λοιπόν Μπάρμπαρα, στην αρχή, η δυσκολία μας ήταν να ξεχωρίσουμε τα αρσενικά από τα θηλυκά καλάμια. Όταν βρήκαμε τον τρόπο, αρχίσαμε να φυτεύουμε σε άλλα χωράφια τα αρσενικά και σε άλλα τα θηλυκά καλάμια.
Η Μπάρμπαρα που τον άκουγε με ανοιχτό το στόμα είπε:
- Εντυπωσιακό! Αλλά πως τα ξεριζώνετε;
- Να, μελετήσαμε την συμπεριφορά των αρσενικών καλαμιών όταν στέκεται μπροστά τους μια όμορφη κοπέλα, καλή ώρα σαν εσένα και πως συμπεριφέρονται τα θηλυκά μπροστά σε αγόρια.
- Και λοιπόν τι βρήκατε; Ρώτησε η Μπάρμπαρα με ενδιαφέρον.
- Όταν σταθεί ένα αγόρι μπροστά σε ένα θηλυκό καλάμι, το καλάμι αρχίζει να κουνιέται δεξιά – αριστερά και πίσω – μπρος.
- Και μετά, και μετά; Ρώτησε ανυπόμονα η Μπάρμπαρα.
- Και μετά ο νεαρός γδύνεται.
- Τσίτσιδος;
- Τσίτσιδός βέβαια.
- Και δεν ντρέπεται;
- Τι να ντρέπεται ρε Μπάρμπαρα το καλάμι;
- Καλά λες.
- Μόλις λοιπόν αντικρίσει το θηλυκό καλάμι τον γυμνό νεαρό, αρχίζει να κάνει τις κινήσεις που σου είπα, όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που στο τέλος ξεριζώνεται.
- Και μετά, και μετά;
- Τι και μετά ρε Μπάρμπαρα. Μετά το κάνουν δέματα, τα παίρνουν στο μύλο, τα αλέθει και γίνονται ζάχαρη.
- Και με τα αρσενικά καλάμια τι γίνεται;
- Να πηγαίνει μια όμορφη, καλή ώρα σαν εσένα και στέκεται μπροστά στο αρσενικό καλάμι.
- Και μετά, και μετά;
- Να, μόλις δει μια όμορφη κοπέλα το αρσενικό καλάμι, νοιώθει μια πίεση στους βολβούς του.
- Και από πού έρχεται η πίεση Φιντέλ;
- Μα τόσο άσχετη είσαι βρε παιδί μου; Και είσαι και μεγάλη δημοσιογράφος.
- Μα που να ξέρω από καλάμια και μάλιστα αρσενικά;
- Καλά ούτε από βολβούς ξέρεις;
- Ε! καλά τώρα, στους βολβούς είμαι και η πρώτη. Να δεις πως τους πιάνω και τους φυτεύω στον κήπο μου. Να δεις λουλούδια.
- Μπράβο Μπάρμπαρα, είπα και εγώ μη δεν ήξερες από βολβούς.
- Αλήθεια Φιντέλ, εσείς έχετε στην Κούβα βολβούς;
- Άλλο τίποτε και κάτι βολβούς, βαρβάτους!
- Αυτό είναι είδηση! Κρίμα που δεν το ήξερα τόσο καιρό.
- Λοιπόν Μπάρμπαρα όπως όλα τα φυτά έχουν βολβούς, έτσι έχουν και τα αρσενικά καλάμια, δύο.
- Δίκροκους Φιντέλ;
- Ακριβώς. Σαΐνι είσαι. Όπως σου έλεγα, μόλις δει το αρσενικό καλάμι την όμορφη κοπέλα, φουσκώνουν οι βολβοί του ……
- Και πως φουσκώνουν Φιντέλ;
- Από το υγρό που μαζεύεται μέσα τους.
- Και από πού έρχεται το υγρό;
- Από την ράχη του καλαμιού, κατεβαίνει την ώρα που γδύνεται η κοπέλα.
- Τσίτσιδη μένει και αυτή;
- Εμ, τσίτσιδη. Την κυλόττα θα αφήσει; Έτσι λέει η ανακάλυψη μας, αλλά μη με διακόπτεις.
- Εντάξει.
- Και μόλις ξεβρακωθεί η όμορφη κοπέλα, οι βολβοί φουσκώνουν και γίνονται, νααα, όπως σου δείχνω. Και μόλις δουν την ματιά της κοπέλας θολωμένη, φουσκώνουν τόσο πολύ οι βολβοί που σπρώχνουν με δύναμη την ρίζα τους και ξεριζώνεται το καλάμι.
- Μα πως στην ευχή θολώνει το μάτι της κοπέλας;
- Μα από το μπόι και το πάχος του καλαμιού.
- Τι μου λες. Εσείς κάνατε φοβερές ανακαλύψεις. Εμάς οι μαλάκες της CIA, ξοδεύουν δισεκατομμύρια δολάρια για να φτιάχνουν μικρόβια.
- Ε, δεν είμαστε καλά που φτιάχνουν μικρόβια;
- Άστα που να στα λέω!
- Να μου τα πεις, να μου τα πεις. Να μάθω και εγώ κάτι που δεν το γράφει το ‘’ Κεφάλαιο ‘’ του Μαρξ.
- Που λες Φιντέλ, έφτιαξαν κάτι μικρόβια για να πεθάνουν αυτοί που κάνουν έρωτα.
- Έλα τώρα, γίνονται αυτά τα πράγματα; Αυτά διαρρέει σκόπιμα η CIA και τα κάνετε βούκινο εσείς οι δημοσιογράφοι. Μπας και νομίζετε ότι μασάμε σανό;
- Κι όμως το κάνουν αυτοί οι πούστηδες της CIA;
- Αυτούς βέβαια τι τους νοιάζει.
- Ποιους; Της CIA;
- Όχι ρε Μπάρμπαρα, τους πούστηδες.
- Γιατί καλέ; Δεν έχουν αυτοί ορμές;
- Έχουν και παραέχουν, γι’ αυτό και εγώ σας ξεμπάρκαρα τους δικούς μου στην Φλώρινα να πιάσετε σόι. Αλλά δεν εννοούσα αυτό.
- Αλλά ποιο;
- Να όταν ξεπαστρέψει CIA όλους τους άνδρες, οι φανατικοί τι θα κάνουν, που θα βρουν το ταίρι τους;
- Έλα ντε.
- Ο Φιντέλ να είναι καλά.
- Και τι μπορείς να κάνεις εσύ για αυτούς, τους φουκαράδες;
- Θα τους επιτρέψω να έρχονται εδώ στις φυτείες, θα πληρώνουν ένα δολάριο και θα διαλέγουν τα καλάμια που τους αρέσουν.
- Όλο σοφές ιδέες είσαι Φιντέλ. Θα σπάσεις και το εμπάργκο του Νίξον.
- Ναι του κερατά, αλλά για συνέχισε με τα μικρόβια.
- Λοιπόν, τώρα μελετούν έναν ανώδυνο τρόπο να βάλουν αυτό το μικρόβιο στον οργανισμό του ανθρώπου.
- Και τον βρήκαν;
- Δυστυχώς.
- Πες τον λοιπόν και με έσκασες.
- Το μικρόβιο αυτό θα μεταδίδεται με το αίμα και την σεξουαλική πράξη.
- Δηλαδή όταν καλάρει ένας μολυσμένος άντρας θα μολύνει και την γυναίκα και αντίστροφα;
- Ακριβώς.
« Μαντόνα μου θα κόψω και τον έρωτα».
- Και μετά τι έγινε;
- Μια μέρα που έκανε σεμινάρια ένας ειδικός στα μικρόβια και τους έλεγε ότι θα μεταδιδόταν με την σεξουαλική πράξη, ένα μικρόβιο ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που την κοπάνησε από την διάλεξη και εξαφανίστηκε.
- Και που πήγε;
- Ένας δορυφόρος το εντόπισε σε ένα χωριό στην Αγκόλα.
- Και τι έκανε ο Νίξον έστειλε πεζοναύτες να πιάσουν το μικρόβιο; Ρε το κερατά κόλπο που βρήκε να στείλει πεζοναύτες στην Αγκόλα για να πολεμήσει τους δικούς μου, που πολέμησαν τους ρατσιστές της Νότιας Αφρικής.
- Όχι Φιντέλ δεν έστειλαν πεζοναύτες, αλλά φέρετρα.
- Πολλά;
- Όχι και πολλά, καμιά διακοσαριά εκατομμύρια.
- Και τι στο διάολο θα τα κάνουν τόσα φέρετρα; Αν προορίζονται για τους δικούς μου πεζοναύτες τους φτάνουν καμιά εκατοστή.
- Μα βρε Φιντέλ δεν σου κόβει καθόλου. Θα φταίει η γενειάδα σου.
- Διακόσα εκατομμύρια δεν είναι ο πληθυσμός της Αφρικής;
- Και λοιπόν; Τι θέλουν τους δικούς σου, να τους βάλουν ζωντανούς στις κάσες;
- Όχι βέβαια, πεθαμένους.
- Και πως θα τους σκοτώσουν; Με πυρηνικά όπλα;
- Με καλύτερο και πιο οικονομικό τρόπο. Ούτε ένα δολάριο δεν θα τους κοστίσει.
- Αδύνατον. Εδώ δεν τον ανακάλυψαν οι σύντροφοι οι Ρώσοι και τον ανακάλυψαν οι δικοί σου οι κοιμήσηδες;
- Αυτοί πάντως το βρήκαν.
- Ποιο το όπλο;
- Όχι καλέ το μικρόβιο.
- Σιγά τώρα που θα σκοτώσουν διακόσα εκατομμύρια μαύρους με ένα μικρόβιο! Και τι είναι πυρηνικό;
- Όχι, κανονικό, όπως τα άλλα μικρόβια.
- Σαν αυτό που πήγε στην Αγκόλα;
- Ακριβώς.
- Και τι έκανε αυτό το μικρόβιο στην Αγκόλα; Μην ξεχάσεις να μου πεις το όνομα του όταν το θυμηθείς.
- Έκανε κιόλας.
- Τι έκανε;
- Μπήκε μέσα στον οργανισμό ενός μαύρου.
- Και από πού μπήκε;
- Να , να … από το αυτό του
- Ποιο αυτό του ρε Μπάρμπαρα; Το στόμα;
- Όχι.
- Το μάτι;
- Όχι.
- Το αυτί;
- Όχι.
- Τι θα γίνει ρε Μπάρμπαρα την κολοκυθιά θα παίξουμε; Δεν έχει όνομα το αυτό του;
- Έχει.
- Ε πες το που να πάρει ο διάολος.
- Έλα μωρέ, δεν καταλαβαίνεις τι είναι το αυτό του;
- Γαμώ το απαυτό. Δεν έχει όνομα μη το γαμήσω.
- Το πράμα του.
- Καλά δεν έχει όνομα αυτό το πράμα του;
- Έχει.
- Πες το λοιπόν και με έσκασες.
- Να, μωρέ το,το,το …..πέος του.
- Τι είναι αυτό; Δεν την ξέρω αυτήν την αμερικάνικη λέξη. Μια στιγμή να φωνάξω την γραμματέα μου την Μυγδαλιά.
- Ποια Μυγδαλιά; Την Ρέγες;
- Βλέπω όλα τα ξέρεις. Είπε με νόημα ο Φιντέλ.
Πάτησε ένα κουμπί και αμέσως εμφανίστηκε μια λυγερόκορμη ξανθή λοχαγίνα και ρώτησε τον Κάστρο.
- Λέγε σύντροφε, μήπως σε πείραξε αυτή η καπιταλίστρια; Ρώτησε και κοίταξε περίεργα την Γουόλτερς.
- Όχι κόρη μου. Θέλω να μου εξηγήσεις τι σημαίνει η λέξη πέος, γιατί εγώ δεν την ξέρω αυτή την αμερικάνικη λέξη και η Μπάρμπαρα δεν μπορεί να την εξηγήσει.
Η Ρέγες γούρλωσε τα μάτια της, άρχισε να βηματίζει προς την Μπάρμπαρα αποφασισμένη να την αρπάξει από τα μαλλιά. Ο Κάστρο που κατάλαβε αμέσως τις άγριες διαθέσεις της, της είπε:
- Στάσου μωρή λυσσασμένη και πες μου τι σημαίνει αυτή η λέξη γιατί θα σε στείλω στα καλάμια.
- Καλά σύντροφε. Είπε και σιώπησε.
- Έλα λέγε, ξέρεις ή να φωνάξω την Γιοβάνα;
- Ξέρω! Ξέρω!
- Λέγε μωρή;
- Πίγκα, σύντροφε.
Ο Φιντέλ ξεράθηκε στα γέλια. Κοίταξε την Μπάρμπαρα στα μάτια και της είπε:
- Μα τόσο πουριτανές είστε εσείς οι αμερικανίδες; Το άκουγα αλλά δεν το πίστευα.
Η Μπάρμπαρα κοκκίνισε και χαμήλωσε τα μάτια. Ο Φιντέλ κατάλαβε ότι είπε κάτι κακό την κοίταξε με συμπάθεια και είπε:
- Έλα τώρα, με συγχωρείς αν σε πρόσβαλα.
- Εντάξει.
- Λοιπόν τι έγινε με τον μαύρο;
- Μετά ο μαύρος με το μικρόβιο στο απαυτό του….
- Στην πίγκα του θέλεις να πεις….
- Ναι, πήγε με γυναίκες του χωριού και τους κόλλησε το μικρόβιο.
- Καλά που πήγαν;
- Δεν πήγαν πουθενά, αυτός πήγε με αυτές.
- Μα που πήγε βρε παιδί μου;
- Μα δεν καταλαβαίνεις; Πήγαν μαζί;
- Ναι, αλλά που στο διάολο πήγαν;
- Οπού τους άρεσε.
- Καλά και πως στο διάολο κόλλησαν το μικρόβιο οι μαύρες;
- Αφού πήγαν μαζί;
- Μα που στο δαίμονα πήγαν μαζί;
- Μα σου είπα όπου ήθελαν. Μαζί τους ήμουνα να ξέρω;
- Πως διάολο δεν μπορώ να καταλάβω; Ή το κεφάλι μου έχει μέσα ζάχαρη ή εσύ μιλάς με τα άστρα.
- Βρε μπουμπούνα κοιμήθηκαν μαζί.
- Και λοιπόν; Επειδή κοιμήθηκαν μαζί κόλλησαν οι μαύρες;
- Ακριβώς.
- Μα πως κόλλησαν; Τον έσφαξαν και του ήπιαν το αίμα;
- Όχι καλέ.
- Ε τότε;
- Να κοιμήθηκαν αγκαλιά.
- Και λοιπόν που είναι τα αίματα;
- Δεν είχε αίματα;
- Τι είχε γάλατα;
- Τίποτε;
- Τότε πως στο διάολο κόλλησαν; Πες μου και με έσκασες.
- Έλα μωρέ Φιντέλ. Να ανέβηκε από πάνω τους.
- Κι επειδή ανέβηκε από πάνω τους κόλλησαν;
- Επιτέλους κατάλαβες. Είπε με ανακούφιση η Μπάρμπαρα.
- Δεν κατάλαβα τίποτα. Αν έμπαιναν εκείνες από πάνω του θα κολλούσαν το μικρόβιο;
- Βεβαίως.
- Δηλαδή έκαναν μετάγγιση αίματος;
- Ξεχασιάρης είσαι Φιντέλ, δεν σου είπα ότι το μικρόβιο μεταδίδεται με την σεξουαλικά πράξη; Κατάλαβες τώρα;
- Εμ τότε, το μυαλό σου έχει μέσα ή ζάχαρη ή ρώσικο βλήμα.
- Υπονοείς ότι το κόλλησαν με την σεξουαλική πράξη;
- Μπράβο! Το κατάλαβες επιτέλους.
- Ρε σεμνότυφη αμερικάνα γιατί δεν το έλεγες τόση ώρα ότι ο μαύρος τις πήδηξε και τις το κόλλησε;
- Μα το υπονοούσα!
- Δηλαδή, στην Αμερική πηδιέστε με υπονοούμενα;
- Έλα τώρα Φιντέλ, δεν ντρέπεσαι;
- Σόρυ, ξέχασα ότι εσύ είσαι φρόνιμο κορίτσι, δεν κάνεις κακά πράγματα. Αλλά πες μου τι απέγιναν οι μαύρες και ο μαύρος;
- Πέθαναν;
- Όλοι.
- Και τι γίνεται τώρα;
- Θα πεθαίνουν συνέχεια να μην μείνει ρουθούνι.
- Δηλαδή σε λίγο δεν θα υπάρχουν μαύροι;
- Ναι αλλά στην Αφρική.
- Τους δικούς σας τους μαύρους πως θα τους ξεπαστρέψετε;
- Είναι διχασμένοι οι επιστήμονες. Οι μαύροι θέλουν να καθαρίσουν τους λευκούς και οι λευκοί τους μαύρους.
- Και δεν μπορούσατε να φέρετε κανένα μολυσμένο μαύρο από την Αφρική να πηδήξει καμία μαύρη, να κολλήσουν σιγά – σιγά όλοι οι μαύροι τις Αμερικής και να ψοφήσουν;
- Το έκαναν ήδη Φιντέλ. Είπε με παράπονο η Μπάρμπαρα.
- Και άρχισαν να ψοφούν οι μαύρες;
- Όχι βέβαια.
- Και γιατί όχι; Δεν γουστάρουν οι μαύροι της Αφρικής τις μαύρες της Αμερικής;
- Όχι δεν είναι αυτό. Άκουσε τι έγινε. Έφερε η CIA ένα μολυσμένο μαύρο από την
Αφρική με άκρα μυστικότητα. Του έδωσαν οδηγίες που θα βρεί μια μαύρη να την πηδήξει. Του υποσχέθηκαν ότι όσες πηδήξει θα του τις δώσουν να τις πάρει στην Αφρική και να ανοίξει μαύρο χαρέμι. Ο μαύρος λοιπόν ,Φιντέλ, πήρε σβάρνα τα αξιοθέατα και μετά τα πάρκα. Σε ένα πάρκο βραδιάστηκε και κάθισε σε ένα παγκάκι, κάτω από ένα ψιλό δέντρο, που του θύμιζε το χωριό του για να ξεκουραστεί.
- Και μετά τι έγινε;
- Να, μετά από λίγο ήρθε και κάθισε στο ίδιο παγκάκι μια κατάξανθη κοπέλα.
- Μαύρη;
- Όχι, άσπρη σαν το γάλα.
- Και μετά και μετά;
- Τι και μετά; Μετά κόλλησε το μικρόβιο η κοπέλα.
- Καλά πως το κόλλησε;
- Μα βρε Φιντέλ όλως διόλου χαζός είσαι. Έσκυψε και ήπιε νερό από την βρύση.
- Εσύ θα με χαζέψεις. Κολλά μωρή το μικρόβιο με το νερό της βρύσης;
- Από αυτή την βρύση κολλά.
- Καλά και που βρέθηκε η βρύση;
- Εκεί ήταν.
- Που εκεί;
- Μπροστά του!
- Και ήπιε νερό;
- Ήπιε.
- Και πως κόλλησε η κοπέλα; Ήπιε και αυτή από την ίδια βρύση;
- Όχι.
- Γιατί; Δεν διψούσε;
- Διψούσε.
- Και αφού διψούσε, γιατί δεν ήπιε;
- Γιατί δροσίστηκε αλλιώς.
- Πως αλλιώς;
- Μπιτ για μπιτ μπουμπούνας είσαι;
- Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω, πως μόλυνε την κοπέλα ο μαύρος, και με ποιο τρόπο δροσίστηκε η κοπέλα αφού δεν ήπιε νερό. Μυστήρια πράγματα!
- Η Μπάρμπαρα που λες Ρίτσαρντ, εκεί είσαι ακόμη ή κοιμήθηκες; « Δεν χάνω λέξη, μόνο τσούλα την ιστορία γιατί έχουμε και άλλα να κουβεντιάζουμε.». Η Μπάρμπαρα λοιπόν από την ντροπή της, κοκκίνισε, πρασίνισε, απελπίστηκε, κόντεψε να γίνει μελαχρινή από ξανθή επειδή δεν έβρισκε τα κατάλληλα λόγια να εξηγήσει στον Φιντέλ πως μολύνθηκε η άσπρη. « μα τι στην ευχή, τόσο άσχετοι είναι οι Κουβανοι;» αναρωτήθηκε. Ο Κάστρο ανυπομονούσε να μάθει και ρώτησε.
- Σε ρώτησα Μπάρμπαρα αλλά δεν μου απάντησες.
- Θα κόψεις τι γενειάδα άμα σου πώ;
- Από την ρίζα!
- Έτσι μπράβο, τώρα θα σου πω. Η άσπρη βρέθηκε από πάνω του και μολύνθηκε.
- Και πως βρέθηκε από πάνω του;
- Έλα τώρα, δύσκολο ήταν;
- Εγώ δεν καταλαβαίνω. Είπε ο Φιντέλ και χάιδεψε την γενειάδα του.
- Λοιπόν αφού θα κόψεις τη γενειάδα, θα σου τα πω χαρτί και καλαμάρι αλλά μη με διακόψεις.
- Έγινε.
- Όταν κάθισε η ξανθιά στο παγκάκι, ο μαύρος άρχισε να την περιεργάζεται μιας και δεν είχε ξαναδεί άσπρη γυναίκα στη ζωή του και μάλιστα ξανθή. Έβγαλε ένα φύλλο από την τσέπη του, το έστριψε, το έκανε σαν πούρο Αβάνας, το άναψε, τράβηξε μερικές ρουφηξιές, έβγαλε μερικούς αναστεναγμούς ικανοποίησης, κοίταξε την κοπέλα και της χαμογέλασε χαζά. Η κοπέλα λιγώθηκε από την μυρωδιά του φύλλου, σύρθηκε κοντά του και του έκανε νόημα ότι θέλει να τραβήξει μία ρουφηξιά. Ο μαύρος της έδωσε αμέσως το πούρο. Εκείνη τράβηξε δύο δυνατές ρουφηξιές και δεν έβγαλε τον καπνό ούτε από το στόμα, ούτε από τα ρουθούνια. Μετά έδωσε το πούρο στον μαύρο και του χαμογέλασε σαν να του έλεγε ευχαριστώ. Ξαφνικά άρχισε να χαχανίζει και να χορεύει στο παγκάκι καθιστή. Μετά ξαναζήτησε το πούρο από τον μαύρο και τράβηξε πολλές ρουφηξιές. Τότε άρχισε να τραγουδά, ξάπλωσε στο παγκάκι, κουνιόταν σαν λατέρνα και άρχισε να γδύνεται μέχρι να μείνει τσίτσιδη. Ο μαύρος την κοιτούσε με θαυμασμό και με απορία. Τράβηξε και εκείνος μερικές ρουφηξιές και επειδή του άρεσαν οι κινήσεις της κοπέλας, ένωσε την ανάγκη να την μιμηθεί. Ξάπλωσε στο έδαφος, την κοιτούσε και προσπαθούσε να κάνει τις ίδιες κινήσεις. Ένιωσε υπέροχα. Η κοπέλα άρχισε να τον κοιτάζει σαν ξερολούκουμο και σε μία στιγμή πήγε από πάνω του. Είπε και σιώπησε η Μπάρμπαρα.
- Κι επειδή ρε Μπάρμπαρα πήγε από πάνω του κόλλησε το μικρόβιο;
- Ακριβώς, όπως και οι μαύρες της Αφρικής.
- Πες το ρε παιδάκι μου τόση ώρα, ότι τον πήδηξε. Αλλά για πες μου τι έκανε μετά αυτή η ξανθιά; Πήγε και πήδηξε κι άλλους μαύρους;
- Όχι δεν πήγε με μαύρους. Η ξανθιά είχε μόνο άσπρους φίλους και πήγε με όλους και τους μόλυνε. Μετά εκείνοι πήγαν με άλλες άσπρες και εκείνες με άλλους άσπρους και όπως καταλαβαίνεις τώρα μολύνονται σχοινί κορδόνι οι άσπροι.
- Δηλαδή σε λίγο η Αμερική θα έχει μόνο μαύρους; Αφού θα έχουν ψοφήσει όλοι οι άσπροι. Θυμάσαι ένα σύνθημα σε μία διαδήλωση;
- Όχι.
- Τότε που φώναζαν: « Η Αμερική ανήκει στους μαύρους της», να όπως φωνάζουν και οι Τούρκοι «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του». Λοιπόν πρόσεχε κακομοίρα μου να μην ξαναπηδηχτείς με άσπρους, μόνο με μαύρους να ‘’ πηγαίνεις ‘’ – όπως το λες και εσύ.
- Εγώ με μαύρους, ποτέ!
- Ε τότε θα μολυνθείς και θα ψοφήσεις. Μείνε εδώ στην Κούβα, που είμαστε άσπιλοι και αμόλυντοι, να ‘’ πηγαίνεις ‘’ – όπως το λες – άφοβα και χωρίς καπότα. Μείνε να παίρνεις συνεντεύξεις και από τον κόσμο που ξεριζώνει τα καλάμια. Θα σου δώσω και μία εκπομπή στην κρατική τηλεόραση, στο κανάλι ‘’ CUBA LIBRE ‘’ .
- Με ρώτησες πολλά Φιντέλ, αλλά θα προσπαθήσω να σου απαντήσω σε όλα. Κατ’ αρχήν δεν πεθαίνουν μόνο οι άσπροι αλλά και οι μαύροι.
- Και πώς συνέβη;
- Να, ‘’ πήγε ‘’ ένας μαύρος με ένα άσπρο μολυσμένο, πήγε μετά ο μαύρος με μαύρη, εκείνη με μαύρο και κολλάνε το μικρόβιο τώρα οι μαύροι σχοινί – κορδόνι.
- Πάλι ‘’ πήγε ‘’;
- Ε καημένε, τώρα ξέρεις.
- Και βέβαια!
- Πάντως η πρόταση σου να μείνω στην αμόλυντη Κούβα είναι δελεαστική. Αν το δεις από άλλη σκοπιά το πράγμα, το εμπάργκο της Αμερικής δεν έχει μόνο αρνητικές συνέπειες, αλλά και ευεργετικές, αφού δεν μπορεί να έρθει κανένας μολυσμένος Αμερικάνος. Και αν μου δώσεις και καλό μισθό εγώ μένω στην Αβάνα. Τι μηνιάτικο θα μου δώσεις;
- Όλα θα είναι πληρωμένα, σπίτι, φαγητό, αυτοκίνητο, ψυχαγωγία, εκδρομές, τουρισμό στην Ρωσία και στην Αγκόλα.
- Και τι μισθό θα μου δίνεις;
- Με τόσες παροχές θα σου φτάνουν πενήντα κιλά ζάχαρη τον μήνα.
- Μα τι λες ρε Φιντέλ, ξέρεις πόσα παίρνω στην Αμερική;
- Πόσα;
- Χίλιες το χρόνο.
- Τι χίλιες λίρες;
- Όχι δολάρια.
- Χαράς το ποσό. Εγώ δίνω στον εργάτη χίλια ρούβλια.
- Χίλιες χιλιάδες. Έξι μηδενικά Φιντέλ χωρίς τα έξτρα.
- Με μηδενικά πληρώνεσαι; Πρώτη φορά το ακούω.
- Για βάλε και ένα άσσο μπροστά στα έξι μηδενικά;
- Τι λες ρε Μπάρμπαρα! Τόσος είναι ο προϋπολογισμός της Κούβας.
- Ε, τι να κάνουμε. Είπε με μετριοφροσύνη εκείνη.
- Έλα στην Αβάνα και θα σου δώσω και το ιπτάμενο που μου χάρισε ο Μπρέζνιεφ.
- Δεν είναι δελεαστική η πρόταση σου, αλλά σκέφτηκα ότι με τόσα δολάρια που παίρνω θα πετάγομαι τα Σαββατοκύριακα, αρκεί να μου διαθέτεις το προσωπικό σου τζετ, να κάνω διακοπές και να σου παίρνω και καμιά συνέντευξη.
- Πως σου φαίνεται η ιδέα;
- Περίφημη! Να σε φιλήσω!
- Ηρέμησε Φιντέλ.
- Δηλαδή μπορείς τώρα να μου πάρεις συνέντευξη;
- Και βέβαια αλλά υπό δύο όρους.
- Όσους θέλεις.
- Πρώτον, θα ξυρίσεις αμέσως την γενειάδα όπως μου υποσχέθηκες και δεύτερον θα απελευθερώσεις εκείνα τα κακόμοιρα τα αμερικανάκια που κρατάς στη φυλακή.
Ο Φιντέλ αναρίγησε. Χάιδεψε την γενειάδα του « αντίο αγαπημένη μου», « δεν βαριέσαι, μπρος στην δημοσιότητα τι αξίζει μια γενειάδα; Το πολύ πολύ να την ξαναφήσω.»
- Εντάξει Μπάρμπαρα. Είμαι έτοιμος για την συνέντευξη.
- Όχι.
- Γιατί όχι;
- Πρώτα να έρθει ο κουρέας να σε ξυρίσει.
Ο Κάστρο πάτησε ένα κουμπί, εμφανίστηκε αμέσως ο κουρέας και έκανε το πρόσωπο του Φιντέλ γουλί.
- Πως σου φαίνομαι τώρα, Μπάρμπαρα;
- Κούκλος, έλαμψε το πρόσωπο σου. Να δεις χαρές που θα κάνει ο Νίξον.
- Ναι τον κερατά, αλλά να δεις κλάμα ο Μαρξ.
- Μα που είναι το τηλεοπτικό συνεργείο;
- Εδώ είναι.
- Ε τότε φώναξε το μέσα.
- Μέσα είναι.
- Δεν το βλέπω.
- Δεν πειράζει, το βλέπω εγώ.
- Μα που είναι τέλος πάντων;
- Να, κοίταξε εκεί στο ταβάνι τις τρύπες, εκεί είναι οι κάμερες. Το είδα πρακτικά το πράγμα. Αντί να κουβαλάνε κάθε μέρα τις κάμερες στο γραφείο μου και να χάνουμε τηλεοπτικό χρόνο, τις εγκαταστήσαμε εδώ μόνιμα με τα μικρόφωνα και όλα τα σχετικά συμπράγκαλα.
- Καταπληκτική ιδέα! Όλο εφευρέσεις είσαι. Μα που είναι το μικρόφωνο μου και το δικό σου;
- Το δικό σου είναι βιδωμένο στην πολυθρόνα που κάθεσαι.
- Και το δικό σου;
- Το βλέπεις αυτό το πούρο;
- Το βλέπω.
- Ε, εκεί μέσα είναι το μικρόφωνο μου.
- Όλο εκπλήξεις είσαι.
- Και που είσαι ακόμη!
- Λοιπόν, έτοιμος Φιντέλ. Ξεκινάμε.
- Πανέτοιμος.
Η Μπάρμπαρα έβγαλε το ρολόι της το άφησε μπροστά της πάνω στο γραφείο, γύρισε το βλέμμα της προς το ταβάνι, σήκωσε το χέρι της, το κατέβασε απότομα και είπε:
- Πάμε παιδιά. Πήρε το σοβαρό ύφος και άρχισε να μιλά.
«Αμερικανίδες, αμερικανοί σήμερα έχω την τιμή και την μεγάλη χαρά να φιλοξενώ στην εκπομπή μου ‘’ Ηγέτες που γράφουν ιστορία ‘’ , τον πρόεδρο της Κούβας Φιντέλ Κάστρο. Έναν ηγέτη που για πρώτη φορά παραχωρεί συνέντευξη σε αμερικάνικό τηλεοπτικό δίκτυο. Ευελπιστούμε ότι θα λυθούν αρκετές απορείες σας γύρω από αυτήν την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αιώνα μας». Μετά την εισαγωγή η Γουόλτερς γύρισε στον Κάστρο:
- Κύριε πρόεδρε, καλώς ήρθατε στην εκπομπή μας.
- Καλώς σας βρήκα.
- Για πέστε μου πως αισθάνεστε χωρίς την γενειάδα;
- Σαν γλυμμένος κώλος.
ΣΤΟΠ. Φώναξε έξαλλη η Μπάρμπαρα κοιτάζοντας το ταβάνι και γυρίζοντας προς τον Κάστρο: « Κοίτα Φιντέλ την συνέντευξη θα την δουν αμερικανοί και όχι ρώσοι, γι’ αυτό πρόσεχε πως μιλάς».
- Με συγχωρείς, αλλά εσύ το ξέρεις πως είμαι αυθόρμητος και λέω αυτά που νιώθω.
- Άκουσε Φιντέλ θα σου πω το μυστικό μιας επιτυχημένης συνέντευξης
- Για να ακούσω.
- Να, στην συνέντευξη θα λες αυτά που θέλουν οι αμερικάνοι, να ακούσουν, γιατί αν πεις πράγματα που δεν τους αρέσουν, θα κλείσουν την τηλεόραση και θα δεις μόνος σου την συνέντευξη.
- Ειλικρινά δεν μου πέρασε από το μυαλό.
- Λοιπόν πάμε από την αρχή.
« Κύριε πρόεδρε πως αισθάνεστε τώρα που ξυρίσατε την γενειάδα»;
- Θαυμάσια!
- Και γιατί την αφήσατε;
- Γιατί την είχε αφήσει και ο Μαρξ.
ΣΤΟΠ. Φώναξε και πάλι η Μπάρμπαρα. «Δεν σου είπα να λες αυτά που θέλουν να ακούσουν, οι αμερικάνοι βγάζουν σπυριά όταν ακούνε για Μαρξ». Πάμε πάλι παιδιά.
« Και γιατί την αφήσατε»;
- Γιατί άρεσαν σε μία φιλενάδα μου.
Η Γουόλτερς χαμογέλασε ικανοποιημένη.
- Πιστεύετε στις φήμες ότι ο πρόεδρος Νίξον είχε πάθει φοβίες με την γενειάδα σας;
- Ψέματα, τον συκοφαντούν τον πρόεδρο.
- Ποια είναι η γνώμη σας για τον πρόεδρο Νίξον;
- Ο καλύτερος πρόεδρος που είχε ποτέ η Αμερική.
- Και για τους αμερικανούς τι γνώμη έχετε;
- Οι αμερικανοί είναι πολιτικά βλίτα και οι αμερικανίδες γκομενάρες.
ΣΤΟΠ! Φώναξε η Μπάρμπαρα. Και φτου και από την αρχή η συνέντευξη.
- Θαυμάσιοι άνθρωποι.
- Τι γνώμη έχετε για τις φυλετικές διακρίσεις.
- Πρώτη φορά ακούω κάτι τέτοιο, αλήθεια υπάρχουν;
- Παρακαλώ κύριε πρόεδρε, εγώ ρωτάω εσείς απαντάτε.
- Μάλιστα κυρία Γουόλτερς.
- Ποια είναι η γνώμη σας για το μικρόβιο που σκοτώνει τους ανθρώπους;
- Που; Στην Αφρική;
ΣΤΟΠ! Φιντέλ πάλι ξεχάστηκες.
- Πιστεύω, ότι το μικρόβιο μολύνει μόνο τους μαύρους της Αμερικής.
- Εδώ στην Κούβα δεν έχει μολυνθεί κανένας;
- Όχι.
Η Γουόλτερς απευθύνθηκε στους τηλεθεατές « Κυρίες και κύριοι, εδώ είναι ο παράδεισος, ελάτε να κάνετε τις διακοπές σας φθηνά και αμόλυντα.»
- Καλοσύνη σας κυρία Γουόλτερς.
- Ποια είναι η γνώμη σας για τον Καντάφι;
- Καλό παιδί, πατριώτης.
- Μα οι εφημερίδες γράφουν ότι είναι τρομοκράτης και ταραχοποιός!
- Ε, αφού το γράφουν οι αμερικάνικες εφημερίδες, έτσι θα είναι. Ποια είναι η γνώμη σας για τον Μπρέζνιεφ;
- Ήσυχος άνθρωπος ο παππούς.
- Κύριε πρόεδρε, οι αμερικάνοι ανησυχούν από τις φήμες και θέλουν να μάθουν αν έχετε ρώσικες βάσεις πυραύλων στην Κούβα;
- Μα τι λέτε, μόνο μια Αμερικάνικη υπάρχει εδώ στο Γκουαντάναμο.
- Ώστε δεν υπάρχουν ρώσικες βάσεις πυραύλων;
Ο Φιντέλ έσκασε στα γέλια. Η Γουόλτερς είπε:
- Το βρίσκετε αστείο το θέμα των πυραύλων;
- Μα δεν γέλασα γι’ αυτό.
- Παρακαλώ απαντήστε μου.
- Θα αστειεύεστε κυρία Γουόλτερς, σε εμένα θα έδινε πυραύλους ο Μπρέζνιεφ;
- Και τότε τι πύραυλοι είναι αυτοί που φωτογραφίζουν οι κατασκοπευτικοί μας δορυφόροι;
- Κουβάνικοι! Είπε με υπερηφάνεια ο Κάστρο.
Η Γουόλτερς κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.
- Κουβάνικοι;;;
- Κατακουβάνικοι!
- Μα εσείς δεν έχετε εργοστάσια;
- Πως δεν έχουμε, έχουμε και πάρα πολλά!
- Μα που τα έχετε;
- Εδώ, που αλλού στο Σαρίρ της Λυβικής Σαχάρας.
- Και δεν τα ‘’ είδαν ‘’ οι δορυφόροι μας;
- Μα δεν φωτογραφίζουν ξυλουργεία οι δορυφόροι σας.
- Ξυλουργεία; Όχι βέβαια. Αλλά τι σχέση μπορούν να έχουν τα ξυλουργεία με τους πυραύλους;
- Ε πως δεν έχουν; Αφού εκεί τους φτιάχνουμε.
- Δηλαδή κύριε πρόεδρε αν κατάλαβα καλά, οι πύραυλοί σας είναι ξύλινοι;
- Ακριβώς κυρία Γουόλτερς. Μας στέλνουν τα σχέδια οι Ρώσοι, τις μεταλλικές μπογιές, εμείς τους κατασκευάζουμε στα ξυλουργεία, καθαρίσαμε και μερικά χωράφια από τα καλάμια, φτιάξαμε και ξύλινες στρογγυλές βάσεις και τοποθετήσαμε τους πυραύλους.
- Και οι στρατιώτες τι γυρεύουν εκεί στις βάσεις;
- Τους φρουρούν.
- Μα αφού τους φρουρούν τόσοι στρατιώτες τις βάσεις, οι πύραυλοι πρέπει να είναι αληθινοί ρώσικοι.
- Όχι κυρία Γουόλτερς, στην αρχή δεν υπήρχαν στρατιώτες εκεί. Μια μέρα όμως ένας ψαράς έκλεψε ένα ξύλινο πύραυλο τον έσκισε στα δύο με κορδέλα, σε ένα ξυλουργείο και έκανε δύο βάρκες. Γι’ αυτό μετά από εκείνο το περιστατικό, τους φρουρούν οι φαντάροι, γιατί θα κλέψουν και τους υπόλοιπους οι ψαράδες.
- Όμως κύριε πρόεδρε, οι μυστικές μας υπηρεσίες, έχουν πληροφορίες ότι φορτώνονται σε Ελληνικά βαπόρια ρώσικοι πύραυλοι από ρώσικα λιμάνια και ξεφορτώνονται στην Αβάνα. Μετά φορτώνονται άλλοι από την Αβάνα και ξεφορτώνονται στα ρώσικα λιμάνια για να πάνε για επισκευή. Τι απαντάτε σε αυτό;
Ο Κάστρο έσκασε στα γέλια.
- Δεν είναι για γέλια η ερώτησε και παρακαλώ να μου απαντήσετε.
- Κοιτάξτε κυρία Γουόλτερς, εμείς γεμίζουμε τους ξύλινους πυραύλους με ζάχαρη! Τους στέλνουμε στη Ρωσία, εκεί τους αδειάζουν, τους γεμίζουν μετά σιτάρι και μας τους στέλνουν πίσω.
- Αυτό είναι πρωτάκουστο! Να μεταφέρετε την ζάχαρη με πυραύλους, δεν θα το πιστέψουν ούτε μωρά παιδιά.
- Μα δεν μας ενδιαφέρει η ζάχαρη, την οποία μπορούμε να μεταφέρουμε χύμα, αλλά το σιτάρι.
- Δηλαδή;
- Δεν θέλουμε να μάθει ο κόσμος ότι μας ταΐζει ψωμί η Ρωσία, γι’ αυτό και κάνουμε καμουφλαρισμένη εισαγωγή.
- Μα καλά οι ρώσοι δεν παράγουν σιτάρι, που το βρίσκουν και σας το στέλνουν;
- Ελάτε τώρα κυρία Γουόλτερς, οι αμερικάνοι πουλούν σιτάρι στους ρώσους και εκείνοι μας το χαρίζουν.
- Μα τότε θα κοστίζει ένα δολάριο το ένα σπιρί το στάρι, αφού πρέπει να πάει από την Αμερική στη Ρωσία και μετά στην Κούβα. Έτσι δεν είναι πρόεδρε;
- Όχι βέβαια, δεν κοστίζει σεντς η μεταφορά.
- Γιατί;
- Γιατί τα ελληνικά βαπόρια που φορτώνουν το αμερικανικό σιτάρι από την Νέα Ορλεάνη, μόλις βγουν από τα χωρικά ύδατα της Αμερικής, κάνουν στροφή και καταπλέουν στην Κούβα. Και μακάρι όλο το αμερικανικό σιτάρι να το μετέφεραν ελληνικά βαπόρια.
- Δηλαδή εσείς σπάσατε το εμπάργκο και οι μυστικές υπηρεσίες λένε άρες, μάρες, κουκουνάρες…..
- Είμεθα πρακτικοί άνθρωποι κυρία Γουόλτερς, δεν το διαπιστώσατε;
- Άκου λέει. Να σας κάνω και μία δύσκολη ερώτηση;
- Όσες θέλετε.
- Αποδέχεστε την πρόσκληση του πρόεδρου Νίξον, την οποία σας μεταφέρω, να επισκεφτείτε επισήμως την Αμερική;
- Είναι μεγάλη τιμή για την χώρα μου και έμενα προσωπικά και την αποδέχομαι ευχαρίστως. Θα είναι η ευτυχέστερη ημέρα της ζωής μου.
- Και τι θα ζητήσετε από τον πρόεδρο Νίξον;
- Να σταματήσει το εμπάργκο.
- Με τι αντάλλαγμα;
- Την παράταση της παραμονής της αμερικανικής βάσης του Γκουαντανάμο κατά εκατό χρόνια.
- Μόνο αυτό;
- Θα σας αφήσουμε να φτιάξετε ξενοδοχεία, καζίνο, σουπερμάρκετ. Πέστε δε στον πατριώτη μου που έχει την Coca – Cola, να έρθει να χτίσει μερικά εργοστάσια. Τίποτε άλλο όμως, καμία άλλη παραχώρηση.
- Θαυμάσια κύριε πρόεδρε!
- Κυρία Γουόλτερς, επ ευκαιρία αυτής της συνέντευξης θα ήθελα να μεταφέρετε την πρόσκληση μου προς τον πρόεδρο Νίξον, να επισκεφτεί επίσημα την Κούβα.
- Κύριε πρόεδρε σα έχω μία ευχάριστη έκπληξη.
-Α! για να την ακούσω.
- Σε ανύποπτο χρόνο, ο πρόεδρος Νίξον μου είχε πει, < αν ποτέ με καλέσει ο Κάστρο θα αποδεχθώ αμέσως την πρόσκληση.>
- Τι μου λέτε; Αυτό είναι φανταστικό.
Η Μπάρμπαρα κοίταξε το ρολόι της. Η συνέντευξη είχε κρατήσει τρείς ολόκληρες ώρες. Δεν είχε άλλο τηλεοπτικό χρόνο.
- Κύριε πρόεδρε σας ευχαριστώ που είχατε την καλοσύνη να μου παραχωρήσετε αυτή την συνέντευξη.
- Εγώ σας ευχαριστώ κυρία Γουόλτερς που μου δώσατε την ευκαιρία να μιλήσω στον λαό της Αμερικής. Είμαι βαθύτατα συγκινημένος.
- Αγαπητοί τηλεθεατές, ευχαριστούμε και εσάς που μας παρακολουθήσατε. Από τον πρόεδρο Κάστρο και εμένα γεια σας».
- Έτσι που λες Μαργαρίτα, όση ώρα διηγήτο την ιστορία ο Μπρέζνιεφ, ο Νίξον κρεμόταν κυριολεκτικά από το τηλέφωνο. Όταν τελείωσε η αφήγηση, ο Μπρέζνιεφ σιώπησε για μερικά δευτερόλεπτα, για να ανάψει ένα πούρο Αβάνας. Ο Νίξον περίμενε άφωνος και τότε ο Μπρέζνιεφ ρώτησε:
- Εκεί είσαι Ρίτσαρντ;
- Εδώ είμαι Λέονιτ.
- Λοιπόν πως σου φάνηκε η ιστορία με την Μπάρμπαρα και τον Φιντέλ;
- Εκπληκτική! Αλλά τόσο καιρό μου τα έκρυβες όλα αυτά και εσύ και η Μπάρμπαρα.
- Θέλαμε να σου κάνουμε μια μικρή έκπληξη.
- Ωραία ήταν πάντως η έκπληξη, τελικά καλό παιδί είναι ο Φιντέλ ρε Λέονιτ και τον είχα παρεξηγήσει.
- Ρίτσαρντ, πρόσεξε. Όταν έρθει ο Φιντέλ στην Ουάσινγκτον να τον πας σε εκείνο το μπαρ που πήγες και εμένα, με τις γυμνές χορεύτριες να δει κανένα καλό στήθος.
- Θα τον πάω και σε καλύτερα μέρη. Αλλά για πες μου, γιατί κοντεύω να το ξεχάσω, μου ξαμόλησες κανένα πύραυλο;
- Επειδή εσύ φοβάσαι και ρωσικούς ίσκιους, σε πληροφορώ ότι στείλαμε ένα πύραυλο χωρίς πυρηνική γόμωση.
- Αλλά με τι;
- Με σιταρένια.
- Έλα κόψε τις μαλακίες Λεονίτ.
- Εμείς στέλνουμε τον πύραυλο μέχρι τον εναέριο χώρο σας να δούμε αν θα τον πιάσουν τα συμβατικά ραντάρ μιας και ρίξαμε τον δορυφόρο. Και για να μην τον φέρουμε πίσω άδειο, είπαμε να τον γεμίσουμε σιτάρι, να περάσει από τον εναέριο χώρο σας στην Κούβα και να μας τον στείλει πίσω με ελληνικό βαπόρι ο Κάστρο γεμάτο ζάχαρη.
- Μου σπας το εμπάργκο παλιοκουμούνι, θα σε κάνω σαπούνι.
- Σιγά ρε, εγώ δεν κάνω τον χαζό όταν πουλάς μυστικά όπλα στον Σαντάμ και Χομεϊνί; Τι καταλαβαίνεις να το κάνω βούκινο και να σε ρίξουν οι εφημερίδες σας από τον προεδριλίκι;
- Εντάξει Λεονίτ μου, μην μου συγχύζεσαι και θα σου στείλω και μερικές νάιλον γυναικείες κάλτσες και κανένα μπλουτζίν
- Μπράβο ρε Ρίτσαρντ, γι’ αυτό και εγώ δεν θα σου έστελνα ποτέ πυρηνικό πύραυλο.
Ο Μιχάλης κοίταξε την Μαργαρίτα που κρεμόταν από το στόμα του σαν σταφύλι κρητικό και της είπε:
- Καταλαβαίνεις τώρα τι μπορούσε να συμβεί; Να την προηγούμενη μέρα που έριξαν οι ρώσοι τον αμερικανικό δορυφόρο και εξαπέλυαν τον πύραυλο με το σιτάρι, να τον έβλεπε ο Νίξον στο όνειρο του και το πρωί στο βίντεο; Θα το πίστευε και θα εξαπέλυε τους πυρηνικούς πυραύλους και έχετε γεια βρυσούλες …..
- Παναγία μου! Η συντέλεια του κόσμου! Έχω όμως μια απορία πως έμαθες αυτή την συνομιλία του Νίξον με του Μπρέζνιεφ;
- Το διάβασα σε μια εφημερίδα όταν ήμουν στην Αμερική. Ένας δαιμόνιος νεαρός ρεπόρτερ, ο Λάρυ Κίνγκ, πήρε μια συνέντευξη από τον Μπρέζνιεφ και μου τα είπε. Να δεις που μια μέρα θα ξετρυπώσει και εμένα να μου πάρει συνέντευξη για τα όνειρα.
Η Μαργαρίτα άνοιξε την πόρτα και οδήγησε τον ταχυδρόμο στο γραφείο του Μιχάλη:
- Καλημέρας σας έχετε ένα συστημένο, υπογράφετε παρακαλώ εδώ;
Ο Μιχάλης υπέγραψε και πήρε το συστημένο γράμμα. Ένα φάκελο χρώματος μελαγχολικού γκρι, που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει απελπισία, γιατί καταλαβαίνει αμέσως τον αποστολέα: το Ελληνικό Δημόσιο. Άνοιξε τον φάκελο πήρε το ‘’ ραβασάκι ‘’ και διάβασε. Μια αράδα όλη και όλη:
« Υπουργείο Οικονομικών
Εφορία Αιγάλεω
Μιχάλη Ρεβισώνη
Αγαπητέ κύριε,
Σας παρακαλώ να περάσετε από τα γραφεία μας για φορολογική σας υπόθεση.
Με τιμή
Κατερίνα Τριαναταφυλλίδη
Λοχαγός Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος.»
Ο Μιχάλης ανατρίχιασε. Ξέχασε την εφορία. Εκείνο το ‘’ να περάσετε για υπόθεση σας ‘’ τον έκανε να θυμηθεί μια υπηρεσία που αρκετά χρόνια την έλεγαν ‘’ Ασφάλεια Ανθρώπινων Δικαιωμάτων ‘’, στην οποία καλούσαν τον πατέρα του ‘’ Δι υποθεσίν του ‘’. Τον κερνούσαν καφέ και γλυκά, του… έλυναν το πρόβλημα του με την ποιο ανθρώπινη λύση και τον έφερναν σπίτι με αυτοκίνητο της υπηρεσίας για να μην επιβαρυνθεί το εισιτήριο του λεωφορείου. Αξέχαστες εποχές. Πόσοι δεν αναπολούν σήμερα εκείνο το αξέχαστο παρελθόν. Σαν να άκουσε μία άγρια φωνή να ρώτα, « το γέννησε ρε το μωρό η Φαλλάτσι;» και μια άλλη απαντούσε περήφανα « το γέννησε, το γέννησε», « και πως το είπε ρε η πόρνη;» ρώτησε η άγρια φωνή « Αλέκο, Αλέκο», απάντησε η περήφανη φωνή. Λοχαγός δίωξης οικονομικού Εγκλήματος! Ξαναδιάβασε.
« Μα τι πάρε – δώσε έχω με την εφορία; Αφού έλαβα και το εκκαθαριστικό και, να είναι καλά ο Αλέκος ο Παπαδόπουλος, πήρα και αρκετά χρήματα πίσω. Δεν υπάρχει περίπτωση να χρωστάω.
Ο πατέρας θα μου γράψει την περιουσία όταν βγώ στην σύνταξη – λέει, « έτσι είναι καλύτερα, για να επενδύσεις τα λεφτά της σύνταξης στην περιουσία». Είδες σοφία οι γέροντες, καλά λένε ‘’ άμα δεν έχεις γέρο δώσε και αγόρασε ‘’.
Αποκλείεται να χρωστάμε φόρους για τα μηχανήματα που έχουμε στο πανεπιστήμιο, αυτά μας τα στέλνουν οι αμερικανοί και δεν πληρώνουμε δασμούς. Στο μυαλό του ήρθε το όνειρο που είχε δει στο βίντεο. Έβλεπε την κα Τριανταφυλλίδη στα γραφεία της εφορίας να υπογράφει μια επιστολή που έγραφε ότι χρωστά ένα μεγάλο ποσό στην εφορία. «Για δες που τα όνειρα προβλέπουν το μέλλον! Μήπως όμως το όνειρο μετάφραζε κάποιους φόβους που υπάρχουν στο υποσυνείδητο μου; Όλοι οι φορολογούμενοι δεν φοβούνται την εφορία!». Θυμήθηκε αυτό που έλεγε συχνά η γιαγιά του η Στασία στην μητέρα του « ξεβγαίνουν τα όνειρα Ερνιά, ξεβγαίνουν», « μπορεί να έκανε λάθος και η εφορία», σκέφτηκε και έπεσε σε βαθιά περισυλλογή.Την άλλη μέρα σηκώθηκε πρωί. Θα έκανε πολύ ζέστη εκείνη την ημέρα, έτσι είχε πει το προηγούμενο βράδυ η μετεωρολογική υπηρεσία. Η εφορία είχε μεταφερθεί σε ένα καινούργιο κτίριο κοντά στο σπίτι του Μιχάλη. Το έβλεπε από την βεράντα του σπιτιού να καμαρώνει με μεγαλοπρέπεια. Ο Σύνδεσμος Ελλήνων Καταπατητών – να είναι καλά οι άνθρωποι – πούλησε στο δημόσιο το οικόπεδο και εκείνο έχτισε το κτίριο της εφορίας. Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε ένα κτίριο που έμοιαζε με τον Παρθενώνα. Όταν τελείωσε το κτίριο της εφορίας, οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον αρχιτέκτονα, «Πως σας ήρθε η ιδέα να σχεδιάσετε το κτίριο έτσι και να μοιάζει με τον
Παρθενώνα», και εκείνος απάντησε: « Δεν ήταν δική μου ιδέα αλλά του Υπουργού. Βλέπετε γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Πλάκα και έβλεπε κάθε μέρα τον Παρθενώνα και σιγά – σιγά του έγινε απωθημένο να φτιάξει ένα δικό του όταν μεγαλώσει». Όμως ο Υπουργός πρέπει να γνώριζε και ψυχολογία. Γιατί οι φορολογούμενοι που αντίκριζαν τον ‘’ Παρθενώνα ‘’ της εφορίας, έλεγαν με θαυμασμό ο ένας στον άλλον, « ολόιδιος είναι» και έτσι ο φόβος και η αγωνία τους για την εφορία πήγαιναν να κάνουν συντροφιά στον Περικλή και τον Φειδία. Στο αέτωμα του ‘’ Παρθενώνα ‘’ είχαν τοποθετήσει τα περίφημα μάρμαρα του Παρθενώνα, που κάποτε έκλεψε ένας Άγγλος. Οι άγγλοι βαρέθηκαν να τα συντηρούν και τα δώρισαν στο Ελληνικό Κράτος, με την προϋπόθεση να τα τοποθετήσει σε ένα ολοκαίνουργιο δημόσιο κτίριο, στο προάστιο στη Αθήνας με την μικρότερη μόλυνση στο περιβάλλον του. Και έτσι το έχτισαν στο Αιγάλεω. Γι’ αυτό το λόγο είχε νοικιάσει και ο Μιχάλης εκεί σπίτι. Στην εισόδου του κτιρίου δεν υπήρχαν ούτε αστυνομικοί, ούτε κλητήρες, μόνο δύο λεβέντες, ίσαμε δύο μέτρα μπόι, με καφέ στολές. Στον ώμο του σακακιού τους έγραφε με χρυσά κεντητά γράμματα ‘’ SECURITY ‘’ . Ο χώρος υποδοχής ήταν τεράστιος. Ο δυνατός κλιματισμός σε έκανε αμέσως να τουρτουρίζεις. Στον δεξιό τοίχο του Χολ υπήρχε ανηρτημένο ένα τεράστιο οργανόγραμμα. Υπήρχαν όλες οι διευθύνσεις, οι φωτογραφίες και τα ονόματα των διευθυντών και των υπαλλήλων καθώς και ο όροφος, ο αριθμός του κάθε γραφείου καθώς και ο κωδικός πρόσβασης για το κομπιούτερ. Ο Μιχάλης παρατήρησε με θαυμασμό το οργανόγραμμα. « αυτά τα συστήματα πρέπει να τα εξάγουμε στην Αμερική», σκέφτηκε με περηφάνια. Στο οργανόγραμμα είδε και την διεύθυνση οικονομικού εγκλήματος, την φωτογραφία της Κατερίνας Τριανταφυλλίδη, τον αριθμό του γραφείου της, τον όροφο και τον κωδικό πρόσβασης με τον κομπιούτερ. Τον εντυπωσίασε το γεγονός ότι όλες οι κυρίες που έβλεπε στο οργανόγραμμα ήταν νέες και πολύ όμορφες – σαν να είχε μετατάξει στην εφορία η ‘’ Ολυμπιακή Αεροπορία ‘’ τις αεροσυνοδούς της. Στη βάση του οργανογράμματος υπήρχε μια έγχρωμη οθόνη και από κάτω ένα πληκτρολόγιο υπολογιστή. Στη βάση της οθόνης μια κάμερα. Πάνω από το πληκτρολόγιο υπήρχε ένα ταμπελάκι με οδηγίες. Ο Μιχάλης διάβασε:
1. Πληκτρολογήστε το όνομα σας.
2. Πληκτρολογήστε το όνομα του υπαλλήλου που θέλετε να σας δει.
3.Αναμείνατε εώς ότου εμφανιστεί στην οθόνη ο υπάλληλος.
4. Σας ζητάμε συγνώμη για την αναμονή και ζητούμε την κατανόησης σας, καλή σας μέρα.
Ο Μιχάλης πληκτρολόγησε το όνομα του. Μετά Κατερίνα Τριανταφυλλίδη. Αμέσως εμφανίστηκε στην οθόνη η Κατερίνα. Φαινόταν γλυκεία και τρυφερή.
- Καλημέρα σας κύριε Ρεβισώνη, σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμη; Ρώτησε τόσο ευγενικά που νόμιζες ότι έτρεχε μέλι από το στόμα της. Ο Μιχάλης κοίταξε την κάμερα και είπε:
- Κυρία Τριανταφυλλίδη έλαβα μία συστημένη επιστολή με την οποία με καλείτε για υπόθεση μου.
- Φορολογική βεβαίως.
- Μάλιστα, μάλιστα, παράληψης μου.
Η Κατερίνα φαινόταν στην οθόνη να πληκτρολογεί κάτι. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα γύρισε προς τα μπρος το πρόσωπο της και είπε:
- Α μάλιστα, το βλέπω το θέμα σας. Γύρισε πάλι το κεφάλι της και πληκτρολόγησε κάτι, μετά είπε:
- Κύριε Ρεβισώνη ανεβείτε στο γραφείο μου σε πεντέμισι λεπτά, και με συγχωρείτε για την καθυστέρηση. Είπε και η οθόνη έσβησε αμέσως.
Ο Μιχάλης κοίταξε το ρολόι του ‘’ έχω ώρα για ένα τσιγάρο ‘’. Προχώρησε στο βάθος του χώρου υποδοχής και κάθισε σε ένα καναπέ. Ο καναπές ξυλόγλυπτος σε νησιώτικο σχέδιο σαν εκείνο που είδε στο ξενοδοχείο στα Ψαρά, όταν είχε πάει διακοπές. Άναψε τσιγάρο και ξενάγησε τη ματιά του τριγύρω. Έβλεπε καταπράσινα φυτά σε πήλινες γλάστρες σε όλες τις γωνίες. Τα χάζεψε. Κανένα δεν είχε λουλούδια και όμως το μεθυστικό άρωμα ζάλιζε ως και εκείνον που είχε χάσει την όσφρηση του. «Αρωματικά φυτά», σκέφτηκε, « μα που τα βρήκαν; .. δεν υπάρχουν, μήπως το καινούργιο γαλλικό εργοστάσιο που έφτιαξαν εδώ δίπλα είναι για αρώματα»; Κουνούσε απορημένος το κεφάλι του και τεντώθηκε στον καναπέ. Έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω και ακούμπησε το κεφάλι στο τοίχο. Ένιωσε να ακουμπά κάτι μαλακό και πριν σκεφτεί ‘’ τι μπορεί να είναι ‘’, ένα άσπρο λουλουδάκι έπεσε στο πρόσωπο του. Το έπιασε και το έφερε στη μύτη. Μοσχοβολούσε « γιασεμί είναι;». Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τον τοίχο. Ένα γιασεμί και ένα αγιόκλημα κάλυπταν ολόκληρη την επιφάνεια του.Πήρε βαθιές ανάσες, σαν να ήθελα να υγροποιήσει το άρωμα στα ρουθούνια του. Κοίταξε το ρολόι του. πετάχτηκε όρθιος σαν να τον εκτίναξε το ελατήριο του καναπέ. Σε μισό λεπτό έπρεπε να βρίσκεται στο γραφείο της Κατερίνας. Έτρεξε στο ασανσέρ και πάτησε το κουμπί. Σε κλάσματα δευτερολέπτου το ασανσέρ ήρθε πίσω από τη πόρτα, σαν να παραφύλαγε τους αργοπορημένους. Μπήκε και πάτησε το κουμπί. Ένιωσε ξαφνικά το στομάχι του να μπαίνει στο παχύ του έντερο και να κατεβαίνει ανυπόμονο. Το ασανσέρ τον ανέβασε στον όροφο που ήταν το γραφείο της Κατερίνας σε κλάσμα δευτερολέπτου. Θυμήθηκε τις αλαβέτες που ανέβαιναν στους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης με την ταχύτητα φωτός. Μία μόνο φορά ανέβηκε.Έκτοτε, ούτε από κοντά από ουρανοξύστη δεν ήθελε να περάσει. Στο γραφείο της Κατερίνας έκανε διακοπές η πολυτέλεια και τα γαλλικά αρώματα. Ο Μιχάλης μόλις πέρασε στο γραφείο γνώρισε την Κατερίνα. «είδες τι κάνει το οργανόγραμμα, δεν χρειάζεται να ρωτάς ποιος είναι ο τάδε και ποια η τάδε». Προχώρησε, στάθηκε μπροστά της και χαιρέτησε.
- Καλημέρα σας, κυρία Τριανταφυλλίδη.
- Καλημέρα. Είπε κακόκεφα και με ψιθυριστή φωνή, λες και η φωνή της πλήρωνε διόδια για να περάσει από τον λαιμό της, ενώ συνέχιζε να κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή. «κουρασμένη θα είναι σκέφτηκε». Ο Μιχάλης περίμενε όρθιος αρκετή ώρα που του φάνηκε αιώνας. Τα πόδια του άρχισαν να πιάνονται. Σκέφτηκε να καθίσει, « μα δεν μου είπε να καθίσω». Κάποτε εδέησε … η Κατερίνα μετακίνησε προς τα πίσω την αναπαυτική της πολυθρόνα, γύρισε την ράχη της πίσω, έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι της και το ακούμπησε στο μαξιλαράκι γυρίζοντας το κεφάλι προς τον Μιχάλη ανασήκωσε νωχελικά την ματιά της και τον κοίταξε βαριεστημένα, σαν να ήθελε να του πει « ποιος διάολος σε έφερε μπροστά μου» και είπε:
- Θα πληρώσεις την οφειλή; Ο Μιχάλης στεκόταν απορημένος. Η Κατερίνα που έβλεπε μπροστά του δεν του θύμιζε την Κατερίνα που είχε δει στην οθόνη «ρε μπας και στην οθόνη στέλνει ο υπολογιστής χαρούμενες εικόνες; Ετούτη μου μιλά στον ενικό, που με ξέρει; Δεν μου είπε ούτε να καθίσω, μήπως επειδή αυτή είναι λοχαγίνα, με πέρασε για φαντάρο;»
- Ποια οφειλή; Είπε ο Μιχάλης.
- Α! αυτά δεν τα γράφουμε.
Παραλίγο να της πει ο Μιχάλης « για να μην τρομάξουμε και πάρουμε τα βουνά».
- Σε τι συνίσταται η οφειλή;
- Επιπλέον φόρος 10.000.000. Είπε και κοίταξε τον υπολογιστή!
Ο Μιχάλης λίγο έλειψε να πάθει εγκεφαλικό και ρώτησε!
- Μα εγώ δεν σας οφείλω φόρους!
- Πως δεν χρωστάς!
- Μα εγώ πήρα το εκκαθαριστικό από την εφορία σας και μου επιστρέψατε και αρκετά χρήματα.
- Μα εσύ υπάγεσαι στα ‘’ υποκειμενικά κριτήρια ‘’.
- Δηλαδή σε όσους επιστρέφετε χρήματα βρίσκετε τρόπο να τους τα παίρνετε πίσω; Είπε ο Μιχάλης, προσπαθώντας να κάνει αστείο. Η Κατερίνα τον σημάδεψε με την ματιά της, όπως η κόμπρα που ετοιμάζεται να χύσει το δηλητήριο.
- Για πρόσεχε, που θα μας πεις και κλέφτες.
- Συγνώμη για το αστείο.
- Να λείπουν τα αστεία και οι εξυπνάδες. Θα πληρώσεις σήμερα;
- Μα τι λέτε, εγώ δεν σας χρωστάω.
- Μα πως δεν χρωστάς, αφού υπάγεσαι στα ‘’ υποκειμενικά κριτήρια ‘’.
- Μα απ’ ότι ξέρω, οι ερευνητές δεν υπάγονται στα "υποκειμενικά κριτήρια".
- Από πού το ξέρεις;
- Από το βιβλιαράκι που μας στέλνετε μαζί με την φορολογική δήλωση.
- Τι μου λες, δεν ξέρουμε εμείς και ξέρεις εσύ;
- Μα έτσι λέει το βιβλιαράκι της εφορίας, για κοιτάξτε το.
Η Κατερίνα πήρε το ογκώδες βιβλίο, το μετροφύλλησε, βρήκε τη σελίδα με τα διάφορα επαγγέλματα, διάβασε για λίγο και είπε:
- Πράγματι το επάγγελμα ερευνητής εξαιρείται από τα υποκειμενικά αλλά τι έρευνα κάνεις αγοράς; « όχι αγοράς. Τι να της πώ και να καταλάβει, θα με περάσει για παλαβό ή θα νομίσει ότι κάνω πάλι κανένα κρύο αστείο και θα με δαγκώσει, μα δεν μπορώ να πω και ψέματα».
- Η έρευνα κινείται γύρω από την φωτογράφηση των εικόνων του υποθάλαμου του εγκέφαλου του ανθρώπου και την βιντεοσκόπηση των ονείρων.
- Τι κάνεις λεέι; Είπε με γουρλωμένα μάτια.
Ο Μιχάλης επανέλαβε και πρόσθεσε με τέτοια φυσικότητα σαν να επρόκετιο για έρευνα στα νοικοκυριά.
- Παράξενο σας φαίνεται;
- Μόνο, παράξενο, αυτά γίνονται μόνο στα έργα επιστημονικής φαντασίας, λοιπόν κόψε τα αστεία και πες μου τι έρευνα κάνεις.
- Μα δεν είναι αστείο, αυτό που σας είπα ακριβώς κάνουμε.
- Μα είναι δυνατόν;
- Πως δεν είναι όταν ξοδεύονται 800 δισεκατομμύρια μόνο για τη πρώτη φάση της έρευνας.
- Δραχμές; Ρώτησε κατάπληκτη η Κατερίνα.
- Δολάρια!
- Μα ξοδεύει τόσα πολλά το δημόσιο, όταν εμείς μαζεύομε τα μισά; Αδύνατον!
- Ποιο δημόσιο, ένα ίδρυμα τα ξοδεύει.
- Μα ποιο ίδρυμα έχει πιο πολλά χρήματα από το δημόσιο; Αδύνατον!
- Ένα αμερικάνικο.
- Όλο έρευνες είναι αυτοί οι αμερικάνοι. Είπε με μετριοφροσύνη η Κατερίνα και συνέχισε:
- Που την κάνεις την έρευνα, στην Αμερική;
- Από εκεί ξεκίνησε αλλά τώρα συνεχίζεται στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.
- Και εσύ τι κάνεις εκεί, φωτογραφίζεις τα όνειρα; Ρώτησε ειρωνικά η Κατερίνα.
- Όχι! Είπε χαμογελώντας ο Μιχάλης. Εγώ είμαι ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας.
- Και τι κάνεις δηλαδή;
- Καθηγητής είμαι.
- Που; Ρώτησε χαζά.
- Μα στο πανεπιστήμιο.
Η Κατερίνα πήρε μια έκφραση θαυμασμού, ξεροκάταπιε, κοκκίνισε λίγο από ντροπή, έφερε τη πλάτη της πολυθρόνας της σε όρθια θέση, συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα τον έχει και στέκεται όρθιο και του μιλά στον ενικό με απαράδεκτο τρόπο, μαλάκωσε την έκφραση της σηκώθηκε από την πολυθρόνα και είπε με όλη την ευγένεια του κόσμου:
- Με συγχωρείτε κύριε καθηγητά, καθίστε παρακαλώ!
- Σας ευχαριστώ. Είπε και κάθισε.
Οι απαντήσεις του Μιχάλη δεν της είχαν ικανοποιήσει την περιέργεια και ρώτησε:
- Και ποιος ενδιαφέρεται για τέτοιες περίεργες έρευνες;
- Οι αμερικάνοι.
- Μα τι τις θέλουν τέλος πάντων;
- Μα για να μας κυβερνούν.
- Ελάτε τώρα κύριε καθηγητά που μας κυβερνούν με τέτοιες έρευνες.
- Και με πολλές άλλες, γι’ αυτό ξοδεύουν και αστρονομικά ποσά.
- Εντάξει, αλλά πως μας κυβερνούν με τις έρευνες;
- Μα χωρίς τις έρευνες δεν βγαίνει κανένα νέο προϊόν, ούτε καρφίτσα. Και όταν εμείς δεν κάνουμε έρευνα, τότε δεν παράγουμε νέα προϊόντα και είναι φυσικό να αγοράζουμε τα δικά τους για να καλύψουμε τις ανάγκες μας .
- Καλά αυτό το καταλαβαίνω, αλλά πως μας κυβερνούν; Δεν κατάλαβα.
- Με την οικονομία τους και τα τουφέκια τους.
- Δηλαδή;
- Όταν δεν μας δανείσουν τα δολάρια τους για να αγοράσουμε τα όπλα που κατασκευάζουν, εμείς με τι θα πολεμήσουμε με σφεντόνες;
- Κατάλαβα. Είπε λυπημένα και πρόσθεσε – και εμείς τι ανακαλύψαμε με τις έρευνες μας;
- Τα ξερά σύκα! Είπε ο Μιχάλης ειρωνικά.
- Ελάτε τώρα; Κάτι θα έχουμε εφεύρει και εμείς.
- Ναι βέβαια και τις σταφίδες. Είπε πικρόχολα
- Τι μου λέτε!
- Αυτό που σας λέω. Αν δεν γίνονταν έρευνες, οι επιστήμες θα ήταν όπως τις άφησαν οι αρχαίοι έλληνες.
- Τι μου λέτε!
- Σκεφτείτε ότι πριν τρεις χιλιάδες χρόνια ο Ήρων ανακάλυψε την ατμοτουρμπίνα. Και μόλις στον αιώνα μας οι ευρωπαίοι, μελετώντας την ανακάλυψη του Ήρωνα, έφτιαξαν τις ατμοτουρμπίνες και τις αεροτουρμπίνες, οι οποίες κινούν τα αεροπλάνα, τα πλοία και ένα σωρό εργοστάσια σαν της ΔΕΗ. Μπορείτε να φανταστείτε αν κατασκεύαζαν τουρμπίνες στην Ελλάδα, τι θα σήμαινε για την εθνική μας οικονομία; Μόνο τα ελληνικά βαπόρια να έβαζαν τις ελληνικές τουρμπίνες, το κράτος θα καταργούσε την εφορία. Σιώπησε, μελαγχόλησε. Σκέφτηκε τι θα είχαν καταφέρει οι χιλιάδες έλληνες ερευνητές που εργάζονται στ εξωτερικό « του πουλιού το γάλα». Θυμήθηκε τα λόγια ενός έλληνα σερβιτόρου στην Νέα Υόρκη όταν άκουσε παρόμοια συζήτηση, « κύριε Μιχάλη, οι έλληνες έδωσαν τα φώτα του πολιτισμού σε όλο τον κόσμο και έμειναν οι ίδιοι στραβοί». Η Κατερίνα διέκοψε τις μελαγχολικές του σκέψεις:
- Για πέστε μου εσείς τι έχετε καταφέρει ως τώρα; Βιντεοσκοπήσατε τα όνειρα;
- Και βέβαια.
- Και τι βλέπετε δηλαδή;
- Τα πάντα που βλέπουμε στα όνειρα μας.
- Θα με τρελάνετε!
- Μέχρι και σας, είδα σε βιντεοσκοπημένο όνειρο!
Η Κατερίνα τινάχτηκε σαν αν την χτύπησε ο ηλεκτρισμός.
- Παναγία μου, πως με είδατε;
Ο Μιχάλης σκέφτηκε « με τον τρόπο που το είπε, θα νομίζει ότι την είδα ξεβράκωτη, και θα μου πει ότι είναι καλό κορίτσι.», χαμογέλασε και απάντησε:
- Μην ανησυχείτε, σας έβλεπα να είστε στο γραφείο σας και να υπογράφετε την επιστολή που μου στείλατε, αλλά με κάπως τροποποιημένο περιεχόμενο.
- Δεν μπορώ να το πιστέψω.
- Έχετε δίκιο, απίστευτα πράγματα!
- Μα πως είναι δυνατόν να είδατε κάτι που θα συνέβαινε στο μέλλον;
- Είναι κάτι που πρέπει να το ερευνήσουμε.
- Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν μπορώ.
Το πρόσωπο της πήρε μια απορημένη έκφραση σα εκείνου που προσπαθεί να φανταστεί πως μοιάζει η μάνα του Θεού. Τα μάτια της άστραψαν ξαφνικά και ρώτησε:
- Κύριε καθηγητά είναι εύκολο να δώ τα όνειρα μου; Ρώτησε ικετευτικά.
- Βεβαίως.
- Και πότε και που θα τα δώ; Ρώτησε ανυπόμονα.
- Τώρα δεν μπορεί να γίνει.
- Μα γιατί;
- Γιατί πρέπει ….
Ο Μιχάλης σκέφτηκε ότι μόνο στο σπίτι του θα μπορούσε να τα δει και … δάγκωσε την γλώσσα του.
- Λοιπόν για πείτε μου.
Ο Μιχάλης σκέφτηκε μια δικαιολογία.
- Πρέπει να περάσει κάποιος χρόνος.
- Κρίμα. Είπε με παράπονο.
Ο Μιχάλης είδε την απογοήτευση στο πρόσωπο της, την λυπήθηκε και προσπάθησε να την παρηγορήσει.
- Θα σας ενημερώσω όταν θα είμαστε έτοιμοι, όμως όταν θα σας ξαναδώ στα όνειρα μου, θα σας το πώ.
- Αμέσως όμως.
- Μη φοβάστε και να θέλουμε δεν μπορούμε να τα ξεχάσουμε, αφού τα γράφουμε σε βιντεοκασέτες.
- Θα μου τις δείξετε;
- Και βέβαια! Είπε και συνέχισε θέλοντας να αλλάξει συζήτηση.
- Τι θα γίνει με το θέμα μου;
Το πρόσωπο της Κατερίνας πήρε αμέσως την γνωστή έκφραση του δημόσιου υπαλλήλου, μόνο που τώρα δεν ήταν χαλύβδινη, μαλάκωσε και έγινε σιδερένια.
- Κύριε καθηγητά μπορεί να λέει ο νόμος ότι εξαιρεί τους ερευνητές όμως δεν εξαιρεί τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Του ήρθε αποπνυξιά και αποκρίθηκε:
- Μα τι σημασία έχει να είμαι ελεύθερος επαγγελματίας αφού είμαι ερευνητής;
- Το λέει ο νόμος. Τι να κάνω δεν μπορώ να το να αλλάξω. Αν θέλετε πηγαίνετε στον προϊστάμενο μου να, εκεί σε εκείνο το γραφείο, στον συνταγματάρχη τον κύριο Ωχαδελφίδη.
Ο Μιχάλης ευχαρίστησε την Κατερίνα και πήγε στον κύριο Ωχαδελφίδη, ο οποίος ευτυχώς δεν ήταν πόντιος. Του φάνηκε βλοσυρός σαν αξιωματικός του στρατού και με το γνωστό ατσάλινο ύφος. Είπε στον συνταγματάρχη το πρόβλημα του. Εκείνος άνοιξε τα κιτάπια του και απεφάνθη:
- Το λέει ο νόμος.
Μα, μου, σου, του, ο Μιχάλης, το βιολί του εκείνος « το λέει ο νόμος», λες και όλοι οι υπάλληλοι της εφορίας είχαν καταπιεί την ίδια κασέτα. Απελπίστηκε και αποφάσισε να πάει στον ίδιο τον έφορο. Ο υποστράτηγος Κάνστας, έτσι ονομαζόταν ο έφορος, τον εξέπληξε. Ήταν ευγενικός και με το χαμόγελο συνέχεια στα χείλη. Επανέλαβε στον Μιχάλη τα ίδια πράγματα, όπως και οι υφιστάμενοι του, αλλά έδειξε μεγαλύτερη κατανόηση και ενθουσίασε το Μιχάλη που νόμισε ότι το πρόβλημα θα μπορούσε να λυθεί. Όμως έμπλεξε χειρότερα.
- Πράγματι κύριε Ρεβισώνη, οι ερευνητές δεν υπάγονται στα υποκειμενικά κριτήρια, ανεξάρτητα αν είναι ελεύθεροι επαγγελματίες ή όχι και σας ζητώ συγνώμη για το λάθος των υφισταμένων μου, όμως θεωρώ ότι η έρευνα σας είναι παροχή υπηρεσιών προς τους αμερικάνους! Το επιχείρημα του εφόρου θα μπορούσε να στείλει όλους τους γνωστικούς στο τρελοκομείο. Τον Μιχάλη τον έπιασε κόλπος. Απελπίστηκε, απογοητεύτηκε και στο τέλος αποφάσισε να κάνει αίτηση και να ζητήσει επίσημη απάντηση.
Την άλλη μέρα πέρασε από την εφορία και έδωσε την αίτηση. Όταν γύρισε στο γραφείου του, του έφταιγαν όλα. Ούτε την Ειρήνη σκεφτόταν ούτε την Μαργαρίτα, ούτε τα όνειρα, μόνο εκείνους τους απίθανους ανθρώπους που αν επέμεναν στα ίδια απίθανα πράγματα θα τον έστελναν κατ ευθείαν στο τρελοκομείο. Ανέβηκε στην κλινική και συζήτησε τα τρέχοντα θέματα με τους συνεργάτες του. Συζητώντας με τον Σοφοκλή τον ψυχίατρο, θυμήθηκε ότι αυτός είναι στέλεχος του κυβερνόντος κόμματος και του διηγήθηκε την περιπέτεια του με την εφορία. Ο Σοφοκλής τον έστειλε « εκ μέρους του» στον διευθυντή του γραφείου το αρμόδιου Υφυπουργού. Ο Μιχάλης πήγε στον διευθυντή « εκ μέρους του». Εκείνος τον παρέπεμψε « εκ μέρους του» στον αρμόδιο γενικό διευθυντή. Εκείνος κάλεσε στο γραφείο άλλους δύο διευθυντές, επειδή ο Μιχάλης πήγε στο γραφείο του « εκ μέρους του», για να αποφανθούν επί του θέματος. Και οι τρείς διευθυντές είχαν ύφος στρατηγού και ο Μιχάλης ένοιωσε σαν Κούρδος που ανακρίνεται από Τούρκους.
Επειδή ο Μιχάλης πήγε « εκ μέρους του», οι τρεις διευθυντές τον συμβούλευσαν: « κάνε ένα περίγραμμα της ερευνάς σου και δώσε το στον έφορο του Αιγάλεω, για να διαπιστώσει αν η ερευνά σου δεν είναι παροχή υπηρεσιών». Ο γενικός τηλεφώνησε στον έφορο στο Αιγάλεω και του είπε: « ο κύριος Ρεβισώνης θα έρθει ‘’ εκ μέρους μου ‘’».
Ο Μιχάλης είδε την τρέλα να του χαμογελά. Της χαμογέλασε και εκείνος. Άρχισε να βλέπει την πόρτα του τρελοκομείου να ανοίγει αργά και να εμφανίζονται ο Ναπολέων, ο Χίτλερ, ο Στάλιν και όλο το υπόλοιπο σινάφι και του φωνάζουν χαρούμενοι « καλώς τον συνάδελφο, τι νέα από τους τρελούς του έξω κόσμου;». Κατέβηκε δέκα – δέκα τα σκαλιά του υπουργείου, στάθηκε στο πεζοδρόμιο να πάρει ταξί και να γυρίσει στο πανεπιστήμιο. Μπήκε σου πρώτο που σταμάτησε μπροστά του. Έκλεισε την πόρτα πίσω του με δύναμη.
- Σιγά την πόρτα!, που πάμε; Ρώτησε ο εκπρόσωπος της ‘’ κίτρινης φυλής ‘’.
- Στο Δαφνί!
Ο οδηγός γύρισε άγρια το κεφάλι του, είδε τον Μιχάλη ότι ήταν αναστατωμένος σαν άγρια θάλασσα και του είπε με συμπόνια:
- Αυτά έχει η ζωή!
- Τι έχει, λέει η ζωή;
- Βάσανα, βάσανα.
- Και ποιος δεν έχει.
Του πέρασε από το μυαλό να πει στον οδηγό το πρόβλημα του με την εφορία αλλά το μετάνιωσε. « τι να καταλάβει ο άνθρωπος! Άσε μην τρελαθεί κι αυτός σαν και εμένα». Το ταξί μπήκε στην οδό Αθηνάς, έστριψε αριστερά στην Σοφοκλέους και μετά αριστερά στην Πειραιώς. Όταν το ταξί πέρασε μπροστά από το Υπουργείο Εργασίας ο Μιχάλης είπε στον οδηγό:
- Δεν πάμε καλά.
- Καλά πάμε.
- Μα πάμε σε λάθος κατεύθυνση.
- Την δουλεία μου δεν ξέρω; Είπε άγρια ο οδηγός.
- Με συγχωρείτε, μα από την Πειραιώς πως θα πάμε στο πανεπιστήμιο;
- Ποιο πανεπιστήμιο χριστιανέ μου; Είπε υψώνοντας και άλλο την φωνή του ο οδηγός.
- Το πανεπιστήμιο Αθηνών.
- Στο Δαφνί δεν πάμε;
- Ποιο Δαφνί, στο πανεπιστήμιο πάω.
- Μα εσύ μου είπες όταν μπήκες, ότι πας στο Δαφνί, το τρελοκομείο.
- Στο πανεπιστήμιο σου είπα. Απάντησε εξοργισμένος ο Μιχάλης.
Ο οδηγός σταμάτησε το ταξί στην άκρη του δρόμου, κούνησε το κεφάλι του και μονολόγησε: « καλά λένε οι τρελοί, ότι κάνουν τρελούς του γνωστικούς.»
- Αποφάσισε που θέλεις να πας γιατί θα με τρελάνεις.
- Στο πανεπιστήμιο.
« έχει δίκιο ο οδηγός».
Μια βδομάδα χρειάστηκε να γράψει το περίγραμμα της έρευνας. Το συμπύκνωσε σε τριάντα σελίδες. Απέφυγε να χρησιμοποιήσει ακαταλαβίστικους όρους, όπως ανεξάρτητες και εξαρτημένες μεταβλητές, διαλεκτική σχέση υποσυνείδητου και υποθαλάμου, που θα ήταν ανεξήγητα για τους εφοριακούς. Από την ημέρα που πήγε στην εφορία δεν ήθελε να βιντεοσκοπήσει τα όνειρα του. Η ιδέα ότι μπορεί να δει κανένα εφοριακό τον αναστάτωνε. Την προηγούμενη της επίσκεψης του στην εφορία, δεν άντεξε στον πειρασμό και βιντεοσκόπησε τα όνειρα του, « μπορεί να δει την θετική απάντηση του εφόρου, δεν αποκλείεται, ο πομπός του υποθαλάμου μου να στείλει το περίγραμμα της έρευνας στο δέκτη του υποθαλάμου του εφόρου».Οι παρατηρήσεις του Μιχάλη τον έπειθαν μέρα με την μέρα ότι οι υποθάλαμοι των ανθρώπων επικοινωνούν, κατά κάποιο τρόπο. Το πρωί έβαλε την βιντεοταινία στον υπολογιστή. Όλα τα όνειρα ήταν άσχετα με την εφορία, μόνο ένα κάτι θύμιζε. Είδε την Κατερίνα να στέκεται μπροστά στο γραφείο της, κρατώντας ένα τριαντάφυλλο στο χέρι και τον εαυτό του να βγαίνει από το γραφείο της. Εκείνη του είπε, « Μιχάλη να μην ξεχάσεις εκείνα τα ρομαντικά που μου υποσχέθηκες». Ο Μιχάλης δεν μπορούσε να ερμηνεύσει αυτό το όνειρο. « μα δεν της υποσχέθηκα τίποτα ρομαντικό, μόνο ότι θα της δείξω κάποτε βιντεοκασέτες με όνειρα. Τι να σημαίνει το τριαντάφυλλο που κρατούσε στο χέρι της; Μήπως έχει σχέση με το επίθετο της; Τι να εννοεί με το ‘’ εκείνα τα ρομαντικά ‘’». Έπεσε σε βαθιά περισυλλογή. Ξαφνικά πήδηξε σαν τον Αρχιμήδη και φώναξε: - το βρήκα, τα δίστοιχα, είναι τα ρομαντικά, αυτά εννοεί ότι της υποσχέθηκα. Μα πως ξέρει ότι γράφω δίστιχα; Δεν της είπα κάτι τέτοιο. Μια τρελή ιδέα του ήρθε στο μυαλό. «αν της γράψω ρομαντικούς στίχους και της αρέσουν μπορεί να μου λύσει το πρόβλημα μου». Θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς του, «άμα χαμογελάς της ομορφιάς, σου χαμογελά και εκείνη». Κάτι θα ήξερε η γιαγιά. Πήρε θάρρος, ένιωσε δυνατός σαν το Μέγα Αλέξανδρο. Φύτεψε στο κήπο της καρδίας του όμορφα μυρωδάτα λουλούδια, έδωσε στα αηδόνια γλυκόλαλες λύρες να του παίξουν ένα Κασίωτικο ρομαντικό σκοπό – το ‘’ Πάθος ‘’.
« τι μερακλίτικος σκοπός είναι αυτό το ‘’ πάθος ‘’
προπάντων σαν τον τραγουδάς, από της καρδίας το βάθος».
Έφερε την Κατερίνα στο μυαλό του. « τι όμορφη κοπέλα που είναι!». Έβαλε στο μαγνητόφωνο την κασιώτικη κασέτα με το ‘’ Πάθος ‘’, κάθισε στο γραφείο του και έγραψε τις μαντινάδες για την Κατερίνα.
Κάνω και πάλι έκκληση, θερμή στην έμπνευση μου
να γράψω στίχους όμορφους, μέσα από την ψυχή μου
Άξαφνα σε συνάντησα, μέσα στην εφορία
εκεί που βρίσκει ο άνθρωπος μόνο ταλαιπωρία
Το θέμα μου πολύπλοκο, ήθελες να το λύσεις
μα ο νόμος δεν επέτρεπε, να κάνεις παρεκκλίσεις
Ελπίδες πάντως μου έδωσες, ότι θα βρεις μια λύση
και ότι ο ανώτερος, μπορεί να βοηθήσει
Ράντισες με χαμόγελο, τη λύπη και το άγχος
στα μάτια σου φαινόμουνα σαν ραγισμένος βράχος
Ίαση ένιωσε η καρδία από το χαμόγελο σου
που σαν φορολογούμενο θα με έβλεπες εχθρό σου
Ναυάγησα στα μάτια σου, πνίγηκα στη ματιά σου
και σκλάβος τώρα έγινα για πάντα της καρδίας σου
Ανάλαφρα αισθάνομαι, στα σύννεφα πετάω
και το γλυκό σου πρόσωπο, στα χέρια μου κρατάω
***
Τα χείλη ροδοπέταλα, γλυκά είναι σαν μέλι
λες και τα ζωγραφίσανε με κέφι οι άγγελοι
Ρίγος περνάει στο κορμί και ζάλη στο κεφάλι
από τα δέσμια της ομορφιάς, ποιος τάχα θα με βγάλει
Ιτιά μου λυγερόκορμη λεβέντισσα κεφάτη
που νόμισαν τα μάτια μου, πως είσαι οφθαλμαπάτη
Αιτία ψάχνω για να βρω, τα πάντα θα τα κάνω
στην αγκαλιά σου να βρεθώ, γλυκά και να πεθάνω
Να ήτανε η αγάπη σου, λουλούδι στη καρδιά μου
μόνο εσένα να έβλεπα, μέσα στα όνειρα μου
Ταξίδεψα με το όνειρο μέσα στην αγκαλιά σου
και σαν πουλί κοιμήθηκα με τα γλυκά φιλιά σου
Ανάμεσα στα χείλη σου, κράτησε τη ψυχή μου
όταν στο χώμα θα ταφεί, για πάντα το κορμί μου
Φάρος θα είσαι στη ψυχή, γλυκά θα τη φωτίζει
της ομορφιάς σου, η θάλασσα πάντα θα τη δροσίζει
Ύφαλος η αγάπη σου, η βάρκα μου σκαρώνει
και η ματιά σου στο γιαλό, έπεσε και με σώνει.
Λουλούδι που μοσχοβολάς, τον κόσμο ομορφαίνεις
του έρωτα κάθε πληγή, εσύ μπορείς και υγιαίνεις
Λαμπρό αστέρι, του ουρανού, φέγγε μου στο σκοτάδι
να έρχομαι να σε συναντώ, γλυκεία μου κάθε βράδυ
Ίσαμε πάνω στα βουνά, σκαρφάλωσε η χαρά μου
που άφησες τον έρωτα να μπει μέσα στην καρδιά μου
Δέος με πιάνει όταν βρεθώ, στόχος για τη ματιά σου
θα είμαι για πάντα θαυμαστής, στα κάλλη τα δικά σου
Ήτανε τα αργύρια, το πρόβλημα να λύσεις
κι εμένα για τα δίστιχα να με ευχαριστήσεις
Μιχάλης Ρεβισώνης
Έβαλε το ροζ χαρτί με τις μαντινάδες σε ένα καφέ φάκελο και πήγε στο γραφείο της Κατερίνας. Στο Χολ του ‘’ Παρθενώνα ‘’ γέμισε τα ρουθούνια του μυρωδάτο αέρα από το γιασεμί και το αγιόκλημα. Ανέβηκε στο γραφείο της, την καλημέρισε και κάθισε. Την παρατήρησε. Όπως ήταν ήρεμος και κεφάτος με την σκέψη του γεμάτη ρομαντισμό και την καρδιά του τρυφερότητα, αντίκρισε την πραγματική Κατερίνα. Ήτανε πολύ όμορφη, με απαλά χαρακτηριστικά, πρόσωπο κουκλίστικο, σαν να το έβγαλαν από βιτρίνα, μαύρα μάτια, τρυφερή και καλοσυνάτη ματιά, μεταξένια μαλλιά – βαμμένα κοκκινωπά. Φορούσε μπεζ μεταξωτή μπλούζα με αποκαλυπτικό ντεκολτέ, που άφηνε τα στητά της στήθη να σου χαμογελούν, πράσινη φούστα με μεγάλο σκίσιμο στο μπροστινό μέρος και όπως καθόταν με το ένα καλλίγραμμο πόδι πάνω στο άλλο, προκαλούσαν και τυφλό. Η ματιά του Μιχάλη ευφράνθηκε. Εκείνη τον κοίταξε στοργικά και του είπε:
- Τι έγινε με το θέμα σας κύριε καθηγητά το λύσατε;
Του φάνηκε ότι τον ρωτούσε με όλο το ενδιαφέρον του κόσμου.
- Δυστυχώς όχι.
- Για πέστε μου τι …. Σταμάτησε απότομα, τον κοίταξε παράξενα και είπε:
- Μου επιτρέπεται μία προσωπική ερώτηση;
- Πόσο προσωπική; Ρώτησε χαμογελώντας.
- Α μην ανησυχείτε.
- Σας ακούω.
Εκείνη χαμογέλασε και ρώτησε:
- Γράφετε στίχους κύριε καθηγητά;
Ο κεραυνός χτύπησε τον Μιχάλη στον κεφάλι και βγήκε από τα γόνατα του. Παρέλυσε. Μόνο αυτή την ερώτηση δεν περίμενε να του κάνει, την ώρα που ετοιμαζόταν να τις δώσει τις μαντινάδες. «πως ξέρει ότι γράφω στίχους, αφού την γνώρισα πρώτη φόρα στην εφορία και δεν της είπα κάτι τέτοιο. Μήπως ο υποθάλαμος της επικοινώνησε με τον δικό μου και έμαθε ότι γράφω μαντινάδες; Και αν το έμαθε μήπως ξέρει και τι της έγραψα;». Σκέφτηκε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να της πει την αλήθεια.
- Μάλιστα. Είπε ο Μιχάλης, ταπεινά.
- Α! ωραία θαυμάσια! Και τι στίχους γράφετε;
- Ομοιοκατάληκτους.
- Α! σαν τις κρητικές μαντινάδες; Ρώτησε με θαυμασμό.
- Και σαν της Κάσου.
- Ποίας Κάσου;
- Το νησί Κάσος, δεν το γνωρίζετε;
Εκείνη σκέφτηκε για λίγο και αποκρίθηκε.
- Μα ναι, έχω ακούσει και για το ολοκαύτωμα του από τους Τούρκους, αλλά δεν θυμάμαι που βρίσκεται, για θυμίστε μου.
- Μεταξύ Κρήτης και Καρπάθου στα Δωδεκάνησα.
Ο Μιχάλης θυμήθηκε την απάντηση που έδινε πολλές φορές σε παρόμοια ερώτηση αστειευόμενος. « ο Δίας έβαλε μια πέτρα στη σφεντόνα του και σημάδεψε τον Θεό Έρωτα, γιατί τον ζήλευε που δεν είχε αφήσει Θεά για Θεά να μην την αποπλανήσει. Αστόχησε όμως και η πέτρα έπεσε στη θάλασσα. Κι έτσι γεννήθηκε ο νησί της Κάσου».
Ο Μιχάλης προφανώς είχε παραφράσει μια πολύ παλιά μαντινάδα της Κάσου.
« Ρίψας πέτραν εκ σφεντόνης, ο Θεό της είπε στάσου
κι ως εκ θαύματος γεννήθει, το νήσιον της Κάσου».
- Γράφετε και ερωτικές μαντινάδες τότε;
Η Κατερίνα είχε διαβάσει ένα βιβλίο του Δερμιτζάκη με ερωτικές μαντινάδες, που της το έδωσε μια φίλη της Κρητικιά και είχε εντυπωσιαστεί. Ο Μιχάλης έκανε το ενδιαφέρον της Κατερίνας σαν τα γλυκά της χείλη και τα φίλησε.
- Γράφω όταν μου το ζητήσει μία ωραία κοπέλα σαν κι εσένα
Η Κατερίνα κολακεύτηκε, χαμήλωσε λίγο τη ματιά, σκέφτηκε να σταματήσει να γυρνά σαν το σκύλο γύρω από τον σκίνο για να πιάσει τον λαγό και πήδηξε μέσα να τον πιάσει. Ρώτησε ικετευτικά με χαδιάρικη φωνή:
- Θα γράψετε και για μένα;
Ο Μιχάλης αιφνιδιάστηκε. Κοκκίνισε λίγο, ξεροκάταπιε αλλά συνήλθε και πήδηξε κι αυτός στο σκίνο να πιάσει το λαγό:
- Μα και βέβαια, είναι τιμή και ευχαρίστηση για μένα.
- Α! ωραία και πότε θα μου τις γράψετε;
Ο Μιχάλης μιας και έπιασε το λαγό, αποφάσισε να τον κάνει στιφάδο και αποκρίθηκε:
- Σύντομα!
- Πόσο σύντομα; Ξαναρώτησε εκείνη με ανυπομονησία στα μάτια.
- Τώρα αμέσως! Δώστε μου μια κόλλα χαρτί.
Η Κατερίνα ξαφνιάστηκε και άρχισε να κοκκινίζει. Νόμιζε ότι για να γράψει ένας κρητικός σαν τον Δερμιτζάκη στίχους θα χρειαζόταν ένα χρόνο. Ένιωσε σαν πρωτόβγαλτο κοριτσάκι που ο νεαρός ετοιμάζεται να της κάνει ερωτική εξομολόγηση.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα. Ένας πόνος τσίμπησε την καρδία της λες κι ο έρωτας της έριξε ένα βέλος του. Τότε μόνο πρόσεξε το Μιχάλη. Όμορφος, γλυκός με μαύρα μάτια γεμάτα έρωτα. Κατάλαβε ότι είχε πέσει στη θάλασσα του έρωτα, προσπάθησε να κρατηθεί από το βέλος που της είχε τσιμπήσει την καρδιά. Το άρπαξε αμέσως:
- Ορίστε κύριε καθηγητά. Είπε, είχε πιάσει το στυλό, που της είχε φανεί σαν βέλος και τον έδινε στο Μιχάλη.
- Χαρτί σας ζήτησα. Είπε καλοσυνάτα, σαν να καταλάβαινε την σύγχυση της.
Η Κατερίνα του την έδωσε. Ο Μιχάλης την πήρε στο χέρι του και είπε:
- Μου δίνετε και ένα φάκελο;
Εκείνη του έδωσε και το καφέ φάκελο. Ο Μιχάλης δίπλωσε την ροζ κόλα και την έβαλε μέσα στο φάκελο. Και ξαφνικά ο διάολος καβάλησε τη σκέψη του. « να της κάνω ένα αστείο να χαλαρώσει». Την έβλεπε σφιγμένη και αναστατωμένη. Σηκώθηκε αργά και της γύρισε την πλάτη. Έβαλε τον καφέ φάκελο, που του είχε δώσει στην αριστερή τσέπη του σακακιού του και πήρε από την δεξιά το δικό του με τις μαντινάδες. Η Κατερίνα νόμισε ότι ο Μιχάλης έφευγε και ήταν έτοιμη να του μιλήσει. Η φράση της έμεινε στα χείλη γιατί ο Μιχάλης γύρισε προς το μέρος της, κάθισε στην καρέκλα και της είπε αποφασίζοντας να κόψει τον ‘’ γόρδιο δεσμό ‘’ του πληθυντικού, της σοβαροφάνειας και του καθωσπρεπισμού που κάθε φορά που τον ‘’ έκοβε ‘’ ένιωθε τέτοια ανακούφιση, σαν να έβλεπε τα βράχια της Κρήτης και της Καρπάθου να ακουμπούν τα βράχια της Κάσου και να τα φιλούν.
- Ορίστε οι στίχοι που σου έγραψα και ακούμπησε το φάκελο μπροστά της.
- Μα αστειεύεστε, τώρα;
- Όχι βέβαια, άνοιξε το.
- Δεν είναι δυνατόν με κοροϊδεύετε. Αν δεν θέλετε να μου γράψετε δεν πειράζει. Είπε και το όμορφο στόμα της μίκρυνε από πίκρα.
- Μα πως δεν θέλω, αφού σου έγραψα, άντε λοιπόν άνοιξε το φάκελο.
Στης Κατερίνας το μυαλό οι λάμπες έσβησαν ο υποθάλαμος της σκοτείνιασε, « δεν μπορεί να με κοροϊδεύει ένας ολόκληρος καθηγητής, άρα τις έγραψε τις μαντινάδες μα πότε της έγραψε σε ένα δευτερόλεπτο; Και τι είναι θεός; Αποκλείεται. Κι αν δεν είναι θεός τότε τι είναι; Ο διάολος είναι, αφού είναι θεός – έστω και κακός – και είναι πανταχού παρών. Μόνο αυτός θα μπορούσε να γράψει στιγμιαία μαντινάδες, άρα; Άρα ο καθηγητής είναι ο διάολος, ο διάολος ο μεταμορφωμένος σε καθηγητή και ήρθε να με σκανδαλίσει με μαντινάδες ερωτικές για να αμαρτήσω, να κάνω καμία κακή πράξη. Μα τι πράξη; Εγώ δεν διαχειρίζομαι χρήματα για να τα κλέψω, τότε; Μήπως για να με δωροδοκήσει; Αλλά για ποιο πράγμα; Μήπως για να μη πληρώσει φόρους; Μήπως είναι φοροφυγάς; Μα είναι δυνατόν ο διάολος να είναι φοροφυγάς; Εκτός και αν τον κυνηγά ο Θεός ο δικός μας, ο καλός, για φοροδιαφυγή. Ε, τότε έχει και ο παράδεισος εφορία. Α! ωραία, δεν θα είμαι άνεργη, ούτε θα ραίνω με ροδοπέταλα, στα νυχτερινά κέντρα του παραδείσου το Γιαννόπουλο τον υπουργό της Εργασίας για να μου βρει δουλεία. Α! σε αυτό το καφέ φάκελο είναι τα χρήματα της δωροδοκίας. Μα τι χρήματα είναι αυτά; Ούτε με δραχμές μοιάζουν, ούτε με μάρκα, ούτε με φράγκα, ούτε με λίρες, ούτε με δηνάρια, όμως κάτι μου θυμίζουν.
Μα ναι, είναι ρούβλια της Σοβιετίας. Μα τι διάολο – νάτος πάλι, μπήκε και στο στόμα μου ανάθεμα τον – με ρούβλια κάνει τις συναλλαγές του ο διάολος; Α! ώστε είχε δίκιο εκείνος ο καλόγερος της ομοσπονδίας των ‘’ Χιλίων Αστών ‘’ όταν μου είπε: « επειδή ο πληθωρισμός στη Σοβιετία είναι πάρα πολύ μεγάλος, αλλάζουν διαρκώς νομίσματα. Τα παλιά είναι τρισεκατομμύρια και επειδή γέμισαν ασφυκτικά όλες οι χωματερές, έφτιαξε ο υπουργός της Χωροταξίας, ο οποίος λένε είναι ο καλύτερος από τότε που έγινε η Σοβιετία, ο Κωσταντίνοφ Λαλιωτόφ, εργοστάσια υγιεινής ταφής των Ρουβλιών. Αλλά οι σοβιετικοί, σπάταλοι όπως είναι, δώστου και έκαναν σκουπίδια με ρούβλια. Γέμισε ο Λαλιώτοφ εργοστάσια τη Σοβιετία και μόνο σε δύο προάστια της πρωτεύουσας, την Αυλωνόφ και τη Κεράτοφ, υπήρχε χώρος για εργοστάσια. Όμως οι κάτοικοι αυτών των προαστίων αντέδρασαν δυναμικά. Έκοψαν τις σωλήνες του νερού, έξω από τα σπίτια τους πέταξαν στους σκύλους όλα τους τα τρόφιμα, χάρισαν και τα ψυγεία τους στους παλιατζήδες και μετά κλείστηκαν στα σπίτια τους, αποφασισμένοι να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα. Ο Λαλιώτοφ τους έταξε τα πάντα μέχρι που τους κρέμασε στη πόρτα τους και το πετραχήλι του λαγού. Μάταιος κόπος. Στην απελπισία του ο Λαλιώτοφ, που δεν ήθελε να πεθάνουν οι άνθρωποι, γιατί εκεί ήταν η εκλογική του περιφέρεια, τηλεφώνησε στο διάολο.
Μόνο αυτός θα με βοηθήσει σκέφτηκε. Και του είπε:
- Θέλεις ρε να σου δώσω μια καλή δουλεία;
- Τι δουλειά;
- Να κάνεις τον δρόμο από την γή στον παράδεισο.
- Α! ωραία δουλειά, μα που θα βρω τα λεφτά; Εδώ με κυνηγά ο θεός γιατί του χρωστάω φόρους.
- Μη σε νοιάζει θα σου πληρώσω και τους φόρους και θα σου δώσω και δάνειο.
- Μα σου είπα, δεν υπάρχει σάλιο, πήγα ο μαλάκας στο καινούργιο καζίνο που έκαναν στο παράδεισο, αλλά επειδή οι Άγιοι είχαν μαγνητίσει τη ρουλέτα, τα έχασα όλα και έμεινα ταπί και ψύχραιμος.
- Μα σου είπα ρε δικέ μου θα σου δώσω όσα θέλεις.
- Μα τι διάολο, τόσο καλό υπουργό των οικονομικών έχετε; Μπας και το λένε και αυτόν Αλέκο;
- Μα πως το μάντεψες;
- Γιατί όσους επιτυχημένους Υπουργούς Οικονομικών γνωρίζω Αλέκους τους λένε.
- Τι μου λες, εγώ το αγνοούσα.
- Εντάξει, αλλά πότε θα σου ξεπληρώσω το δάνειο;
- Σε δέκα εκατομμύρια έτη φωτός.
- Τι λες ρε, γιατί τόσο γρήγορα, για βιομήχανο με πέρασες; Βάλε κάτι ακόμη.
- Ότι θέλεις δικέ μου.
Κι έτσι που λες Κατερίνα λύθηκε το πρόβλημα, να είναι καλά ο διάολος. Α! από εκεί βρήκε τα παλιά ρούβλια και τα έβαλε στο φάκελο για να με δωροδοκήσει. Εμ, δεν φαντάστηκε ότι ξέρω ότι τα ρούβλια δεν περνάνε. Θα σε κανονίσω εγώ σκατοκερατά διάολε. Θα σε κάνω όπως έκανε ένας κρητίκαρος εφοριακός στην εφορία της Φιλοθέης, ένα εργάτη που πήγε να τον δωροδοκήσει για να του μειώσει το φόρο ακίνητης περιουσίας. Του είπε δύο μαντινάδες και ο εργάτης έφυγε αμέσως, μπήκε σε ένα κρητικό βαπόρι, πήγε στην Κρήτη, ανέβηκε στην κορυφή του Ψηλορείτη και κρύφτηκε σε μια σπηλιά από το φόβο του.
« Αυτά είναι τα αργύρια, φίλε μου του διαόλου
τίμιο εφοριακό δεν συγκινούν καθόλου
τα χρήματα που έβαλες, στο φάκελο και βρήκα
τώρα θα σου τα βάλουμε στου κώλου σου την τρύπα
άντε λοιπόν στο διάολο και εσύ και τα λεφτά σου
να μην σηκώσω την μπουνιά και λιώσω τα μυαλά σου».
- Άντε λοιπόν, άνοιξε το φάκελο, άνοιξε τον επανέλαβε ο Μιχάλης.
Η Κατερίνα αναρίγησε, ο διάολος είναι λοιπόν μεταμορφωμένος. Κοίταξε το φάκελο και μετά κοίταξε το Μιχάλη. Της φάνηκε διαφορετικός. Το ύφος του αυστηρό με σκληρά και τραβηγμένα χαρακτηριστικά και κατασκότεινα μάτια. Η ματιά του διαβολική, σαν το καμάκι που κρατά ο διάολος. « τώρα θα ανοίξω το φάκελο και θα σε ξεσκεπάσω διάολε». Ένιωσε την επιθυμία να κάνει τον σταυρό της. Έπιασε το φάκελο, πήρε το ρόζ χαρτί και το κοίταξε. Η ματιά της σκαρφάλωσε στη ράχη της πρώτης μαντινάδας και μετά στων υπολοίπων. Ο Μιχάλης άρχισε να παρατηρεί την αλλαγή του προσώπου της. Έμοιαζε σαν μπουμπούκι τριαντάφυλλου που ανοίγει. Τα ροδοπέταλα στα μάγουλα της χαμογελούσαν από ευτυχία. Η ματιά της χάιδευε τρυφερά τις μαντινάδες και εκείνες της αγκάλιαζαν την καρδιά. Ένοιωσε το ερωτικό τους χάδι, το αίμα της ράντισε το λουλούδι του έρωτα. Ο έρωτας το έβαλε πίσω από το αυτί της ψυχής του. Ένιωθε να βγαίνει η ψυχή από το σώμα της από την αβάσταχτη ευτυχία. Έσβηνε.
Έκλεισε σιγά – σιγά τα μάτια. Έσβησε. Μόνο το ευτυχισμένο χαμόγελο στα χείλη της θύμιζε ότι κάποτε ότι σε αυτό το σώμα κατοικούσε μια ψυχή. Ο Μιχάλης βλέποντας τα κλειστά μάτια της και το γλυκό χαμόγελο στα χείλη την ρώτησε ψιθυριστά:
- Σου άρεσαν;
Η Κατερίνα ένοιωσε τον Μιχάλη σαν θεό που της φυσούσε τη ζωή. Η ψυχή γύρισε στο σώμα της. Άνοιξε σιγά – σιγά τα μάτια της. Έστειλε τη ματιά της να χαϊδέψει τα φλογερά μάτια του Μιχάλη. Η ματιά γύρισε. Έφερε τη φλόγα των ματιών του και έβαλε φωτιά στο κορμί της. Τα μάγουλα της έγιναν κόκκινα, σαν ερωτευμένες παπαρούνες. Τα χείλη της έσταξαν μέλι και αποκρίθηκε:
- Μου άρεσαν πολύ Μιχάλη. Είπε και σιώπησε.
Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι οι μαντινάδες της άγγιξαν την καρδιά όπως ο έρωτας. Ένοιωσε υπέροχα που έκανε ευτυχισμένη την Κατερίνα και την κοίταξε με την ποιο ερωτική ματιά του κόσμου και έκανε την Κατερίνα να νιώσει ότι ο διάολος μπήκε κάτω από την φούστα της. Αναρίγησε. Ένοιωσε να τον ποθεί. Το μυαλό της πήρε ένα εκατομμύριο στροφές. Και τι δεν σκέφτηκε: « τόσο πολύ του αρέσω και μου έγραψε αυτές τις ερωτικές μαντινάδες; Πρέπει να το διαπιστώσω. Ναι αλλά πως; Να τον ρωτήσω τώρα; Ε, δεν είναι ρομαντικό! Πρέπει κάπου αλλού να τον συναντήσω. Μα ναι οι βιντεοκασέτες με τα όνειρα, οι μαντινάδες». Κοίταξε λάγνα τον Μιχάλη και ρώτησε:
- Μιχάλη, θα μου γράψεις και άλλες μαντινάδες;
- Όσες θέλεις, όποτε και όπου θέλεις.
- Αλήθεια μου λες; Ρώτησε χαδιάρικα.
Της απάντησε ρομαντικά.
« Ακόμη και στα όνειρα θα γράφω Κατερίνα
στα όμορφα τα μάτια σου που μοιάζουνε με κρίνα».
- Τι να πω με σκλαβώνεις με τις μαντινάδες σου Μιχάλη. Απάντησε γοητευμένη και συνέχισε:
- Θα ήθελα να μου δείξεις και τις κασέτες με τα όνειρα.
Ο Μιχάλης σκέφτηκε, « αν της αρνηθώ θα χαλάσω το ρομαντικό κλίμα».
- Όποτε θέλεις.
- Όποτε θέλω;
- Μα ναι. Τι θα έλεγες για την Παρασκευή το βράδυ;
- Υπέροχα! Την Παρασκευή λοιπόν. Είπε χαρούμενη η Κατερίνα και συνέχισε:
- Που στο πανεπιστήμιο;
- Όχι βέβαια!
- Τότε;
- Σπίτι μου.
- Σπίτι σου; Ρώτησε με έκπληξη η Κατερίνα.
- Μόνο στο σπίτι μου.
Ο Μιχάλης της είπε την γνωστή δικαιολογία, ότι στο πανεπιστήμιο τα όνειρα θα αποθηκευτούν αυτόματα στον υπολογιστή κάτι που δεν ήθελε και που δεν το ήθελε και η Κατερίνα, όπως του είπε στην συνέχεια. Της είπε ότι θα περάσει από το γραφείο της να της αφήσει τον ηλεκτρονικό σκούφο και να της δώσει οδηγίες πώς να τον χρησιμοποιήσει. Η Κατερίνα συμφώνησε. Και μετά ρώτησε τον Μιχάλη:
- Μιχάλη, πες μου για το πρόβλημα σου. Συνέχισε να του μιλά στον ενικό χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει. Ο Μιχάλης σκέφτηκε να της αστειευτεί και της λέει:
- Σε ευχαριστώ για το διαβατήριο.
- Ποιο διαβατήριο; Ρώτησε απορημένη.
- Μα αυτό που μου έδωσες στον πληθυντικό.
Εκείνη έσκασε στα γέλια και όταν ηρέμησε του είπε κάπως σοβαρά:
- Δεν πιστεύω να σε πείραξε.
- Καθόλου, το αντίθετο μάλιστα, δεν είμαι θαυμαστής του ‘’ κυρίου ‘’.
- Λοιπόν ποιο είναι το πρόβλημα σου;
Η ερωτική ατμόσφαιρα την είχε κάνει να ξεχάσει το πρόβλημα του Μιχάλη και όλων των φορολογούμενων.
- Μα το ξέρεις. Είπε απορημένος.
- Α! αυτό; Θεώρησε το λυμένο. Είπε καθησυχαστικά.
- Λυμένο;
- Ε! να λύσω και κάτι, κάνω κι εγώ την έρευνα μου. Είπε χαμογελώντας με νόημα.
- Λοιπόν, πως θα το λύσεις;
- Α!, πολύ εύκολα, θα γράψω μια μαντινάδα στον υπολογιστή και θα μου το λύσει, είπε σοβαρά.
Ο Μιχάλης νόμισε ότι τρελάθηκε η Κατερίνα. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του υπολογιστή και πληκτρολόγησε κάτι. Ο Μιχάλης κοίταξε την οθόνη με περιέργεια και διάβασε αυτά που έγραψε η Κατερίνα:
« Στο πρόβλημα του φίλου μου, εγώ θα δώσω λύση
και εκείνος με ένα δίστιχο θα με ευχαριστήσει ».
Ο υπολογιστής άρχισε να επεξεργάζεται την εντολή της Κατερίνας. Η οθόνη γέμισε ονόματα και νούμερα. Εκείνη παρατηρούσε με προσοχή. Ο Μιχάλης απορημένος, προσπαθούσε να θυμηθεί αυτά που είχε σπουδάσει στην Αμερική για τους υπολογιστές. Δεν μπόρεσε να θυμηθεί να δίνανε εντολή οι αμερικάνοι στον υπολογιστή με δίστιχα. « Αδύνατον! Λες να είναι ελληνική εφεύρεση; Λες να φτιάξανε αυτό το πρόγραμμα στο πανεπιστήμιο της Κρήτης τίποτα μερακλήδες κρητικοί ερευνητές; Αν είναι έτσι πρέπει να το βρω, μόλις πάω στο γραφείο μου θα τηλεφωνήσω στην Κρήτη στον Πρύτανη τον Γραμματικάκη, που λένε ότι είναι διαόλου κάλτσα». Κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή που είχε αλλάξει εικόνα. Γούρλωσε τα μάτια του, κι ο καφετζής βρήκε πιατάκια για το γλυκό που είχε φέρει στο κουτάλι.Στην οθόνη έβλεπε το κεφάλι ενός ανθρώπου. Στο αριστερό αυτί είχε ένα γαρύφαλλο. Το πρόσωπο του χαμογελαστό. Το στόμα του ανοικτό. Το μέτωπο σφιγμένο, σχημάτιζε ρυτίδες. Έμοιαζε να τραγουδά. Από το στόμα του βγήκαν δύο αράδες και προχώρησαν στην οθόνη. Ο Μιχάλης τις διάβασε:
« ήταν από παραδρομή, τα λάθη μου εκείνα
μα τώρα τα διόρθωσα γλυκειά μου Κατερίνα
συγνώμη του καθηγητή, αμέσως να ζητήσεις
και πήγαινε εκ μέρους μου, γλυκά να τον φιλήσεις ».
Ο Μιχάλης συνέχισε να κοιτάζει την οθόνη με τα μάτια ορθάνοικτα. Ο καφετζής έφερε και άλλο γλυκό στο κουταλάκι. Σιγά – σιγά άρχισε να χαμογελά του ανθρώπου στην οθόνη του υπολογιστή. Ο άνθρωπος στην οθόνη έκλεισε το στόμα του, πήρε ερευνητικό ύφος και κοίταξε του Μιχάλη το στόμα. Ο Μιχάλης ένοιωσε να ανοίγει η καρδιά του και να κινούνται τα χείλη του η σκέψη του έγινε κασιώτικος σκοπός, ένα αηδόνι άφησε την μελωδική φωνή του στις χορδές του Μιχάλη. Το στόμα του άνοιξε ελαφρά και με γλυκεία και χαμηλή φωνή τραγούδησε του υπολογιστή:
« Πιο έξυπνος μου φαίνεται, είσαι από τους ανθρώπους
θαυμάζω μα και εκτιμώ τους όμορφους σου τρόπους
για πες μου υπολογιστή, το πρόγραμμα που βρήκες
που τόσο με κατέπληξες και στη καρδιά μου μπήκες
ποτέ δεν φανταζόμουνα, του ανθρώπου πως θα μοιάσεις
και ούτε σε αισθήματα πως θα τον ξεπεράσεις
δίδαξε και τον άνθρωπο, αγάπη και φιλία
και πες του δεν χρειάζεται, τις γνώσεις τα βιβλία
το χρήμα που κυριαρχεί, το μίσος το γινάτι
να βγάλει ο ένας προσπαθεί του αλλουνού το μάτι».
Η Κατερίνα είχε σηκωθεί από το γραφείο της στάθηκε δίπλα στο Μιχάλη, που είχε βυθιστεί στο ρομαντικό κόσμο της μαντινάδας. Έσκυψε και τον φίλησε γλυκά στο μάγουλο. Εκείνος γύρισε αργά το κεφάλι του και την κοίταξε στα μάτια. Ύστερα γύρισε και κοίταξε την οθόνη του υπολογιστή. Η εικόνα είχε αλλάξει. Η οθόνη είχε γεμίσει λουλούδια.
Μετά άλλαξε και πάλι και έκανε την εμφάνιση του το κεφάλι με το γελαστό πρόσωπο. Κίνησε τα χείλη του και έγραψε η οθόνη:
« τα λόγια σου με συγκινούν, Μιχάλη τα εγκρίνω
στον άνθρωπο και συμβουλές σαν χρειαστεί θα δίνω
τους άλλους υπολογιστές, θα τους ενημερώσω
και την επιθυμία σου, αμέσως θα τους δώσω
Μιχάλη μου σε ευχαριστώ μέσα από την ‘’ καρδιά ‘’ μου
Που'βαλες τα κασιώτικα τώρα στο κύκλωμα μου
μου βάλανε το πρόγραμμα, στην μνήμη την δικιά μου
σήμερα που λειτούργησε χάρηκε η ψυχή μου
δώσε τα χαιρετίσματα στη Κάρπαθο στη Κάσο
και αυτή μας τη συνάντηση, ποτέ δεν θα ξεχάσω».
Τα χείλη του ανθρώπου στον υπολογιστή έκλεισαν και τα μάτια του κοίταξαν τα χείλη του Μιχάλη. Ο Μιχάλης τότε άρχισε να σιγοτραγουδά:
« Η μέρα αυτή στη μνήμη μου, θα μείνει χαραγμένη
και ναν' οι υπολογιστές, όλοι ευλογημένοι».
Ο άνθρωπος στην οθόνη χαμογέλασε. Έδειχνε ευτυχισμένος. Σιγά – σιγά έσβησε η οθόνη και γέμισε πάλι αριθμούς και ονόματα. Ο Μιχάλης κοιτούσε έξω από το παράθυρο, ψηλά στο βουνό του Αιγάλεω. Στη θύμηση του ήρθε το πρώτο γλέντι που έκανε, με συνομήλικους του – δεκατεσσάρων χρονών – σε ένα καφενεδάκι της Κάσου, ένα καλοκαίρι. Ένοιωθε τα ίδια συναισθήματα που ένοιωσε και τότε. Αγκαλιασμένοι ο ένας με τον άλλον, τραγουδούσαν μαντινάδες. Ένιωθαν σαν ερωτευμένοι. Κυριαρχούσαν, η φιλία, η αγάπη, η εκτίμηση, το γέλιο και η ευτυχία. Έτσι ήθελαν να είναι ολόκληρη η ζωή τους, χωρίς μίση, πάθη και στεναγμούς, ένα ατελείωτο γλέντι. Θυμήθηκε μια μαντινάδα που του είχε πει ο φίλος του ο Δημήτρης ο Περσελής.
« ας είναι φίλε η ζωή τέτοια να μην τελειώνει
φιλία ως το θάνατο, μόνο να μας ενώνει».
Κατέβασε τη ματιά του από το βουνό του Αιγάλεω. Την έστρεψε με τρυφερότητα στον υπολογιστή. Τον ένοιωσε σαν παιδικό του φίλο σαν να ήταν κασιωτόπουλο. Ένοιωσε την ανάγκη να τον σφίξει στην αγκαλιά του.
Η Κατερίνα που ήταν τόση ώρα σιωπηλή του είπε:
- Ωραίο γλέντι Μιχάλη, σαν κασιώτικο.
- Έχεις δίκιο, είμαι συγκινημένος που χρειάζεται να γράψω διδακτορική διατριβή για το πώς ένοιωσα.
Η Κατερίνα πρόσεξε τα μάτια του Μιχάλη που είχαν βουρκώσει από την συγκίνηση και είπε:
- Μιχάλη το φιλί ήταν επιθυμία του υπολογιστή.
- Ποιο φιλί; Είπε απορημένος.
- Αυτό που σου έδωσα στο μάγουλο.
- Πότε;
- Πριν μισό λεπτό.
- Δεν θυμάμαι, αλήθεια λες;
- Αν θέλεις σε ξαναφιλώ στο ίδιο μάγουλο. Είπε πονηρά και τρυφερά η Κατερίνα. Ο Μιχάλης κατάλαβε τι είχε συμβεί και άλλαξε θέμα:
- Για πες μου, πως βρέθηκε αυτό το μερακλήτικο πρόγραμμα; Το θέλω ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ.
- Το μόνο που ξέρω είναι ότι το έφτιαξε μια ερευνητική ομάδα στο πανεπιστήμιο Κρήτης.
Ο Μιχάλης χαμογέλασε ικανοποιημένος. Κατάλαβε ποιος το έχει. Σκέφτηκε αυτά που είχε πει στον Περικλή, ότι μπορεί με μια δισκέτα στον ηλεκτρονικό σκούφο να τον κάνει σε ένα βράδυ ποιητή. « όταν του πω ότι μου ‘’ είπε ‘’ μαντινάδες ο υπολογιστές, του απάντησα και μου ανταπάντησε, θα τρελαθεί και αν συμπεριλάβει αυτή την περίπτωση στην διατριβή του, θα κάνει άλλα δέκα χρόνια να την τελειώσει». Ξαφνικά θυμήθηκε το πρόβλημα με την εφορία και ρώτησε την Κατερίνα:
- Μα δεν μου λες; Το πρόβλημα μου λύθηκε;
- Τώωωρα! Είπε εκείνη θριαμβευτικά.
- Και σε είχα πάρει με κακό μάτι.
- Ε! τι να κάνουμε, τα φαινόμενα απατούν.
- Σωστά, δίκιο έχεις πάντως σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Με υποχρεώνεις.
- Κι εμένα με σκλαβώνεις με τις ωραίες μαντινάδες σου.
- Παντοτινός θαυμαστής σου, κυρία μου.
- Ω! με κολακεύεις. Είσαι παράξενος άνθρωπος.
- Γιατί; Είπε απότομα ο Μιχάλης.
- Να εσύ ένας καθηγητής του πανεπιστημίου που ασχολείται με κάτι έρευνες που τρελαίνουν τον άνθρωπο και απορώ πω δεν έχεις τρελαθεί ακόμη, να γράφεις και να τραγουδάς μαντινάδες, λες και βρίσκεσαι ακόμη στην Κάσο.
- Ίσως είναι το αντίβαρο στην ψυχή μου, γι’ αυτό και δεν έχω τρελαθεί ακόμη.
- Πάντως να προσέχεις με αυτές τις έρευνες. Είπε τρυφερά η Κατερίνα.
- Εντάξει Κατερίνα σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου.
Τα μάτια της Κατερίνας έλαμψαν, άλλα δεν απάντησε. Ο Μιχάλης κοίταξε το ρολόι του, σηκώθηκε από την καρέκλα, έδωσε το χέρι του στην Κατερίνα και είπε:
- Λοιπόν Κατερίνα, ώρα να σε αφήσω στην ησυχία σου.
- Τώρα που θα φύγεις θα την χάσω.
- Έλα τώρα.
- Μα δεν βλέπεις;
- Τι;
- Τον καινούργιο πελάτη.
Ο Μιχάλης κοίταξε γύρω του.
- Μα δεν βλέπω κανένα πελάτη.
- Για κοίταξε στην οθόνη του υπολογιστή, είναι κάτω στο χολ και περιμένει να του μιλήσω.
- Εντάξει Κατερίνα. Σε χαιρετώ και θα περάσω να σου δώσω τον ηλεκτρονικό σκούφο.
- Θα σε περιμένω. Γεια σου Μιχάλη.
Ο Μιχάλης ένοιωθε ευχαριστημένος, « και το πρόβλημα μου λύθηκε και η Κατερίνα ευχαριστήθηκε και ο υπολογιστής ‘’ μερακλώθηκε ‘’». Ένα πράγμα μόνο τον απασχολούσε. Η ερώτηση που του έκανε η Κατερίνα για τον αν γράφει στίχους. Σε εκείνο το ‘’ γλέντι ‘’ ξέχασε να την ρωτήσει, πως της κατέβηκε και του έκανε εκείνη την ερώτηση.
Την επομένη της άφησε στο γραφείο της τον ηλεκτρονικό σκούφο. Την Παρασκευή το βράδυ πέρασε και πήρε την Κατερίνα από το σπίτι της. Κάθισαν σε ένα ζαχαροπλαστείο, ήπιαν από ένα καφέ και γύρω στις δέκα έφτασαν στο σπίτι του Μιχάλη. Ο Μιχάλης οδήγησε την Κατερίνα στο γραφείο του. Εκείνη βούλιαξε στον καναπέ. Της φάνηκε ότι κάτω από το μαλακό δέρμα υπήρχαν πούπουλα. Φορούσε μια μακριά κιτρίνη φούστα με μεγάλο σκίσιμο εμπρός και μια μαύρη μεταξωτή μπλούζα. Ο Μιχάλης ετοίμασε τους υπολογιστές και ενεργοποίησε την ηλεκτρονική οθόνη. Μετά ρώτησε την Κατερίνα φορώντας το γλυκό του χαμόγελο:
- Τι θα πιεις, ωραία μου κυρία;
- Ότι να ‘ ναι.
- Δεν έχεις προτίμηση;
- Θα πιω ότι πιεις.
- Σ’ αρέσει η κρητική τσικουδιά;
- Δεν έχω ξαναδοκιμάσει.
- Θέλεις να δοκιμάσεις;
- Γιατί όχι.
- Ε! είναι λίγο δυνατή.
- Όλα τα ποτά δυνατά είναι.
Ο Μιχάλης έφερε δυο ποτήρια τσικουδιά τα άφησε στο τραπεζάκι του καναπέ και κάθισε δίπλα της. Σήκωσε το ποτήρι του, τσούγκρισε το ποτήρι της Κατερίνας και είπε:
- Στην υγειά σου.
- Γεια μας.
Η Κατερίνα νόμισε ότι κατάπιε φωτιά αναμμένη. Κοίταξε την τσικουδιά στο ποτήρι της « πως πίνουν οι κρητικοί αυτή τη φωτιά;». Αμέσως η τσικουδιά άρχισε να κάνει βόλτες γύρω από τον υποθάλαμο του μυαλού της. Ο Μιχάλης σηκώθηκε, πήρε το τηλεχειριστήριο της ηλεκτρονικής οθόνης και κάθισε πάλι δίπλα στην Κατερίνα. Εκείνη σήκωσε το ποτήρι της, τσούγκρισε του Μιχάλη και είπε:
- Γεια στα όνειρα. Είχε μερακλωθεί.
- Γεια στα ονειρεμένα όνειρα.
- Αυτός είσαι! Είπε με θαυμασμό η Κατερίνα. Άνοιξε την τσάντα της και του έδωσε τη δισκέτα.
- Έλα τώρα κοίτα τα όνειρα σου στην οθόνη. Είπε.
Πάτησε ένα κουμπί στο τηλεχειριστήριο και άναψε η ηλεκτρονική οθόνη. Ο Μιχάλης ‘’ άνοιξε ‘’ το πρώτο θέμα: η Κατερίνα σαν ηθοποιός έπαιζε σε μια θεατρική παράσταση. Έπαιζε τέλεια σαν την Καρέζη. Η Κατερίνα θαύμαζε και καμάρωνε τον εαυτό της στο παλκοσένικο.
- Κοίταξε με, κοίταξε με Μιχάλη.
- Σε θαυμάζω Κατερίνα, παίζεις σαν πραγματική ηθοποιός.
- Μα αυτό ήταν το όνειρο μου από μικρή, είπε κάπως μελαγχολικά.
- Δεν πειράζει, αφού έγινες ηθοποιός, έστω και στα όνειρα σου, και είσαι φανταστική.
- Αλήθεια μου λες;
- Αλήθεια βέβαια.
Η Κατερίνα σήκωσε το ποτήρι της το χτύπησε στο τραπεζάκι και είπε:
- Άντε άσπρο πάτο! Και ήπιε μονορούφι την υπόλοιπη τσικουδιά.
Ο Μιχάλης την μιμήθηκε:
- Άσπρο πάτο Κατερίνα.
Η θάλασσα του κεφιού, της χαράς, του πόθου και του πάθους πλημμύρισαν το μυαλό, την καρδιά και το σώμα της. Ο έρωτας της μισόκλεισε τα μάτια. Γύρισε και
κοίταξε τον Μιχάλη. Τα χείλη της έσταζαν ροδόσταμο. Ο Μιχάλης την κοίταξε τρυφερά. Είχε χρόνια να νοιώσει έτσι. Σήκωσε το αριστερό του χέρι και το πέρασε γύρω από το λαιμό της. Εκείνη έγειρε αργά το κεφάλι της στον ώμο του. Τον κοίταζε συνέχεια τρυφερά, αλλά τα μάτια σιγά – σιγά έκλειναν, σαν να έλεγαν στον έρωτα: « στα χέρια σου παραδίδω τη καρδιά μου». Ο Μιχάλης σήκωσε το δεξί του χέρι και άρχισε να την χαϊδεύει απαλά στα μαλλιά και στο πρόσωπο. Το μάγουλο της πυρωμένη φωτιά, τα χείλη της καυτά προκαλούσαν ικετευτικά. Έσκυψε και τα φίλησε τρυφερά. Εκείνη τον αγκάλιασε και τον φίλησε τρυφερά σε όλο το πρόσωπο.
Ο ρομαντισμός έγινε θεός. Κοιτούσε και καμάρωνε το ζευγάρι του. Το αρραβώνιασε και το πάντρεψε. Σιγά – σιγά το νανούρισε στην αγκαλιά του και του έπλασε τα πιο γλυκά όνειρα. Το πρωί ξύπνησαν δύο πουλάκια αγκαλιασμένα. Την ώρα που απολάμβαναν τον πρωινό καφέ τους ο Μιχάλης ρώτησε την Κατερίνα:
- Δεν μου είπες, πως σου ήρθε στο γραφείο σου και με ρώτησες αν γράφω δίστιχα;
- Ναι μωρέ, το ξέχασα αλλά ούτε και εσύ με ρώτησες.
- Έχεις δίκιο. Για πες μου.
- Να, πριν έρθείς στο γραφείο μου σε είδα δύο φορές στα όνειρα μου …………
Ο Μιχάλης την διέκοψε απότομα.
- Και πώς με είδες;
- Ε! όχι όπως εχθές το βράδυ. Είπε πονηρά.
-Τότε πώς;
- Να σε έβλεπα να κάθεσαι σε ένα περίεργο γραφείο και να γράφεις στίχους.
- Μόνο αυτό;
- Όχι. Σε ρώτησα: « θα γράψεις και για μένα στίχους;». Και εσύ μου απάντησες: « μα για σένα γράφω τους στίχους».
- Α! ώστε έτσι;
- Δεν έδωσα όμως μεγάλη σημασία « όνειρα είναι» σκέφτηκα. Τώρα όμως αν σε δω πάλι στο όνειρο μου να μου γράφεις στίχους, θα είμαι σίγουρη ότι θα μου γράψεις.
- Μάλλον έχεις δίκιο.
Ο Μιχάλης δεν είχε πια ‘’ χρεία ετέρων μαρτύρων ‘’. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υποθάλαμοι επικοινωνούν μεταξύ τους. « έτσι ένας άνθρωπος ή ομάδα ανθρώπων μπορεί να μάθει τις προθέσεις ενός άλλου ανθρώπου, καλές ή κακές. Εντάξει με τις καλές με τις κακές όμως τι γίνεται;». Οι μαύρες σκέψεις για τις πιθανές κακές
προθέσεις εκείνων που θα αξιοποιήσουν την έρευνα, του ήρθαν στο μυαλό του. Η φωνή της Κατερίνας έστειλε τις μαύρες σκέψεις του από εκεί που ήρθαν:
- Μιχάλη θα περιμένω να μου γράψεις τις καινούργιες μαντινάδες. Είπε ναζιάρικα.
- Γιατί; για να σε ξανακατακτήσω; Ρώτησε με ένα πονηρό χαμόγελο.
- Έλα τώρα καλέ, αυτό το κατάφεραν οι προηγούμενες μαντινάδες.
Ο Μιχάλης βρήκε όρεξη για αστεία.
- Ε τότε γιατί να σου γράψω;
- Καλά, αν δεν μου γράψεις θα ξαναβάλω τον υπολογιστή να ξανακάνει λάθος και τότε θα σου βγάλει χρέος που δεν θα φτάνει ούτε και η περιουσία – που δεν σου έγραψε ακόμη ο πατέρας σου – για να το ξεπληρώσεις φουκαρά μου, είπε γελώντας και απειλητικά η Κατερίνα.
- Έλα τώρα, μπορώ να μην ποτίζω ένα τόσο ωραίο λουλουδάκι, θα μου μαραθεί.
Η Κατερίνα γοητευμένη, σηκώθηκε, τον έσφιξε δυνατά και τον φίλησε με πάθος. Ο Μιχάλης σκέφτηκε « πρώτη φορά κατακτώ μια κοπέλα με μαντινάδες. Άραγε είναι σύμπτωση ή πραγματικά οι μαντινάδες γοητεύουν τις γυναίκες; Να μια ρομαντική έρευνα. Τέτοιες δεν ξέρουν να χρησιμοποιούν οι αμερικανοί, πανάθεμα τους».
***
« Καλώς όρισες στην Αμερική Μιχάλη». Είπε σφίγγοντας το ένα του χέρι με το άλλο. Μόλις είχε βγει από το αεροδρόμιο ‘’ Κένεντυ ‘’ της Νέας Υόρκης και στεκόταν στο πεζοδρόμιο. Δεν τον περίμενε κανείς. Μετά από περιπέτεια μισής ώρας, κατάφερε να χαλάσει ένα εικοσαδόλλαρο και να καταλάβει ως τηλεφωνούν από τον κερματοδέκτη, να τηλεφωνήσει στον παιδικό του φίλο, τον Πέτρο και να έρθεί να τον πάρει από το αεροδρόμιο. Όταν τελείωσε το γυμνάσιο έδωσε εξετάσεις και έγινε δεκτός από το State University της Νέας Υόρκης, για να σπουδάσει μηχανολόγος – μηχανικός στο ναυτικό κλάδο. Όταν όμως έφτασε στο πανεπιστήμιο, έμαθε ότι τα ετήσια δίδακτρά ήταν 3.000 δολάρια και ότι θα είναι εσώκλειστος όπως στις στρατιωτικές σχολές. Ο Μιχάλης φεύγοντας από την Ελλάδα, είχε υπολογίσει ότι θα δούλευε και θα κάλυπτε τα έξοδα των σπουδών. Έτσι μόλις πληροφορήθηκε ότι θα είναι εσώκλειστος, έγραψε στον πατέρα του και του ζήτησε βοήθεια. Εκείνος του απάντησε: « δεν έχω χρήματα».Μερικούς μήνες πριν πάρει την απάντηση από το πανεπιστήμιο της Αμερικής ότι έγινε δεκτός, καθόταν στο καφενείο το κασιώτικο στον Πειραιά με τον πατέρα του και τον δήμαρχο της Κάσου, τον μακαρίτη τον Βασιλογιώργη. Ο Βασιλογιώργης είχε ρωτήσει τον Μιχάλη για τα μελλοντικά του σχέδια. Τον πληροφόρησε ότι θέλει να πάει στην Αμερική να σπουδάσει μηχανολόγος στον ναυτικό κλάδο. Τότε ο Βασιλογιώργης τον αιφνιδίασε:
- Έχω να σου κάνω μια καλύτερη πρόταση. Να πας στο Λονδίνο να σπουδάσεις το ίδιο πράγμα με έξοδα της εταιρείας του Μαυρολέντα του εφοπλιστή. Θα παίρνεις τον μισθό του τρίτου μηχανικού, όσο καιρό θα σπουδάζεις και όταν τελειώσεις θα πιάσεις δουλειά στην εταιρεία του ως βοηθός αρχιμηχανικού και θα σου δώσω και την κόρη μου, την οποία έχει σαν κόρη του ο Μαυρολέων, επειδή είμεθα ξαδέλφια.
Ο Μιχάλης έπεσε από τα σύννεφα. Δεν μπόρεσε να του γίνει τόσο δελεαστική πρόταση. Η κόρη του Βασιλογιώργη ήταν τότε μόλις δεκατριών ετών. Ο Μιχάλης και ο πατέρας του απάντησαν καταφατικά. Από την επόμενη κιόλας μέρα ο Βασιλογιώργης πήρε τον Μιχάλη κάτω στην ακτή Μιαούλη, που είναι τα γραφεία των ναυτιλιακών εταιρειών και του γνώριζε εφοπλιστές, αρχικαπεταναίους και αρχιμηχανικούς. Ο Μιχάλης ήταν κατενθουσιασμένος. Μερικές μέρες πριν γυρίσει ο Βασιλογιώργης από τον Πειραιά στην Κάσο, πήγε με τον πατέρα του Μιχάλη τον Μάστρο – Γιώργη, σε ένα ταβερνάκι. Εκεί του είπε ότι θα κατέβαινε σε μερικές μέρες στην Κάσο και ότι τον Αύγουστο θα ερχόταν στην Κάσο με το κότερο του ο Μαυρολέων ο εφοπλιστής.
- Γιώργη, τώρα που θα έρθει ο Μαυρολέων στην Κάσο, θα έλεγα να κατέβει και ο Μιχάλης κα δώσουμε ένα τυπικό λόγο και θα στείλω του παιδιού πενήντα χιλιάδες να πάρει ότι θέλει.
Ο Γιώργης που ήταν πολύ υπερήφανος είπε αμέσως στον Βασιλογιώργη:
- Με προσβάλεις, δεν έχω εγώ λεφτά να δώσω του παιδιού μου;
- Έλα βρε Γιώργη, ποιος είπε ότι δεν έχεις λεφτά, εγώ το σκέφτηκα για να χαρεί το παιδί.
- Δεν ξέρω τίποτα, με προσέβαλες, δεν έχω γαμπρό για την κόρη σου.
Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, βρε σγουρέ βασιλικέ μου, τίποτα. Ο Γιώργης, δεν άλλαζε γνώμη, ούτε αν του πελεκούσες το μυαλό με το καλέμι που πελεκούσε τις πέτρες ως οικοδόμος. Όταν γύρισε σπίτι είπε τα ‘’ ευχάριστα νέα ‘’ στον Μιχάλη, ο οποίος έγινε έξαλλος και στεναχωρήθηκε πολύ. Ο πατέρας του προσπαθούσε να βρεί δικαιολογία για την πράξη του.
- Εσύ είσαι έξυπνος, μπορείς να γίνεις με την αξία σου. Αργότερα θα σου το ‘’ χτυπήσει ‘’ η γυναίκα σου ότι σε σπούδασε με τα λεφτά της.
- Εκείνη θα σπουδάσει στο πανεπιστήμιο; Εγώ θα καθίσω στο θρανίο, τι σημασία έχει πως θα πληρωθούν τα δίδακτρα;
- Να πας στην Αμερική να γίνεις με την αξία σου και εγώ είμαι εδώ.
Όταν όμως του έγραψε ο Μιχάλης από την Αμερική ότι πρέπει να είναι εσώκλειστος και δεν μπορεί να δουλεύει να καλύπτει τα έξοδα των σπουδών του, ο πατέρας του δεν ήταν ‘’ εδώ ‘’ αλλά εκεί. Προτίμησε να ‘’ επενδύει ‘’ τα χρήματα του στα αμπέλια, στα χωράφια, στις ελιές, στην επισκευή αμπελόσπιτων και λοιπών ‘’ προσοδοφόρων ‘’ δραστηριοτήτων στο νησί. Έτσι αναγκάστηκε ο Μιχάλης να δώσει πάλι εξετάσεις και να γίνει δεκτός από τον New York University, να σπουδάσει κοινωνιολογία και ηλεκτρονικούς υπολογιστές. στην συνέχεια πήρε το μεταπτυχιακό του στην κοινωνιολογία από το Queens College του City University της Νέας Υόρκη, καθώς και το διδακτορικό του με θέμα την μελέτη του ανθρώπινου εγκεφάλου και ειδικότερα του υποθαλάμου, καθώς και την δυνατότητα φωτογράφησης των εικόνων που εμφανίζονται στον υποθάλαμο και την βιντεοσκόπηση των ονείρων. Πριν φύγει από την Ελλάδα ο Μιχάλης για την Αμερική, γνώριζε όσα διάβαζε άλλα και όσα άκουγε από τους συμπατριώτες του που είχαν μεταναστεύσει εκεί, « οι αμερικανοί είναι απλοί άνθρωποι, δεν τους ενδιαφέρει η μόδα, φοράνε ότι βρούνε, τρώνε ότι να ‘ ναι, όπου να ‘ ναι, δεν τους ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος για ότι λένε και ότι κάνουν. Στις σχέσεις τους είναι ειλικρινείς, δεν τρέχουν στα δικαστήρια για χωράφια και αμπέλια, σαν τους έλληνες. Οι γυναίκες είναι απελευθερωμένες και όταν τους αρέσει ένας άνδρας δεν ντρέπονται να του το πουν.
"Θα φας καλά μπαγάσα στην Αμερική, δεν θα ξέρεις τι να τις κάνεις τόσες γκόμενες", του έλεγαν οι φίλοι του στην Ελλάδα. Ο Μιχάλης κοκκίνιζε σαν παπαρούνα και λέγε – λέγε του ‘’ καρφώθηκε ‘’ η ιδέα ότι οι αμερικανίδες το ‘’ έχουν στο κούτελο ‘’.
Την πρώτη του εμπειρία με αμερικανίδα δεν ήθελε να την θυμάται. Στην αρχή έπιασε δουλεία σε ένα φαστφουντάδικο. Εργαζόταν τρεις ημέρες την εβδομάδα, Παρασκευή – Σάββατο και Κυριακή, γιατί τις υπόλοιπες πήγαινε στο πανεπιστήμιο. Στο ίδιο μαγαζί που έπιασε δουλειά, δούλευε και η Νταϊάνα, μια λυγερή και πανέμορφη μελαχρινή, η οποία καταγόταν από την Δυτική Καρολίνα και σπούδαζε μόντελινγκ στην Νέα Υόρκη. Ο Μιχάλης ήταν τότε δεκαεννέα ετών. Από τις πρώτες κιόλας μέρες που έπιασε δουλειά ο Μιχάλης, άρχισε να τον γλυκοκοιτάζει. Ο Μιχάλης το καταλάβαινε και θυμόταν τα λόγια των συμπατριωτών του στην Ελλάδα που του έλεγαν, « το έχουν στο κούτελο». Όταν ολοκληρώθηκε η πλατωνική ‘’ προεργασία ‘’, ο Μιχάλης της ζήτησε να πάνε στον κινηματογράφο. Αυτό είχε μάθει ότι αρέσει στις αμερικανίδες. Η Νταϊάνα δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση του.Έτσι πήγαν σινεμά και κάθισαν στα τελευταία καθίσματα του εξώστη. Όταν έσβησαν τα φώτα και άρχισε η ταινία, το σκοτάδι ήταν τόσο πηκτό, ώστε ο Μιχάλης νόμισε ότι είναι στον Άδη. Πρώτη φορά πήγαινε σε αμερικάνικο σινεμά και του φάνηκε παράξενο, γιατί στους ελληνικούς κινηματογράφους, έβλεπες τουλάχιστον την μύτη σου. Δεν είδαν το έργο. Από την στιγμή που άρχισε μέχρι που τελείωσε το έργο, φιλιόντουσαν, χαϊδευόντουσαν και έκανα ότι κάνει ένα ζευγάρι στο κρεβάτι εκτός από έρωτα. Ο Μιχάλης ένιωσε ασυγκράτητο πόθο από την φλογερή και εκρηκτική Νταϊάνα. Στην Ελλάδα τα ραντεβού με τις φιλεναδίτσες του κατέληγαν κατά κανόνα σε μερικά σφιγμένα φιλιά.
Αναλογιζόταν ότι θα έκαναν πυραυλικό έρωτα με την Νταϊάνα στο κρεβάτι, μετά από όσα του έκανε στον κινηματογράφο. Όταν τελείωσε το έργο και βγήκαν από τον κινηματογράφο, ο αυλίσκος του Μιχάλη είχε γίνει σαν μαρμάρινο μπαστούνι και κόντευε να τρυπήσει το παντελόνι. Νόμιζε ότι θα γίνει ρεζίλι και με τρόπο τον έφερε πίσω από το φερμουάρ για να μην φαίνεται, ενώ έσκυψε ελαφρά. Τότε ακόμη δεν ήξερε ότι και έρωτα να έκαναν εκεί στο πεζοδρόμιο κανένας δεν θα τους κοίταζε. Μόλις βγήκαν στο πεζοδρόμιο η Νταϊάνα τον ρώτησε:
- Μάικ που θα πάμε τώρα;
Ο Μιχάλης όμως δεν έβλεπε την ώρα να την ρίξει στο κρεβάτι, της αποκρίθηκε με όλη την φυσικότητα του κόσμου και χωρίς να νοιώθει καμία ντροπή:
- Πάμε στο δωμάτιο μου.
Η Νταϊάνα που ήταν ακόμη αναψοκοκκινισμένη, πήρε απότομα το ύφος της κόμπρας και του είπε:
- Αν νομίζεις ότι από το πρώτο ραντεβού θα με πάρεις στο δωμάτιο σου, χάρηκα που σε γνώρισα. Ο Μιχάλης ξύπνησε από το ερωτικό όνειρο μέσα σε καλύβα εσκιμώου και έγινε παγοκολώνα. Νόμισε ότι η Νταϊάνα τον έριξε στην θάλασσα του νότιου Πόλου. Πάγωσε το σώμα του, το αίμα του, η καρδιά του, το μυαλό του. Αναψοκοκκίνησε από την ντροπή του, « ω ρε ρεζιλίκι που έπαθα! Τους άτιμους που μου έλεγαν ότι οι αμερικανίδες είναι εύκολες!». Η Νταϊάνα τον άφησε σύξυλο απ’ έξω από τον κινηματογράφο και έφυγε. Ο Μιχάλης θα στεκόταν ακόμη εκεί, σαν μαρμαρωμένος βασιλιάς, αν δεν τον σκουντούσε ένας μεθυσμένος. Όταν γύρισε στο δωμάτιο του, μια καμαρούλα τρία επί τέσσερα συλλογιζόταν με απελπισία την πραγματικότητα, « εδώ είναι αλλιώς, μάλλον βγαίνουν πολλά πρώτα ραντεβού». Μάλλον το ένα μάλλον το άλλο δεν μπορούσε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Για να πειράξει τον εαυτό του, πήρε μια κόλλα χαρτί και έγραψε μια από τις πρώτες του μαντινάδες.
« έφαγες τη χυλοπίτα, πάλι με το κουτάλι
και με το μπούτσο έμεινες στο χέρι σου Μιχάλη»
Δεν είχε διάθεση να ‘’ πάρει ‘’ το βραδινό του ‘’ δείπνο ‘’. Μισή φρατζόλα ψωμί, την οποία έκανε σάντουιτς με ζαμπόν και τυρί. Για τρία χρόνια το ‘’ γεύμα ‘’ και το ‘’ δείπνο ‘’ ήταν ακριβώς το ίδιο. Μόνο το ‘’ πρόγευμα ‘’ άλλαζε κάπου κάπου. Αντί για γάλα με ντόνατς αγόραζε μια φέτα ιταλική πίτσα και ένα ποτήρι μικρή κόκα – κόλα. Στο πανεπιστήμιο ‘’ προτιμούσε ‘’ για … σνακ ένα καφέ αμερικάνικο, πάντα σε μικρό ποτήρι, γιατί το μεγάλο ήταν εκτός προϋπολογισμού. Στο πανεπιστήμιο δεν υπήρχε περίπτωση, ούτε μια στο εκατομμύριο να τον πλησιάσει κοπέλα με τον τρόπο που ντυνόταν. Έμοιαζε σαν στολισμένος αγαπητικός που πηγαίνει πρώτο του ραντεβού στην Ελλάδα. Επειδή αυτή την λεπτομέρεια δεν την γνώριζαν οι αμερικανίδες, τους φαινόταν ο Μιχάλης σαν μοντέλο που λανσάρει ιταλικά ρούχα. Σπορ ντύσιμο, μονόχρωμα πουκάμισα, ακριβά παπούτσια, ωραία κουστούμια. Αυτά ήταν τα μοναδικά του ρούχα και ήταν αυτά που είχε φέρει από την Ελλάδα.Κοντό περιποιημένο μαλλί. Η εποχή εκείνη ήταν των χίπηδων και η νεολαία ντυνόταν με ότι έβρισκε μπροστά της. Λινά παντελόνια, κομμένα, σχισμένα – νόμιζες ότι τα είχαν αρπάξει από κανένα φτηνό παζάρι και τους τα έσκισαν οι σκύλοι που τους κυνηγούσαν για να πιάσουν τους νεαρούς κλέφτες – πουκάμισα τετρακολόρε ή πολύχρωμες εσωτερικές φανέλες αντί για πουκάμισα, μακριά και αχτένιστα μαλλιά σαν του διαόλου. Οι κοπέλες τα ίδια και χειρότερα και πάντα αμακιγιάριστες. Αντί να προκαλούν απωθούσαν.
Ο Μιχάλης έβλεπε ότι δεν του έδιναν καμιά σημασία, ούτε καν γύριζαν έστω και να τον κρυφοκοιτάξουν όπως οι κοπέλες της Ελλάδας. « τι έγινε; Από άλλο πλανήτη κατέβηκα;», σκεφτόταν. Μια μέρα ένας συμμαθητής του τον ρώτησε μέσα στην τάξη πριν αρχίσει το μάθημα:
- Πως πάνε οι μπίζνες Μάικ;
- Ποιες μπίζνες Τομ; Ρώτησε απορημένος ο Μιχάλης.
- Του πατέρα σου φυσικά.
- Μα δεν έχει μπίζνες ο πατέρας μου.
- Εμ τότε θα έχει εκατομμύρια.
- Και πώς το κατάλαβες;
- Έλα τώρα φαίνεται από το ντύσιμο που κάνεις.
- Δηλαδή, φαίνομαι παιδί πλούσιου πατέρα;
- Αν φαίνεσαι λέει, από χίλια μίλια.
Ένα πικρό χαμόγελο ασχήμυνε το πρόσωπο του Μιχάλη. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και χάιδεψε το χαρτζιλίκι του πλούσιου πατέρα. Δύο κέρματα των 25 σεντς – μισό δολάριο. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που δεν διανοήτο να κάνει καμάκι. Το χαρτζιλίκι δεν έφτανε ούτε να κεράσει ένα καφέ. Ο Μιχάλης σκεφτόταν πολλές φορές τα λόγια του Τομ, « δίκιο είχε, ακριβό περιτύλιγμα και φτηνό περιεχόμενο». Το πρώτο καλοκαίρι που δούλευε πέντε ημέρες την εβδομάδα και είχε στην τσέπη καμιά εικοσαριά δολάρια ένιωθε σαν πλούσιος σαν τον ανιψιό του Ωνάση. Ένα Σάββατο αποφάσισε να το ρίξει στις σπατάλες και κάθισε σε ένα ελληνικό εστιατόριο κοντά στο σπίτι του να πιει ένα φλιτζάνι καφέ σαν άνθρωπος, γιατί μέχρι τότε τον έπινε σε μικρά άσπρα ποτηράκια από φελιζόλ. Για καλή του τύχη, ήρθε και κάθισε δίπλα του μια ελληνίδα συμφοιτήτρια του. Σαν έλληνας την κέρασε τον καφέ που ήπιε. Την Κυριακή το πρωί μέτρησε το κομπόδεμα του 75 σεντς!!! Θυμήθηκε την μαντινάδα του Βασιλειάδη:
« Είδες ετούτη τη δουλειά, τούτο το ρεζιλίκι
να ξημερώνει Κυριακή με δίχως χαρτζιλίκι»
Η οικονομική στενότητα τον ανάγκασε να παρακαλεί τον μάνατζερ του φαστφουντάδικου τον Ανδρέα τον Μοσχολά, που ήταν και συμπατριώτης του, να τον αλλάξει βάρδια για να μπορεί να δουλέψει περισσότερες μέρες, αλλά εκείνος του απαντούσε στερεότυπα:
- Δεν γίνεται, δεν αφήνει ο Εβραίος ο προϊστάμενος μου.
Επειδή ο Μιχάλης ήξερε αγγλικά παρακαλούσε τον Μοσχονά να τον βάλει να δουλέψει ταμιακή μηχανή, αλλά εκείνος απαντούσε, « δεν γίνεται δεν αφήνει ο Εβραίος». Ο Μοσχονάς έβαζε τις ποιο βαριές δουλειές στον Μιχάλη, που σχεδόν κάθε μέρα ένιωθε αφόρητους πόνους στα ‘’ καρύδια ‘’ του από την υπερκόπωση. Ο Μοσχονάς τον ειρωνευότανε και τον κορόιδευε, « ε ρε και να ήτανε από καμιά μεριά ο πατέρας σου να σε δει πως σηκώνεις τα κασόνια με το γάλα». Επρόκειτο περί ελεεινού και τρισάθλιου ανθρώπου. Μετά από χρόνια πληροφορήθηκε ο Μιχάλης ότι ο Μοσχονάς έγινε …. παπάς και έκανε τον σταυρό του. Ο Μιχάλης απελπίστηκε και μίλησε στον προϊστάμενο του Μοσχονά, τον Εβραίο, τον Καχάν, που υποτίθεται ότι αρνιόταν την μετακίνηση του. Εκείνος του είπε:
- Πολύ ευχαρίστως να σε στείλω σε άλλο μαγαζί της εταιρείας, μπορώ να σε στείλω στο Μπρονξ, αλλά εκεί έχει μόνο μαύρους, θέλεις να πας;
- Και κιτρινοπράσινους να είχε το Μπρονξ θα πήγαινα.
Αργότερα πήγε σε άλλο μαγαζί της εταιρείας όπου υπήρχε ανάγκη. Ο Μιχάλης ήταν ο μόνος από το νησί του που σπούδαζε στην Αμερική με φοιτητική βίζα και ο μοναδικός νεαρός που πήγαινε στο πανεπιστήμιο μεταξύ των νεολαίων του χωριού που ήταν μετανάστες. Ο Μιχάλης δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι γονείς των φίλων και συμπατριωτών του θα τον ζήλευαν και θα τον μισούσαν. Πολλά χρόνια αργότερα του εξήγησε το λόγο ένας γέρος συμπατριώτης του. Μια μέρα στο καφενείο στο Μπρούκλιν τρεις συμπατριώτες του τον συμβούλεψαν:
- Τι τα θέλεις ρε Μιχάλη τα πανεπιστήμια, έλα στα εστιατόρια να δουλέψεις σερβιτόρος ή μάγειρας να γεμίσει η τσέπη σου δολάρια.
Και ο Μιχάλης απάντησε:
- Εγώ ήρθα στην Αμερική να γεμίσω την κεφαλή μου γράμματα, γιατί όταν ξέρεις γράμματα μπορείς να γεμίσεις και την τσέπη σου δολάρια, ενώ όσα δολάρια και να έχεις στην τσέπη σου δεν θα πάψεις ποτέ να είσαι αγράμματος.
Οι αξίες ήταν άλλες εκείνη την εποχή. Όποιος είχε δολάρια είχε και υπόληψη και εκτίμηση και τεμενάδες. Μετά από τριάντα χρόνια όταν ξαναπήγε στην Αμερική ο Μιχάλης να βρει το γιο του, τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει προς το καλύτερο αλλά προς το χειρότερο. Οι συμπατριώτες του εκτός λίγων εξαιρέσεων είχαν τελείως αποκτηνωθεί. Με την μεσολάβηση του συμπατριώτη του Ντίνου Λυτού, ο Μιχάλης λίγο αργότερα έπιασε δουλειά ως μάνατζερ σε ένα ελληνικό εστιατόριο, από εκείνα που είναι ανοικτά όλο το εικοσιτετράωρο. Ο Ντίνος ήταν μάγειρας και το ‘’ μάτι ‘’ του αφεντικού στην κουζίνα ή καλύτερα της γυναίκας του, της Μαριγούλας. Πρόσεχε λοιπόν, να μην ρώει το προσωπικό ακριβά φαγητά. Η Μαριγούλα είχε γεννηθεί στο χωριό των τσιγκούνηδων. Όταν ερχόταν το πρωί να παραλάβει την βάρδια από τον Μιχάλη που δούλευε νύχτα, έβαζε πάντα το δάκτυλο της στην υποδοχή του κερματοδέκτη του τηλεφώνου μήπως κι είχε πέσει κανένα κέρμα των δέκα σεντς. Αρκετές φορές έβρισκε και έλαμπαν τα μάτια της από χαρά. Λες και είχε βρει τον θησαυρό που φύλαγε ο δράκος. Μόνο χάμπουργκερ ή τσίζμπεργκερ επέτρεπε να τρώει το προσωπικό η Μαριγούλα. Οι σπανιόλοι οι πιατάδες και ειδικά ο Σάντος, έκαναν συνέχεια παράπονα στον Μιχάλη για το φαγητό. Και μια μέρα ο Μιχάλης λέει στον Σάντος, ο οποίος τον μάθαινε και σπανιόλικα.
- Θα παρακολουθείς τον Ντίνο και την ώρα που θα βγει για καφέ θα βουτάς μερικές σούβλες με σουβλάκια και θα τις ψήνεις στο φούρνο του υπογείου.
Πράγματι έτσι έγινε. Ο Ντίνος κατ’ εντολήν της Μαριγούλας μετρούσε τις σούβλες με τα σουβλάκια κάθε πρωί πριν φύγει. Εκείνη μετρούσε τις παραγγελίες που δόθηκαν σε σουβλάκια και έβρισκε αν έλειπε καμία σούβλα. Όταν το διαπίστωσε, έριξε του Ντίνου το ‘’ χέσιμο ‘’ της χρονιάς. Τα ‘’ λουριά ‘’ έσφιξαν και πάλι. Ο Ντίνος παρακολουθούσε τους πιατάδες και εκείνοι το έριξαν πάλι στο χάμπουργκερ.
- Μαικ τι θα γίνει με αυτόν τον κερατά; Ξαναρώτησε ο Σάντος. Εννοώντας τον Ντίνο.
- Θα τον κάνουμε να μετανιώσει της μάνας του το γάλα.
- Και τι θα κάνουμε;
- Άκου. Θα παρακολουθείς τον Ντίνο την ώρα που ετοιμάζεται να βγει από την κουζίνα για καφέ. Αμέσως θα πάρεις το μπουκάλι με την καυτή σάλτσα και θα πας στην ντάνα με τα ποτήρια του καφέ και θα ρίξεις στο πάνω – πάνω φλιτζάνι μπόλικη σάλτσα. Ο Ντίνος μόλις περάσει την πόρτα της κουζίνας θα πιάσει το πάνω – πάνω φλιτζάνι και θα βάλει καφέ από την καφετιέρα, όπως κάνει κάθε βράδυ. Ο Σάντος χαμογέλασε σαν τον σατανά. Παραφύλαξε τον Ντίνο και εκτέλεσε με απόλυτη ακρίβεια το σχέδιο του Μιχάλη. Ο Ντίνος πήρε το φλιτζάνι, έβαλε καφέ, έριξε γάλα, τον άφησε στον πάγκο του μπάρ, ακριβώς απέναντι από την καφετιέρα, γύρισε γύρω από τον πάγκο του μπαρ και κάθισε. Έβαλε ζάχαρη στον καφέ και τον ανακάτευε αμέριμνος. Ο Μιχάλης στεκόταν ακριβώς πίσω του, εκεί που ήταν η ταμιακή μηχανή και παρακολουθούσε κάθε κίνηση του Ντίνου. Ο Σάντος ήταν κρυμμένος στην γωνία της τραπεζαρίας. Ο Ντίνος σήκωσε το φλιτζάνι και τράβηξε μια ρουφηξιά, σαν να έπινε ελληνικό καφέ. Έβγαλε αμέσως ένα δυνατό ΑΑΑΑ! Και έμεινε με το στόμα ανοικτό σαν τον χάνο. Μετά φώναξε του μπάρμαν:
- Γιαννιέ γρήγορα νερό.
Ο μπάρμαν του έβαλε νερό αμέσως και τον ρώτησε:
- Τι έπαθες βρε Ντίνο;
- Ρωτάς κιόλας; Τι σκατά έβαλες στον καφέ και ζεματίστηκα;
- Δεν είσαι καλά, μπορώ βρε να βάλω τίποτα στο καφέ; Που πίνουν τόσοι άνθρωποι;
Ο Ντίνος κατάλαβε ότι κάποιος άλλος του έκανε την κασκαρίκα και γύρισε. Κοίταξε τον Μιχάλη:
- Εσύ βρε κερατά τα κάνεις, όλες οι σκατοδουλειές δικές σου είναι.
Ο Μιχάλης παρίστανε τον εξωγήινο:
- Τι έπαθες ξάδερφε;
- Βρε πούστη κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις;
- Τι να καταλάβω, η πεθερά σου νομίζεις πως είμαι που σε καταλαβαίνει.
- Τι ήθελες και μου την θύμησες τη πουτάνα; Μη γαμήσω κι εκείνη και εσένα.
- Ε, ξέρω πόσο σ’ αγαπά.
- Σκατά να φας κι εσύ και αυτή. Είπε εξοργισμένος ο Ντίνος.
- Έλα τώρα ηρέμησε μη σε ακούσει η Μαριγούλα.
- Να την χέσω και εκείνη, μόνο λέγε ποιος μου έκανε πουστιά.
- Που να ξέρω ρε Ντίνο, όπως βλέπεις καθόμουν εδώ στη μηχανή δεν έχω ιδέα.
Έκτοτε ο Ντίνος, όταν έπιανε το άδειο φλιτζάνι το ακτινογραφούσε με την ματιά του πριν βάλει καφέ.
Τότε ο Μιχάλης έδωσε άλλες οδηγίες στον Σάντος:
- Άκου, Σάντος, ο Ντίνος όταν τρώει το χάμπουργκερ, ρίχνει μπόλικη σάλτα (κέτσαπ), εσύ θα πάρεις ένα μπουκάλι κέτσαπ και θα το αδειάσεις, θα το πλύνεις θα το γεμίσεις με καυτή σάλτσα. Μόλις δεις τον Ντίνο που θα ετοιμάζεται να βγει από την κουζίνα, θα βγεις σαν βέλος, θα αλλάξεις τα μπουκάλια και θα έχουμε πάλι πανηγύρια. Πράγματι έτσι έγινε. Ο Ντίνος κάθισε, σήκωσε το ένα ψωμάκι του χάμπουργκερ και έριξε μπόλικη σάλτσα. Μόλις άρχισε να μασά την πρώτη δαγκωνιά έβγαλε πάλι εκείνο το ΑΑΑΑ! Και φώναξε:
- Γρήγορα νερό Γιαννιέ.
Ο Μιχάλης προσπάθησε να συγκρατήσει τα γέλια του αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Ντίνος πετάχτηκε σαν αίλουρος, πήγε στην κουζίνα και βγήκε κρατώντας ένα μεγάλο μαχαίρι σαν το σπαθί του Τζέγκης Χαν.
- Θα σε σφάξω κωλόπαιδο.
Φώναξε και όρμησε προς το μέρος του Μιχάλη, ο οποίος βλέποντας τις άγριες διαθέσεις του Ντίνου πήδηξε έξω από την πόρτα του εστιατόριου. Μια μέρα ο Μιχάλης ‘’ αποκάλυψε ‘’ στο Ντίνο το μυστικό για την λύτρωση του.
- Αν δεν δώσεις στο προσωπικό ανθρώπινο φαγητό, θα τραβήξεις τα πάθη του Χριστού.
Πράγματι το φαγητό σιγά – σιγά βελτιώθηκε παρά την μουρμούρα της μέγαιρας της Μαριγούλας.
Ο Μιχάλης, πρόσχαρος καθώς ήταν, έκανε αρκετά αστεία στους πελάτες και ιδιαίτερα στις πελάτισσες. Όταν ερχόταν μια πελάτισσα να πληρώσει τον λογαριασμό, ο Μιχάλης τον έβαζε στην μηχανή και χτυπούσε το ποσόν που έγραφε, μετά έβαζε τα δύο του χέρια στα συρτάρια, έπιανε τα ρέστα – κέρματα – με το αριστερό χέρι, οπότε αποφάσιζε να αστειευτεί, έκλεινε και την δεξιά του χούφτα, την πρότεινε πάνω από την ανοικτή παλάμη της πελάτισσας λέγοντας:
- Ευχαριστώ.
Εκείνη έλεγε αμέσως:
- Παρακαλώ. Και έκανε να φύγει κλείνοντας την παλάμη της. Αμέσως διαπίστωνε ότι είχε πιάσει αέρα κοπανιστό. Γύρισε προς τον Μιχάλη και έλεγε ξεκαρδισμένη στα γέλια:
- Πολύ έξυπνο το αστείο σου, μ’ άρεσε.
Μιας πελάτισσας της είχε ψήσει το ψάρι στα χείλη με εκείνο το αστείο. Ένα βράδυ η πελάτισσα ήταν σίγουρη ότι δεν θα την ξαναπάθει. Όταν πλησίασε στο ταμείο να πληρώσει το λογαριασμό, τα μάτια της έλαμπαν από πονηριά, κάτι σπάνιο για αμερικανίδα. Ο Μιχάλης μόλις πρόσεξε ότι γυαλίζει το μάτι της κατάλαβε ότι « δεν
ξαναμασά η κατσίκα ταραμά». Χτύπησε τον λογαριασμό και έπιασε τα ρέστα με το δεξί του χέρι και το πρότεινε στην πονηρεμένη πελάτισσα. Εκείνη που δεν ήθελε να ‘’ ξαναμασήσει ταραμά ‘’ του είπε:
- Δεν την ξαναπαθαίνω. Και πρότεινε την ανοικτή της παλάμη προς την αριστερή παλάμη του Μιχάλη που την είχε και αυτή κλειστή. Ο Μιχάλης με το ύφος του Ναπολέοντα, όταν νικήθηκε το Βατερλό, της πρότεινε το αριστερό χέρι λέγοντας:
- Με νίκησες.
Η πελάτισσα τότε είπε:
- Ευχαριστώ. Και με θριαμβευτικό ύφος έκλεισε την παλάμη της και έκανε να φύγει. Γύρισε όμως αμέσως κάνοντας χορευτική φιγούρα και είπε:
- Αναθεματισμένε έλληνα!
Ένα βράδυ μια σερβιτόρα έδωσε του Μιχάλη ένα ζευγάρι γυναικεία γυαλιά. Μετά από μισή ώρα μια κοπέλα μπήκε στο εστιατόριο. Ο Μιχάλης έπιασε ένα κατάλογο και πήγε κοντά της για να την συνοδεύσει και να της δείξει τα διαθέσιμα τραπέζια.
Εκείνη του εξήγησε ότι μόλις είχε δειπνήσει με την αδερφή της αλλά επέστρεψε να ρωτήσει μήπως ξέχασε εκεί τα γυαλιά της. Ο Μιχάλης της έδειξε το ζευγάρι τα γυαλιά που είχε βρεί σε ένα τραπέζι η σερβιτόρα και αυτή τα αναγνώρισε αμέσως, λέγοντας με ανακούφιση:
- Αυτά είναι τα γυαλιά μου, σε ευχαριστώ Μάικ. Αναφώνησε με ανακούφιση.
- Ευχαρίστηση μου να προσέχω τις πελάτισσες μας.
- Πολλά πράγματα μπορεί να χάσει κανείς από την αφηρημάδα του.
- Και τα μυαλά του μπορεί να χάσει κανείς. Αλλά γιατί στέκεστε όρθια; Καθίστε να σα κεράσω ένα καφέ.
- Πολύ ευχαρίστως.
Ο Μιχάλης πρόσεξε ότι εκείνη η στρουμπουλή κοπέλα με το όμορφο πρόσωπο και τα έξυπνα μάτια είχε διάθεση για συζήτηση. Ήταν η ώρα που η φούρια του μαγαζιού είχε περάσει και δεν ήθελε να στέκεται σαν παλούκι στην πόρτα και να κουβεντιάζει. Μόλις κάθισαν ο Μιχάλης ζήτησε από την σερβιτόρα να φέρει δύο καφέδες και ρώτησε την κοπέλα:
- Πως σε λένε;
- Λίντα, Λίντα Μπέλφερ.
- Κι εμένα Μάικ.
- Το γνωρίζω. Έρχομαι τακτικά εδώ με την αδερφή μου.
- Α! ώστε έτσι, σας αρέσει φαίνεται το μαγαζί;
- Πολύ ωραίο και περιποιητικό.
- Σε ευχαριστώ, πολύ ευγενικό εκ μέρους σου.
- Αλήθεια Μάϊκ τι σπουδάζεις;
- Καλά που ξέρεις ότι σπουδάζω;
- Φαίνεται ο νεοφερμένος στην Αμερική.
- Από τι; Ρώτησε περίεργα ο Μιχάλης.
- Από πολλά. Από την προφορά, από τον τρόπο που μιλάς, από το ντύσιμο, από την ματιά και κάποιες άλλες λεπτομέρειες.
« ώστε για’ αυτό με αναγνωρίζουν σαν ξένο οι συμφοιτήτριες μου και φοβούνται ακόμη και να με κοιτάξουν. Αυτό είναι λοιπόν, οι αμερικανίδες έχουν ξενοφοβία, ποιος ξέρει τι τους έχουν κάνει οι ξένοι», σκέφτηκε με απόγνωση ο Μιχάλης.
- Α! ώστε έτσι; Και πως το ξέρεις εσύ;
- Να ο πατέρας μου έχει ένα μικρό εργοστάσιο όπου δουλεύουν δύο χιλιάδες εργάτες, από τους οποίους οι περισσότεροι είναι ξένοι και έτσι έμαθα πολλά πράγματα.
- Κρίμα που σπουδάζω κοινωνιολογία.
- Γιατί κρίμα; Ρώτησε απορημένη η Λίντα.
- Μα αν σπούδαζα κάτι άλλο θα μιλούσες στον πατέρα σου να με πάρει στο εργοστάσιο μετά το πέρας των σπουδών. Είπε χαμογελώντας ο Μιχάλης.
- Μόνο αν θέλεις να δουλέψεις με Εβραίους;
- Δεν καταλαβαίνω;
- Να ο πατέρας μου είναι Εβραίος.
- Και λοιπόν;
- Δεν το ξέρεις ότι δεν μας χωνεύουν;
- Ποιοι;
- Όλοι.
- Μα γιατί; Δεν καταλαβαίνω;
- Είσαι πολύ λίγο καιρό στην Αμερική για να καταλάβεις. Να πώς να στο πω μας ζηλεύουν.
- Μα γιατί;
- Γιατί κάνουμε πολλά που δεν μπορούν να κάνουν άλλοι, ας πούμε οι έλληνες, οι ισπανοί, οι ιταλοί και οι άλλοι μετανάστες.
- Τι κάνετε δηλαδή;
- Θα σου πώ απλά να το καταλάβεις. Υπάρχει καμιά ελληνική τράπεζα στην Αμερική; Κανένα εργοστάσιο; Όχι. Τα μόνα ελληνικά ‘’ εργοστάσια ‘’ είναι τα εστιατόρια. Κανένας Εβραίος δεν πουλά λουκάνικά σαν τους έλληνες και τους σπανιόλους στους δρόμους. Κανένας εβραίος δεν δουλεύει σε εστιατόριο σαν εργάτης, σαν σκουπιδιάρης και δεν κάνει επάγγελμα της σειράς. Οι εβραίοι σπουδάζουν τα παιδιά τους, έχουν αλληλεγγύη μεταξύ τους, βοηθά ο ένας τον άλλον, συνεργάζονται και κάνουν μεγάλες επιχειρήσεις. Κανένας έλληνας της Αμερικής δεν έχει ιδιωτικό αεροπλάνο. Ξέρεις κανένα μεγάλο έλληνα ηθοποιό στο Χόλιγουντ; Οι περισσότεροι είναι εβραίοι. Ξέρεις καμία ελληνική κινηματογραφική εταιρία στην Αμερική; Δεν υπάρχει. Οι περισσότεροι επιστήμονες, γιατροί, δικηγόροι, καθηγητές πανεπιστημίου, γενικοί διευθυντές, πρόεδροι τραπεζών και άλλοι είναι εβραίοι. Κατάλαβες τώρα γιατί δεν μας χωνεύουν.
- Κατάλαβα. Είπε απογοητευμένος ο Μιχάλης.
Κοίταξε με μελαγχολία την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα που ήταν ζωγραφισμένος στον τοίχο της τραπεζαρίας του εστιατορίου. Οι σερβιτόροι, οι μάγειροι, ο μπάρμαν του φάνηκαν να φορούν αρχαίες ελληνικές ενδυμασίες και να μοιάζουν με τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Ιπποκράτη, τον Σόλωνα και τόσους άλλους. Ο Παρθενώνας στον τοίχο του εστιατορίου έμοιαζε με εστιατόριο που στην αυλή του κάθονταν χιλιάδες τουρίστες και ο Περικλής ήταν σερβιτόρος και σερβίριζε σουβλάκια. Ο Φειδίας καθόταν σε ένα τραπέζι και πάνω σε ένα χάρτινο τραπεζομάντιλο σχεδίαζε το καλλίγραμμο σώμα μιας τουρίστριας, που ποζάριζε απέναντι του. Πάνω στο τραπέζι ο Φειδίας είχε ένα άδειο χάρτινο κουτί για να φτύνει, σαν τους κινέζους. Όσοι τουρίστες προσπερνούσαν, τον περνούσαν για ζητιάνο, έτσι που τον έβλεπαν θλιμμένο και του έριχναν στο κουτί κέρματα. Ο Περικλής κοντοστάθηκε μπροστά στον Φειδία και τον ρώτησε:
- Ρε Φειδία γιατί οι έλληνες τουρίστες δεν ρίχνουν κέρματα;
- Και που τους είδες τους έλληνες τουρίστες ρε Περικλή;
- Γιατί ρε, δεν έρχονται έλληνες τουρίστες στην Ακρόπολη;
- Μα που ζείς καημένε στο 2000 προ Χριστού; Άσε να έρθουν πρώτα στην Ελλάδα.
- Και γιατί δεν έρχονται ρε Φειδία στην Ελλάδα οι έλληνες;
- Δεν ξέρεις ότι είναι πολύ δύσκολο να τους δώσουν βίζα για την Ελλάδα οι ξένες χώρες που ζούν;
- Και τότε τι κάνουμε ρε εδώ και δεν πάμε και εμείς σε ξένες χώρες να δουλέψουμε, να τους χτίσουμε και κανένα Παρθενώνα;
- Μα αν διάβαζες και καμιά παπυροεφημερίδα Περικλή, θα μάθαινες ότι όλοι οι έλληνες πήγαν σε ξένες πατρίδες γιατί εκεί είναι χρειαζούμενοι στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στα εστιατόρια, στα ερευνητικά κέντρα, στα πανεπιστήμια και σε τόσες άλλες επιχειρήσεις. Μόνο εσύ και εγώ μείναμε στην Ελλάδα να δουλεύουμε εδώ στο εστιατόριο του Παρθενώνα και να προσέχουμε μην κλέψουν κανένα μάρμαρο οι μαύροι τουρίστες για να τρίβονται μήπως και ….ασπρίσουν.Και πρέπει να ξέρεις ότι κτίρια σαν το Παρθενώνα είναι πολύ ακριβά. Ξέρεις πολλούς επιχειρηματίες να ξοδεύουν δισεκατομμύρια τάλαντα για να κτίζουν εργοστάσια και μονοκατοικίες που να μοιάζουν του Παρθενώνα; Δεν ξέρεις, γιατί δεν υπάρχουν και γι’ αυτό έρχονται τουρίστες και βλέπουν τον Παρθενώνα για να δούν πως μοιάζει ένα ακριβό κτίριο.
- Δηλαδή ρε Φειδία, λαοπλάνος ήταν ο Τύραννος Παπανδρέου, που φώναζε ‘’ Η Ελλάδα ανήκει στους έλληνες ‘’.
Ο Περικλής απομακρύνθηκε από το τραπέζι του Φειδία απογοητευμένος που δεν μπορούσε να ζήσει την ‘’ ευλογία θεού ‘’ να μεταναστεύσει σε ξένη χώρα να τα οικονομήσει.Ο Μιχάλης κοίταξε τον Παρθενώνα που ήταν ζωγραφισμένος στο τοίχο του εστιατορίου, βυθισμένος σε μαύρες σκέψεις. «οι μισοί έλληνες τραβάνε στα δικαστήρια τους άλλους μισούς για κτηματικές διαφορές. Για ‘’ ψύλλου πήδημα ‘’ τραβολογούνται στα δικαστήρια, για ‘’ ασήμαντον αφορμή ‘’ σφάζει ο ένας τον άλλο σαν το αρνί. Μισεί και ζηλεύει αυτόν που προοδεύει και δεν προσπαθεί να του μοιάσει. Δεν κάνει ποτέ επιχείρηση, ούτε και κοτέτσι με άλλον, ούτε και με τον αδερφό του. Ο καθένας θέλει δικό του καπετανάτο, σαν εκείνο το τσακάλι που έκανε αναψυκτικό την αφρόζα για να εκτοπίσει από την ελληνική αγορά την κόκα – κόλα και κατέληξε να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο της πέψη – κόλα. Πώς να προοδεύσει αυτή η πατρίδα; Ευτυχώς που δεν ξέρει η Λίντα ότι οι έλληνες εργάτες καταθέτουν τις αποταμιεύσεις τους σε τράπεζες Ελβετίας, ευτυχώς!».
Ο Μιχάλης ένιωσε ότι η Λίντα φτύνει την ελληνική του περηφάνια και της λέει:
- Όμως οι περισσότεροι εφοπλιστές είναι έλληνες. Είπε με καμάρι.
- Αυτό είναι σωστό. Αλλά για πες μου Μιχάλη, γιατί οι έλληνες εφοπλιστές έχουν τα γραφεία τους και τις βίλες τους στο Λονδίνο και την Νέα Υόρκη; Γιατί έχουν καταθέσεις στην Ελβετία; Γιατί τα περισσότερα ελληνικά βαπόρια έχουν ξένες σημαίες;
Ο Μιχάλης ξεροκατάπιε και ψιλοκοκκίνησε από ντροπή. Προσπάθησε να βρει μια εξήγηση, αλλά δεν κατάφερε να βρει κάποια που να μην θίγει την ελληνική περηφάνεια. Η Λίντα τον έβγαλε από την δύσκολή θέση:
- Είναι πολύ απλό. Με τις ξένες σημαίες οι έλληνες εφοπλιστές πληρώνουν ψίχουλα αφ’ ενός και αφ’ ετέρου το ελληνικό κράτος δεν χρειάζεται προφανώς την ελεημοσύνη των εφοπλιστών. Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, αλλά να, τις προάλλες έλεγε του πατέρα μου ο γενικός διευθυντής μιας τράπεζας, ότι μια μέρα τα ελληνικά πλοία θα έχουν ξένα πληρώματα και μόνο ο καπετάνιος και ο πρώτος μηχανικός θα είναι έλληνες.
- Ε, αυτό δεν θα το κάνουν ποτέ οι έλληνες εφοπλιστές.
- Ασε Μαίκ, είσαι ακόμη νεαρός και δεν γνωρίζεις πως σκέφτονται οι μεγαλοεπιχειρηματίες.
- Δηλαδή πως σκέφτονται;
- Δεν υπάρχουν γι’ αυτούς πατρίδες. Μόνο το κέρδος και η δόξα υπάρχει.
- Τι μου λες! Ώστε και οι δικοί σας επιχειρηματίες ξέχασαν το Ισραήλ;
- Το αντίθετο μάλιστα. Οι δικοί μας επιχειρηματίες κάνουν τεράστιες επενδύσεις στο Ισραήλ, στέλνουν δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο και δεν βγάζουν δίσκους τις εκκλησίες σας ‘’ υπέρ πατρίδος ‘’, όπως κάνετε εσείς οι έλληνες στην Αμερική. Ακόμη οι Εβραίοι έχουν την δύναμη να ελέγχουν την κάθε κυβέρνηση της Αμερικής και να την πείθουν να στέλνει γύρω στα δέκα δισεκατομμύρια δολάρια στο Ισραήλ κάθε χρόνο.
- Και δεν υπάρχει ελληνικό λόμπι να πιέζει για τα δίκαια της Ελλάδας στην αμερικανική κυβέρνηση;
- Τώρα πλάκα μου κάνεις; Με ποιους θα πιέσετε εσείς με τους εστιάτορες, τους κουλουράδες, τους θυρωρούς ή τους τρεις, τέσσερις γερουσιαστές, που δεν μιλάνε ούτε ελληνικά;
Ο Μιχάλης παρακαλούσε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Έπιασε το κεφάλι του με τα δύο του χέρια. Η συζήτηση με την Λίντα τον είχε προβληματίσει. Η Λίντα ασφαλώς δεν είχε πρόθεση να στεναχωρήσει τον Μιχάλη. Τα γυαλιά της τα είχε αφήσει σκόπιμα στο εστιατόριο για να βρει αφορμή να βρεθεί μόνη της να μιλήσει με τον Μιχάλη. Είχε έρθει πολλές φορές για φαγητό, είχε προσέξει το ομορφόπαιδο από την Ελλάδα. Είχε πάρει με τρόπο τις πληροφορίες της από τις ανυποψίαστες σερβιτόρες και είχε σχεδιάσει το "κόλπο" με τα γυαλιά για να βρεθεί μόνη μαζί του.Οταν σηκώθηκε για λίγο ο Μιχάλης να εξυπηρετήσει ένα πελάτη, η Λίντα αποφάσισε ότι πρέπει να αλλάξει θέμα « αυτό το θέμα συζήτησης μου φαίνεται ότι τον στεναχωρεί». Και όταν ξανακάθισε κοντά της τον ρώτησε:
- Σε ποιο πανεπιστήμιο σπουδάζεις Μάικ;
- Στο New York University.
- Εσύ τι σπουδάζεις;
- Γαλλική φιλολογία.
- Γαλλική φιλολογία; Πως και δεν σπουδάζεις διοίκηση επιχειρήσεων, να διευθύνεις τις επιχειρήσεις του πατέρα σου; Ρώτησε με έκπληξη ο Μιχάλης.
- Γιατί αυτό μου αρέσει.
- Και ο πατέρας σου; Δεν έχει αντίρρηση;
- Γιατί να έχει; Δεν υπάρχει λόγος.
Ο Μιχάλης θυμήθηκε ότι ήθελε να γίνει καπετάνιος, επηρεασμένος από όσα του έλεγε ο πατέρας του για τους κασιώτες καπεταναίους και μηχανικούς, « βγάζουν πολλά χρήματα, πήραν διαμερίσματα στην Αθήνα, έχτισαν τα παλιά τους σπίτια στο χωριό, έχουν αυτοκίνητα». Ο Μιχάλης αποφάσισε ότι θέλει να γίνει καπετάνιος και το είπε στον πατέρα του, εκείνος ήθελε να τον κάνει δάσκαλο, « μα εσύ δεν μου μιλούσες συνέχεια για τις περιουσίες που έκαναν οι καπετάνιοι; Τι λεφτά παίρνει ο δάσκαλος; Ξέρεις κανένα δάσκαλο συμπατριώτη μας να έχει χτίσει δικό του σπίτι στον Πειραιά; Όλοι στο ενοίκιο δεν μένουν;».
Ο πατέρας του έβαλε λιτούς και δεμένους να μεταπείσουν τον Μιχάλη, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι μια μέρα ο πατέρας του τον πήρε στον κινηματογράφο να δει το έργο ‘’ Ταξίδι χωρίς γυρισμό ‘’. Το ναυάγιο του Τιτανικού. Ο Μιχάλης τότε σε ηλικία δεκαέξι ετών φοβήθηκε και βγήκε από τον κινηματογράφο προβληματισμένος. Έξω από τον κινηματογράφο τον ρώτησε ο πατέρας του, ο οποίος είχε φέρει τον Μιχάλη ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, για να τον τρομοκρατήσει:
- Ακόμη θέλεις να γίνεις καπετάνιος;
Τελικά έπεισε τον Μιχάλη να γίνει μηχανικός.
- Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. Είπε μελαγχολικά ο Μιχάλης στην Λίντα.
- Και σε ποιο έτος βρίσκεσαι;
- Στο δεύτερο εξάμηνο του πρώτου έτους.
- Εσύ;
- Στο τρίτο.
- Κοντεύεις λοιπόν.
- Όχι βέβαια, μετά θα πάω στην Γαλλία να συνεχίσω μέχρι να πάρω το διδακτορικό δίπλωμα.
- Μπράβο. Είπε με θαυμασμό ο Μιχάλης.
- Αλήθεια πως περνάς τις ελεύθερες ώρες σου;
- Ε, δεν έχω και πολλές.
- Πηγαίνεις καθόλου σινεμά;
Ο Μιχάλης σιώπησε για λίγο, θυμήθηκε την μοναδική φορά που πήγε με την Νταϊάνα και σκέφτηκε το ρεζιλίκι αφ’ ενός και ότι δεν θυμόταν τι έργο είχε δει, « έχει γούστο να ρωτήσει ποια ταινία είδα; Θα γίνω ρεζίλι. Μπα δεν μου φαίνεται ότι θα ρωτήσει, δεν είναι περίεργες οι αμερικανίδες».
- Μια φορά μόνο έχω πάει.
- Μόνο; Ρώτησε με έκπληξη η Λίντα.
- Δεν έχω τόσο ελεύθερο χρόνο.
- Θα ήθελες να πάμε μαζί μια μέρα που θα έχεις χρόνο;
- Μετά χαράς. Είπε με προσποιητό ενθουσιασμό ο Μιχάλης.
- Α! ωραία τότε. Θα ήθελες να πάμε να δούμε τον ‘’ Βιολιστή της στέγης ‘’;
- Πως δεν θα ήθελα. Είπε ο Μιχάλης που του φάνηκε ο ‘’ Βιολιστής στη στέγη ‘’ σαν ‘’ Ο λυράρης στο δώμα ‘’.
- Ποτέ μπορείς;
- Τις Κυριακές έχω ρεπό.
- Ωραία τότε, πάμε αυτήν την Κυριακή;
- Πάμε, αλλά που θα συναντηθούμε;
- Μα θα έρθεις να με πάρεις από το σπίτι μου.
- Από πού; Ρώτησε τρομοκρατημένος ο Μιχάλης.
« αν πάω σπίτι της θα με σκοτώσει ο Εβραίος ο πατέρας της. Άκου να πάω σπίτι της.»
- Μα από το σπίτι μου.
- Και που μένεις;
- Μισή ώρα από δω.
- Εγώ μένω στην Αστόρια και αλλάζω δύο τρένα και ένα λεωφορείο για να έρθω στο εστιατόριο, πώς να έρθω σπίτι σου; Θα χρειαστώ δύο ώρες και τέσσερις συγκοινωνίες.
- Α! δεν γίνεται.
- Μα αν έχεις αυτοκίνητο, μπορούμε να μοιράσουμε την απόσταση.
- Έχω αυτοκίνητο, αλλά πρέπει να έρθεις σπίτι μου.
« τι διάολο γίνεται; Η Νταϊάνα δεν επέμενε να την πάρω από το σπίτι της».Έμενε μόνη της στην Νέα Υόρκη και γι’ αυτό το λόγο έδωσαν ραντεβού έξω από τον κινηματογράφο.
- Μα τόσο δύσκολο είναι, αφού έχεις αυτοκίνητο; Σκέφτηκε προς στιγμή να συνεχίσει « μήπως λυπάται την βενζίνη;», αλλά θυμήθηκε ότι είναι πλουσιοκόριτσο.
- Δεν είναι αυτός ο λόγος.
- Τότε;
- Μα καλά δεν ξέρεις ότι όταν βγαίνεις με μια κοπέλα πρέπει να πας να την πάρεις από το σπίτι;
- Δεν το ξέρω και μου φαίνεται και περίεργο.
- Και γιατί σου φαίνεται περίεργο;
- Μα, μα …. Έκανε ο Μιχάλης που σκέφτηκε το ‘’είθισται ‘’ της Ελλάδας. Και συνέχισε:
- Δεν μου είπες γιατί πρέπει να έρθω να σε πάρω από το σπίτι σου;
- Μα για να σε δει ο πατέρας μου και η μάνα μου.
- Και γιατί πρέπει να με δούν;
- Μα πως θα με αφήσουν να βγω έξω χωρίς να δούνε το αγόρι μου;
- Τι λες που θα έρθω να με δει ο πατέρας σου; Δεν έχω όρεξη να έχω φασαρίες.
- Τι φασαρίες; Ρώτησε έκπληκτη η Λίντα.
- Στην Ελλάδα ούτε στον ύπνο μας δεν διανοούμεθα να πάμε στο σπίτι μιας φίλης μας για να την βγάλουμε έξω.
- Απίστευτο! Και πως βγαίνουν ραντεβού εκεί οι κοπέλες; Τις αφήνουν οι γονείς τους να βγαίνουν με αγόρια που δεν τα γνωρίζουν;
- Στην Ελλάδα οι γονείς δεν γνωρίζουν ότι τα κορίτσια τους βγαίνουν ραντεβού με νεαρούς.
- Απίστευτα πράγματα! Και δεν τους λένε που πάνε;
- Βεβαίως έχουν ανακαλύψει την φιλοσοφία της δικαιολογίας.
- Δηλαδή;
- Τι δηλαδή, τους λένε ψέματα.
- Ψέματα στους γονείς τους; Ρώτησε έκπληκτη η Λίντα.
- Και στον παπά όταν εξομολογούνται.
- Μα τι ψέματα λένε τέλος πάντων;
- Ότι πάνε στο σπίτι μιας φίλης τους να διαβάσουν. Ότι πάνε στην βιβλιοθήκη, στο σινεμά με τις φίλες του, σε μία έκθεση ζωγραφικής, ότι πάνε να δούνε τον Παρθενώνα, ότι πάνε σε κάποιο μουσείο, ότι πάνε να τους διαβάσει ο … παπάς, ότι πάνε να αρμέξουν την κατσίκα, ότι πάνε να σαμαρώσουν τζιτζίκια, ότι διάολο άλλο κατεβάσει το μυαλό τους. Η Λίντα έμεινε με το στόμα ανοικτό, « σε ημιάγρια κατάσταση βρίσκονται οι έλληνες!», σκέφτηκε η Λίντα.
- Όμως πρέπει να πούμε και του στραβού το δίκιο. Δεν φταίνε τα κορίτσια αλλά οι πατεράδες τους που δεν τα εμπιστεύονται και τα αναγκάζουν να τους λένε ένα κάρο ψέματα.
- Δηλαδή, οι πατεράδες τους μένουν με την εντύπωση ότι τα κορίτσια τους δεν έχουν ούτε φίλους ούτε σχέσεις;
- Δυστυχώς όλοι οι γονείς νομίζουν ότι οι κόρες τους είναι παναγίες παρθένες.
- Τόσο πολύ; Και τι θα γίνει αν πάει ένας νεαρός στο σπίτι μιας κοπέλας;
- Πρώτον δεν θα πάει, έκτος αν πρόκειται να ζητήσει την κοπέλα σε γάμο. Δεύτερον δεν θα προλάβει να περάσει ο νέος την πόρτα γιατί θα τον έχει σφάξει ο πατέρας της κοπέλας στο κατώφλι σαν το αρνί.
- Βάρβαρα πράγματα. Είπε με αποστροφή η Λίντα.
- Υπάρχουν και χειρότερα.
- Δηλαδή;
- Να υπάρχουν περιοχές της Ελλάδας, που αν σε δει ο αδερφός ή ο πατέρας της κοπέλας ωα την συνοδεύεις στο δρόμο, θα σε σφάξει επί τόπου χωρίς καμία εξήγηση.
Η Λίντα κατάλαβε τον δισταγμό του Μιχάλη να πάει σπίτι της και τον καθησύχασε:
- Εμένα οι γονείς μου θα χαρούν πολύ να σε γνωρίσουν. Είναι πολύ ήσυχοι άνθρωποι και πολιτισμένοι.
- Και δεν θα έχω κανένα πρόβλημα;
- Κανένα απολύτως.
- Είσαι τόσο βέβαιη;
- Μα έτσι συνηθίζεται στην Αμερική.
Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι έτσι θα έπρεπε να ήταν στην Αμερική, αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να το χωνέψει. Ένοιωθε να κοκκινίζει προκαταβολικά. Δεν μπορούσε να αρνηθεί σε εκείνη την έξυπνη εβραία που τον βρήκε τόσο αδιάβαστο. Έτσι είπε το ‘’ναι‘’ με βαριά καρδιά, σαν τον νέο που τον παντρεύουν από προξενιό με μια πλούσια γρια. Την Κυριακή το απόγευμα ο Μιχάλης πήρε ένα ταξί – και το έκανε για πρώτη φορά στην Αμερική – έχοντας υπολογίσει να το σταματήσει έξω από το σπίτι της Λίντας, να πει του ταξιτζή να τον περιμένει, να χτυπήσει την πόρτα, να δει η Λίντα το ταξί και να φύγει αμέσως μαζί του. Το πολύ πολύ αν έλεγε μια ‘’καλησπέρα ‘’ στα όρθια και να τους άφηνε τα γλυκά που πήρε από ένα ελληνικό ζαχαροπλαστείο της Αστόριας.Όταν το ταξί σταμάτησε μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού ο Μιχάλης πλήρωσε το κόμιστρο που έγραφε το ταξίμετρο συν δέκα σεντς για να στρογγυλοποιηθεί ο αριθμός και είπε στον οδηγό:
- Παρακαλώ μπορείτε να περιμένετε μερικά λεπτά να φωνάξω την φίλη μου;
Ο οδηγός γύρισε το κεφάλι του, κοίταξε άγρια τον Μιχάλη και του είπε:
-Άντε γαμήσου ρε μαλάκα, με αυτά τα τυχερά που μου έδωσες, θέλεις να σε περιμένω κιόλας;
Ο Μιχάλης έμεινε έκπληκτος από την …. ευγένεια του ταξιτζή. Νόμισε ότι αν του έλεγε δεύτερη κουβέντα θα τον έσφαζε. Δεν γνώριζε ο Μιχάλης ότι ίσχυε άγραφος νόμος, ισχυρότερος και από γραπτό, να δίνεις τυχερά στο ταξί. Ήταν προτιμότερο να διαπράξεις φόνο παρά να μην δώσεις τυχερά σε ταξιτζή στην Αμερική. Τον έπιασε απελπισία. Το σχέδιο του είχε ανατραπεί. Τώρα έπρεπε να πιεί το κώνειο αφού είχε πει το ‘’ναι ‘’ στην Λίντα. Πλησίασε την εξώπορτα για να χτυπήσει το κουδούνι. Κοίταξε από δω, κοίταξε από κει, πουθενά κουδούνι. Πίσω από την πόρτα ένας τεράστιος κήπος πιο μεγάλος και από το μεγάλο τους λιόφυτο στο χωριό, γεμάτος δέντρα, λουλούδια και φυτά. Τόσα πολλά, παράξενα και ωραία λουλούδια δεν είχε ξαναδεί σε άλλο σπίτι. Τα θαύμασε για λίγο και ένοιωσε να χαλαρώνει. Κοίταξε το σπίτι. Του φάνηκε τεράστιο και παράξενο. Κεραμοσκεπές σε πολλά επίπεδα, σαν παλάτι έμοιαζε.
« Πω! Πω! Σπιταρόνες οι εβραίοι».
Παρατήρησε την κεντρική πόρτα του σπιτιού μήπως και στεκόταν εκεί η Λίντα να τον περιμένει. Πουλί πεταμένο δεν υπήρχε ολόγυρα. Τα δέντρα έκρυβαν και τα παράθυρα. Κατάλαβε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το ανοίξει την ξύλινη πόρτα του κήπου και να προχωρήσει προς την πόρτα του σπιτιού. Άνοιξε την εξώπορτα, προχώρησε προς την πόρτα του σπιτιού, χτύπησε το κουδούνι και σε λίγο του άνοιξε η Λίντα. Τον οδήγησε σε ένα απέραντο σαλόνι που του φάνηκε σαν το αεροδρόμιο της Κάσου. Θαμπώθηκε από την πολυτέλεια και την χλιδή. Αν δεν ήταν τόσο φοβισμένος και σφιγμένος θα μπορούσε να αποτυπώσει τις λεπτομέρειες. Το μόνο που πρόσεξε ήταν το ασημένιο πόμολο της πόρτας. Η Λίντα τον οδήγησε σε ένα μεγάλο τραπέζι, που τριγύρω του κάθονταν η μητέρα, ο πατέρας και η αδερφή της. Μόλις τους αντίκρισε του φάνηκαν σαν τον Καϊάφα με την φαμίλια του και ένοιωσε χειρότερα και από τον Χριστό, « παναγία μου τώρα θα αρχίσει η ανάκριση, ότι και να πώ θα με σταυρώσουν οι εβραίοι».Κάθισε σε μία καρέκλα. Ένοιωθε όπως ακριβώς νοιώθει ο κατηγορούμενος όταν κάθεται στο ειδώλιο… η Λίντα τον σύστησε στο σόι της. Ο Μιχάλης φορούσε ένα πράσινο σταυρωτό κουστούμι, το πρώτο που αγόρασε στην Αμερική, κίτρινο πουκάμισο καινούργιο και αυτό, ανοιχτόχρωμες λεπτές πράσινες κάλτσες καινούργιες και αυτές και σλιπάκι μοντέρνο καινούργιο και αυτό. «Σαν πούστικο είναι», είπε όταν το δοκίμασε σπίτι του. Όταν κάθισε στο τραπέζι, το πρόσωπο που ήταν ήδη κατακόκκινο. Οι γονείς της Λίντας και ιδιαίτερα η μητέρα της, άρχισαν να του κάνουν τις συνηθισμένες ερωτήσεις περί καταγωγής και γεννεαλογικού δέντρου. Ο Μιχάλης ήταν τόσο σφιγμένος που οι αγγλικές λέξεις έρχονταν στο μυαλό του χωρίς φωνήεντα, μόνο σύμφωνα. Νόμιζε ότι δεν μιλά σαν άνθρωπος αλλά σαν προϊστορικός πίθηκος. Δύο μυλόπετρες σαν να του έσφιγγαν το μυαλό και του έβγαζαν το λάδι των λέξεων – τα φωνήεντα – αλλά και το δικό του. Άρχισε να απαντά στις ερωτήσεις μονολεκτικά. Ναι, όχι, ίσως, μάλλον, μάλιστα. Οι γονείς της Λίντας ήταν άνθρωποι, ευγενικοί, γλυκομίλητοι και ρωτούσαν τον Μιχάλη με περισσή καλοσύνη. Έβλεπαν ένα νεαρό είκοσι χρονών, πολύ όμορφο, με μεγάλα μαύρα μάτια, με ροδόχρωμα μάγουλα που έμοιαζε με άγγελο. Η μητέρα της Λίντας, η Ρεβέκκα, ρώτησε κάποια στιγμή το Μιχάλη:
- Σ’ αρέσουν τα κορίτσια της Αμερικής;
- Μάλιστα.
- Τα βρίσκεις όμορφα;
- Μάλιστα.
- Τα βρίσκεις πιο σέξυ από τις ελληνίδες;
Το κοκκινισμένο πρόσωπο του Μιχάλη έγινε σαν παντζάρι από την ντροπή. Έβρισκε την ερώτηση προκλητική και γινόταν προκλητικότερη από το γεγονός ότι την έκανε γυναίκα. Αστραπιαία σκέφτηκε « αν της πω ναι, θα νομίσει ότι κοιμήθηκα με την κόρη της». Ο Μιχάλης απάντησε στην ερώτηση της Ρεβέκκας:
- Δεν γνωρίζω.
- Δηλαδή δεν έκανες ποτέ έρωτα με αμερικανίδα όσο βρίσκεσαι στην Αμερική;
Ο Μιχάλης έχοντας χαμηλωμένη την ματιά του από ντροπή είπε:
- Όχι.
Η Ρεβέκκα νόμισε ότι είχε δίπλα της ένα νεαρό, άβγαλτο, άσπιλο και αμόλυντο. Αν είχε εμφανιστεί εκείνη την εποχή το AIDS στην Αμερική, θα πάντρευε τον Μιχάλη με την κόρη της, εκείνη τη στιγμή στο σαλόνι του σπιτιού της. Έσκυψε ελαφρά στο αυτί του Μιχάλη και τον ρώτησε:
- Είσαι παρθένος Μάικ;
Η Ρεβέκκα έκοψε το σχοινί που κρατά τον ουρανό ψιλά. Ο Μιχάλης είδε τον ουρανό σφοντύλι, τα μάγουλα του έγιναν τόσο κόκκινα, που νόμιζες ότι θα στάξει το αίμα, ήθελε να τον καταπιεί ένα ηφαίστειο και να τον ξεράσει λάβα. Πάνω στην σύγχυση του απάντησε:
- Ναι!!
Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και χαμογέλασαν με κατανόηση. Τα μάτια της Λίντας έλαμψαν. Άρχισε να φαντάζεται τον έρωτα με ένα παρθένο άντρα. Κοίταξε τον Μιχάλη και έσυρε την γλώσσα της στα σαρκώδη χείλη της, σαν την αγελάδα. Η αδερφή της Λίντας σκέφτηκε με ζήλια, « αν δεν ήταν η αδερφή μου στη μέση θα του μάθαινα πως κάνουν έρωτα». Η Ρεβέκκα κατάλαβε αμέσως ότι είχε φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τον Μιχάλη και τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο λέγοντας πρόσχαρα:
- Για να δούμε τι δώρο μας έφερε ο Μιχάλης.
Και σηκώθηκε από το τραπέζι. Όταν άνοιξε το κουτί έβγαλε μια κραυγή θαυμασμού:
- Μπακλαβά!!
Στη συνέχεια πήρε πιατάκια και έβαλε μέσα από ένα μπακλαβά και από ένα περίεργο αμερικάνικο γλύκισμα, άγνωστο μέχρι τότε για τον Μιχάλη. Κοίταξε τον μπακλαβά στο πιατάκι και απόρησε: «στην Ελλάδα δεν σου προσφέρουν ποτέ από το γλυκό που φέρνεις δώρο. Τόσο τσιγκούνηδες είναι αυτοί οι εβραίοι;». Τρώγοντας τον μπακλαβά ταίριασε μια μαντινάδα στο μυαλό του και την έγραψε σε ένα χαρτί την επόμενη μέρα.
« Περίεργο μου φαίνεται, πώς να το εξηγήσω
που νιώθω τώρα το γλυκό, πως θα τους πάρω πίσω».
Δεν γνώριζε τότε, ότι έτσι συνηθίζεται στην Αμερική. Μέχρι να το μάθει πρόσφερε όταν έκανε επισκέψεις λουλούδια. « αυτά δεν τρώγονται». Η Λίντα κοίταξε κάποια στιγμή το ρολόι της. Είχε πλησιάσει η ώρα για τον κινηματογράφο.
- Μάικ, ώρα να πηγαίνουμε. Είπε δείχνοντας το ρολόι της.
Ο Μιχάλης άρχισε να νιώθει ανακούφιση, σαν τον Ιωνά που τον ξέρασε το κήτος από την κοιλιά του. Φεύγοντας ο Μιχάλης τους χαιρέτησε όλους δια χειραψίας. Η μητέρα της Λίντας τους συνόδευσε μέχρι την πόρτα. Βγαίνοντας λέει του Μιχάλη, κοιτάζοντας τον στα μάτια πονηρά:
- Καλή διασκέδαση.
Η πονηρή ματιά της Ρεβέκκας πονήρεψε τον Μιχάλη: « άκου καλή διασκέδαση; Μα τόσο απελευθερωμένη και τόσο ξεδιάντροποι είναι οι αμερικανοί;». Μπήκαν στο αυτοκίνητο της Λίντας, μια ολοκαίνουργια ‘’ Βόλβο ‘’ και ξεκίνησαν για τον κινηματογράφο. Στο ταμείο η Λίντας προσπάθησε να βγάλει το εισιτήριο της, αλλά ο Μιχάλης δεν την άφησε. Η Λίντα τον κοίταξε περίεργα. Δεν της είχε ξανασυμβεί να της πληρώνει ο συνοδός της το εισιτήριο. Ο καθένας πλήρωνε τα δικά του. Ακόμη και τον καφέ. Μπαίνοντας στην αίθουσα η Λίντα οδήγησε τον Μιχάλη στα τελευταία καθίσματα της πλατείας, όπου δεν καθόταν κανένας δίπλα τους ούτε μπροστά τους. Όταν έσβησαν τα φώτα και άρχισε το έργο, το σκοτάδι ήταν μαύρη ‘’ μαυρίλα ‘’, όπως το θυμόταν ο Μιχάλης από την προηγούμενη φορά που πήγε σινεμά με την Νταϊάνα. Ο Μιχάλης κρέμασε την ματιά του στην οθόνη. Του άρεσε ο τίτλος της ταινίας λόγω του βιολιού του ‘’ Βιολιστή της στέγης ‘’ και είχε μεγάλη περιέργεια να δει την υπόθεση του έργου. Λες και ο βιολιστής θα έπαιζε με το βιολί κανένα κασιώτικο σκοπό και θα τραγουδούσε μαντινάδες. Η Λίντα δεν κοιτούσε καθόλου την οθόνη. Κοιτούσε μόνο τον Μιχάλη, λες και ήθελε να διαπιστώσει αν καθόταν κανένας άγνωστος δίπλα της. Μετά από πέντε λεπτά, έγειρε προς τον Μιχάλη και του είπε ψιθυριστά:
- Μάικ μου αρέσεις.
Ο Μιχάλης όπως παρακολουθούσε εκείνη τη στιγμή το δοξάρι του βιολιού να κινείται πέρα – δώθε, δεν κατάλαβε τι είπε η Λίντα και γύρισε προς το μέρος και την ρώτησε:
- τι είπες;
Εκείνη κόλλησε δίπλα του και του είπε:
- Μάικ, μ’ αρέσεις πολύ.
Ο Μιχάλης ξαφνιάστηκε και την κοίταξε στα μάτια, λόγω σκότους. Είδε ότι είχαν μια ερωτική γυαλάδα και αναρίγησε. Τον διαπέρασε ακαριαία ερωτικός ηλεκτρισμός. Όμως ήταν ακόμη πολύ σφιγμένος από την συζήτηση με τους γονείς της και είπε στεγνά:
- Σε ευχαριστώ.
Η Λίντα κατάλαβε ότι ήταν πολύν ντροπαλός και κουμπωμένος και έχοντας πιστέψει δε ότι είναι και παρθένος, αποφάσισε να ‘’ οδηγήσει την κούρσα ‘’.
- Εγώ σου αρέσω; Ρώτησε γλυκά.
- Ναι. Είπε ξερά ο Μιχάλης.
Αμέσως η Λίντα πέρασε το χέρι της γύρω από τον λαιμό του Μιχάλη, τράβηξε το κεφάλι του κοντά στο δικό της και τον φίλησε τρυφερά. Ο Μιχάλης δεν αντέδρασε, αλλά έδρασε η έμπειρη Λίντα. Του έδωσε ένα άγνωστο για τον Μιχάλη φιλί, που νόμισε ότι η γλώσσα της θα του ξεριζώσει τις αμυγδαλές. Ο Μιχάλης κατέβηκε από τον σταυρό που τον ‘’ σταύρωσαν ‘’ οι εβραίοι πριν λίγο στο σπίτι τους, κατέβηκε απότομα και ρεύμα από τα χείλη της Λίντας στον αυλίσκο του, ο οποίος ‘’ παρουσίασε αυτόματα όπλα ‘’ και βούτηξε στα νερά της αμερικάνικης σεξουαλικότητας. Μπροστά στην Λίντα η Νταϊάνα, φάνταζε σαν μαθήτρια κατηχητικού της Σουηδίας.
Πάει και ο ‘’ Βιολιστής της στέγης ‘’ πάει και το βιολί του. Η Λίντα και ο Μιχάλης έπαιζαν άλλο βιολί. Η Λίντα ήταν τόσο φλογερή, λες και ζούσε την τελευταία της νύχτα στη γή και την επόμενη θα την εξόριζαν σε ακατοίκητο πλανήτη. Μόνο όταν άναψαν τα φώτα κατάλαβαν ότι είχε τελειώσει η ταινία. Στην Αμερική στους κινηματογράφους δεν υπάρχει διάλειμμα κατά την προβολή του έργου για να πιεί ο κόσμος Ταμ – Ταμ. Δεν διακόπτεται η ταινία. Μόλις άναψαν τα φώτα, ο Μιχάλης προσπάθησε να κλείσει το φερμουάρ του παντελονιού του, που του είχε ανοίξει η Λίντα για να διαπιστώσει αν μεγαλώνουν τα παρθένα ‘’ ζαρζαβατικά ‘’. Πάνω στην ταραχή του, σκάλωσε το φερμουάρ, κι είδε και έπαθε να το κλείσει λόγω εσωτερικής αντίστασης. Βγήκαν από την αίθουσα και μπήκαν στο αυτοκίνητο της Λίντας, η οποία τον ρώτησε αμέσως « Που θέλεις να πάμε Μάικ;».
- Πάμε στο δωμάτιο μου. Απάντησε ακαριαία ο Μιχάλης που ένοιωθε ακόμη τη γλύκα από τα φιλιά και τα χάδια της στα ‘’ ζαρζαβατικά ‘’ του και την κοίταξε με πόθο στα μάτια.
Αμέσως είδε τα μάτια της να γεμίζουν δηλητήριο και να προβάλλουν από το στόμα της κόμπρες, κουνώντας πέρα – δώθε την γλώσσα τους, έτοιμες να τον δαγκώσουν.
- Αν νομίζεις ότι από το πρώτο ραντεβού θα με πάρεις στο δωμάτιο σου χάρηκα που σε γνώρισα.
Ο Μιχάλης παρέλυσε. Ένοιωθε το δηλητήριο της κόμπρας να κυλά στο αίμα του και να τον παραλύει. Το μυαλό του δούλεψε με ταχύτητα δέκα εκατομμυρίων ετών φωτός, ώστε να προλάβει το δηλητήριο να μην φτάσει στο κεφάλι του, δίνοντας την πρέπουσα απάντηση. Θυμήθηκε την πανομοιότυπη απάντηση που του είχε δώσει και η Νταϊάνα. « μα τι διάολο, μόλις τους πεις για το δωμάτιο γίνονται σαν οχιές οι σκρόφες. Μήπως στην Αμερική δεν κάνουν ‘’ βαφτίσια ‘’ στα δωμάτια οι νεαρές; Τότε που; Εδώ δεν έχει παραλίες με βραχάκια σαν την Πειραϊκή. Βάλε τη ‘’ μαχαίρα ‘’ στην θήκη Μιχάλη και άφησε την να σε πάει στην ‘’ κολυμπήθρα ‘’που της αρέσει. Να μη ξαναγράψω μαντινάδα για δεύτερη χυλόπιτα». Χαμογέλασε αθώα και της αποκρίθηκε:
- Έλα τώρα Λίντα, ένα αστείο έκανα.
Εκείνη ηρέμησε αμέσως και είπε:
- Εντάξει, εντάξει, μα που θέλεις να πάμε;
- Όπου θέλεις εσύ. Είπε φοβισμένα ο Μιχάλης.
- Πάμε για ένα ποτό.
- Όπως θέλεις. Είπε ο Μιχάλης προσποιούμενος το οικόσιτο αρνί.
- Πάμε σε ένα ωραίο μπαρ;
- Όπου θέλεις εσύ.
Από τον κινηματογράφο στο μπαρ, ο Μιχάλης καθόταν στο αυτοκίνητο σαν την Παναγιά την Χαμηλοβλεπούσα. Η Λίντα παρατηρούσε απορημένη τον Μιχάλη που δεν την κοίταζε καθόλου, αλλά ούτε έβγαζε κουβέντα από το στόμα του και απαντούσε στις ερωτήσεις μονολεκτικά. Στο μπαρ ο Μιχάλης παράγγειλε το ποτό που ήπιε για πρώτη φορά και του άρεσε, βότκα με χυμό πορτοκάλι. Η Λίντα πήρε ένα ουίσκι με κόκα – κόλα. Ο Μιχάλης εξακολουθούσε να είναι ολιγομίλητος, κάπνιζε σαν βεδουίνος και έδειχνε άκεφος.
- Έχεις τίποτα Μιχάλη; Τον ρώτησε η Λίντα που δεν θυμόταν αν του είχε πει τίποτε που να τον στεναχωρήσει. « μα μέχρι πριν λίγο περνούσαμε θαυμάσια, τώρα τι συμβαίνει;».
- Τίποτε, τίποτε.
- Θέλεις να χορέψουμε;
- Όπως θέλεις. « τραβάτε με και ας κλαίω».
Ο Μιχάλης την έπιασε να χορέψουν, όπως έπιασαν οι άνδρες τις γυναίκες όταν ανακαλύφθηκε ο αγκαλιαστός χορός. Τρία μίλια απόσταση. Το αριστερό του χέρι, κρατούσε το δεξί της με δύναμη νεκρού. Το δεξί του το ακουμπούσε στον ώμο της, τόσο ελαφρά, που εκείνη νόμιζε ότι το κρατά απλώς σε οριζόντια θέση. Το αριστερό χέρι της Λίντας δεν έφτανε να αγκαλιάσει το Μιχάλη από την μέση, έπρεπε να ήταν μια οργιά μακρύ, και το κρέμασε από το χέρι του. Οι κινήσεις του Μιχάλη δεν διέφεραν και πολύ από εκείνες του αγάλματος που γυρίζει στα μουσεία να το βλέπουν οι τουρίστες. Την Λίντα είχε αρχίσει να την πιάνει απελπισία από την παγωμάρα του Μιχάλη, την οποία εξακολουθούσε να μην μπορεί να εξηγήσει, « αγάλι – αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι», σκέφτηκε και άρχισε σιγά –σιγά να πηγαίνει κοντά στον Μιχάλη, που και αυτός σκεφτόταν την δική του αγουρίδα και χόρευαν πια σαν μοντέρνο ζευγάρι.Η Λίντα που σκεφτόταν το μέλι της ‘’ αγουρίδας ‘’ συγκρατούσε τα άλογα της. Τον κοιτούσε συνέχεια τρυφερά, και εκείνος έκανε το ίδιο. Του έδωσε δύο τρία πεταχτά φιλιά, και εκείνος έκανε το ίδιο, τον έσφιξε δυνατά και το ίδιο έκανε και εκείνος λες και είχαν συνεταιρικά το ίδιο αμπέλι και παρακολουθούσαν πότε θα κοκκινίσουν οι αγουρίδες των σταφυλιών.
- Τελευταίος γύρος. Φώναξε ο μπάρμαν.
Οι πελάτες παράγγειλαν τον τελευταίο τους ποτό. Ο Μιχάλης και η Λίντα γύρισαν στις θέσεις τους και ήπιαν και εκείνοι το τελευταίο ποτό.
- Μιχάλη πως θα γυρίσεις σπίτι σου;
« εσύ θα με πας», σκέφτηκε να πει, αλλά …. « δεν θα γίνει ποτέ η αγουρίδα μέλι». Είχε κάπως ευθυμήσει και της είπε:
- Με τα πόδια!
- Θα φτάσεις σε ένα χρόνο. Σχολίασε η Λίντα χαμογελώντας.
- Τι να γίνει, εγώ δεν έχω αυτοκίνητο.
- Έλα τώρα θα πάρεις και εσύ γρήγορα.
- Πως! Σε πέντε – έξι χρόνια.
Η Λίντα είδε την αλλαγή του Μιχάλη και ενθουσιάστηκε.
- Έχεις δίπλωμα οδήγησης;
- Τι να το κάνω;
- Ε, πως, μπορεί να σου δώσει κανένας φίλος σου το αυτοκίνητο του.
- Την γυναίκα του μπορεί, το αυτοκίνητο ποτέ!
- Καλά θα σου δίνω εγώ το δικό μου.
« Κοίτα ρε αλληλεγγύη οι εβραίοι».
Μέχρι που πήρε αυτοκίνητο ο Μιχάλης δεν του είχε δώσει κανένας συμπατριώτης το αυτοκίνητο του.
Όταν του εξήγησε ο γέρος ο πατριώτης του, πολλά χρόνια μετά, γιατί τον ζήλευαν και τον φθονούσαν οι συμπατριώτες του, θυμόταν μια μια τις περιπτώσεις και μελαγχολούσε για το κατάντημα τους. Όταν πήρε το πρώτο του πτυχίο, τον έπεισαν οι νεαροί συμπατριώτες του να διεκδικήσει την προεδρία του χωριού του. Μόλις το πληροφορήθηκε ένας από τους ‘’ προύχοντες ‘’ ο Κωσταντής ο Πετροπουλάκης και παρόλο που οι δύο γιοί του ήταν καλοί φίλοι του Μιχάλη, του παράγγειλε με τον Γιώργη τον Παπαδάκη:
- Πες του, αν κερδίσει τις εκλογές, θα τον δείρουμε και θα στείλουμε και όλα τα χρήματα του συλλόγου στην Ελλάδα.
Δίκαια ή άδικα πολλοί μισούν τους εβραίους, αλλά και πολλοί θα ήθελαν να γεννηθούν εβραίοι. Σε μια γενική συνέλευση του συλλόγου του χωριού του Μιχάλη, που έγινε όταν ήταν πέντε μήνες στην Αμερική ο Μιχάλης, ο φίλος του πατέρα του ο Μηνάς ο Παπαμηνάς, έκανε μια πρόταση:
- Προτείνω στην συνέλευση να αγοράσει ο σύλλογος τα σχολικά βιβλία – που κοστίζουν γύρω στα εκατό δολάρια – στο συμπατριωτάκι μας, τον Μιχάλη τον Ρεβισώνη, που είναι και ο μοναδικός χωριανός που σπουδάζει στο πανεπιστήμιο, ως ηθική συμπαράσταση.
Στην απάντηση του προέδρου του συλλόγου, του Μιχαλάκη του Κουρουμπλάκη υποκλίθηκε η εβραϊικη αλληλεγγύη:
- Δεν είναι ο σύλλογος φιλανθρωπικό ίδρυμα.
Δεν αποκλείεται ο σύλλογος να έχει σκαλίσει, εκείνη την αλληλέγγυα απάντηση εκείνου του εμπαθούς προέδρου, σε μαρμάρινη πλάκα και να κοσμεί τα γραφεία του συλλόγου. Το ίδιο υποστήριξαν και οι άλλοι προύχοντες. Όταν σε μια άλλη συνέλευση ένας φίλος του Μιχάλη ζήτησε εξηγήσεις για τις απειλές που δέχτηκε ο Μιχάλης από τον Πετροπουλάκη, ένας συγγενής του τελευταίου, ο Γιώργης ο Πρώτος, γύρισε και είπε στον Μιχάλη που παρέμενε αμίλητος:
- Άμα δεν σου αρέσει, να πάρεις τα είκοσι δολάρια της εγγραφής και να φύγεις από τον σύλλογο.
Είχε απόλυτο δίκιο ο Γιώργης ο Παπαδάκης. Δεν ήθελαν επιστήμονα στον σύλλογο να κάνει τους επιστήμονες των εστιατορίων κομπλεξικούς. Ποιος θέλει να βλέπει την μύγα μέσα στο γάλα, κανένας βέβαια. Τον πρώτο καιρό η ομοσπονδία των συλλόγων του νησιού που κάλυπτε όλη την Αμερική εξήγγειλε πομπωδώς υποτροφίες για πατριωτάκια που έρχονται στην Αμερική για σπουδές. Όταν ο Μιχάλης το διάβασε στην τοπική εφημερίδα που κυκλοφορούσε στην Αμερική, έστειλε ένα γράμμα στην αρμόδια γραμματέα της ομοσπονδίας, την Μερόπη Σκούλου και την πληροφόρησε ότι θα ήθελε να ενταχθεί στο πρόγραμμα υποτροφιών της ομοσπονδίας, μιας και ήταν ο μοναδικός από το νησί που είχε έρθει στην Αμερική με φοιτητική βίζα για σπουδές και ότι ο πατέρας του δεν είχε τις οικονομικές δυνατότητες.
Όχι μόνο υποτροφία δεν του έδωσαν, αλλά οι ‘’ κύριοι ‘’ με τα παπιών δεν του έστειλαν ούτε απαντητική επιστολή. Πολλές φορές αναλογιζόταν τι κάνουν οι εβραίοι σε παρόμοιες περιπτώσεις και μελαγχολούσε για το κατάντημα των ελλήνων. Μερικά χρόνια αργότερα, σε ένα συνέδριο της ομοσπονδίας στο Νιου Τζέρση ο Μιχάλης στην ομιλία του δεν τους χαρίστηκε και τους έκανε να ψάχνουν τρύπα να κρυφτούν. Μετά την ομιλία του τον πλησίασε η κυρία Σκούλου και του έκλεινε το ρήμα ξέρω και το όνομα δικαιολογία, σε όλες τις πτώσεις και … καταπτώσεις. Ο Μιχάλης καταγόταν από φτωχό χωριό, ενώ οι προύχοντες στην ομοσπονδία από τα πλούσια χωριά του νησιού και ήθελαν το μονοπώλιο στην μόρφωση να το έχουν τα παιδιά τους.
Η Λίντα που δεν πήρα αμέσως απάντηση στην πρόταση της αστειεύτηκε:
- Φαίνεται δεν σου αρέσει να οδηγείς ‘’ Βόλβο ‘’.
- Κάθε άλλο μάλιστα και σε ευχαριστώ για την πρόταση.
- Λοιπόν Μάικ θα σε αφήσω σε ένα πολυσύχναστο δρόμο να πάρεις ταξί.
- Όπως θέλεις.
Η Λίντα οδηγούσε το βόλβο της μέσα από ερημικούς δρόμους μισοφωτισμένους – λες και η περιοχή ήταν ακατοίκητη. Τα δέντρα, δεξιά και αριστερά των δρόμων, έκρυβαν με το πυκνό φύλλωμα τους το λιγοστό φως των φανοστατών. Η Λίντα μείωσε, χωρίς προειδοποίηση, ταχύτητα και σταμάτησε το αυτοκίνητο κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν σπίτια. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε στο δρόμο, λες κι είχε απαγορεύσει την κυκλοφορία η αστυνομία. Ο Μιχάλης ρώτησε ανήσυχος:
- Έπαθε τίποτα το αυτοκίνητο;
- Όχι τίποτε.
- Τότε γιατί σταμάτησες;
- Για να σε ρωτήσω αν είναι ρομαντικό το τοπίο.
- Πως, πως. Της είπε αμήχανα ο Μιχάλης.
Η Λίντα τραβήχτηκε κοντά του, του χαμογέλασε γλυκά και τον φίλησε τρυφερά στο στόμα. Τον Μιχάλη έζωσαν αμέσως κόμπρες. « Παναγία μου, θα με ανάψει πάλι και μετά αν της πω να πάμε στο δωμάτιο, θα με δαγκώσει σαν την κόμπρα. Κάνε Μιχάλη τον χαζό και χόρευε στο δικό της τον σκοπό», σκέφτηκε και ανταποκρίθηκε παθητικά στο φιλί της. Η Λίντα συνέχισε να τον φιλά με πάθος και να σφίγγεται πάνω του. Ο ‘’ Βιολιστής της στέγης ‘’ έβλεπε το ίδιο έργο που είχε δει πριν δύο ώρες στον κινηματογράφο, αλλά τώρα είχε μεγαλύτερο πάθος. Ο Μιχάλης άρχισε να έχει παραισθήσεις από την ηδονή. Όταν η Λίντα ικανοποίησε την φαγούρα που ένοιωθε στο λαιμό και στις αμυγδαλές, τον έσυρε στο πίσω κάθισμα και του φόρεσε αδαμιαία περιβολή. Εκείνος της έδωσε αμέσως τη φορεσιά της Εύας. Η Λίντα καβάλησε το άλογο και άρχισε να καλπάζει, κρατώντας πάντα την αριστερή της παλάμη κλειστή. Όταν το άλογο άρχισε να αναστενάζει από τον καλπασμό, εκείνη άνοιξε την παλάμη της, άνοιξε το κουτάκι που είχε μέσα την κίτρινη στολή και την φόρεσε με δεξιοτεχνία στον φαντάρο του Μιχάλη που της έκανε ‘’ παρουσιάστε ‘’.
Το ελληνικό ‘’ μωρό ‘’ βαφτίστηκε στην αμερικάνικη ‘’ κολυμπήθρα ‘’. Κι επειδή ο ανάδοχος αργούσε να δώσει στον παπά το όνομα του μωρού, εκείνος το βάφτισε δύο φορές. Όταν χαμήλωσε η φωτιά και κατέβασε το τσουκάλι η Λίντα, τον ρώτησε:
- Πως ένοιωσες;
Ο Μιχάλης της απάντησε:
- Όπως στον παράδεισο.
Όταν γύρισε με το ταξί στο δωμάτιο του έγραψε δύο μαντινάδες για να μην τις ξεχάσει:
« ένοιωσα στον παράδεισο, η Λίντα με έχει φέρει
τον τρόπο το μοναδικό, μόνο εκείνη ξέρει
πρώτη φορά την έκσταση ένοιωσα και το πάθος
και του λαιμού της, τις χορδές τη γλύκα και το βάθος».
Με την Λίντα έβγαινε αρκετό καιρό και παρόλο που το προσπάθησε δεν κατάφερε να την πάρει στο δωμάτιο του. Όλες οι ‘’ βαφτίσεις ‘’ γίνονταν στο αυτοκίνητο της. « θα αγιάσει το ρημάδι το ‘’ Βόλβο ‘’», έλεγε συνέχεια ο Μιχάλης στην Λίντα. Με το πέρασμα του χρόνου ο Μιχάλης ανακάλυπτε ότι η αμερικάνικη κοινωνία ήταν τελείως διαφορετική από την ελληνική. Άλλες δομές, άλλα ήθη, έθιμα, νοοτροπία, συμπεριφορές, σχέσεις. Όμως ο Μιχάλης δεν μπορούσε να προσαρμοστεί. Δεν του άρεσε τίποτε το αμερικάνικο, εκτός από τους απέραντους δρόμους, τα πολυτελή αυτοκίνητα και τα σούπερ – μάρκετ που μπορούσε να βρει τα πάντα. Οι νέοι της Αμερικής, εκείνη την εποχή ενδιαφέρονταν μόνο για τα σπορ, τις ντισκοτέκ, την ποπ μουσική, τους ηθοποιούς και τραγουδιστές. Δεν γνώριζαν, ούτε και τους ενδιέφερε, από πού βγαίνει ο ήλιος της πολιτικής και της οικονομίας.Ιδιαίτερα για την πολιτική έδειχναν ακατανόητη αποστροφή. Δεν ήθελαν να ακούσουν λέξη. Μόλις άνοιγε το στόμα του κανείς να μιλήσει για πολιτική και πολιτικούς έλεγαν:
- Δεν μου αρέσει η πολιτική, σταμάτα να μιλάς πολιτικά.
Έφταναν σε ακραίες περιπτώσεις.
- Αν μιλήσεις για πολιτική θα σηκωθώ να φύγω.
Αυτή την αποστροφή των αμερικανών, όλων των ηλικιών, την συζητούσε ο Μιχάλης μια μέρα με τον συμφοιτητή του τον Νίκο τον Σπανομαρκίδη στην καφετέρια του πανεπιστημίου.
- Ρε Νίκο μου φαίνεται πολύ παράξενο.
- Πιστεύω ότι, με όσα διαβάζουν στις εφημερίδες για τους πολιτικούς, έχουν αηδιάσει και με τους πολιτικούς και την πολιτική.
- Καλά τους πολιτικούς, αλλά και την πολιτική;
- Ε, μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά.
Μια μέρα σοφίστηκαν ένα ανέκδοτο
- Αν έρθει μία κονσέρβα από την Ρωσία, της βγάλουν την ετικέτα, την βάλουν σε ένα ράφι του σουπερμάρκετ και ρωτήσουν ένα αμερικάνο: « τι περιέχει αυτή η ρώσικη κονσέρβα;». Θα απαντήσει, ‘’ κομουνισμό ‘’.
Ο Μιχάλης πήρε ένα μάθημα πολιτικών επιστημών, μάθημα επιλογής, για να μάθει και πως λειτουργεί το πολιτικό σύστημα της Αμερικής. Ο καθηγητής ήταν ένας πανέξυπνος κύπριος, ο Κυριακίδης. Όταν ανέλυε τις διαφορές μεταξύ του αμερικανικού και ρώσικου πολιτικού συστήματος έκανε τους αμερικανούς φοιτητές να τον βλέπουν, όπως είχε και τεράστιο μουστάκι, σαν ‘’ βαμμένο ‘’κομουνιστή. Ο μοναδικός φοιτητής που κουρευόταν σχεδόν με την ‘’ ψιλή ‘’ δεν απαντούσε ποτέ σε ερώτηση που αναφερόταν στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας.Σιγά – σιγά πληροφορήθηκε και τον τρόπο που κάνουν καμάκι οι αμερικανοί και οι αμερικανίδες. Οι φοιτητές και οι μαθητές έβγαιναν μόνο με συμφοιτητές και συμμαθητές συνομήλικους τους. Οι μεγαλύτεροι έβρισκαν το ταίρι τους στους χώρους δουλειάς και στα μπαρ- που στην Αμερική, ιδιαίτερα στις μικρές πόλεις, παίζουν το ρόλο του ελληνικού καφενείου. Όταν έμαθε ότι κάνουν και οι γυναίκες καμάκι, αδιανόητο για την Ελλάδα της εποχής, ο Μιχάλης ενθουσιάστηκε, αλλά και παραξενεύτηκε. Δεν το έβρισκε αφ’ ενός ρομαντικό και δεν ένοιωθε άνετα να τον κατακτά μια γυναίκα κατ’ αυτόν τον τρόπο. Του άρεσε να νοιώθει κατακτητής. Σαν αρσενικός δεν θα μπορούσε βέβαια να μην ενδώσει στον πειρασμό. « μπορεί να είναι και ωραία να τρως γλυκά σταφύλια χωρίς να σκάψεις το αμπέλι». Όταν ολοκληρώθηκε η ‘’ καμακευτική ενημέρωση ‘’, πήγε σε ένα πολυτελές μπαρ, σε ένα ξενοδοχείο πρώτης κατηγορίας, προς αναζήτηση του εύκολου θύματος. Ένα Σαββατόβραδο ντύθηκε, σαν γαμπρός, ξυρίστηκε κόντρα δύο φορές, παρφουμαρίστηκε και πήγε στο μπαρ που του συνέστησαν έλληνες ‘’ αγαπητικοί ‘’. Κάθισε στον πάγκο του μπαρ και παράγγειλε το αγαπημένο του ποτό. Βότκα με χυμό πορτοκάλι. ‘’ Κατσαβίδι ‘’, το έλεγαν αυτό το ποτό στην Αμερική. « φαίνεται σου την βιδώνει αυτό το ποτό και το λένε έτσι», σκέφτηκε ο Μιχάλης την πρώτη φορά που άκουσε την ονομασία του.Με την πρώτη γουλιά, έβαλε σε λειτουργία τις κεραίες του ραντάρ του. Η ματιά του ανίχνευε τις πελάτισσες που κάθονταν στον πάγκο του μπαρ. Τρείς γύρω στα πενήντα και τέσσερις γύρω στα τριάντα. Η μια μεσόκοπη τον κοιτούσε σαν ξελιγωμένη. Οι άλλες συζητούσαν με τους διπλανούς τους. Όταν κάρφωσε τον καμάκι της ματιάς του στις δύο νέες, εκείνες τον κοίταξαν άγρια, σαν του έλεγαν « τι κοιτάς ρε μαλάκα». Ο Μιχάλης μαρμάρωσε, « τώρα θα σηκωθούν οι άνδρες τους και θα με κάνουν του αλατιού».Γύρισε αμέσως την ματιά του στην άλλη κοπέλα και την κοίταξε όπως ξέρουν να κοιτούν οι έλληνες. Εκείνη του χαμογέλασε. Ο Μιχάλης πήρε αμέσως θάρρος. Σήκωσε το ποτήρι του, της χαμογέλασε και έκανε την κίνηση του ‘’ εις υγείαν ‘’. Η κοπέλα ανταπέδωσε την κίνηση, σηκώθηκε κρατώντας το ποτήρι με το ποτό της και πήγε και κάθισε στο αδειανό κάθισμα δίπλα στο Μιχάλη.
- Γεια χαρά. Είπε μόλις έκατσε, και πριν προλάβει να απαντήσει ο Μιχάλης, εκείνη ρώτησε:
- Πως σε λένε;
- Μάικ, εσένα;
- Μπριγίτα. Από πού είσαι Μάικ;
- Από την Ελλάδα, αποκρίθηκε ο Μιχάλης απορημένος, « πως διάολο με έκοψε αμέσως ότι είμαι ξένος»;
- Α! είπε με θαυμασμό εκείνη: « μου αρέσουν πολύ οι έλληνες».
« θα την έχουν ξεσκίσει φαίνεται οι έλληνες και της αρέσουν», σκέφτηκε ο Μιχάλης και είπε:
- Τι μου λες. Και εσύ από που είσαι;
- Από τι Φλόριδα. Θα με κεράσεις ένα ποτό;
- Άκου λέει, ότι θέλεις.
Η Μπριγκίτα παράγγειλε ένα ποτό, που από το χρώμα του έμοιαζε με ουίσκι.
- Άντε γεια μας.
- Γεια σου Μπριγκίτα.
Με μια γουλιά η Μπριγκίτα άδειασε το ποτήρι με το ποτό της. « νεροφίδα», σκέφτηκε ο Μιχάλης. Ήπιε μια γουλιά και άναψε τσιγάρο.
- Μπορώ να έχω ένα τσιγάρο Μάικ;
- Όσα θέλεις.
Ο Μιχάλης ενθουσιάστηκε που ανταποκρίνονται τόσο γρήγορα οι αμερικανίδες στα μπαρ όταν τους αρέσει κάποιος. Όταν τελείωσε το τσιγάρο της, έγειρε κοντά του ακούμπησε το χέρι της στο πόδι του και του είπε:
- Μάικ μου αρέσεις.
Κόκαλο ο Μιχάλης. Τα μιλιαμπέρ από το άγγιγμα του χεριού της Μπριγκίτα, και το ‘’ μου αρέσεις ‘’ διαπέρασε όλο του το κορμί με την ταχύτητα του φωτός. Κοκκίνισε ελαφρά, ξεροκατάπιε και της είπε:
- Και εσύ μου αρέσεις
Η Μπριγκίτα έβαλε αμέσως την παλάμη της στο μάγουλο του Μιχάλη, το γύρισε προς το μέρος της, τον φίλησε και του έσφιξε το χέρι. Ο Μιχάλης αναρίγησε. Το αίμα του κόχλασε, ένοιωσε το ‘’ χέλι ‘’ στο παντελόνι του να κινείτε. Κοίταξε τα μάτια της Μπριγκίτα. Γεμάτα πάθος. Εκείνη τον κοίταξε πονηρά και του είπε:
- Τι λες, πάμε;
Ο Μιχάλης μπερδεύτηκε, « μα που να πάμε; Στο δωμάτιο μου να της πω, θα μου βγάλει τα μάτια, Α! μάλλον στο αυτοκίνητο της θέλει να πάμε, σαν την Λίντα! Πρέπει να χορεύω στο δικό της σκοπό».
- Και δεν πάμε. Αποκρίθηκε ο Μιχάλης.
Πλήρωσε τα ποτά και σηκώθηκαν από τον πάγκο. Η Μπριγκίτα τον κρατούσε από το χέρι και προπορευόταν ελαφρά. Βγήκαν από το μπαρ και μπήκαν στο τεράστιο σαλόνι υποδοχής του ξενοδοχείου. Η Μπριγκίτα τον οδήγησε μπροστά στην ρεσεψιόν και είπε στον υπάλληλο:
- Μου δίνεις το 69;
Ο υπάλληλος της έδωσε αμέσως το κλειδί. Ο Μιχάλης ανάσανε από ανακούφιση, « Α! εδώ μένει, πλούσια επιχειρηματίας θα είναι και έχει έρθει για μπίζνες από την Φλόριδα. Α! ωραία στα μπαρ θα πηγαίνω να βρίσκω πλούσιες, και δεν ρώτησε τι είδους μπίζνες έχει». Ανέβηκαν στο δωμάτιο και η Μπριγκίτα άνοιξε την πόρτα. Ο Μιχάλης την ακολούθησε μέσα στο δωμάτιο και στάθηκε κοντά στην πόρτα, ενώ εκείνη προχωρούσε προς το κρεβάτι και στάθηκε δίπλα σε μια πολυθρόνα. Ο Μιχάλης στεκόταν αμήχανος. Δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει. Αλλά επειδή είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων έμεινε λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλός μέχρι που άκουσε την Μπριγκίτα να του λέει:
-Έλα γδύσου. Και άρχισε κι εκείνη να γδύνεται. Έμεινε μόνο με το κυλοτάκι της, ώσπου να καλοσκεφτεί ο Μιχάλης το ‘’ έλα γδύσου ‘’. Η ματιά του Μιχάλη καρφώθηκε στο σλιπάκι της. Ένα τόσο δα πραγματάκι, μικρότερο και από ‘’ φύλλο συκής ‘’, σαν και αυτό που φορούσε η Εύα για να προκαλέσει τον Αδάμ. Το ‘’ φύλλο συκής ‘’ κρεμόταν από τους γοφούς της από ένα κορδόνι , σαν εκείνο των παπουτσιών. Έκανε μεγάλη εντύπωση του Μιχάλη και ανέβασε και άλλο την πίεση στους ‘’ βολβούς ‘’ του και το μυαλό του θόλωσε από τον πόθο.
- Τι θα γίνει θα γδυθείς;
Η αστραπή του πόθου τον έγδυσε στο πιτς – φυτίλι. Εκείνη είχε ξαπλώσει ήδη στο κρεβάτι και είχε βγάλει και το σλιπάκι. Ο Μιχάλης έπεσε στο κρεβάτι την αγκάλιασε και την φίλησε παράφορα. Εκείνη ξαφνιάστηκε και τράβηξε τα χείλη της από τα δικά του. Ο Μιχάλης δεν είχε υπομονή να ακούσει τον παπά να πει το «βαφτίζεται ο δούλος του θεού», ‘’ βάφτισε ‘’ τον ‘’ δούλο ‘’ του σε λιγότερο από είκοσι δευτερόλεπτα. Όταν τελείωσε το ‘’ μυστήριο ‘’ εκείνη τον έσπρωξε ελαφρά από πάνω της. Σηκώθηκε πήγε στο μπάνιο και γύρισε σε μισό λεπτό. Ο Μιχάλης ταξίδευε ακόμη στον παράδεισο ξαπλωμένος μπρούμυτα στο κρεβάτι. Η Μπριγκίτα ντύθηκε γρήγορα όπως είχε γδυθεί και φώναξε του Μιχάλη:
- Έλα σήκω να ντυθείς.
Ο Μιχάλης γύρισε μαστουρωμένος, την κοίταξε γλυκά και σκέφτηκε, « ώρα για καφέ». Σηκώθηκε αργά, πήγε στο μπάνιο, γύρισε και ντύθηκε. Η Μπριγκίτα στεκόταν ακίνητη στη μέση του δωματίου και τον κοιτούσε. Μόλις ντύθηκε ο Μιχάλης πήγε και στάθηκε κοντά της περιμένοντας να του πει που θα πάνε για καφέ. Εκείνη διάβασε τις σκέψεις του και του είπε:
- Πέντε δολάρια.
Ο Μιχάλης χαμογέλασε καλοσυνάτα, « κοίτα που οι πλούσιες κρατάνε πάνω τους εκατοδολάρια». Έβγαλε αμέσως το πορτοφόλι του και της έδωσε τα πέντε δολάρια. Εκείνη του είπε:
- Ευχαριστώ Μάικ, και δεκαπέντε για το ξενοδοχείο.
Ο Μιχάλης ένοιωσε να σκάει το βλήμα του μπαζούκας στο κούτελο του. Η έκρηξη ήταν πιο μεγάλη και από την έκρηξη της βόμβας της Χιροσίμα. Το μυαλό του άρχισε να διαλύεται στα ‘’ εξ ών συνετέθει ‘’. Τίποτε δεν έμεινε, ούτε κόκκος μυαλού. Το υποσυνείδητο του φωτογράφησε τον υποθάλαμο του εγκεφάλου του. Καθάρισε τις φωτογραφίες και τις κοίταξε που έγραφαν:
« μπήκα σε κήπο πλούσιο, δοκίμασα μπανάνα
στο τέλος διαπίστωσα, πως ήτανε πουτάνα
άλλη φορά προσεκτικός, να είσαι Μιχαλάκη
να μην τα σκάσεις σαν χαζός, ξανά σε πουτανάκι
το κάζο αυτό που έπαθα, να σκέφτομαι δεν θέλω
ούτε γυναίκα να πηδώ, που είναι από μπουρδέλο.»
« τα κωλόπαιδα, με κορόιδεψαν, είπα και εγώ, τόσο εύκολα ‘’ πέφτουν ‘’ οι γυναίκες στα μπαρ, άκου να την περάσω για πλούσια επιχειρηματία ο ηλίθιος».
Ο καμακευτικός του εγωισμός αντέδρασε:
« βλέπεις η κάτω κεφαλή την πάνω διατάζει,
γι’ αυτό και η καυκάλα μου, ποτέ μυαλό δεν βάζει».
Έφυγε από το ξενοδοχείο με κατακρεουργημένο τον εγωισμό του και χτυπημένη σαν χταπόδι την καμακευτική του υπερηφάνεια. Η ‘’ φάβα ‘’ της Αμερικής έκρυβε πολλές άγνωστες λακκούβες για τον Μιχάλη. Για ένα χρόνο δεν πέρασε ούτε απ’ έξω από το μπαρ, έτρεμε μήπως ξαναγγίξει την ‘’ Αποκάλυψη του Ιωάννη ‘’. Μετά από ένα χρόνο πήγε μ’ ένα συμπατριώτη του, αρκετά μεγαλύτερο, που ήξερε καλά τα κατατόπια και έτσι έμαθε να πηγαίνει στα μπαρ, να βρίσκει κοπέλες που του άρεσαν. Για το αντίθετο δεν γινόταν λόγος, να τις πηγαίνει στο δωμάτιο του και μετά για καφέ ή φαγητό, πάντα σε ελληνικό εστιατόριο. Μόνο μία φορά πήγε σε κινέζικο, γιατί η κοπέλα εκείνης της βραδιάς δούλευε σε εκείνο το εστιατόριο, ως σερβιτόρα και ήθελε να υπερηφανευτεί στις άλλες σερβιτόρες για την ωραία κατάκτηση, τον Μιχάλη, « κοίτα ρε φιλέ μου, τρέλα οι αμερικανίδες», μονολογούσε ο Μιχάλης όταν του το είπε η σερβιτόρα.Δυό χρόνια πριν την ολοκλήρωση της διδακτορικής του διατριβής, ο Μιχάλης γνώρισε την Μαίρη, μια ελληνοαμερικανίδα φοιτήτρια, στο πανεπιστήμιο που έκανε το διδακτορικό του. Ήταν σοβαρή, μετρημένη και αγαθιάρα σαν αμερικανίδα. Ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο. Ο πατέρας του Μιχάλη έγινε σαν άγρια θάλασσα όταν του γνωστοποίησε ο Μιχάλης τις προθέσεις του. Τον απείλησε:
- Αν την παντρευτείς θα σε ξεγράψω από παιδί μου.
Ο Μιχάλης επηρεασμένος από τα ήθη και έθιμα του νησιού του, να μην ξενοπαντρεύονται οι νέοι, ακόμη και κοπέλα από το διπλανό χωριό, είχε αποφασίσει από πολύ νέος ότι θα παντρευτεί μία κοπέλα από το χωριό του. Σε ηλικία μόλις
δεκαέξι ετών, ανταποκρινότανε στο γλυκοκοίταγμα μιας κοπελίτσας δεκατριών ετών, κόρης καπετάνιου. Στον Πειραιά που τελείωσε το γυμνάσιο καταπίεζε τον εαυτό του να μην αγαπήσει ‘’ ξένη ‘’. Ποτέ δεν είπε την λέξη ‘’ Σ’ αγαπώ ‘’ σε καμία φιλενάδα του. Στην Αμερική είχε πάντα οικονομική στενότητα για το λόγο ότι είχε φοιτητική βίζα και η Υπηρεσία μετανάστευσης, το Ιμιγκρέισον, έδινε στους φοιτητές άδεια μόνο για είκοσι ώρες εργασία την εβδομάδα. Ήταν η εποχή που η χούντα στην Ελλάδα εκτελούσε τον ‘’ ελληνοχριστιανικό ‘’ της έργο και οι πράκτορες της αλώνιζαν και την Αμερική. Ο ξάδερφος του Μιχάλη, ο Γιάννης Χρυσοχόου, ήταν μέλος του ΠΑΚ. Ο Γιάννης φιλοξένησε για ένα μήνα τον Μιχάλη στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του, μέχρι να πιάσει δουλειά και να νοικιάσει δωμάτιο. Ο Μιχάλης όταν ήταν στο γυμνάσιο είχε γραφτεί στην ΕΔΗΝ, την νεολαία της Ένωσης Κέντρου μετά την προτροπή του συμμαθητή του, Μιχάλη Πέρρου. Στο πανεπιστήμιο στην Αμερική είχε αναπτύξει πλούσια αντιδικτατορική δραστηριότητα μαζί με τον συμμαθητή του Νίκο Σπανομακρίδη και δύο ακόμη συμφοιτητές του. δυστυχώς οι ελληνοαμερικανοί φοιτητές υποστήριζαν, κυρίως από άγνοια, την χούντα. Ένας έλληνας φοιτητής είχε λίγο καιρό που είχε έρθει από την Ελλάδα, υποστήριζε με πάθος την χούντα και ήταν το ‘’ μάτι ‘’ και το ‘’ αυτί ‘’ του ελληνικού Προξενείου στο πανεπιστήμιο. Όπως ήταν φυσικό δεν άργησε το ελληνικό Προξενείο να πληροφορηθεί την αντιδικτατορική δραστηριότητα των δύο ελλήνων φοιτητών που σπούδαζαν με βίζα. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν παιδιά μεταναστών.Η υπεύθυνη του προξενείου άρχισε να "συμβουλεύει" τους δύο λεβέντες να σταματήσουν τις δραστηριότητες τους. Επειδή εκείνοι δεν έπαιρναν από συμβουλές, η κυρία του Προξενείου άρχισε να τους απειλεί ότι θα τους καταγγείλει στην Υπηρεσία Μετανάστευσης, η οποία θα τους κόψει την βίζα και θα τους στείλει πακέτο στη χούντα. Ο Νίκος και ο Μιχάλης κατάφεραν να ξετρυπώσουν τον άνθρωπο της χούντας που τους κατέδιδε στο ελληνικό Προξενείο. Ήθελαν να μάθουν αν μπορούσε το Προξενείο να ‘’ μεσολαβήσει ‘’ στην υπηρεσία μετανάστευσης και να τους στείλει στην Ελλάδα. Ο τύπος της χούντας ήτανε « δεν ξέρω, δεν είδα, δεν άκουσα, αφήστε με ήσυχο».Έτσι μια ωραία νύχτα με φεγγάρι, γύρω στις εννιά που τελείωναν τα μαθήματα ο Νίκος και ο Μιχάλης την ‘’ έστησαν στον τύπο κοντά στο πανεπιστήμιο, αποφασισμένοι να τον κάνουν κύμα για κεφτέδες, αν δεν ξερνούσε όσα γνώριζε. Στην αρχή, ο "τύπος" πήγε να κάνει το παλικάρι, αλλά όταν έφαγε τις πρώτες ψιλές ‘’ κελάηδησε ‘’ σαν καρδερίνα.Ο Μιχάλης και ο Νίκος τρομοκρατήθηκαν όταν τους είπε ο "τύπος" ότι το Προξενείο, πράγματι θα τους κάνει πακέτο και θα τους στείλει στην χούντα. Ο Μιχάλης ενημέρωσε αμέσως τον ξάδερφο του τον Γιάννη και του ζήτησε να μάθει πως μπορούσαν να φύγουν για τον Καναδά και να κάνουν μεταγραφή στο πανεπιστήμιο που δίδασκε ο Παπανδρέου. Ο Γιάννης καθησύχασε τον Μιχάλη.
- Δεν μπορείτε να περάσετε εύκολα, τις θέσεις μας στο πανεπιστήμιο.Τα ελληνοαμερικανάκια είναι περισσότερο πολιτικά αγεωγράφητα από τα ίδια τα αμερικανάκια. Γι αυτό μεταφέρετε την δράση σας έξω από το πανεπιστήμιο και μέσα κάντε τον ψόφιο κοριό, μέχρι να μάθω περισσότερα.
Από φόβο μήπως χάσει την δουλειά του και την βίζα του, και έτσι τον στείλει πακέτο στην χούντα το προξενείο, ο Μιχάλης άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το θέμα του γάμου. Του άρεσε μια συμπατριώτισσα του, που έμενε με την οικογένεια της στην Βαλτιμόρη. Την είχε δει στις γιορτές της Παναγίας σε γάμους και βαφτίσια. Έγραψε σχετικά γι’ αυτήν την κοπέλα στον πατέρα του αλλά εκείνος την απέρριψε ασυζητητί.
- Αυτή είναι αμερικανίδα, ξένη θα πάρεις;
Ο Μιχάλης απογοητεύτηκε. Δεν την έβλεπε σαν ‘’ ξένη ‘’ την συμπατριώτισσα του. Εκείνες τις ημέρες γνώρισε την Μαίρη την οποία παντρεύτηκε μετά από ένα χρόνο. Για να δικαιολογήσει την απόφαση του στον πατέρα του, του έστειλε ένα γράμμα ογδόντα σελίδων. Ίσως να μην είχε συμβιβαστεί με τον εαυτό του που έπαιρνε ‘’ ξένη ‘’, ίσως να το έκανε από αντίδραση για τον πατέρα του, ο οποίος ήθελε – από τότε που θυμάται ο Μιχάλης τον κόσμο του, να του επιβάλλει με κάθε μέσο και τρόπο την άποψη του, λες και είχε το αλάνθαστο του Πάπα. Ούτε και όταν παντρεύτηκε ξεπέρασε το ότι πήρε ‘’ ξένη ‘’. Βαθιά μέσα στην ψυχή του ένοιωθε ενοχές. Το έβλεπε και στην συμπεριφορά των συμπατριωτών του. Δεν γνώριζε ότι οι άγραφοι νόμοι στις μικρές κοινωνίες είναι σιδερένιοι, αμείλικτοι, δεν χαρίζονται σε κανέναν, τιμωρούν, εκδικούνται, σκοτώνουν. Αυτοί οι νόμοι σκαλίζονται στις καρδίες των νέων ανθρώπων, σαν επιγραφή σε μάρμαρο και βάφεται με φωσφορούχα μπογιά για να φαίνεται μέρα – νύχτα. Ελάχιστοι παρέβησαν αυτούς τους νόμους και οι περισσότεροι από αυτούς το μετάνιωσαν πικρά. Αυτούς τους νόμους δεν κατάφεραν να τους καταλάβουν οι ‘’ ξένοι ‘’. Ούτε και τα κομπιούτερ της ‘’ ΝΑΣΑ ‘’ δεν θα το καταφέρουν, ούτε ο Θεός. « θα σε ξεγράψω, μην ξαναπατήσεις στο σπίτι, μην ξαναπατήσεις στο χωριό, έκανες ρεζίλι και εμένα και την οικογένεια, θα σε αποκληρώσω, δεν είσαι πια παιδί μου, θα σου ….κόψω το νερό και θα ξεραθούν τα δέντρα του κήπου σου». Και πολλές φορές ξεραίνονται και μαραίνονται, λυγίζουν και πεθαίνουν. Και αν δεν πεθάνει το κορμί, πεθαίνει η ψυχή. Και αν δεν πεθάνει ζει λαβωμένη και παραπονεμένη. Κι ο πατέρας είναι λαβωμένος:
« Έχω ένα παράπονο, βαθιά μέσα στη ψυχή μου,
σήμερα που παντρεύτηκε μια ‘’ ξένη ‘’ το παιδί μου».
Στη ξενιτιά ο νέος μας, για γράμματα πηγαίνει
μα αμέσως ξελογιάζεται, παντρεύεται μια ‘’ ξένη ‘’.
Ο πατέρας του εξακολουθούσε να είναι πεισματικά και κατηγορηματικά αντίθετος. Εκείνη την εποχή ο Μιχάλης δούλευε σε ένα ελληνικό ‘’ Ντάινερ ‘’, από τις δέκα το βράδυ ως τις οκτώ το πρωί. Κοιμόταν μέχρι το μεσημέρι, όταν ξυπνούσε πήγαινε στο πανεπιστήμιο και σχολούσε στις εννιά το βράδυ και στο εστιατόριο κατ’ ευθείαν. Έπαιρνε εκείνο το εξάμηνο πολλά μαθήματα. Από την υπερένταση και την στεναχώρια του τα νύχια των χεριών του ήταν συνέχεια μελανιασμένα. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς πήγε στην Ελλάδα με την Μαίρη και τους γονείς της και έκαναν και τον θρησκευτικό γάμο. Ο πατέρας του είχε βρεθεί προ των τετελεσμένων του πολιτικού γάμου. Μετά τον γάμο πήγαν στο νησί μαζί με τους γονείς του Μιχάλη, οι οποίοι πια είχαν μην στάξει και μην βρέξει την Μαίρη. Πριν το πολιτικό γάμο ο Μιχάλης και η Μαίρη, είχαν συμφωνήσει να μην κάνουν παιδί μέχρι να πάρει ο Μιχάλης το διδακτορικό του και να πιάσει αξιοπρεπή δουλειά, αφ’ ενός και με μισθό που να μπορεί να καλύψει τα έξοδα μιας οικογένειας. Το ζευγάρι κατοικούσε με τους γονείς της Μαίρης, την Ευγένεια και τον Γιάννη και τον αδερφό της τον Γιώργο, ο οποίος σπούδαζε κι εκείνος στο ίδιο πανεπιστήμιο με την Μαίρη και τον Μιχάλη. Μια βδομάδα μετά την επιστροφή τους από την Ελλάδα η Μαίρη είπε στο Μιχάλη:
- Ακόμη και οι πόρνες όταν παντρεύονται μένουν αμέσως έγκυες, εμείς είμαστε τόσους μήνες παντρεμένοι και ακόμη δεν έχω μείνει έγκυος.
Του Μιχάλη του ήρθε κεραμίδα στο κεφάλι. Ήταν τόσο ρομαντικός και καλοκάγαθος που δεν γνώριζε ότι τα νομίσματα έχουν δυο όψεις.
- Βρε Μαίρη, δεν συμφωνήσαμε ότι δεν θα κάνουμε παιδιά μέχρι να πάρω το διδακτορικό μου και να βρώ καλή δουλεία;
- Δεν με ενδιαφέρει, εγώ θέλω παιδί.
- Μα εδώ βλέπεις κοιμόμαστε στο σαλόνι του σπιτιού, που δεν έχει και πόρτα και διαμαρτύρεται ο αδερφός σου, συνέχεια, δεν θα πρέπει να νοικιάσουμε σπίτι όταν κάνεις παιδί;
- Να νοικιάσουμε.
- Ναι, αλλά με τι χρήματα; Με αυτά που βγάζω τώρα δεν μπορούμε νοικιάσουμε σπίτι και να συντηρούμε οικογένεια.
- Θα δουλέψω και εγώ.
Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου, βρε μαλαματένια μου, τίποτα η Μαίρη. Παιδί θέλω, απόψε το θέλω. Ο Μιχάλης μίλησε σε ένα συμπατριώτη του και βρήκε δουλειά στην Μαίρη στην Αμέρικαν Εξπρές. Ένα μήνα μετά την πρόσληψη της έμεινε έγκυος. Και μετά από τρείς μήνες την απέλυσαν γι΄ αυτό το λόγο. Τα προβλήματα και οι τριβές και η μουρμούρα άρχισαν στο σπίτι. Η φτώχεια έφερε γκρίνια. Από τους γονείς της δούλευε μόνο η μητέρα της – μια πανέξυπνη και δυναμική γυναικά – ενώ ο πατέρας
της, ήσυχος και συγκαταβατικός άνθρωπος, με μεγάλη διαφορά ηλικίας από την μητέρα της, ήταν συνταξιούχος με μια πενιχρή σύνταξη. Τα έφερναν γύρω, με δυσκολία, ‘’ ίσα βάρκα, ίσα νερά ‘’. Ο αδερφός της δεν δούλευε εκείνη την εποχή. Ήταν λεβεντόπαιδο και έξυπνος. Τον τριγυρνούσαν τόσο ωραία λουλούδια στο πανεπιστήμιο, και εκείνος μάζευε την γύρη τους. Κι έτσι τα μαθήματα τα είχε σχεδόν αφήσει στον κόκορα. Κατά βάθος ζήλευε τον Μιχάλη για την πρόοδο του στο πανεπιστήμιο. Έλεγε στους έλληνες φοιτητές:
- Αν διαβάσω έστω και μία μέρα σαν τον γαμπρό μου, θα τρελαθώ.
Πολλές φορές, έπαιρνε και έφερνε τον Μιχάλη από το πανεπιστήμιο με το αυτοκίνητο του. Για κακή τύχη του Μιχάλη ο Γιώργος του προέκυψε και φιλοχουντικός και οι καυγάδες τους ήταν ομηρικοί. Κάποιο ‘’ καλοί ‘’ συμπατριώτες του Μιχάλη δεν είδαν με καλό μάτι τον γάμο του Μιχάλη και σκέφτηκαν, « μας πήρε τον καλό γαμπρό η ξένη». Άρχισαν να βάζουν λόγια στην Μαίρη. Εκείνη κατάπινε τις συκοφαντίες εναντίον του Μιχάλη αμάσητες. Τα πίστευε όλα. Και τα κόμματα και τα πνεύματα και τις τελείες:
- Έχει γκόμενες ο άνδρας σου. Τις έλεγαν.
Όταν γύριζε ο Μιχάλης σπίτι, άρχιζε ο τέταρτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο Μιχάλης δεν είχε χρόνο ούτε να φτύσει. Δουλειά, σχολείο, σπίτι.
- Είσαι με τα καλά σου χριστιανή μου; Που να βρώ τον χρόνο να έχω και γκόμενες; Δεν πηγαίνω και έρχομαι στο πανεπιστήμιο με τον αδερφό σου; Ποιος σου τα λέει αυτά τα ψέματα; Απαντούσε ο Μιχάλης.
Εκείνη πάντα επέμενε. Ο Μιχάλης κατέφευγε για βοήθεια στην πεθερά του.
- Πεθερά, έτσι και έτσι η Μαίρη, σε παρακαλώ εξήγησε της.
Η μητέρα της γνώριζε πώς να πείθει μέχρι ενός βαθμού την κόρη της. Ο Μιχάλης στην αρχή νόμιζε ότι « τα βγάζει από το μυαλό της, ποιος θα καθόταν να της πει τέτοια ψέματα».
- Εσύ θα με παρατήσεις και θα πας στην Βιρτζίνια να παντρευτείς την κόρη του φίλου σου του Παπαμηνά.
Του έλεγε το τερατώδες ψεύδος το ένα μετά το άλλο. Και ας γνώριζε ότι του Παπαμηνά η κόρη ήταν αρραβωνιασμένη με τον ξάδερφο του Μιχάλη, που είχε ακριβώς το ίδιο όνομα, Μιχάλης Ρεβισώνης, ο οποίος έμενε στην Βιρτζίνια. Κάποια θα της είχε πει ότι ο Μιχάλης εννοώντας τον άλλον που έμενε στην Βιρτζίνια – θα παντρευτεί την κόρη του Παπαμηνά και η Μαίρη αλλιώς το εξέλαβε. Η Μαίρη προς στιγμήν ηρεμούσε, αλλά πάλι ‘’ προς την δόξα και την καταστροφή τραβούσε ‘’. Ο Μιχάλης εν τω μεταξύ είχε βρει μια δουλειά στον ξάδερφο του, τον Μιχάλη, που ήταν εκείνη την εποχή άνεργος και τον έφερε από την Βιρτζίνια στην Νέα Υόρκη. Του βρήκε ένα επιπλωμένο δωμάτιο κοντά στο σπίτι του και φρόντισε να μπει και τηλέφωνο. Εκεί που έμενε ο Μιχάλης, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στην Τζαμέικα, δεν έμενε κανένας συμπατριώτης τους. Ο κοντινότερος ήταν μια ώρα μακριά με το τραίνο. Ο Μιχάλης έβλεπε κάθε μέρα τον ξάδερφο του. Μάλιστα είχαν και ραδιοτηλέφωνα μεγάλης εμβέλειας, που τα είχε φέρει ο ξάδερφος του από την Βιρτζίνια για να επικοινωνούν, όταν ήταν μακριά από τηλέφωνα.Η Μαίρη βρισκόταν στις μέρες της να γεννήσει. Η κατάσταση στο σπίτι είχε γίνει εκρηκτική. Ο Γιώργος είχε κόψει και την καλημέρα του Μιχάλη – να φύγετε από το σπίτι, να πάτε να νοικιάσετε δικό σας – τους είπε κατάμουτρα ο Γιώργος για πολλοστή φορά. Ο Μιχάλης έλεγε περίλυπος στην Μαίρη:
- Θυμάσαι που σου έλεγα να παντρευτούμε όταν πάρω το διδακτορικό μου και να μην κάνουμε παιδί; Τα βλέπεις τώρα τα προβλήματα;
Για πρώτη φορά η Μαίρη κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να πιέσει τον Μιχάλη να παντρευτούν. Έτσι ο Μιχάλης αναγκάστηκε τις μέρες που επρόκειτο η Μαίρη να γεννήσει, να νοικιάσει ένα διαμέρισμα στον πρώτο όροφο του κτιρίου που έμεναν τα πεθερικά του. Η περιοχή ήταν πολύ ακριβή και τα ενοίκια πολύ ψηλά. Η Μαίρη δεν ήθελε να απομακρυνθεί από την μητέρα της και επέμενε:
- Ποιος θα με βοηθά με το παιδί;
Ο Μιχάλης παράγγειλε και τα έπιπλα του σπιτιού και πέρασε να δει τον ξάδερφο του. Μετά από δέκα λεπτά η πεθερά του τηλεφώνησε και τον πληροφόρησε ότι η Μαίρη πήγε στο νοσοκομείο γιατί την έπιασαν οι πόνοι. Έφυγε αμέσως ο Μιχάλης και πήγε στο νοσοκομείο. Το πρόσωπο της πεθεράς του έλαμπε από χαρά.
- Με το καλό, με το καλό παιδί μου. Του είπε.
Ο Γιώργος που ήταν κι εκείνος εκεί δεν μίλησε καθόλου στον Μιχάλη. Μετά από δύο ώρες ο γιατρός τους ανακοίνωσε το ευχάριστο γεγονός. Ο Μιχάλης πέταξε στα σύννεφα.
- Τι παιδί γιατρέ μου; Τι παιδί; Ρώτησε τον γιατρό με αγωνία και ανυπομονησία άραβα που περιμένει τον πρώτο γιο.
- Αγόρι, αγόρι, να σας ζήσει.
Η πεθερά του, έπεσε στην αγκαλιά του Μιχάλη με βουρκωμένα τα μάτια από την χαρά και την συγκίνηση.
- Να μας ζήσει, να μας ζήσει.
Ο Γιώργος στεκόταν σε μια γωνία και δεν είπε απολύτως τίποτα στον Μιχάλη. Ο Μιχάλης έτρεξε στο τηλέφωνο και τηλεφώνησε στον πατέρα του. Η ώρα ήταν δύο το πρωί στην Ελλάδα και ο πατέρας του ξύπνησε τρομαγμένος.
- Ποιος είναι τέτοια ώρα; Ρώτησε ο πατέρας του άγρια.
- Εγώ είμαι πατέρα ο Μιχάλης από την Αερική. Έγινες παππούς! Έγινε ο Γιώργος ο Ρεβισώνης.
Ο Μιχάλης δεν είχε καταλάβει ότι φώναζε δυνατά σαν βοσκός που φωνάζει από το βουνό στην γυναίκα του κάτω στο χωριό. Οι νοσοκόμες και οι γιατροί τρόμαξαν. Δεν γνώριζαν και ελληνικά να καταλάβουν πέρι τίνος πρόκειται.
- Να σας ζήσει παιδί μου, να σας ζήσει.
Ξύπνησε και η μητέρα του που του έδωσε ανάλογες ευχές. Αργότερα τους έστειλε τις ευχές του με ωραίες και συγκινητικές μαντινάδες. Μετά το τηλεφώνημα, ανέβηκε στον θάλαμο και αγκάλιασε την Μαίρη. « να μας ζήσει, να μας ζήσει», έλεγαν αγκαλιασμένοι. Μετά πήγε σε θάλαμο να δει το μωρό. Είδε ένα πανέμορφο και χαμογελαστό μωρό.Το κοίταξε με θαυμασμό και υπερηφάνεια, σαν άραβας βασιλιάς που βλέπει τον γιο του που θα τον διαδεχθεί στο θρόνο. Του έμοιαζε το μωρό. Όμως πιο πολύ έμοιαζε στην γιαγιά του, την μάνα του Μιχάλη, την Ερνιά. Ο Μιχάλης κοιτούσε τόσο έντονα το μωρό, που η χαρά και ευτυχία, το άρπαξαν από το κρεβατάκι, άνοιξαν την καρδιά του και το έκλεισαν χαμογελαστές. Την άλλη μέρα πήγε κατ’ ευθείαν από την δουλειά του στο νοσοκομείο και ανέβηκε στο δωμάτιο της Μαίρης. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ένα αγριεμένο κύμα χίμηξε κατά πάνω του. Νόμιζε ότι μπήκε σε λάθος δωμάτιο.
- Πήγαινε να δεις τι παιδί έκανες! Ένα ανάπηρο, ένα, ένα, ένα…….
Ο Μιχάλης δεν άκουγε πια είχε γίνει κίτρινο κινέζικο άγαλμα. Άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Έβλεπε τον Άδη να του χαμογελά παράξενα. Έβλεπε με δέος τον Άδη να αρπάζει το κλειδί από τα χέρια της ευτυχίας να ανοίγει την καρδιά του και να αρπάζει το μωρό και να χάνεται στο σκοτάδι γελώντας κοροϊδευτικά. Η αστραπή τον έφερε δίπλα στην θερμοκοιτίδα που είχαν βάλει οι γιατροί το μωρό. Αυτό έκλαιγε και κουνούσε σπασμωδικά το αριστερό του χεράκι και ποδαράκι. Η ματιά του μωρού άγρια και φοβερή. Η φωνή του απειλητική. Έστρεψε το χεράκι του, αυτό που κουνούσε σπασμωδικά προς το μέρος του πατέρα του και του φώναξε: « φύγε από μπροστά μου καταραμένε! Δεν είσαι ο πατέρας μου, δεν είσαι, δεν είσαι….»Η καρδιά του Μιχάλη έγινε μαύρη πέτρα. Την ένιωθε να μικραίνει, να γίνεται τελεία και να χάνεται. Δεν χτυπούσε πια. Ένιωθε να βγαίνει η ψυχή του. Τα μάτια του πριν γίνουν γυάλινα είδαν ένα τεράστιο άνθρωπο, με κατάμαυρα ρούχα σαν να τα είχα βάψει με κατράμι, που σήκωνε το μωρό από το κρεβατάκι και τραγουδούσε με ένα σαρκαστικό χαμόγελο:
« τώρα σου παίρνω το παιδί, να μην σου δίνει βάρος,
μάθε αν δεν με γνώρισες, πως είμαι εγώ ο χάρος».
Άκουσε την καρδιά του να απαντά του χάρου:
« χάρε που παίρνεις τις ψυχές, πάρε και τη δική μου,
τώρα που βλέπω ανάπηρο, πως είναι το παιδί μου».
Πήρε το κορμί του στο γραφείο του γιατρού που ξεγέννησε την Μαίρη. Ένα κορμί, χωρίς ψυχή, χωρίς καρδιά, χωρίς πνευμόνια. Με φωνή που νόμιζε ο γιατρός ότι ερχόταν από τον ‘’ Κάτω κόσμο ‘’, ρώτησε με αγωνία: « τι έχει γιατρέ το παιδί μου;»
- Ηρέμησε σε παρακαλώ, ψυχραιμία, θα γίνει καλά.
- Θα γίνει; Θα γίνει γιατρέ μου;
- Θα γίνει. Είπε ψύχραιμα ο γιατρός.
- Δεν βρήκατε από τι κουνά το χεράκι και το ποδαράκι του;
- Αυτό ψάχνουμε.
- Και τι βρήκατε;
- Ακόμη τίποτε, γι’ αυτό θέλω να σου κάνω μερικές ερωτήσεις.
- Ναι γιατρέ μου.
- Λοιπόν, υπάρχει κανένας επιληπτικός από την οικογένεια σου;
- Όχι γιατρέ.
Ο γιατρός ρώτησε τον Μιχάλη για διάφορες αρρώστιες.
- Τίποτε γιατρέ μου, τίποτε από όλα αυτά.
- Καλά, σήμερα θα πάρουμε υγρό από την σπονδυλική στήλη και το κεφάλι του μωρού.
- Και από το κεφάλι γιατρέ μου; Ρώτησε ο Μιχάλης που νόμισε ότι θα κόψουν το κρανίο του παιδιού με το πριόνι.
- Μην ανησύχεις, με τις ακτινογραφίες που βγάλαμε, εντοπίσαμε υγρό στο ‘’ απαλό ‘’ της κεφαλής του μωρού, κάτω από το δέρμα και θα τραβήξουμε λίγο να το εξετάσουμε στο εργαστήριο.
- Μήπως φταίει το υγρό γιατρέ;
- Δεν αποκλείεται. Θα το ξέρουμε αύριο το πρωί γύρω στις δέκα.
Μια αχτίδα ελπίδας τρύπωσε στην καρδιά του Μιχάλη. Μετά ξαναγύρισε στο δωμάτιο της Μαίρης, αλλά εκείνη τον έστειλε από εκεί που ήρθε. Κατέβηκε και τηλεφώνησε στον ξάδερφο του τον Μιχάλη και τον παρακάλεσε να έρθει στο σπίτι. Γύρισε στο σπίτι ψυχικό ράκος, ούτε ο χειρότερος εχθρός του δεν ήθελε να τον δει σε εκείνα τα χάλια. Ο πεθερός του, η πεθερά του και ο Γιώργος χίμηξαν να τον κατασπαράξουν, « είσαι τρελός, είσαι άρρωστος, είσαι …… και τι δεν είσαι, είσαστε άρρωστοι όλοι στην οικογένεια σου…… και τι δεν είσαστε»! Ο Γιώργος επιτέθηκε στον Μιχάλη και ήρθαν στα χέρια. Ο Γιώργος τον στόλισε με τα …. Ωραιότερα κοσμητικά επίθετα. Ο ξάδερφος του Μιχάλη προσπαθούσε να τους χωρίσει.
- Τηλεφώνησε ρε στην αστυνομία. Φώναξε ο Μιχάλης στον ξάδερφο του.
Εκείνος έτρεξε στο τηλέφωνο και τηλεφώνησε.
- Μάζεψε τα και δίνε του ρε έτσι μου, ρε αλλιώς μου, ρε παραπέρα μου, φώναζε ο Γιώργος, ενώ ο ξάδερφος προσπαθούσε να τον συγκρατήσει να μην χτυπάει τον Μιχάλη.
Σε λίγο έφτασε η αστυνομία. Έβαλε ο Μιχάλης μερικά αναγκαία ρούχα χε μια βαλίτσα και συνοδευόμενος από τον ξάδερφο του και ένα αστυνομικό την κατέβασε στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει. Το διαμέρισμα ήταν άδειο γιατί ακόμη δεν είχε φέρει το κατάστημα τα έπιπλα που είχε παραγγείλει ο Μιχάλης. Ο ξάδερφος του προσπάθησε να τον παρηγορήσει. Μετά από μία ώρα πήγαν μαζί σε ένα κοντινό σουπερ – μάρκετ και έφεραν μερικά χαρτόνια. Έστρωσαν τα χαρτόνια στο πάτωμα για να κοιμηθεί ο Μιχάλης αφού δεν είχε κρεβάτι το σπίτι. Όταν έφυγε ο ξάδερφος του, ο Μιχάλης ξάπλωσε στα χαρτόνια και έκλεισε τα μάτια. Δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Στο μυαλό του έρχονταν εικόνες φοβερές, σαν εκείνες που είδε μια φορά σε ταινία τρόμου.Εφιάλτες σάρωναν το μυαλό του, σαν τους τυφώνες της Φλώριδας. Δεν πήγε στη δουλειά του εκείνη την ημέρα. Είχε τηλεφωνήσει ο ξάδερφος του στο αφεντικό και τον πληροφόρησε ότι ο Μιχάλης είχε ένα σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα. Την άλλη μέρα πήγε στο νοσοκομείο. Ήταν άυπνος και νηστικός. Μόνο κάπνιζε σαν φουγάρο. Ακόμη και μέσα στο λεωφορείο έβαλε τσιγάρο στο στόμα του και πήγε να το ανάψει. Οι άγριες φωνές των επιβατών τον έκαναν να θυμηθεί το ‘’ Απαγορεύεται το κάπνισμα ‘’. Πήγε κατ΄ ευθείαν στο γραφείο του γιατρού του. Το κορμί του άδειο σαν σακί, το ακούμπησε σε μια καρέκλα. Κοίταξε με τα γυάλινα μάτια του τον γιατρό, μήπως διακρίνει στο πρόσωπο σημάδι ελπίδας. Δεν το διέκρινε. Κρέμασε την ματιά του από τα χείλη του και περίμενε να ανοίξει το στόμα του, σαν αν ήταν από πυλό – σαν τον Αδάμ – και να του φυσήξει ο γιατρός την ζωή, σαν το Θεό. Δεν μπορούσε να περιμένει ένα αιώνα – τόσος του φάνηκε – να ανοίξει ο γιατρός το στόμα του και τον ρώτησε, σαν να ρωτούσε αν είχε γίνει η συντέλεια του κόσμου.
- Τι νέα γιατρέ, τι νέα;
- Κατ’ αρχήν, καλά.
- Δηλαδή; Δηλαδή; Ρώτησε και η καρδιά του άρχισε να χτυπά σαν κομπρεσέρ.
- Να βρήκαμε από τις εξετάσεις ότι το παιδί δεν έχει τίποτε το παθολογικό, δεν έχει καμία ασθένεια και μάλιστα κληρονομική.
Το ‘’ άδειο σακί ‘’ γέμισε μέχρι τα μισά από αναλαμπή χαράς.
- Και τότε από πού προέρχεται το πρόβλημα; Θα γίνει καλά το παιδί;
- Μα είναι φανερό ότι προέρχεται από το υγρό που έχει συγκεντρωθεί στο ‘’ απαλό ‘’ του κεφαλιού του μωρού. Σε μισή ώρα θα το τραβήξουμε με μια σύριγγα και το μωρό θα είναι εντελώς καλά.
Το άδειο σακί γέμισε απότομα με χαρά.
- Και πότε θα το τραβήξετε το υγρό; Ρώτησε με ανυπομονησία.
- Σε μισή ώρα το έχουμε προγραμματίσει.
- Και δεν θα έχει κανένα πρόβλημα τι μωρό;
- Όχι, μην ανησυχείς, σε μισή ώρα θα δεις.
Η αιωνιότητα του φάνηκε μικρότερη από την μισή ώρα. Περίμενε έξω από το χειρουργείο. Το πρόσωπο του πότε χαμογελούσε και πότε γινόταν σκληρό σαν πέτρα από τις μαύρες σκέψεις, « θα γίνει καλά, θα χαμογελά – και χαμογελούσε ο ίδιος». Χαμογελούσε και το σώμα του άρχισε να γεμίζει. Μόνο που τα ένιωθε όλα να υπολειτουργούν. Τα γυάλινα μάτια άρχισαν να ξαναζωντανεύουν. Η καρδιά και η ψυχή βαριά λαβωμένες, τα βέλη της πίκρας και της απελπισίας την είχαν τρυπήσει πέρα για πέρα. Το αίμα του καημού δεν έλεγε να σταματήσει να στάζει.
- Έλα μέσα. Του φώναξε ο γιατρός, που πρόβαλε στην πόρτα του χειρουργείου. Το χαμόγελο του γιατρού απογείωσε σαν πύραυλο το ηθικό του. Ένα χαμογελαστό προσωπάκι με δύο ματάκια γεμάτα ανακούφιση και ευτυχία τον κοιτούσαν κατάματα φωνάζοντας:« να τος ο μπαμπάς μου.». Εκείνο το ευτυχισμένο προσωπάκι, με τα χαρούμενα ματάκια που φώναζαν « να τος ο μπαμπάς μου, να τος», παρέμειναν ανεξίτηλα στην μνήμη του Μιχάλη. Έβλεπε εκείνη την εικόνα πολλές φορές στα όνειρα του όταν γύρισε στην Ελλάδα και το παιδί έμεινε στην Αερική με την μητέρα του και επίσης όταν άρχισε να βιντεοσκοπεί τα όνειρα του και να τα βλέπει στην οθόνη, διαπίστωνε ότι κάθε βράδυ έβλεπε στο όνειρο του εκείνη την εικόνα στο νοσοκομείο. Έβλεπε αυτό το όνειρο και στον ύπνο του και στον ξύπνιο του. Για όλες τις συμφορές που μπορεί να προκαλέσουν εκείνου που θα αξιοποιήσουν την εφεύρεση του – της βιντεοσκόπησης των ονείρων – σίγουρα θα μετανιώσει. Μόνο για το ότι βλέπει στα όνειρα του και μετά στην οθόνη εκείνη στην εικόνα στο
νοσοκομείο, δεν θα μετανιώσει ποτέ και ας τον πληγώνει που δεν μπορεί να δει το ίδιο του το παιδί.
H Μαίρη είχε πάει στο γιατρό να του πει ότι δεν θα δέχεται επισκέψεις από τον Μιχάλη. Στο χειρουργείο ο γιατρός είπε στον Μιχάλη:
- Πάμε στην Μαίρη να της πούμε τα ευχάριστα.
-Μα δεν θέλει να μα δει γιατρέ.
- Πάμε και θα της μιλήσω εγώ. Και πήγαν.
Η Μαίρη μόλις είδε τον Μιχάλη, ‘’ μαζεύτηκε ‘’ έτοιμη να επιτεθεί. Ο γιατρός της έκανε ένα καθησυχαστικό νόημα. Της εξήγησε για δεύτερη φορά ότι δεν έφταιγε ο Μιχάλης για το πρόβλημα που παρουσίασε το παιδί και ότι το υγρό αυτό ήταν από το σπρέι που έβαζε η Μαίρη στην μύτη της όταν ήταν έγκυος επειδή ήταν συνέχεια συναχωμένη. Ο γιατρός κατάφερε να εξομαλύνει την κατάσταση. Μετά από τρεις μέρες θα έβγαινε η Μαίρη με το μωρό από το νοσοκομείο. Ο Μιχάλης περίμενε με λαχτάρα να δει την οικογένεια του ολόκληρη στο διαμέρισμα που νοίκιασε.Εν τω μεταξύ είχαν φέρει και τα έπιπλα από την αντιπροσωπεία και ο Μιχάλης τα τακτοποίησε στην θέση τους.Μετά από τρεις μέρες, όταν γύρισε από την δουλειά του, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας, αλλά δεν ήρθε να του ανοίξει η Μαίρη, « μπορεί να βυζαίνει το μωρό», σκέφτηκε και άνοιξε την πόρτα με το κλειδί του. Ανοίγοντας την πόρτα φώναξε:
- Μαίρη, Μαίρη. Αλλά δεν πήρε απάντηση.
Κοίταξε σε όλο το σπίτι δεν υπήρχε κανείς. Πάνω στο κρεβάτι υπήρχε η φωτογραφία της Μαίρης με το μωρό στην αγκαλιά. Ανησύχησε προς στιγμήν, « θα είναι πάνω στην μητέρα της». Πήρε αμέσως τηλέφωνο.
- Εδώ είναι. Του είπε η πεθερά του.
- Φώναξε μου την Μαίρη στο τηλέφωνο σε παρακαλώ.
- Πότε θα κατέβεις στο σπίτι.
- Δεν θα κατέβω. Είπε με απάθεια η Μαίρη.
- Δεν κατάλαβα τι εννοείς;
- Θα μένουμε εδώ με την μητέρα μου.
- Μα τι λες, είσαι με τα καλά σου;
- Θέλω να με βοηθά με το μωρό. Είπε ατάραχη.
- Μα βρε παιδί μου, στο αποκάτω διαμέρισμα θα μένουμε που είναι το πρόβλημα για την μάνα σου;
- Εγώ και το μωρό θα μένουμε εδώ.
- Και εγώ θα μένω σαν τον κούκο; Μόνος;
- Θα σου φέρνω το παιδί να το βλέπεις.
Ο Μιχάλης κατέρρευσε από την στεναχώρια. Παρέλυσε. Λύγισαν τα πόδια του. Πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ένιωθε σαν πεθαμένος. Θόλωσαν τα μάτια του. Σκοτείνιασαν, σαν να έβλεπε μέσα στο σκοτάδι χαμογελαστό τον πατέρα του, τον καλλιτέχνη της πελεκυτής πέτρας, να λαξεύει ένα τάφο σε μαύρο βράχο. Θεοσκότεινος τάφος! Ένας Θεός , ο Θεός του Άδη, ο Άδης του έγνεφε με το χέρι του λέγοντας:
« Καλώς όρισες στο βασίλειο μου».
Λίγο αργότερα πήρε στο τηλέφωνο τον ξάδερφο του και του είπε να έρθει στο σπίτι. Όταν ήρθε ο ξάδερφος του μετά βίας κατάφερε να σηκωθεί από το κρεβάτι να του ανοίξει. Αμέσως εκείνος τηλεφώνησε στην Μαίρη. Εκείνη τρομοκρατήθηκε και τηλεφώνησε σε ένα μακρινό ξάδερφο του, τον Γιώργη τον Παπαδάκη και στον Αντρέα τον Μοσχονά! Οι οποίοι σε μισή ώρα περίπου έφτασαν στο σπίτι. Πήραν τον Μιχάλη στο σπίτι της πεθεράς του και τον ξάπλωσαν στον καναπέ του σαλονιού. Ο Μιχάλης αμίλητος και αλάλητος. Κοιτούσε πότε το ταβάνι και πότε τον ξάδερφο του τον Μιχάλη με τελείως αφηρημένη και άψυχη ματιά. Αποφάσισαν να τον μεταφέρουν αμέσως στο νοσοκομείο. Ο Μιχάλης ούτε αντίρρηση έφερε ούτε άνοιξε το στόμα του να πει κουβέντα. Στο νοσοκομείο, τον έβαλε σε ένα καρότσι ο νοσοκόμος, ο οποίος νόμισε ότι πρόκειται για ασθενή με καρδιακή προσβολή. Σε λίγο τον έβαλαν σε ένα δωμάτιο όπου τον εξέτασε ένας γιατρός παρουσία όλων.
- Δεν έχει τίποτα, είναι πολύ εξαντλημένος και στεναχωρημένος. Χρειάζεται ξεκούραση και ύπνο.
Έφυγαν κάπως ανακουφισμένοι από το νοσοκομείο. Ο Μιχάλης είχε συνέλθει κάπως.
- Είσαι καλύτερα ρε; Τον ρώτησε ο ξάδερφος του.
- Ναι Μιχάλη, καλύτερα.
- Φρόντισε να ξεκουραστείς.
Οι τρεις άντρες κατέβηκαν στο διαμέρισμα που είχε νοικιάσει ο Μιχάλης και έφεραν όλα τα έπιπλα στο σπίτι της πεθεράς του. Το κρεβάτι το έβαλαν στο δωμάτιο του Γιώργου και το μονό κρεβάτι του Γιώργου στο σαλόνι. Έβαλαν τον Μιχάλη να κοιμηθεί και ο Αντρέας με τον Γιώργο έφυγαν. Αργότερα έφυγε και ο ξάδερφος του Μιχάλη ο οποίος προφανώς τρομοκρατήθηκε και την άλλη μέρα έφυγε για την Βιρτζίνια. Μόλις ξάπλωσε ο Μιχάλης η Μαίρη αμέσως τηλεφώνησε στον πατέρα του Μιχάλη στην Ελλάδα, ο οποίος μαζί με την γυναίκα του την Έρνια βρίσκονταν στο νησί, για τους γάμους του δεύτερου γιου τους του Νικολή, ο οποίος κατά διαβολική σύμπτωση γινόταν εκείνη την ημέρα. Το τηλεφώνημα έγινε την ώρα που ετοιμάζονταν να πάνε το αντρόγυνο στην εκκλησία. Οι γονείς του Μιχάλη έπρεπε να νοιώθουν και χαρά και λύπη την ίδια στιγμή. Στο γλέντι του γάμου, όλοι περίμεναν να τραγουδήσει ο πατέρας του Νικολή και να δώσει τις ευχές του με μαντινάδες, αλλά εκείνος βρήκε πρόφαση ότι είχε φράξει ο λαιμός του από τα κρύα νερά. Ούτε τραγούδησε ούτε χόρεψε. Η λύπη πάντα νικά την χαρά όταν την συναντήσει. Η Μαίρη τηλεφώνησε σε ένα γνωστό της γιατρό που έμενε στην γειτονία και κανόνισε ραντεβού για την επόμενη στις δέκα το πρωί. Πάνω από μία ώρα ο γιατρός ρωτούσε τον Μιχάλη το γιατί και το πώς. Ο γιατρός τρόμαξε με αυτά που άκουγε και κοιτούσε αυστηρά κάπου κάπου την Μαίρη.
- Έχει ανάγκη από ξεκούραση, κουράστηκε και στεναχωρήθηκε.
Ο γιατρός του έγραψε διάφορα ηρεμιστικά και έδωσε στην Μαίρη ένα μπουκαλάκι με λίγα χάπια. Για της ανάγκες της ημέρας. Η Μαίρη μόλις γύρισαν σπίτι, έδωσε αμέσως τα φάρμακα στον Μιχάλη και η πεθερά του, του έβαλε να φάει κοτόπουλο σούπα. Μετά το φαγητό ο Μιχάλης πήγε στο κρεβάτι και ξάπλωσε. Κοιμόταν μέχρι την άλλη μέρα το μεσημέρι, χωρίς να σηκωθεί από το κρεβάτι ούτε μία στιγμή και ακόμη θα κοιμόταν αν δεν τον ξυπνούσε η Μαίρη που είχε ανησυχήσει. Μετά από μία ώρα έφαγε πάλι για μεσημέρι και ξανακοιμήθηκε.Τον ξαναξύπνησε ανήσυχη πάλι η Μαίρη την άλλη μέρα το μεσημέρι. Ο Μιχάλης από την κούραση και την στεναχώρια, αλλά και τα ηρεμιστικά και υπνωτικά χάπια ήθελε συνέχεια να κοιμάται. Μετά από μια βδομάδα άρχισε να συνέρχεται και να νιώθει καλύτερα, αλλά και να κοιμάται λιγότερο. Η Μαίρη ανησυχούσε. Ίσως να κατάλαβε ότι το περιβάλλον του σπιτιού της μητέρας της δεν ήταν το ενδεδειγμένο και προέτρεψε τον Μιχάλη να πάει να μείνει μια δυο βδομάδες στην Βιρτζίνια στον φίλο του τον Παπαμηνά και τον ξάδερφο του τον Μιχάλη. Τηλεφώνησε του Μηνά, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε ενημερωθεί από τον ξάδερφο του Μιχάλη, όταν εκείνος γύρισε στην Βιρτζίνια.
- Πήγαινε τον αμέσως στο λεωφορείο και θα είμαι στο σταθμό να τον παραλάβω.
Στο σπίτι του Μηνά ο Μιχάλης έμεινε περίπου ένα μήνα. Ο Μηνάς τον πρόσεξε καλύτερα και από παιδί του. Φρόντιζε να μην του λείπει τίποτα. Παρατούσε την δουλειά του για να τον διασκεδάσει. Ο Μηνάς είχε ένα τριώροφο σπίτι, όπου στο ισόγειο διατηρούσε μπακάλικο.Μέχρι και μικρό τραπεζάκι έβαλε μέσα στο μπακάλικο ο Μηνάς για να παίζει χαρτιά με τον Μιχάλη και να τον διασκεδάζει. Ο Μηνάς, αστείος όπως ήταν, έκανε τον Μιχάλη να ξεκαρδίζεται από τα γέλια. Βρήκε και απασχόληση του Μιχάλη μαζί με άλλους. Αν έβλεπε ψυχίατρος την απασχόληση τους θα θαύμαζε
την ομαδική θεραπεία.Μέρα παρά μέρα, φορτηγά ξεφόρτωναν διάφορα πράγματα για το μπακάλικο έξω από την πόρτα. Μία μέρα λέει ο Μηνάς του Μιχάλη:
- Έλα ρε να βοηθήσεις να ξεφορτώσουμε το φορτηγό.
Ο Μιχάλης δεν είχε ξαναβοηθήσει σε εκφόρτωση εφοδίων, τα οποία έφερναν οι οδηγοί των φορτηγών, κατ’ ευθείαν μέσα στο μπακάλικο. Σηκώθηκε αμέσως και βγήκε στο δρόμο. Ο Μηνάς είχε ανοίξει τις πόρτες του υπογείου που βρισκόταν απέναντι από εκεί που είχε σταματήσει το φορτηγό. Ο οδηγός, ένας μαύρος, μιλούσε του Μηνά με πειραιώτικη μαγικά και εκείνος ξεκαρδιζόταν από τα γέλια. Όταν πόνεσε η κοιλιά τους από τα γέλια, ο μαύρος άνοιξε την πόρτα του φορτηγού. Ήταν γεμάτο μεγάλα χαρτοκιβώτια που ο Μιχάλης δεν είχε ξαναδεί να ξεφορτώνουν στο μπακάλικο.
- Έλα βρε, βοήθα. Είπε ο Μηνάς στον Μιχάλη και σήκωσε ένα κιβώτιο.
Ο Μιχάλης τον μιμήθηκε και τον ακολούθησε στο υπόγειο. Με την βοήθεια και του μαύρου ξεφόρτωσαν το φορτηγό. Μετά ο Μηνάς άρχισε να συζητά με τον μαύρο.
- Ξέρεις τι δύσκολα, είναι Μηνάς;
- Καλά είναι τα εικοσιπέντε; Είπε ο Μηνάς.
- Έλα κάντα τριάντα.
- Πολλά είναι σου λέω;
- Θα φέρω και άλλα.
- Μπράβο φίλε. Είπε ο Μηνάς με χαμογελαστά μουστάκια.
Ο Μιχάλης δεν καταλάβαινε γιατί πράγμα μιλούσαν, λες και μιλούσαν συνθηματικά.
- Εικοσιεφτά και να φέρεις και άλλα.
Ο μαύρος κούνησε το κεφάλι του, χαμογέλασε, χαιρέτησε τον Μηνά, μπήκε στο φορτηγό και έφυγε. Μόλις έφυγε ο μαύρος ο Μιχάλης ρώτησε τον Μηνά ανυπόμονος: « τι έχουν μέσα οι κούτες;».
- Τσιγάρα και πούρα.
Ο Μιχάλης έμεινε με το στόμα ανοικτό. Με τόσα τσιγάρα θα μπορούσε να καπνίζει ολόκληρος ο αμερικανικός στρατός για ένα χρόνο.
- Και τι θα τα κάνεις τόσες χιλιάδες πακέτα τσιγάρα;
- Θα τα πουλήσω βρε.
- Έλα Παναγία μου.
- Έχουμε και το γάμο της Βενετίας με τον ξάδερφο σου τον Μιχάλη που θα γίνει στην Ελλάδα και πρέπει να πάρουμε μερικά … μπαούλα τσιγάρα.
- Μα δεν μου λες, έχει μαγαζί δικό του ο μαύρος και παζάρευες την τιμή;
Ο Μηνάς άνοιξε τα δάκτυλα της δεξιάς παλάμης του και γύρισε τρεις φορές προς τα δεξιά. Ο Μιχάλης τα έχασε:
- Και πως μπόρεσε ο μαύρος και έκλεψε αυτό το θηρίο το φορτηγό με τα τσιγάρα; Ρώτησε έκπληκτος ο Μιχάλης.
- Χαράς το πράγμα. Αντί να γράψουν οι μαύροι στην αποθήκη με τα τσιγάρα 100 φορτηγά τσιγάρα γράφουν 99 και το ένα πάει υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Ο Μιχάλης έξυσε το κεφάλι του απορημένος.
- Έχουμε πολύ δουλειά Μιχάλη.
- Τι δουλειά; Ρώτησε εκείνος απορριμμένος.
- Κοίταξε, σε κάθε πολιτεία βάζουν διαφορετικούς φόρους στα τσιγάρα, γι’ αυτό και τα τσιγάρα που πουλιούνται σε κάθε πολιτεία έχουν πάνω τα πακέτα την σφραγίδα της και απαγορεύεται να πουλιούνται τσιγάρα της μιας πολιτείας σε άλλη.
- Και λοιπόν;
- Δεν κατάλαβες, τα τσιγάρα που μας έφερε ο μαύρος δεν είναι για την Βιρτζίνια, αλλά για το Μέρυλαντ.
- Και τώρα τι θα κάνεις θα τα πουλήσεις λαθραία;
- Τρελός είσαι; Αν σε πιάσουν να πουλάς λαθραία, χαιρετίσματα στα αηδόνια.
- Και τι θα κάνεις;
- Δεν σου είπα πιο μπροστά ότι έχουμε πολύ δουλειά;
- Ε, τι θα κάνουμε;
- Θα κόβουμε με ψαλιδάκια τις σφραγίδες από το πλαστικό περιτύλιγμα του κάθε πακέτου.
- Ζήσε μαύρε μου …. Θα θέλουμε καμιά δεκαριά χρόνια. Είπε ο Μιχάλης ξεκαρδισμένος στα γέλια.
Την ομάδα εργασίας αποτελούσαν τα τέσσερα παιδιά του Μηνά, ο Μιχάλης, ο άλλος Μιχάλης, δύο φίλοι του Μηνά και όποιος άλλος φίλος του περνούσε από το σπίτι. Οι περισσότεροι βέβαια έκοβαν σφραγίδες για να γελούν με τα αστεία και τις ατελείωτες ιστορίες με τα ανδραγαθήματα του φίλου του, του Γιώργη του Ματσάγκου. Ο Γιώργης ήταν κάθε μέρα στο σπίτι του Μηνά. Ένας άντρακλας κοντά δύο μέτρα μπόι, με ένα πούρο μόνιμα στο στόμα. Μια μέρα έπαιζαν πρέφα ο Μηνάς, ο Γιώργος και ο Μιχάλης στο τραπεζάκι μέσα στο μπακάλικο. Ο Μηνάς έλεγε συνέχεια, σαν να παραπονιόταν του Θεού:
- Δεν έχουμε ένα τραπεζάκι της προκοπής να ευχαριστηθούμε πρέφα.
Μέχρι να τελειώσει η πρέφα θα το είπε καμιά πενηνταριά φορές. Σταμάτησε μόνο όταν κατάλαβε ότι και ο Θεός κατάλαβε την παράκληση του. Ο Γιώργης δούλευε σε ένα εστιατόριο πολυτελείας. Φημιζόταν σαν το πιο ‘’ μακρύ χέρι ‘’ στην Αμερική. Οι ιστορίες της ‘’ μακράς χειρός ‘’ δεν είχαν τελειωμό. Τα σωθικά σου γίνονταν τηγανιτά από το γέλιο.
- Να τα γράψουμε σε ένα βιβλίο, πείραζε ο Μιχάλης τον Γιώργη.
Όταν τελείωσε η παρτίδα της πρέφας είπε ο Γιώργης στον Μιχάλη:
- Έλα απόψε στο μαγαζί, δύο ώρες δουλειά έχω μόνο, έτσι για παρέα, να φας και κανένα καλό στέκι ( μπριζόλα).
Ο Γιώργης είχε κρεμασμένη μια κουδούνα, σαν αυτή που κρεμούν οι τσοπάνηδες στο λαιμό του τράγου, στο αυτοκίνητο του, κάτω από το καθρεφτάκι. Του θύμιζε, όπως έλεγε τον παππού του που ήταν βοσκός. Στη διαδρομή η κουδούνα χτυπούσε κάθε τόσο και μόλις την άκουγε ο Γιώργης σφύριζε δυνατά σαν βοσκός και μετά έλεγε με παράπονο: « ας ήμουνα στο χωριό, και ας ήμουνα βοσκός».Όταν μπήκαν στο εστιατόριο κάθισαν σε ένα γωνιακό τραπέζι και με το νόημα του Γιώργη μια σερβιτόρα τους έφερε δύο καφέδες. « ώρα για δουλειά Μιχάλη», είπε ο Γιώργης και σηκώθηκε από το τραπέζι. Σιγά, σιγά, το μαγαζί γέμισε. Κοντά στο τραπέζι – το οποίο ήταν για το προσωπικό – που καθόταν ο Μιχάλης ήρθε κα κάθισε μια καλοντυμένη και καλοχτενισμένη γρια, κοντά εκατό Μαϊων. Ο Μιχάλης την κοιτούσε με περιέργεια. Κάποια στιγμή χαμογέλασε: « έχει γούστο να γυρεύει κανένα γαμπρό στο εστιατόριο». Μια σερβιτόρα με προκλητικά κοντή φούστα πλησίασε τη γρια.
- Είσαστε έτοιμη να παραγγείλετε;
- Ναι, αλλά φώναξε μου τον Γιώργη.
Ο πελάτης στα καλά εστιατόρια θέλει να τον σερβίρει πάντα ο ίδιος σερβιτόρος ή σερβιτόρα. Ο κάθε πελάτης έχει τους δικούς του λόγους. Όταν χώρισε, ο Μιχάλης είχε και αυτός τους λόγους του να τον σερβίρει μια σερβιτόρα, σαν αυτές που λένε στο Χατζηκυριάκειο « με δεκαέξι καπάκια», που την είχε βάλει στο μάτι και πήγαινε στο εστιατόριο και ζητούσε πάντα την Κάρεν. Των ‘’ δεκάεξι καπακιών ‘’ δεν πέφτουν εύκολα. Ο Μιχάλης σκέφτηκε ένα πρωτότυπο τρόπο. Δεν της είχε πει κουβέντα σοβαρή. Απλώς της έκανε αθώα αστειάκια. Καταλάβαινε ότι το ‘’ καρύδι ‘’ ήταν
σκληρό. Μια μέρα έκανε ψιλά, κέρματα των δέκα σεντς καμιά δεκαριά δολάρια τα πήρε σπίτι του και προσπάθησε να σχηματίσει τις λέξεις ‘’ Μ’ αρέσεις πολύ Κάρεν ‘’, μέτρησε τα δεκαράκια και όταν πήγε στο εστιατόριο που δούλευε η Κάρεν τα έβαλε στην τσέπη. Εκείνο το βράδυ παρίστανε τον σοβαρό στην Κάρεν. Όταν τελείωσε το φαγητό πλήρωσε τον λογαριασμό και ζήτησε από το ‘’ μπασμπόι ‘’ να καθαρίσει το τραπέζι. Αμέσως μετά έβγαλε τα δεκαράκια από την τσέπη του και τα ταίριαξε ώστε να σχηματίζουν τη λέξη ‘’ μ’ αρέσεις πολύ Κάρεν ‘’. Οι σερβιτόρες και οι σερβιτόροι στηρίζονται αποκλειστικά στα τυχερά. Υπάρχουν και εστιατόρια πολυτελείας που οι σερβιτόροι πληρώνουν τα … αφεντικά για να δουλέψουν στα εστιατόρια τους. Μόλις τελειώσει ο πελάτης το φαγητό και πιεί τον καφέ, οι σερβιτόρες τριγυρνούν γύρω από τον πελάτη, σαν τον γλάρο. Όχι τόσο να δουν τα τυχερά αλλά να του δώσουν να καταλάβει ότι πρέπει να « τους αδειάσει τη γωνιά», για να κάτσει καινούργιος πελάτης. Κατά την διάρκεια της ‘’ περιπολίας ‘’ , η Κάρεν πρόσεξε ότι τα τυχερά ήταν σε κέρματα – κάτι πολύ σπάνιο – και της κινήθηκε η περιέργεια. Ο Μιχάλης σηκώθηκε και έφυγε, πάντα σοβαρός. Την επόμενη φορά που πήγε ο Μιχάλης ήταν όλο ευγένειες και σκίστηκε να το σερβίρει με γαλλική φινέτσα. Ο Μιχάλης τίμησε το σέρβις της Κάρεν με τον ίδιο τρόπο μερικές ακόμη φορές, μέχρι που χόρεψε μπλουζ με ‘’ Συρματικό ‘’ στο δωμάτιο του Μιχάλη. Ο Γιώργης ήρθε και πήρε την παραγγελία από την γριά. « μια μπριζόλα, όχι πολύ ψημένη, πράσινη σαλάτα και ένα μικρό μπουκάλι γαλλικό κρασί», που δεν συγκράτησε το όνομα ο Μιχάλης. Πρώτα ήρθε το κρασί, μετά η σαλάτα και μετά η μπριζόλα. Η γριά έπιασε το μαχαίρι έκοψε μια μπουκιά κρέας και με το πιρούνι την έβαλε στο στόμα, ανασηκώνοντας τα χείλη για να μην φύγει το κραγιόν από τα χείλη της. Μόλις μάσησε λίγο το κρέας έκανε ένα μορφασμό και φώναξε τον Γιώργη.
- Τζώρτζ, η μπριζόλα είναι πολύ σκληρή.
Ο Γιώργης έκανε μια γκριμάτσα σαν να εννοούσε « πάλι θα με πρήξει η κατσίκα», πήρε το πιάτο με την μπριζόλα, μπήκε στην κουζίνα και λέει στο μάγειρα « κοίτα ρε τι θα της κάνεις, γιατί λέει αυτή η κωλόγρια ότι είναι σκληρή». Ο Μιχάλης δεν έμαθε τι μαγκιά έκανε ο μάγειρας στην μπριζόλα και την μαλάκωσε. Σε λίγο ο Γιώργης σερβίριζε για δεύτερη φορά τη μπριζόλα στη γριά. Εκείνη έκοψε πάλι μια μπουκιά, την μάσησε, την βρήκε πάλι σκληρή και ξαναφώναξε το Γιώργη, « πολύ σκληρή Τζώρτζ, πολύ σκληρή». Μια κροτίδα με περίεργο θόρυβο έσκασε δίπλα στη γριά που έκανε τον Μιχάλη να σκάσει από τα γέλια. Ο Γιώργης κοίταξε το ταβάνι, σαν να έψαχνε να δει αν η πορδή ήταν δική του ή έπεσε βόμβα από αεροπλάνο. «πέρα βρέχει Μαριγούλα», χαμπάρι η γριά. Ο Γιώργης πήρε το πιάτο, έκανε νόημα του Μιχάλη με το κεφάλι να τον ακολουθήσει και μπήκε στην κουζίνα. Πρώτα κατέβασε ο Γιώργης όλα τα καντήλια των Αγίων της γριάς, μετά έριξε την μπριζόλα στο πάτωμα και άρχισε να την πατά με λύσσα. Ο Μιχάλης κοίταζε την σκηνή κατάπληκτος.
Όταν υπολόγισε ο Γιώργης ότι η μπριζόλα μαλάκωσε αρκετά, την έπιασε και την έδωσε στον μάγειρα.
- Ρίξε την στα κάρβουνα να καεί … η σκόνη.
Όταν κάηκε η σκόνη, ο μάγειρας την έβαλε στο πιάτο, έριξε και λίγη σάλτσα από πάνω και έδωσε το πιάτο στο Γιώργη. Εκείνος έπιασε το πιάτο κοίταξε περίεργα την μπριζόλα, σαν να την ρωτούσε: « είναι μωρή αρκετή η σάλτσα που σου έριξε ο μάγειρας;», προφανώς η απάντηση θα ήταν αρνητική γιατί ο Γιώργης της έριξε και άλλη. Κούνησε το κεφάλι πέρα – δώθε και έφτυσε την μπριζόλα. Ο Μιχάλης φρίαξε για μια στιγμή και μετά έβαλε τα γέλια.
- Πάμε έξω, Μιχάλη και σοβαρός.
Σερβίρισε την μπριζόλα στη γριά, η οποία την δοκίμασε και είπε καταφανώς ευχαριστημένη:
- Μπράβο, Τζώρτζ έτσι την θέλω!
Την ώρα που έφευγαν από το εστιατόριο λέει ο Γιώργης στον Μιχάλη: « πάρε τα κλειδιά, ξεκλείδωσε τις πόρτες και το πορτπαγκάζ του αυτοκινήτου και έρχομαι, πάω στην τουαλέτα».
Πήγε ο Μιχάλης και έκανε ότι του είπε ο Γιώργης, ο οποίος σε λίγο εμφανίστηκε κρατώντας στα χέρια του ένα τραπέζι. Το έβαλε στο πορτ – παγκάζ και το ξεφόρτωσε στο μπακάλικο του Μηνά.
- Μηνά δεν επιτρεπόταν να μην έχεις καλό τραπέζι να παίζουμε πρέφα. Είπε ο Γιώργης του Μηνά όταν το έβαλε μέσα στο μπακάλικο. Ακόμη γελά ο Μιχάλης.
Μια μέρα λέει ο Μηνάς του Μιχάλη:
- Πάμε να πάρω ένα πουκάμισο;
- Πάμε Μηνά.
Πήγαν σε ένα κατάστημα και σταμάτησαν σε έναν πάγκο που είχε ένα βουνό πουκάμισα. Η τιμή τους με την έκπτωση τρία δολάρια. Ο Μηνάς περίμενε λίγο μέχρι που πέρασε δίπλα του μια πωλήτρια. Την έπιασε από το χέρι κ'εκείνη ξαφνιάστηκε. Την κοίταξε με το σατανικό του χαμόγελο και την ρώτησε:
- Πόσο έχουν τα πουκάμισα;
- Δεν βλέπεις την τιμή; Τρία δολάρια.
- Και αν πάρω δύο πόσο θα μου τα αφήσεις;
- Τρία δολάρια. Λέει εκείνη με σιγουριά.
- Και αν πάρω τέσσερα;
Η πωλήτρια το σκέφτηκε λίγο και λέει, « 2.99».
- Και αν πάρω οκτώ;
Εκείνη ξανασκέφτηκε, « 2.95».
- Και αν πάρω 16;
Εκείνη τον κοίταξε και είπε: « πλάκα μου κάνεις;»
- Όχι βέβαια! Είπε σοβαρά ο Μηνάς. « και αν πάρω 32»!
Εκείνη την στιγμή τον σκούντηξε ο Μιχάλης.
- Μηνά, θα μας δείρουνε!
- Σώπα βρε και θα τα πάρω ενάμισι δολάριο.
« αδύνατον», σκέφτηκε ο Μιχάλης.
Η πωλήτρια σκέφτηκε περισσότερο, αλλά δεν μπορούσε να υπολογίσει αν ‘’ η ζημιά θα φάει το διάφορο ‘’ και είπε: « μια στιγμή να φωνάξω τον μάνατζερ». Ήρθε ο μάνατζερ και ρώτησε: « πόσα πουκάμισα θέλετε;»
- Εξαρτάται από την τιμή.
- Μα τα έχουμε σε καλή τιμή.
- Σε πόση καλή τιμή έχετε τα 36!
- Τόσο πολλά θέλετε; Ρώτησε με γουρλωμένα μάτια ο μάνατζερ.
- Αν μου κάνεις καλή τιμή μπορεί να πάρω περισσότερα.
Ο μάνατζερ κοίταξε περίεργα « τι διάολο θα τα κάνει τόσα πουκάμισα;»
- Εντάξει, τα 36 θα σου τα αφήσω δυόμισι δολάρια.
- Και τα 72;
Ο μάνατζερ παρά λίγο να πάθει συγκοπή. Κοίταξε ερευνητικά τον Μηνά, σαν προσπαθούσε να θυμηθεί μήπως ήταν από τους καλούς πελάτες που όταν μπαίνουν στο κατάστημα ψωνίζουν σαν τράτα. Ίσως κάτι να θυμήθηκε γιατί είπε: « δύο δολάρια».
- Και αν τα πάρω όλα;
Το χαμόγελο του μάνατζερ έγινε μια οργιά. Έκανε μία κίνηση με το χέρι του σαν να σκούπιζε, που εννοούσε « χαλάλι σου», εκατόν πενήντα πουκάμισα.
- Τι θα τα κάνεις ρε Μηνά, τόσα πουκάμισα;
- Ξεχνάς ότι έχουμε το γάμο της Βενετίας και πρέπει να δώσω σε όλους δώρα;
Αυτός ήταν η Μηνάς. Δέκα μπαούλα δώρα έφερνε κάθε φορά που ερχόταν στην Ελλάδα. Κάθε δώρο είχε πάνω ένα χαρτάκι με το όνομα του αποδέκτη. Δεν υπήρχε άνθρωπος στο χωριό που να μην ήταν ευχαριστημένος μαζί του. Λένε « όποιός πηδά πολλά παλούκια» και μια χρονιά που δεν λάδωσε τους τελωνιακούς του έκαναν φύλλο και φτερό τα έντεκα μπαούλα και του τα κατάσχεσαν όλα γιατί εκτός των άλλων ένα μπαούλο ήταν γεμάτο με τσιγάρα και πούρα.
Μέχρι τον Υπουργό των Οικονομικών έφτασαν οι φίλοι του για να του δώσουν μόνο τα δώρα που προορίζονταν για γέρους – όπως 150 γυαλιά πρεσβυωπίας.
Ο Μιχάλης γύρισε στην Νέα Υόρκη πολύ καλύτερα. Η αλλαγή τον είχε ωφελήσει. Μετά από λίγες μέρες όμως άρχισε η μουρμούρα. Στην δουλειά του είχαν πάρει άλλον και έτσι έκανε κάποιες επαφές για να βρει καινούργια δουλειά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
- Δεν βρήκες δουλειά; Ρωτούσε συνέχεια η Μαίρη.
Ο Μιχάλης άρχισε να μην νιώθει και πάλι καλά. Έτσι αποφάσισαν να πάνε για κάνα μήνα στην Ελλάδα. Η μητέρα του Μιχάλη τον πήγε σε ένα συμπατριώτη της γιατρό, ο οποίος του έδωσε κάποια φάρμακα., λέγοντας ότι σε ένα μήνα το πολύ θα είναι ‘’ περδίκι ‘’. Ο Μιχάλης πήγε και σε έναν μεγάλο καθηγητή, ο οποίος συνέδεσε το πρόβλημα του Μιχάλη με τη αυταρχική συμπεριφορά του πατέρα του. « να πεις του πατέρα σου ότι θέλω να τον δω», είπε ο γιατρός στον Μιχάλη».
Ο πατέρας του πήγε μια μέρα στο γιατρό μαζί με τον Μιχάλη. Ο Μιχάλης δεν έμαθε ποτέ, τι είπε ο γιατρός στον πατέρα του. Πάντως όταν έφυγαν από το ιατρείο του λέει ο πατέρας του, λες και είχε εξετάσει εκείνος το γιατρό:
- Αυτός δεν ξέρει τι του γίνεται! Δεν ξέρει τι λέει! Μην τον ακούς.
Έπρεπε να ακούει μόνο τον ίδιο, τον παντογνώστη. Όταν έβλεπε τον Μιχάλη ξαπλωμένο στο κρεβάτι του έλεγε:
- Τώρα είσαι καλά!!!
Είχε ένα θριαμβευτικό ύφος που είχε ‘’ νικήσει ‘’ τον Μιχάλη, ο οποίος δεν τον ‘’ άκουγε ‘’ και έκανε από μικρός του ‘’ κεφαλιού ‘’του. Όταν πήγε ο Μιχάλης στην τρίτη γυμνασίου είπε στον πατέρα του:
- Θέλω να πάω να μάθω εγγλέζικα.
Ο πατέρας του ζήτησε την συμβουλή κάποιων μορφωμένων συμπατριωτών του, υπερσυντηρητικών και είπε στον Μιχάλη
- Μάθε πρώτα τα ελληνικά και μετά θα μάθεις τα αγγλικά.
Ο Μιχάλης βρήκε τότε μια δουλίτσα και συμπληρώνοντας από τα χρήματα που έπαιρνε ως βραβεία σαν αριστούχος μαθητής, πήγε στου Στρατηγάκη για να μάθει αγγλικά. Το είχε πάρει τόσο πεισματικά να μάθει αγγλικά που μετά από ένα χρόνο είχε αλληλογραφία με δεκατρείς ξένες κοπέλες – φίλοι δια αλληλογραφίας. Ο ταχυδρόμος είχε απορήσει με τον μεγάλο αριθμό των επιστολών που έπαιρνε ο Μιχάλης και μια μέρα ρώτησε την μητέρα του όταν της έδινε μια φουρνιά γράμματα:
- Τι δουλειά κάνει ο γιος σας;
- Μαθητής γυμνασίου.
***
Μετά από ένα μήνα παραμονής στην Ελλάδα ο Μιχάλης ‘’ επανήλθε ‘’ εις την πρωτέραν κατάσταση και γύρισε στην Αμερική. Ο καθηγητής, ο Ρόζεμπεργκ, που παρακολουθούσε επί τέσσερα χρόνια την εξέλιξη της διατριβής του Μιχάλη, ήταν και επικεφαλής ερευνητικής ομάδας στο ‘’ Human Research Foundation ‘’. Ο Μιχάλης πήγαινε πολλές φορές αυτό το ίδρυμα και ενημέρωνε αφ’ ενός τον Ρόζεμπεργκ για την πρόοδο της διατριβής του και αφ’ ετέρου αντλούσε συνέχεια στοιχεία από έρευνες που είχαν κάνει ερευνητές του ιδρύματος. Ο Ρόζεμπεργκ έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την έρευνα του Μιχάλη. Τότε δεν γνώριζε ότι οι αμερικανοί παρακολουθούν και εντοπίζουν ελάχιστους ταλαντούχους επιστήμονες και τους ‘’ καπαρώνουν ‘’ πριν τελειώσουν τις σπουδές τους.Γι’ αυτό και ελάχιστοι έλληνες – και όχι μόνο – έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα να σταδιοδρομήσουν. Ο Ρόζεμπεργκ έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την έρευνα του Μιχάλη – έτσι νόμιζε ο Μιχάλης – αλλά περισσότερο τον ενδιέφερε ο ίδιος ο Μιχάλης ως επιστήμονας. Για’ αυτό το λόγο ρωτούσε, δήθεν αθώα τον Μιχάλη:
- Πώς βρίσκεις το ίδρυμα; Βρίσκεις τα στοιχεία που χρειάζεσαι για την έρευνα σου; Οι ερευνητές εδώ στο ίδρυμα έχουν άριστες απολαβές! Αν υπήρχε ερευνητικό πρόγραμμα εδώ στο ίδρυμα, που να σχετίζεται με το διδακτορικό σου, πως θα το έβλεπες να εργαστείς κοντά μας;
Ο Μιχάλης δεν μπορούσε να διανοηθεί, ότι τον είχαν ήδη επιλέξει για κάποια έρευνα στο ίδρυμα. Τον είχαν ξεχωρίσει σαν « κελεπούρι».
Μια βδομάδα μετά την επιστροφή του από την Ελλάδα προσελήφθει ως λέκτορας από το πανεπιστήμιο ‘’ La Guardia ‘’ για λίγες ώρες διδασκαλίας. Παράλληλα εργαζόταν για την ολοκλήρωση της διατριβής του. Σε τρεις μήνες την παρέδωσε στον καθηγητή Ρόζεμπεργκ, ο οποίος φυσικά την ενέκρινε μετά ‘’ Βαΐων και κλάδων ‘’, ενώ άφησε ένα υπονοούμενο για μελλοντική συνεργασία του Μιχάλη με το ίδρυμα.Μετά από πέντε μήνες το ίδρυμα ‘’ έριξε τον κύβο ‘’.
- Καλημέρα κύριε Μάικ, Ρόζεμπεργκ στο τηλέφωνο, τι μου κάνεις;
- Ωραία κύριε καθηγητά.
- Θα ήθελα να συναντηθούμε να συζητήσουμε ένα θέμα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
- Βεβαίως κύριε καθηγητά.
Η συνάντηση έγινε στα γραφεία του ιδρύματος.
- Μάικ σου προτείνουμε να εργαστείς ως ερευνητής στο ίδρυμα και να κάνεις εφαρμοσμένη έρευνα ως συνέχεια της έρευνας που έχεις κάνει για το διδακτορικό σου.
Ο Μιχάλης πέταξε από την χαρά του αλλά αμέσως αναλογίστηκε, « αδύνατον».
- Κύριε Ρόζεμπεργκ, έχετε υπόψη σας ότι για εφαρμοσμένη έρευνα θα χρειαστούν πολλά δισεκατομμύρια δολάρια;
- Πως. Είπε ο Ρόζεμπεργκ, λες και τα δισεκατομμύρια ήταν στραγάλια.
- Μα που θα βρεθούν τόσα χρήματα; Ποιος μπορεί να τα διαθέσει;
- Μα οι επιχειρήσεις φυσικά.
- Ποιες επιχειρήσεις μπορεί να ενδιαφέρονται για βιντεοσκοπημένα όνειρα;
- Τι σημασία έχει; Δικό τους πρόβλημα.
Ο Μιχάλης είχε κάνει από περιέργεια μια πρόχειρη οικονομοτεχνική μελέτη για να δει πόσο θα κόστιζε μια εφαρμοσμένη έρευνα. Τρόμαξε και απογοητεύτηκε « που να βρεθούν τόσα δισεκατομμύρια; Μετά από εκατό χρόνια μπορεί;».
- Κύριε καθηγητά με τιμά η πρόταση σας, πότε θέλετε να σας απαντήσω;
- Αν είναι και δυνατόν και ….. σήμερα.
- Καλά, δώστε μου μία βδομάδα περιθώριο και θα σας απαντήσω.
- Εντάξει, θα περιμένω τηλεφώνημα σου.
Μετά από μια βδομάδα ο Μιχάλης απάντησε καταφατικά και συζήτησε στο ίδρυμα με τον Ρόζεμπεργκ και τους λοιπούς υπεύθυνους το οικονομικό και το επιστημονικό της έρευνας. Έδιναν απόλυτη ελευθερία στον Μιχάλη να επιλέξει τους συνεργάτες του και τον τόπο διεξαγωγής της έρευνας. Ο Μιχάλης ήταν ακόμη επηρεασμένος από την προτροπή ‘’ προτιμάτε τα ελληνικά προϊόντα ‘’ και άρχισε να ψάχνει τα ‘’ WHO is WHO ‘’ για έλληνες επιστήμονες. Βούτηξε το ‘’ δόλωμα ‘’ των πολύ υψηλών απολαβών στην νοσταλγία για την πατρίδα και ψάρεψε τους περισσότερους έλληνες
επιστήμονες για την έρευνα.Και τότε μια τρελή ιδέα πέρασε από το μυαλό του, « να κάνω την έρευνα στην Αθήνα». Οι έλληνες επιστήμονες που πρότεινε στο ίδρυμα έγιναν αποδεκτοί. Η έρευνα ξεκίνησε με κέφι από όλη την ερευνητική ομάδα. Μετά από ένα χρόνο όλα δούλευαν ρολόι και ο Ρόζεμπεργκ ήταν ενθουσιασμένος και πάνω στη βράση του ενθουσιασμού του, ο Μιχάλης του ‘’ κόλλησε ‘’ την συνέχιση της έρευνας στην Ελλάδα. « αν σου αρέσει, πήγαινε και στο φεγγάρι, φτάνει να φτιάξεις το πρόγραμμα και να βιντεοσκοπήσεις τα όνειρα », είπε ο Ρόζεμπεργκ.
- Θα χρειαστεί περίπου ένας χρόνος προετοιμασίας για να πάει η ερευνητική ομάδα στην Ελλάδα.
- Εσύ είσαι υπεύθυνος, πήγαινε όποτε νομίζεις.
Ο Μιχάλης κατενθουσιάστηκε. Εκείνη την ημέρα γύρισε αργά στο σπίτι. Το πρωί καθόταν με την Μαίρη στην κουζίνα προσπαθώντας να ταΐσουν το παιδί, που δεν έτρωγε εύκολα το φαΐ του. Ο Μιχάλης κρατούσε ένα μεγάλο ξυπνητήρι , το κούρδιζε και μετά το έβαζε να χτυπά να αποσπά την προσοχή του παιδιού και έτσι να μπορεί να του βάζει το φαΐ στο στόμα η Μαίρη. Όταν μισοτάισαν το παιδί, ο Μιχάλης λέει στην Μαίρη:
- Έχω ευχάριστα νέα!
- Τι νέα; Ρώτησε περίεργα η Μαίρη.
- Θα πάμε στην Ελλάδα.
- Τι να κάνουμε;
Ο Μιχάλης της εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια. Η Μαίρη δεν φαινόταν να συμφωνεί. Σαν κάτι να την βασάνιζε. Δεν καταλάβαινε, ούτως ή άλλως την έρευνα του Μιχάλη και δεν πίστευε ότι μπορεί να τα κατάφερναν να βιντεοσκοπήσουν τα όνειρα. Και ποιος μπορούσε βέβαια να τα πιστέψει; Μόνο οι άνθρωποι του ιδρύματος και ελάχιστοι ερευνητές από την ομάδα το πίστευαν. « ε ρε τρέλα που δέρνει τον κόσμο! Κοίτα που πάνε τα δισεκατομμύρια, αυτοί έχουν πολύ λάδι και βάζουν στην σαλάτα! Θα τρελαθείς χριστιανέ μου με αυτές τις έρευνες, θα τρελαθείς». Έλεγε κάθε τόσο η Μαίρη. Οι ‘’ καλοθελητές ‘’ δεν το έβαζαν κάτω. Συνέχιζαν να βάζουν λόγια της Μαίρης για τον Μιχάλη και εκείνη σαν χάνος τα κατάπινε με αποτέλεσμα να έχουν συνέχεια καυγάδες και να μεσολαβεί συμφιλιωτικά πάντα η πεθερά του.
- Λοιπόν Μαίρη θα μείνουμε λίγο καιρό με τους γονείς μου, μέχρι να βρούμε ένα καλό σπίτι και να οργανώσω τους ερευνητές στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.
Το δηλητήριο έσταξε στα χείλη της. Καλύτερα να δάγκωνε κόμπρα τον Μιχάλη, παρά να ακούσει εκείνα τα φοβερά λόγια.
- Εγώ να μείνω με τον πατέρα σου και την μάνα σου, που ο πατέρας σου είναι αλήτης, μπεκρής και ξενύχτης και η μάνα σου έχει κάνει μπαστάρδια!!!
Ο Μιχάλης σήκωσε αστραπιαία το χέρι του και την σκαμπίλισε. Μετά έπιασε το παιδί το πήρε στην κρεβατοκάμαρα και γύρισε εκτός εαυτού στην κουζίνα. Άρπαξε την Μαίρη και την κόλλησε στο τοίχο σφίγγοντας της το λαιμό.
- Λέγε, ποιος σου τα είπε αυτά γιατί θα σε πνίξω!
- Δεν μπορώ να σου πω. Είπε με δυσκολία.
- Λέγε γιατί θα σε πνίξω, δεν μου γλιτώνεις! Και της έσφιξε δυνατά το λαιμό.
Ίσως και να την έπνιγε αν δεν του έλεγε στην έξαλλη κατάσταση που βρισκόταν.
- Η Ακριβή!
Ο Μιχάλης την άφησε απότομα και είπε με άγρια φωνή σαν των Βίκιγκς:
- Αυτή βρήκες να πιστέψεις, που έχει κάνει δύο μπαστάρδια με τους ιταλούς στην κατοχή; Αυτή μωρέ;
- Μα ……
- Μαμούνια, σκατά έχει το κεφάλι σου και πιστεύεις ότι σου λένε;
- Μα …..
- Σκάσε και φύγε να μην σε βλέπω.
- Μα …..
- Φύγε γιατί θα σε κάνω τόπι στο ξύλο, που θα πεις μωρή για τον πατέρα μου και την μάνα μου! Χάσου από μπροστά μου.
Αν έλεγαν στην Μαίρη να αγοράσει ένα μαύρο αυγό, που το έκανε μαύρος, θα το αγόραζε. Ήταν άκακη και απονήρευτη. Η πεθερά του πήγε αμέσως στην κουζίνα και προσπάθησε να τον καθησυχάσει.
- Όλα θα διορθωθούν παιδί μου.
- Λυπάμαι, τελείωσαν όλα, δεν αντέχω άλλο.
- Μη φεύγεις παιδί μου, θα διορθωθεί.
- Δυστυχώς δεν διορθώνεται. Είναι δυνατόν να πιστεύει αυτά τα πράγματα για τους γονείς μου, που τους γνώρισε έμεινε μαζί τους τόσο καιρό, άκουσε τα καλύτερα λόγια γι’ αυτούς και την είχαν σαν πριγκίπισσα;
- Όλα θα διορθωθούν.
Το ραγισμένο γυαλί του γάμου έγινε θρύψαλα. Ο Μιχάλης έφυγε από το σπίτι. Στο οικογενειακό δικαστήριο καθορίστηκε το ύψος της διατροφής. Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού που είχε νοικιάσει ο Μιχάλης όταν έφυγε από το σπίτι. Δύο αστυνομικοί με πολιτικά του είπαν ότι πρέπει να τον πάνε στο οικογενειακό δικαστήριο γιατί του είχε κάνει καταγγελία η γυναίκα του. Πήγαν όλοι μαζί στο δικαστήριο με το αυτοκίνητο των αστυνομικών και σε λίγο άρχισε η δίκη. Ο πρόεδρος διάβασε το κατηγορητήριο: « η σύζυγος σας, σας κατηγορεί ότι είπατε σε ένα σπίτι ότι θα την σκοτώνατε για να πάρετε το παιδί». Ο Μιχάλης άφρισε. Κοίταξε την Μαίρη που καθόταν στο διπλανό πάγκο και την λυπήθηκε για το κατάντημα της.
- Ψέματα, ψέματα.
- Το κατέθεσε μάρτυρας.
- Ποιος μάρτυρας.
- Η κυρία Συκοφαντίδου.
Η κυρία Συκοφαντίδου ήταν η πεθερά του Γιώργη του Παπαδάκη τον οποίο είχε χωρίσει η κόρη της. Ο Γιώργης ήταν μακρινός συγγενής του Μιχάλη.
- Είναι όλα ψέματα κύριε πρόεδρε.
Ο πρόεδρος πήρε ύφος βασιλικού επιτρόπου σε στρατοδικείο και είπε επιτιμητικά:
- Σας ξέρω εσάς τους έλληνες τι κουμάσια είσαστε! Σας ξέρω.
Ο Μιχάλης ένιωσε το δηλητηριασμένο βέλος της προσβολής να του τρυπά την καρδιά της ελληνικής του υπερηφάνειας. Σηκώθηκε απότομα από τον πάγκο, σήκωσε το χέρι του, τέντωσε το δάκτυλο του – τον δείκτη – σημάδεψε τον πρόεδρο ανάμεσα στα μάτια και είπε:
« δεν μπορείτε να μιλάτε εσείς έτσι για τους έλληνες, εσείς που έχετε μόλις διακόσια χρόνια ιστορία και εμείς έχουμε πάνω από τρεις χιλιάδες. Εμείς σας δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού. Αν δεν υπήρχαν οι έλληνες εσείς θα είσαστε ακόμη στα δέντρα σαν τους πιθήκους».
Αν δεν τον διέκοπτε ο πρόεδρος, ο οποίος ακούγοντας τα λόγια του Μιχάλη μάλλον θα ένιωσε σαν εξαγριωμένος χιμπατζής, ακόμη θα έλεγε ο Μιχάλης.
- Πρόσεχε τα λόγια σου, πρόσεχε τα λόγια σου, θα σε βάλω φυλακή.
- Εμένα μπορείτε να με κλείσετε φυλακή, την ελληνική ιστορία, φιλοσοφία και τον πολιτισμό δεν θα μπορέσετε να τα φυλακίσετε ποτέ. Θα είναι σαν να θέλετε να βγάλετε τα μάτια σας και να μείνετε στραβοί. Και το ‘’ Κώνειο ‘’ – αν το ξέρετε – μπορώ να το πιώ, αλλά δεν θα δεχτώ ποτέ να προσβάλετε τους έλληνες.
Ευτυχώς που δεν είχε κώνειο μαζί του ο πρόεδρος, αλλιώς θα το έδινε με το ζόρι του θρασύτατου εκείνου έλληνα. Ο πρόεδρος προφανώς ή δεν ήξερε τι ήταν το κώνειο ή ο Μιχάλης το πρόφερε με νησιώτική προφορά και δεν το κατάλαβε. Γι’ αυτό έσκυψε και ρώτησε ψιθυριστά τον γραμματέα. « τι σόι αναψυκτικό είναι το κώνειο». Ο γραμματέας του εξήγησε και του είπε ποιος ήπιε αυτό το αναψυκτικό. Ο Μιχάλης το κατάλαβε από τον μορφασμό θαυμασμού που έκανε ο πρόεδρος ο οποίος και δεν του επέβαλε την ποινή του θανάτου. Η απόφαση του δικαστηρίου έλεγε: « αναστέλλονται οι επισκέψεις του πατέρα προς το παιδί, μέχρι νεωτέρας απόφασης του δικαστηρίου». Ο πρόεδρος δεν του έδωσε ολόκληρο το ποτήρι με το κώνειο. Το υπόλοιπο του το έδωσε η Μαίρη. Ήταν πια φανερό ότι ήθελε να τον εκδικηθεί. Και τον εκδικήθηκε με τον πιο ανήθικο και απάνθρωπο τρόπο. Να μην βλέπει το παιδί και αργότερα όταν πήγε στην Ελλάδα να μην επιτραπεί καμιά επαφή. Το παιδί το βάφτισε Γιώργο, αλλά αργότερα του άλλαξε επίθετο και του έδωσε το πατρικό της. Εικοσιτρία χρόνια προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το παιδί ο Μιχάλης χωρίς επιτυχία. Όσες φορές γύρισε από την Ελλάδα στην Νέα Υόρκη δεν κατάφερε τίποτα. Αλλά ούτε και ο γιος του ήρθε σε επαφή μαζί του, παρ’ όλο που ήταν γνωστή η διεύθυνση του από τα γράμματα που τους έστελνε. Δεν έμαθε ποτέ ο Μιχάλης τι πλύση εγκεφάλου έκαναν στο παιδί. Έμαθε όμως, ότι το παιδί το μεγάλωσαν με χριστιανικές αρχές, που δέθηκε πολύ μ την εκκλησία και ψέλνει κάθε Κυριακή στην Άγιο Δημήτριο στην Τζαμέικα, στην Νέα Υόρκη. Ένα συγγενή του που ενδιαφέρθηκε δεν τον άφησαν να δει το παιδί. Κάποιες συμπατριώτισσες του όταν ερχόταν στην Ελλάδα για διακοπές του έλεγαν:
- Να δεις τι ωραίο παλικάρι είναι ο γιος σου και σου νοιάζει στην εξυπνάδα.
- Δεν ξέρατε να μου φέρετε καμιά φωτογραφία του παιδιού; Ρωτούσε με παράπονο ο Μιχάλης.
Δεν ήξερε ότι του έλεγαν ψέματα. Μετά από δεκαοχτώ χρόνια, έμαθε ότι όταν ήταν τεσσάρων χρονών το παιδί το έφεραν ο παππούς του και η γιαγιά του στην Ελλάδα όπου μεγάλωσε, τελείωσε το λύκειο, έδωσε εξετάσεις για το πανεπιστήμιο δεν πέρασε κα γύρισε στην μητέρα του στην Αερική να φοιτήσει εκεί στο πανεπιστήμιο. Μια μέρα τελείως συμπτωματικά, γνώρισε ένα ξάδερφο του γιου του, τον Γιώργο τον Ψευδό, στην Εμπορική Τράπεζα. Από τον Ψευδό μάθαινε τα νέα του γιου του. Στην τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία τους, ο Ψευδός πληροφόρησε τον Μιχάλη ότι ο γιος του τελείωσε το πανεπιστήμιο και ότι θα συνέχιζε τις σπουδές του για γιατρός. Η Μαίρη προφανώς είχε δώσει αυστηρές οδηγίες στους γονείς της και έτσι αυτοί δεν έδιναν την διεύθυνση της στην Αμερική, ούτε στους συγγενείς της στην Ελλάδα.
Το διαμέρισμα που νοίκιασε όταν έφυγε από το σπίτι, ήταν στην οδό Βαν Λούν, η οποία είναι κάθετος με την λεωφόρο Πάρσονς. Το διαμέρισμα ήταν κοντά στην διασταύρωση των δύο δρόμων. Στην απέναντι διασταύρωση υπήρχε το ελληνικό ντάινερ ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ ( τα ντάινερ είναι εστιατόρια που είναι ανοικτά επτά ημέρες την εβδομάδα, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο). Ιδιοκτήτης ήταν ο Πητ με την γυναίκα του την Άρτεμη. Όταν γνωρίστηκαν αρκετά, ο Πητ του είπε ότι είχε μια μικρή οικονομική στενότητα – έτσι έλεγαν την δυσκολία αποπληρωμής των δανείων που τους έδινε η Μαφία – και ζήτησε από τον Μιχάλη να του δίνει την επιταγή από τον μισθό του κάθε πρώτη του μήνα και στο τέλος του ίδιου μήνα να συμψηφίζεται το ποσόν με χρήματα που ξόδευε για φαγητό εκείνος στο ‘’ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’. Ο Μιχάλης συμφώνησε. Τον τρόπο του να υπογράφει το τσεκ του λογαριασμού αντί να πληρώνει μετρητά τον έβρισκε γοητευτικό και τον έκανε να νοιώθει σαν τον Ωνάση, όταν υπέγραφε ένα τσεκ, την ημέρα που έτρωγε με μια φιλενάδα του. Παρασκευή και Σάββατο, όλα τα εστιατόρια και ντάινερς είναι φίσκα και πολλές φορές σχηματίζεται ουρά έξω από την είσοδο τους. Μια τέτοια Παρασκευή ο Μιχάλης έτρωγε μόνος του στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’. Είχε παραγγείλει μια μπριζόλα και χωριάτικη σαλάτα. Την σαλάτα του την είχαν σερβίρει και περίμενε την μπριζόλα. Τσιμπούσε κομματάκια φέτας από την σαλάτα και κοιτούσε αφηρημένος τους πελάτες που μπαινοέβγαιναν. Μια κοπέλα αφαίρεσε την αφηρημάδα από το βλέμμα του. Την πρόσεξε. Όμορφη ψηλή, μελαχρινή, λεπτή, με πολύ κοντά μαλλιά. Η ματιά του Μιχάλη έγινε σαν κάβος βαποριού και τυλίχτηκε στην μέση της κοπέλας και άρχισε να την τραβά προς τον λιμάνι του.Εκείνη κοιτούσε δεξιά και αριστερά για άδειο τραπέζι. Δεν έβλεπε άδειο τραπέζι και σκεφτόταν με απόγνωση, ότι ή θα έπρεπε να περιμένει να τελειώσει κάποιος το φαγητό και να σηκωθεί ή να έφευγε να ψάξει για άλλο εστιατόριο. Προτίμησε να περιμένει, « που να τρέχω τώρα, τέτοια μέρα είναι όλα γεμάτα, όπου και να πάω θα περιμένω», σκεφτόταν την ώρα που στεκόταν κοντά στην Μιχάλη. Εκείνος που κατάλαβε αμέσως το πρόβλημα της, σηκώθηκε από την θέση του και της είπε ευγενικά:
- Δεν υπάρχει άδειο τραπέζι αυτή την ώρα. Καθίστε στο δικό μου.
Εκείνη τον ‘’ έκοψε ‘’ με μια περίεργη ματιά. Δεν της φάνηκε για κανένας αληταράς. Ένοιωσε ασφάλεια κοντά σε εκείνο τον σοβαρό, όμορφο και καλοντυμένο νέο, που την προσκαλούσε στο τραπέζι του, με το γλυκό του χαμόγελο. Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της να δει μήπως αδειάσει κάποιο τραπέζι και γύρισε και τότε ρώτησε:
- Δεν περιμένετε παρέα;
- Όχι, καθίστε παρακαλώ.
- Σας ευχαριστώ, πολύ ευγενικό εκ μέρους σας.
- Εγώ σας ευχαριστώ. Είναι ωραίο να τρώει κανείς με όμορφη συντροφιά.
- Σας ευχαριστώ. Είπε κολακευμένη και κάθισε απέναντι του.
- Εμένα με λένε Μάικ, εσένα;
- Εμένα Λήδα, Λήδα Ορτίζ.
- Ωραίο όνομα, αμερικάνικο είναι;
- Όχι, εγώ είμαι από την Κολομβία, εσύ;
- Έλληνας …. Από την Ελλάδα. Είπε χαμογελώντας.
- Α! ωραία.
Ο Μιχάλης που έκανε παρατηρήσεις σαν αστρονόμος, είχε προσέξει ότι όλοι έβγαζαν ένα μακρόσυρτο ΑΑΑ θαυμασμού όταν τους έλεγε ότι είναι έλληνας.
- Έχεις πάει στην Ελλάδα Λήδα;
- Όχι δυστυχώς.
- Δηλαδή θέλεις να πας.
- Φυσικά. Θα πάω μόλις το επιτρέψουν τα οικονομικά μου.
- Μπορείς να πας και στο νησί μου στην Ελλάδα και να μείνεις σπίτι μου.
- Ω! σε ευχαριστώ.
- Όταν πας και γυρίσεις να με ευχαριστήσεις.
- Εσύ έχεις πάει στην Κολομβία;
Ο Μιχάλης νόμισε ότι τον ρώτησε αν είχε πάει στο φεγγάρι και είπε έκπληκτος « όχι βέβαια».
- Θέλεις να πας;
- Εγώ δεν ξέρω καλά – καλά που βρίσκεται.
- Μα στην Λατινική Αερική.
- Αυτό είναι το μόνο που ξέρω για την πατρίδα σου.
- Καλά θα σου δώσω όλες τις τουριστικές πληροφορίες.
- Έχει ωραίες κοπέλες; Ρώτησε με πονηρό χαμόγελο ο Μιχάλης.
- Έχει.
- Σαν εσένα;
Εκείνη κόμπιασε. Ζήλεψε λίγο.
- Έχει πολύ ωραιότερες. Είπε με μετριοφροσύνη.
- Δεν το φαντάζομαι, είπε κοιτάζοντας την πονηρά.
Ένοιωσε την ματιά του που χάιδευε την καρδιά της. Αναρίγησε. Ξεροκατάπιε και χαμήλωσε τη ματιά της. Συνειδητοποίησε ότι ο έλληνας την φλερτάριζε. « ωραίος ο γριέγο, φαίνεται του αρέσω».
- Αλήθεια θέλεις να πας στην πατρίδα μου;
- Ναι, αλλά θα με φιλοξενήσεις αν πάω; Ρώτησε πονηρά εκείνος.
- Μα φυσικά, μετά χαράς.
- Σε ευχαριστώ …. Νομίζω ότι είναι ώρα να παραγγείλεις.
Η Λήδα παράγγειλε και εκείνη μπριζόλα και πράσινη σαλάτα. Μέχρι να τελειώσουν το φαγητό ο Μιχάλης είχε μάθει και τις αετοφωλιές της Κολομβίας από την Λήδα. Όταν τελείωσε το φαγητό ο Μιχάλης, αντί για τσιγάρο, άναψε ένα μακρύ πούρο. Του το είχε δώσει νωρίτερα ο Πητ. Εκείνη άναψε ένα λεπτό και μακρύ τσιγάρο. Όταν η Λήδα κάπνισε το δεύτερο τσιγάρο ο Μιχάλης είπε, « θα ήθελες να πάρουμε ένα ποτό στον μπαρ;».
- Γιατί όχι.
Ο Μιχάλης έκανε νόημα στην Άρτεμη, την γυναίκα του Πήτ, να φέρει τον λογαριασμό. Μετά από λίγο η Άρτεμης άφησε μπροστά του ένα δισκάκι με τον λογαριασμό και τον κοίταξε πονηρά. Η Λήδα έβγαλε από την τσάντα της το πορτοφόλι της έτοιμη να πληρώσει τον λογαριασμό της. Ο Μιχάλης δεν την άφησε να αναπνεύσει.
- Α! όλα δικά μου.
- Μα σας παρακαλώ.
- Δεν θέλω να με παρακαλείς όταν κάνω κάτι που μου αρέσει.
- Μα ….
- Μαμούνια! Είπε ελληνικά ο Μιχάλης.
- Δεν κατάλαβα, τι είπες;
- Ότι εγώ θα πληρώσω τον λογαριασμό.
- Εντάξει, αφού επιμένεις; Πάντως σε ευχαριστώ πολύ.
Εκείνος πήρε τον λογαριασμό τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι, έβγαλε την καλή του πέννα, έγραψε πάνω: ‘’ τυχερά ‘’ δύο δολάρια και υπέγραψε επιδεικτικά.
- Αυτά είναι για σένα. Είπε στην Άρτεμη δείχνοντας της με το δάκτυλο του το σημείο που είχε γράψει τα τυχερά.
Είχε σκεφτεί να εντυπωσιάσει την Λήδα. Εκείνη εντυπωσιάστηκε. Δεν είχε ξαναδεί κανένα να πληρώνει με αυτόν τον τρόπο τον λογαριασμό.« ποιος να είναι άραγε; Κανένας μεγάλος που θα του στέλνουν τον λογαριασμό στο σπίτι». Άρχισε να τον κοιτά ερευνητικά, μήπως και της θυμίζει κάποια γνωστή προσωπικότητα. Ο Μιχάλης κατάλαβε τι σκεφτόταν από τον τρόπο που τον κοίταζε και σκέφτηκε να της κάνει ένα αστείο.
- Λοιπόν πάμε για ποτό;
- Ναι, ναι.
Σηκώθηκαν και πήγαν και κάθισαν στην άκρη του μπαρ. Ο Μιχάλης παράγγειλε την βότκα με τον χυμό του πορτοκαλιού και εκείνη θέλοντας να δείξει ότι έχει τις ίδιες προτιμήσεις με ένα ‘’ μεγάλο ‘’ σαν τον Μιχάλη παράγγειλε το ίδιο ποτό.
- Θέλω να σε ευχαριστήσω ξανά για το δείπνο.
- Έλα, ακόμη το θυμάσαι;
- Δεν μου έχει ξανατύχει ποτέ να …..
- Πήγαινε στην Ελλάδα να μην πληρώσεις ποτέ.
- Τι μου λές! Είπε κατάπληκτη.
- Η μεγαλύτερη αγένεια στην Ελλάδα είναι να επιτρέψεις σε γυναίκα που συνοδεύεις να πληρώσει τον λογαριασμό. Και είναι καλύτερο να με φτύσεις παρά να κάνεις τέτοιο πράγμα.
- Τι μου λες;
- Λοιπόν δεν μου είπες τι δουλειά κάνεις;
- Δουλεύω ως γραμματέας στην κολομβιανή εμπορική αντιπροσωπεία. « αυτή έπρεπε να έχω γραμματέα να στολίζει το γραφείο μου».
- Θαυμάσια!
- Εσύ τι δουλειά κάνεις;
- Σκηνοθέτης.
- Αλήθεια! Ρώτησε με θαυμασμό εκείνη.
- Ε, τι να κάνουμε είπε με προσποιητή μετριοπάθεια.
Το γλυκό ήρθε και έδεσε. Η εμφάνιση του Μιχάλη με το μπεζ ανοιξιάτικο κουστούμι, το κόκκινο μεταξωτό πουκάμισο με τις άσπρες βούλες, το πούρο, η άνεση στην επικοινωνία, το λεπτό χιούμορ, επιβεβαίωσαν τις υποψίες της Λήδας, ότι είχε δίπλα της ένα ‘’ μεγάλο ‘’.
- Και εγώ κάποτε ήθελα να γίνω ηθοποιός. Είπε με παράπονο.
- Για μια καλλονή, σαν εσένα, ποτέ δεν είναι αργά. Είπε με ύφος μεγάλου σκηνοθέτη.
- Είναι αργά και σχεδόν αδύνατον, αν δεν γνωρίζεις κάποιον του κυκλώματος. Αποκρίθηκε και θυμήθηκε τι της έλεγαν οι φίλες της, « αν δεν περάσεις κακομοίρα μου από το κρεβάτι παραγωγού ή σκηνοθέτη ξέχασε το».
- Ποτέ δεν είναι αργά, αρκεί να πέσεις σε έξυπνο άνθρωπο του χώρου και να εκτιμήσει τα προσόντα σου.
- Σαν εσένα;
- Ακριβώς. Είπε αποφασιστικά ο πανούργος έλληνας.
Η Λήδα είδε ξαφνικά τον εαυτό της να ποζάρει μπροστά στις κάμερες και να ακολουθεί της οδηγίες του σκηνοθέτη.
- Δηλαδή μπορείτε να με βοηθήσετε να γίνω ηθοποιός;
- Από σένα εξαρτάται.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά. Έσκυψε και φίλησε τον Μιχάλη στο μάγουλο και είπε χαδιάρικα:
- Σε ευχαριστώ Μαικ.
Τα λόγια του Μιχάλη της είχαν χαϊδέψει τρυφερά το μεγάλο της όνειρο. Γύρισε την κοίταξε τρυφερά, σήκωσε το χέρι του και με το εξωτερικό μέρος της παλάμης της χάιδεψε απαλά το μάγουλο. Του άρεσε το αστείο και σκέφτηκε να το συνεχίσει μέχρι να το καταλάβει εκείνη. Και έτσι αφού δεν θα έχανε ούτε ‘’ την τσόχα ούτε τα ραφτικά ‘’ συνέχισε να παριστάνει τον μεγάλο σκηνοθέτη.
- Και τι πρέπει να κάνω;
- Πρέπει να έχεις τελειώσει την δραματική σχολή, δεν είναι έτσι;
- Και βέβαια. Με άριστα.
- Α! ωραία, αφού έχεις και όλα τα υπόλοιπα προσόντα, περισσότερα και από την Ρακέλ Γουέλτς και είσαι και μελαχρινή…..
- Αλήθεια μου λές;
- Και λίγα σου είπα.
Η Λήδα ήταν τρισευτυχισμένη σαν να της είπαν ότι η ταινία που πρωταγωνιστεί παιζόταν ταυτόχρονα σε όλους τους κινηματογράφους του κόσμου. Διάβαζε τις κριτικές του έργου, έβλεπε να τρέχουν ξωπίσω της οι δημοσιογράφοι με τα ματσούκια να της αποσπάσουν έστω και δύο λόγια. Ο Μιχάλης διάβαζε τις σκέψεις της στα μάτια της που έλαμπαν από ευτυχία. Άρχισε να έχει τύψεις. Έβλεπε τώρα τον εαυτό του σαν το καμάκι που μπαίνει εύκολα στο κρέας, αλλά βγαίνει πολύ δύσκολα γιατί το εμποδίζουν τα αγκρίφια του, « τι έκανα ο ηλίθιος κι είναι τόσο γλυκό κορίτσι». Ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο πότο που είχε μείνει στο ποτήρι και παράγγειλε αμέσως και άλλο. Έμεινε σιωπηλός μέχρι που ήρθε το άλλο ποτό. Ήπιε με μια γουλιά πάνω από το μισό. Το ποτό άρχισε να τον κεφίζει. Ήπιε μονορούφι το υπόλοιπο ποτό και άναψε ένα νέο τσιγάρο – το πούρο το είχε σβήσει στο τραπέζι που έτρωγαν.Κοίταξε την Λήδα που τον χάιδευε με την ματιά της και κρεμόταν από τα χείλη του. Τώρα πίστευε αυτό που της είχε πει προηγούμενος, ότι έχει περισσότερα προσόντα από την Ρακέλ Γουέλτς. Τα προσόντα της άρχισαν να του χαϊδεύουν το κορμί. Ο έρωτας του ψιθύρισε: « ε ρε Μιχάλη, τι το βλέπεις το κορίτσι; Κάδρο θα το κάνεις; Έμπαινε ρε δικέ μου». Και πήρε την απόφαση ο δικός του, « και γαία πυρή μειχθήτω», « βενσερέμος», σκέφτηκε και είπε στην Λήδα:
- Όπως σου είπα έχεις όλα τα προσόντα, κάποια στιγμή πρέπει να σου τραβήξω μερικά δοκιμαστικά, για να δω ποιος από τους δεύτερους ρόλους σου ταιριάζει στην καινούργια μου ταινία.
Τα χείλη της Λήδας, από την χαρά της φτερούγισαν, κάθισαν στο μάγουλο του Μιχάλη και τον φίλησαν. Δεν έβγαλε άχνα. Τον κοιτούσε συνέχεια σαν να ήταν ο Χριστός στη ‘’ Δευτέρα Παρουσία Του ‘’. Ο Μιχάλης άκουσε τον έρωτα να του ξαναψιθυρίζει, « τι θα γίνει ρε δικέ μου, ακόμα θα σαλιαρίζεις με το κορίτσι;».
- Λοιπόν δεν μου είπες, είσαι ευχαριστημένη;
- Μόνο ευχαριστημένη; Πολύ ευτυχισμένη.
Ο Μιχάλης υπάκουε πια τυφλά στις επιθυμίες του έρωτα.
- Θα ήθελες να πίναμε ένα ελληνικό καφέ στο σπίτι μου;
- Πάμε. Είπε και πετάχτηκε όρθια, σαν στρατιώτης που υπακούει σε διαταγή στρατηγού. Εκείνη την στιγμή και στο Ταμ – Τουμ για μαϊμούδες να της έλεγε εκείνη θα πήγαινε τρέχοντας. Ο Μιχάλης υπέγραψε τον λογαριασμό και έφυγαν για το σπίτι του. Την οδήγησε σε ένα καναπέ στη μικρή σαλοκρεβατοκάμαρα. Εκείνη χώθηκε στον καναπέ και ο Μιχάλης όρθιος χαζεύοντας την που είχε γείρει πίσω το κεφάλι της, « σε τι ταινία θα παίζει άραγε;», συλλογίστηκε.
- Πόση ζάχαρη θέλεις στον καφέ σου; Την ρώτησε.
- Εγώ θα ήθελα ένα ελληνικό ποτό.
- Τι θέλεις ούζο ή μπράντυ;
Το ούζο προφανώς θα ήταν άγνωστο και είπε αμέσως:
- Μπράντυ θέλω. Και τον κοίταξε προκλητικά.
Ο Μιχάλης γύρισε με δύο ποτήρια μπράντυ, της έδωσε το ένα και κάθισε δίπλα της.
- Γεια σου Μάικ.
- Γεια σου Λήδα.
- Α! θαυμάσιο ποτό Μάικ.
Και το σαλέπι θαυμάσιο θα το έβρισκε αρκεί να ήταν ελληνικό. Ήπιε μια δεύτερη γουλιά και είπε, « ελληνική μουσική δεν έχεις;». Ο Μιχάλης χωρίς να απαντήσει πλησίασε το μαγνητόφωνο, έβαλε μια κασέτα, πάτησε το κουμπί και γύρισε και κάθισε δίπλα της. Η μελωδία του ‘’ Συρματικού ‘’ πλημμύρισε το δωμάτιο. Οι δοξαριές του φίλου του, του Μηνά του Παπαμηνά, ανέβασαν το κέφι του Μιχάλη στα επουράνια. Άρχισε να σφυρίζει το σκοπό. Αυτή την μελωδία άκουγε ο Θεός και κέφιζε. Ούτε Μπετόβεν, ούτε Βάγκνερ , ούτε ο Στράους, ούτε ο Τσαϊκόφσκι.
Η Λήδα τον κοίταξε κάπως περίεργα για ένα λεπτό, με πάθος που σιγοτραγουδούσε τον ‘’ Συρματικό ‘’. Δεν είχε ξανακούσει τέτοια μελωδία.
- Ελληνική μουσική είναι αυτή;
- Νησιώτικη.
- Σαν μπλουζ είναι.
Ο πανούργος Οδυσσέας του σφήνωσε μια ιδέα στο μυαλό.
- Νησιώτικο μπλουζ. Τι λες χορεύομε;
Πριν τελειώσει την τελευταία λέξη, εκείνη τινάχτηκε σαν ελατήριο από τον καναπέ, τον τράβηξε και τον σήκωσε όρθιο. Σφίχτηκε πάνω του και τον φίλησε με πάθος. Η κολομβιανή φλόγα τον έκανε ηφαίστειο, « και γαία πυρή μειχθήτω». Η εβραιοπούλα, η Λίντα, φάνταζε μπροστά στην Λήδα σαν μαθήτρια εβραϊκού κατηχητικού. Ο Μιχάλης διαπίστωσε με ευχαρίστηση πως διεξάγουν οι λατίνες τον τρωικό πόλεμο στο κρεβάτι. Την άλλη μέρα που έφυγε η Λήδα, ‘’ εις ανάμνησην ‘’ εκείνης της λατινοαμερικάνικης βραδιάς έγραψε:
Συρματικέ την έφερες, μέσα στην αγκαλιά μου,
κάηκε κολομβιανά η έρημη καρδιά μου
***
αυτή ήτανε ηφαίστειο, ο έρωτας της λάβα
και μόνο τέτοιες να βρεθούν, στου πόθου μου το διάβα
***
τον τρωικό πόλεμο είδα χωρίς ψεγάδι
και από την γλύκα έφτασα στα πρόθυρα του Άδη».
***
Κάθε μέρα που περνούσε, ο Μιχάλης αφιέρωνε όλο και περισσότερο χρόνο για καμάκι, λες και τον είχε πιάσει αμόκ. Θηλυκιά κατσαρίδα δεν του γλίτωνε. Ήταν τέλη Μάιου και σε τρεις μήνες θα γύριζε στην Ελλάδα. Δεν πήγαινε, παρά σπάνια στο γραφείο. Έπρεπε να κάνει όλα τα απαραίτητα ψώνια και να τακτοποιήσει τις προσωπικές του υποθέσεις.
Είχε ‘’ φοβηθεί το μάτι ‘’ του Πητ και της Άρτεμης.
- Μάγια τους κάνεις; Πότε τις προλαβαίνεις βρε Καζανόβα τόσες πολλές; Τον ρωτούσε η Άρτεμης με θαυμασμό, λες και τον ζήλευε.
Εκείνη του είχε βγάλει το παρατσούκλι Καζανόβας. Για να προλαβαίνει, περισσότερες κοπέλες είχε ωράριο. Μέχρι το μεσημέρι έβγαινε με την μια. Πήγαινε για μπάνιο, για ψώνια ή βόλτα μαζί της, μέχρι το μεσημέρι. Γύρω στην μία την πήγαινε σπίτι του, έκανε έρωτα, μετά πήγαιναν απέναντι στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ για φαγητό, από όπου έφευγε η κοπέλα. Γύρω στις δυόμισι, ερχόταν η δεύτερη φιλενάδα του, κατευθείαν σπίτι του, έμενε μέχρι τις έξι, μετά πήγαιναν για καφέ στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ και στις έξι και μισή έφευγε κοπέλα. Στις εφτά πήγαινε η Λήδα την οποία είχε διατηρήσει ως μόνιμη βραδινή φιλενάδα του, « όποιος πηδά πολλά παλούκια στο τέλος θα καθίσει πάνω σε ένα». Έτσι και ο Μιχάλης δεν μπορούσε να είναι η εξαίρεση του κανόνα. Ένα απόγευμα καθόταν με την Τζούλη, μια αγγλίδα φοιτήτρια που σπούδαζε εγκληματολογία και ήθελε να γίνει αστυνομικός όταν θα γύριζε στο Μπρίστολ στην Αγγλία. Του έκανε εντύπωση το επίθετο της, Μπέικον και την πείραζε
- Πόσο θα σε ήθελα το πρωί με αυγά …..
Η ώρα πλησίαζε εφτά και η Τζούλη δεν είχε φύγει ακόμη. Ο Μιχάλης από την τζαμαρία του ‘’ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ παρακολουθούσε το δρόμο του σπιτιού του. η Τζούλη είχε πιει αρκετά και είχε μισομεθύσει.
- Απόψε θέλω να κοιμηθώ μαζί σου. Του έλεγε χαδιάρικα και παραπονιάρικα, και εκείνος απαντούσε:
- Δεν γίνεται, έχω δουλειά.
- Όλο δουλεία έχεις, όλο δουλειά.
Η Τζούλη ήθελε να ακούσει τον ‘’ Συρματικό ‘’ και μια φορά βράδυ. Όλο απόγευμα τον άκουγε. Πάντα είχε ‘’ ερευνητική εργασία ‘’ στο ίδρυμα. Η Τζούλη είχε σφιχτεί πάνω του, σαν βδέλλα και τον παρακαλούσε, ενώ εκείνος είχε αρχίσει να τον κόβει κρύος ιδρώτας που έβλεπε ότι πλησιάζει επικίνδυνα η ώρα που θα εμφανιζόταν η Λήδα. Κάποια στιγμή βλέπει την Λήδα να πηγαίνει προς το σπίτι του και να χτυπά το κουδούνι. Τον έπιασε πανικός. Ήξερε τι τον περίμενε αν τον έβρισκε η Λήδα με άλλη. Το λιγότερο θα του έβγαζε τα μάτια. Μπορεί οι λατινοαμερικάνες να είναι θερμότερες και οι πιο ερωτιάρες γυναίκες αλλά είναι και οι πιο ζηλιάρες. Αν δεν άνοιγε η πόρτα του σπιτιού του η Λήδα πήγαινε και τον περίμενε πάντα στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’. Το ντοκτορά στην φιλοσοφία της … δικαιολογίας το είχε προ πολλού πάρει με άριστα ο Μιχάλης.Κατάφερε να απαγκιστρωθεί από την Τζούλη και λέγοντας της, με το ύφος του προέδρου της Αμερικής που ξέχασε να πατήσει το κόκκινο κουμπί και να εξαπολύσει τα πυρηνικά εναντίον των ρώσων:
- Πρέπει να πάω αμέσως στο αεροδρόμιο, πρέπει να υποδεχτώ τον πρόεδρο του ιδρύματος.
Σηκώθηκε και βγήκε αμέσως από το ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’. Η Λήδα ερχόταν ήδη προς το ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ και την πρόλαβε μόλις πέρασε το φανάρι από το απέναντι πεζοδρόμιο. Την έπιασε από το χέρι και την έσυρε προς το πεζοδρόμιο.
- Που πάμε ρώτησε απορημένη.
- Θα σου πω. Είπε αλαφιασμένος ο Μιχάλης.
Στο δρόμο σταμάτησαν και ο Μιχάλης είπε στην Λήδα πριν προλάβει να του κάνει ‘’ ιερά εξέταση ‘’:
- Μόλις μπήκε κάποιος στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ που με πιέζει να του δανείσω χρήματα και θέλω να τον αποφύγω, κατάλαβες;
Ο τρόπος που το είπε δεν της άφηνε καμιά αμφιβολία. Ούτως η άλλως ο Μιχάλης είχε ‘’ γίνει ηθοποιός ‘’, εκτός από σκηνοθέτης, παραγωγός, μάνατζερ και δεν συμμαζεύεται η φαντασία του. Σε δύο λεπτά βγήκε η Τζούλη από το εστιατόριο και απομακρύνθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μόλις έστριψε στον πρώτο δρόμο που είχε το αυτοκίνητο της, ο Μιχάλης μπήκε στο ‘’ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ και κάθισε στο ίδιο τραπέζι που καθόταν πέντε λεπτά πριν. Κάθισαν και ο Μιχάλης ρώτησε την Λήδα τι θα πάρει : « ένα καφέ και ένα τσιζκέικ με φράουλες». Ο Μιχάλης κοίταξε να δει την Άρτεμη η οποία εκείνη την στιγμή έβγαινε από την κουζίνα κρατώντας μια μεγάλη πιατέλα με φαγητά. Σήκωσε το χέρι του για να τον δει. Εκείνη βγαίνοντας από την κουζίνα, έστριψε αριστερά προς την πλευρά που καθόταν ο Μιχάλης.Βλέποντας τον να κάθεται με διαφορετική κοπέλα σε διάστημα πέντε λεπτών, γούρλωσε τα μάτια της και από την έκπληξη, της έπεσε η πιατέλα στο δάπεδο και έγινε κομμάτια. Κοίταξε τον Μιχάλη και του κούνησε απειλητικά το χέρι, εννοώντας « αχ, βρε καζανόβα τι μου έκανες». Όταν κάποια στιγμή η Άρτεμης πέρασε από δίπλα του, του είπε ελληνικά: « θα σου βγάλει καμία τα μάτια, δεν την γλιτώνεις». Φαίνεται κάποτε ο Θεός θυμήθηκε την Άρτεμης και … φύλαξε τον κλέφτη αντί για τον νοικοκύρη.
Ένα απόγευμα καθόταν στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ με μια δασκάλα των πορτογαλικών από την Βραζιλία, την Άννα – ενώ εκείνος ‘’ έπαιζε ‘’ τον …. δάσκαλο των ελληνικών. Μόνο … παπάς δεν είχε γίνει ο αθεόφοβος, αλλά αν έβρισκε κάποια καλόγρια και αυτό ήταν πιθανό …..
Η ώρα ήταν εφτά παρά είκοσι και ο Μιχάλης είχε αρχίσει να σκέφτεται την Λήδα που θα ερχόταν στις εφτά. Γύρισε κάποια στιγμή το κεφάλι του στον δρόμο του σπιτιού του και πάγωσε το αίμα του. Η Λήδα ανέβαινε το πρώτο σκαλοπάτι της εισόδου του ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’. « θα μου βγάλει τα μάτια». , « έχετε γεια βρυσούλες», « δεύτε τελευταίον ασπασμόν», « αποθανέτω η ψυχή μου μετά των μαύρων», « τετέλεσται».Πρόλαβε όμως να σκεφτεί τους αρχαίους του προγόνους. « ανδρών γαμίκων πάση γη τάφος». Κοίταξε με απελπισία προς τον ουρανό, λες και ήθελε να παραπονεθεί του Θεού, αντί για τα μάτια του Θεού, είδε τα μάτια της Λήδας να τον αγριοκοιτάζουν και τα χέρια της κυρτά σαν του γερακιού, έτοιμα να του βγάλουν τα μάτια.
- Ποια είναι αυτή; Ρώτησε αγριεμένη και δείχνοντας με το δάκτυλο της επιτιμητικά την Άννα.
« τώρα θα ξεμαλλιαστούν», σκέφτηκε ο Μιχάλης.
Τέτοιες στιγμές απείρου κάλους βλέπει συχνά κανείς στην λατινική Αμερική. Η ταχύτητα της σκέψης του έσπασε την ταχύτητα του φωτός.
- Είναι φιλενάδα του ξάδερφου μου, του Τζώρτζ.
- Δεν με γελάς, εμένα.
Η Άννα είχε τρομοκρατηθεί και δεν έβγαζε άχνα. Κατάλαβε ότι ο Μιχάλης βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση και δεν ήθελε να εξαγριώσει την Λήδα.
- Κάθισε και μην νευριάζεις. Είπε κάπως ψύχραιμα ο Μιχάλης.
Η Λήδα έριξε μια ερευνητική ματιά στην Άννα, σαν να ήθελε να διαπιστώσει αν έλεγε την αλήθεια. Την είδε αμίλητη και ατάραχη και κάθισε δίπλα του χωρίς να τον πιστέψει. Του έριξε μια τσιμπιά στο μπούτι, που ακόμα υπάρχουν τα σημάδια. Ο Μιχάλης έκανε ένα μορφασμό πόνου και συγκράτησε μια κραυγή. Η Λήδα έριξε μια ματιά στο στόμα της Άννας, λες και ήθελε να δει τα σημάδια από τα φιλιά του Μιχάλη στα χείλη της. Η Άννα δεν μπορούσε να αντέξει εκείνη την ματιά που τρυπούσε ταύρο σε αρένα και κάρφωσε την ματιά της στο τραπέζι. Για μια στιγμή κοίταξε τον Μιχάλη. Η απειλητική ματιά του κατάλαβε τι ήθελε να της πει, « πρόσεξε κακομοίρα μου μην πεις τίποτα γιατί θα σε γδάρω ….».Αφού η Λήδα δεν είδε τα σημάδια στα χείλη της Άννας, από τα φιλιά του Μιχάλη, τον ρώτησε το ίδιο άγρια όπως και πριν:
- Ώστε αυτή είναι η φιλενάδα του φίλου σου;
Ο Μιχάλης πάτησε το πόδι της Άννας δυνατά και απάντησε:
- Ναι σου είπα. Προσπαθώντας να δείχνει πειστικός.
- Και που είναι ο φίλος σου;
Η μυθιστοριμακή φαντασία του Μιχάλη του έφερε την απάντηση στο στόμα.
- Κανονίσαμε να τον πάρουμε από το σπίτι του.
- Και που είναι το σπίτι του; Ρώτησε αμέσως, σαν να ήθελε να προλάβει την φαντασία του να βρεί και άλλη δικαιολογία.
- Στην Αστόρια.
- Δεν σε πιστεύω. Είπε και ήταν έτοιμη να ρωτήσει την Άννα για να βεβαιωθεί.
- Πάμε αμέσως, μας περιμένει.
Η Λήδα έδειξε να ηρεμεί κάπως. Η Άννα παρέμενε αμίλητη. Πίστεψε ότι, « τούτη θα είναι το μόνιμο κορίτσι του», δεν διακινδύνεψε να χάσει τον ‘’ Συρματικό ‘’. Έφυγαν από το εστιατόριο, μπήκαν στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς την Αστόρια. Η Άννα κάθισε στο πίσω κάθισμα. Η Λήδα καθόταν ακόμη σε ανάμενα κάρβουνα. « ο Αη Γιώργης από τις Χαδιές να βάλει το χέρι του, να είναι ο Γιώργης στο σπίτι», σκεφτόταν συνέχεια στη διαδρομή ο Μιχάλης. Τον μακρινό του ξάδερφο τον Γιώργη τον Παπαδάκη είχε σκεφτεί εκείνη την στιγμή στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’. Το σπίτι του Γιώργη ήταν σε ένα στενό μονόδρομο, που τον στένευαν ακόμη περισσότερο τα παρκαρισμένα δεξιά και αριστερά του αυτοκίνητα. Μόλις και χωρούσε να περάσει, με προσοχή, αυτοκίνητο, λες και ήταν δρόμος της Κυψέλης. Ο Μιχάλης σταμάτησε το αυτοκίνητο ακριβώς μπροστά στο κτίριο που ήταν το διαμέρισμα του Γιώργη, κλείνοντας την κυκλοφορία. Βγήκε από το αυτοκίνητο και ανέβηκε σαρανταπέντε – σαρανταπέντε τα σκαλιά. Χτύπησε το κουδούνι και σαν να περίμενε πίσω από την πόρτα ο Γιώργης, την άνοιξε αμέσως. Αυτή την φορά ήταν η σειρά του κλέφτη να τον φυλάξει ο Θεός. Ξαφνιάστηκε μόλις είδε τον Μιχάλη και πριν προλάβει να πει: « πως ήταν αυτό το καλό;», ο Μιχάλης τον τράβηξε σαν ψοφίμι έξω από το σπίτι λέγοντας:
- Γρήγορα Γιώργη κινδυνεύω!!!
Ο Γιώργης νόμισε ότι τον κυνηγούν τον Μιχάλη τίποτα μαύροι και του λέει:
- Μην φοβάσαι βρε, εδώ είμαι εγώ.
Ο Γιώργης ήταν κοντός αλλά νευρώδης και δυνατός σαν ταύρος. Δούλευε μαραγκός στους ουρανοξύστες. Μια μέρα ένας φίλος τους για να εξηγήσει πόσο δυνατός ήταν ο Γιώργης είπε:
- ο Γιώργης δεν καρφώνει τα καρφιά στα ξύλα με το σκεπάρνι, αλλά με την παλάμη του!
- Μην φοβάσαι Γιώργη δεν με κυνηγά κανένας, έχω κάτω στο αυτοκίνητο δύο γκόμενες και είπα στην μια, για να μην μου βγάλει τα μάτια ότι η άλλη είναι φιλενάδα σου. Έλα κάτω κάθισε δίπλα της και εγώ θα σου λέω στ ελληνικά τι θα κάνεις. Άννα την λένε την ‘’ δικιά ‘’ σου.
- Βρε αθεόφοβε, δύο μαζί;
- Σκάσε και προχώρα γιατί έχω κλείσει και τον δρόμο.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν την στιγμή που ένας έλληνας οδηγός επειδή τον είχε κλείσει το αυτοκίνητο του Μιχάλη, είχε βγάλει το κεφάλι έξω από το τζάμι και φώναζε στα ελληνικά: « που είναι μωρή σκρόφα ο οδηγός να τον σκίσω;». Ο Γιώργης κάθισε στο αυτοκίνητο κοντά στην Άννα αλλά όχι ακριβώς δίπλα της. Μόλις αντίκρισε την Άννα είπε με θαυμασμό στα ελληνικά: « παναγία μου, γυναικάρα».Εκλεκτικός ο Μιχάλης. Διάλεγε σαν ‘’ ηθοποιός ‘’ τις πρωταγωνίστριες του. Η Άννα φορούσε εκείνη την ημέρα και λόγω ζέστης, εξωτερικής και εσωτερικής ένα καυτό σορτς και από πάνω ένα στηθόδεσμο από μαγιό.
- Όλη δική σου Γιώργη.
Εκείνος κάρφωσε τα μάτια του στα μπούτια της και άρχισε να ξερογλείφεται σαν αγελάδα.
- Που πάμε; Ρώτησε περίεργα η Λήδα.
- Στο ‘’ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ για φαγητό. Είπε ο Μιχάλης και φαντάστηκε τι γκριμάτσες θα έκανε η Άρτεμης όταν τους έβλεπε.
- Λέγε ρε; Πρόσταξε ανυπόμονα ο Γιώργης.
- Πήγαινε πιο κοντά της και ψιθυριστά να της πεις πως είναι πάρα πολύ όμορφη και ότι σου αρέσει. Είπε ο Μιχάλης και άρχισε να τους παρακολουθεί από το καθρεφτάκι.
Ο Γιώργης, σαν καλός μαθητής έκανε ότι του είπε ο Μιχάλης και φαίνεται ότι η Άννα κολακεύτηκε πολύ, γιατί χαμογέλασε με ικανοποίηση.
- Και τώρα ρε; Ρώτησε πάλι ανυπόμονα ο Γιώργης.
- Ξαναπές τη το ρε.
- Πάλι τα ίδια;
- Πάλι ρε.
Ο Γιώργης ξαναψιθύρισε τα ίδια και η Άννα ξαναχαμογέλασε τι ίδιο. Ο Μιχάλης που παρακολουθούσε από το καθρεφτάκι είπε:
- Καλά τα πας, πολύ καλά.
Ο Γιώργης πήρε θάρρος.
- Να την φιλήσω βρε;
- Θα σου πω πότε. Πες της τώρα ότι θέλεις να σου μάθει πορτογαλέζικα.
- Τι λες ρε;
- Καθηγήτρια των πορτογαλικών είναι, κατάλαβες;
Η Άννα που από τα ελληνικά κατάλαβε την λέξη πορτογαλικά, ρώτησε τον Γιώργη.
- Μιλάς πορτογαλικά;
Ο Γιώργης έπιασε την ευκαιρία από τα μαλλιά και της τα … έβγαλε.
- Θέλω να με μάθεις. Είπε με λάμψη στα μάτια.
- Αλήθεια θέλεις;
- Ναι, ναι, πότε θα με μάθεις;
- Όποτε θέλεις. Είπε η Άννα που άρχισε να νοιώθει καλύτερα με τον κουστουμαρισμένο στην τρίχα Γιώργη.
- Πες βρε ευχαριστώ και φίλησε την στον μάγουλο. Είπε ο Μιχάλης που πρόλαβε την απάντηση του Γιώργη.
Είπε και εγένετο. Η Άννα γύρισε και κοίταξε γλυκά τον Γιώργη.
- Ρώτησε την βρε πως λένε στα πορτογαλικά ‘’μ ‘ αρέσεις ‘’ και μετά πες τη ότι σου αρέσει στα πορτογαλικά.
Μαγνητόφωνο ο Γιώργης. Ρώτησε, άκουσε, της είπε πορτογαλικά μ’ αρέσεις και η Άννα του απάντησε και εκείνη πορτογαλικά ‘’ μ’ αρέσεις Τζώρτζ ‘’. Ο Γιώργης ένοιωσε αμέσως κάτι να κινείτε στο σώβρακο.
- Πιάσε την από το σαγόνι και φίλησε την γλυκά.
Ο Γιώργης κοντοστάθηκε, του φάνηκε παράτολμο εγχείρημα.
- Θα θέλει ρε;
- Πες πάλι ότι σου αρέσει στα πορτογαλικά και μετά φίλησε την, όταν σου πει και εκείνη το ίδιο.
Ο Γιώργης εκτέλεσε την εντολή του Μιχάλη, την φίλησε χωρίς εκείνη να αντιδράσει, κάτι που έκανε τον Γιώργη να λύσει το σκύλο από την αλυσίδα. Απομάκρυνε για λίγο το κεφάλι του κα την ξαναφίλησε με πάθος. Ο Μιχάλης αναστενάζοντας από ανακούφίση, σκούντηξε την Λήδα, που ήταν ακόμη θυμωμένη και της είπε στα ισπανικά:
- Κοίτα.
Εκείνη γύρισε το κεφάλι της τους είδε που φιλιόντουσαν, γύρισε και χαμογέλασε στον Μιχάλη, σαν να του έλεγε, « παραλίγο να σου βγάλω τα μάτια». Ο Γιώργης στο πίσω κάθισμα, δεν χρειαζόταν πια τις οδηγίες του Μιχάλη. Τώρα ο Γιώργης προσπαθούσε να καταλάβει, αν οι ροζιασμένες παλάμες του γαργαλιόνται από το χνούδι που δεν είχαν τα μπούτια της Άννας. Έφτασαν στο ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ και κάθισαν στο γωνιακό τραπέζι της τραπεζαρίας. Ο Γιώργης χωρίς να πιει είχε έρθει στο τσακίρ κέφι.
- Όλα δικά μου ξάδερφε.
- Να φάμε θαλασσινά που είναι διεγερτικά.
- Ότι βοηθά την κατάσταση.
Ο Μιχάλης φώναξε την Άρτεμη. Εκείνη πλησιάζοντας έκανε μια χειρονομία που μόνο ο Μιχάλης καταλάβαινε.
- Κούκλα, φέρε μας ένα μπουκάλι κρασί ελληνικό, το καλύτερο.
- Να σου φέρω ένα, "Μπουτάρι", "Αγιορείτικο", "Κρητικό". Είπε όλα τα ελληνικά κρασιά.
- Έχεις κασιώτικο; Είπε για να την πειράξει.
- Εσύ θα με τρελάνεις.
- Φέρε μας ένα "Μπουτάρι" και βάλε πάνω το τσουκάλι να βράζουν τέσσερις μεγάλοι αστακοί και φέρε μας, μέχρι να ψηθούν οι αστακοί, δύο πιατέλες φρέσκα στρείδια και μπόλικα λεμόνια.
Η Άρτεμης χαμογέλασε πονηρά και έκανε μια κίνηση με το χέρι της. Έτσι του έκανε πολλές φορές όταν υπολόγιζε την συνέχεια του … έργου – που ο Μιχάλης την ερμήνευε, « θα έχουμε πάλι …. υπερωρίες με συρματικό».
- Λοιπόν Γιώργη και όλο εις υγείαν θα λες στο κορίτσι, αφού πρώτα την ρωτήσεις πως λένε εις υγείαν στα πορτογαλικά.
Ήρθαν τα στρείδια και το κρασί και άρχισε το ‘’ εις υγείαν ‘’, πότε στα πορτογαλικά πότε στα ελληνικά και πότε στα σπανιόλικα.
- Φέρε και άλλο κρασί! Διέταξε τώρα κεφάτος ο Γιώργης.
Μέχρι να φάνε τους αστακούς, είχαν πιει πέντε μπουκάλια κρασί. Το περισσότερο βέβαια το ήπιε ο Γιώργης με την Άννα. Δώστου ‘’ εις υγείαν ‘’ και δώστου φιλιά ο Γιώργης.
- Πάντα τέτοια ξάδερφε! Του έλεγε ο Μιχάλης.
Στην αρχή όταν φιλούσε την Άννα ο Γιώργης, εκείνη κοιτούσε τον Μιχάλη σαν να του ζητούσε άδεια, σαν να ένοιωθε ενοχές. Σιγά – σιγά το ελληνικό κρασί μέθυσε όλες της, τις αναστολές. Τώρα κοίταζε κάπου κάπου τον Μιχάλη, σαν να του έλεγε την απόφαση της, « θα σου τα φορέσω απόψε». Όταν η Λήδα βεβαιώθηκε ότι η Άννα δεν ήταν φιλενάδα του Μιχάλη, άρχισε να φιλά και εκείνη τον Μιχάλη, ο οποίος προσπαθούσε να είναι συγκρατημένος. Όταν πια δεν έβλεπαν ο ένας το άλλον – ο Γιώργης και η Άννα – ο Γιώργης ρώτησε τον Μιχάλη:
- Και τώρα τι γίνεται ξάδερφε;
- Θα σου δώσω το κλειδί του σπιτιού μου, αλλά σε μία ώρα θέλω να έχεις κατέβει έξω στο πεζοδρόμιο. Θα σε περιμένω εκεί με την δική μου.
Τα μάτια του Γιώργη έλαμψαν. Από τότε που τον εγκατέλειψε η γυναίκα του, ήταν πάντα στεναχωρημένος και δεν είχε διάθεση, αλλά ούτε και ασχολιόταν με γκομενοδουλειές. Αραιά πήγαινε στους σαρανταδύο δρόμους και του άρμεγε την κατσίκα καμία μαύρη για πέντε δολάρια.
- Φέρε μας τον λογαριασμό ξαδέρφισσα. Φώναξε ο Γιώργης.
Έβγαλε μια πορτοφόλα, κοντά τριάντα πόντους και πλήρωσε το λογαριασμό. Ο Μιχάλης σήκωσε το ποτήρι του και του ευχήθηκε: « πάντα τέτοια Γιώργη. Καλές βουτιές».
- Πάντα να με θυμάσαι, να γλείφω και εγώ κανένα κόκαλο, μονοφαγά.
- Όρεξη μόνο να έχεις και μην σε νοιάζει.
Έφυγε ο Γιώργης με την Άννα και πήγαν στο σπίτι του Μιχάλη. Όταν άνοιξε την έξω πόρτα ο Γιώργης, σήκωσε στα χέρια του την Άννα, όπως σηκώνει ο γαμπρός την νύφη πρώτη μέρα του γάμου και την ανέβασε στις σκάλες. Ο Μιχάλης που τους κοιτούσε από την τζαμαρία του ‘’ ΑΠΟΛΛΩΝ ‘’ ένοιωσε χαρούμενος που θα περάσει όμορφα ο Γιώργης.
- Φεύγουν; Ρώτησε η Λήδα.
- Όχι.
- Και που πάνε;
- Στο σπίτι μου. Είπε πονηρά ο Μιχάλης.
- Και γιατί σε κοιτούσε αυτή; Ρώτησε ζηλιάρικα εκείνη.
Ο Μιχάλης θέλοντας να αστειευτεί αποκρίθηκε χαμογελώντας πονηρά.
- Γιατί είμαι ωραίο παιδί.
Η Λήδα του έδωσε μια δυνατή κλωτσιά.Ο Μιχάλης ένοιωσε ένα δυνατό πόνο στο καλάμι του αριστερού ποδιού, που του κόπηκε ο βήχας. « τι το ήθελα ο βλάκας το αστείο; Γίνονται αστεία σε σπανιόλες;».
Σε μια ώρα και κάτι ο Γιώργης με την Άννα κατέβηκαν στο πεζοδρόμιο όπου τους περίμενε η άλλη βάρδια. Η Άννα έδειχνε ντροπαλή και είχε χαμηλωμένη την ματιά της σαν να τους είχαν πιάσει επ’ αυτοφώρω για απιστία. Ο Μιχάλης έδειξε κατανόηση και δεν της είπε τίποτε, ούτε την πείραξε με κάποιο υπονοούμενο.
- Πως πήγαν βρε οι παραγαδιές.; Ρώτησε πονηρά ο Μιχάλης.
- Ωραία ξάδερφε. Είπε μουδιασμένα.
- Καλή βρε; Τον ξαναρώτησε ο Μιχάλης.
- Καλή λέει, ηφαίστειο αλλά …. είχε τα ρούχα της !!!
- Μα πως; Ρώτησε απορημένος ο Μιχάλης που ήξερε …. τις μέρες.
- Ναι, της ήρθαν στο δεύτερο.
- Παρθένα ήτανε Γιώργη!
- Σκάσε ρε που δεν ξέρω εγώ από παρθένες.
- Εμ, έτσι πες μου, της έβγαλες βρε κερατά τα …. σπάραχνα.
Την επομένη φορά που χρειάστηκε ο Γιώργης να τιμήσει τα ελληνικά… χρώματα μαζί με τον Μιχάλη, διάβασε την μαντινάδα που του είχε γράψει ο Μιχάλης.
«Σαν βασιλιάς αισθάνθηκε και φόραγε και στέμμα
την δεύτερη την βάφτιση, την έκανε με αίμα.»
Το ‘’ Απόλλων ‘’ ήταν το στέκι μιας παρέας ελλήνων. Ο πατριώτης του Μιχάλη, ο Κωστής ο Διάκος, ήταν ο αρχηγός της. Τα παιδιά της παρέας δούλευαν σερβιτόροι και μάγειροι σε ελληνικά εστιατόρια. Σπούδαζαν κι εκείνοι αγαπητικοί, αλλά έμεναν μεταξετασταίοι. Κάτι η γλώσσα, κάτι τα δεκάωρα στα εστιατόρια, κάτι οι νυχτερινές ώρες που δούλευαν δεν τους έδιναν και πολλές δυνατότητες. Ζήλευαν αλλά και θαύμαζαν τον Μιχάλη, που έβγαινε με τόσες πολλές γυναίκες. Δεν γνώριζαν τα προβλήματα του Μιχάλη.Δεν ήξεραν ότι δεν μπορεί να δει το παιδί του. Δεν φαντάζονταν ότι κυνηγούσε γυναίκες προσπαθώντας να ξεχνά τα προβλήματα του. Ίσως με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να το συνειδητοποιεί, εκδικιόταν την Μαίρη στο πρόσωπο άλλων γυναικών. Ο Μιχάλης έριχνε και κανένα ‘’ κόκαλο ‘’ στην παρέα. Ιδιαίτερα σε ένα παιδί που δούλευε πιατάς και είχε μια Λίνκον Κοντινένταλ – το ακριβότερο αυτοκίνητο. Ο πατριώτης του Μιχάλη ο Κωστής του έλεγε:
- Πάρε τον βρε με καμιά γκόμενα γιατί θα γυρίσει …. παρθένός στην Ελλάδα.
Ο Μιχάλης είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ‘’ καμακευτικής ‘’ τέχνης, που όταν τον ρώτησε μια μέρα η παρέα:
- Πόσο χρόνο θέλεις να ρίξεις μία γυναίκα;
Εκείνος είπε αστειευόμενος:
- Ενάμιση λεπτό.
- Πάμε στοίχημα, ότι δεν μπορείς σε τόσο χρόνο;
- Ότι θέλουν οι μάγκες, ότι θέλουν.
- Ότι φας και ότι πιεις με αυτήν που θα φέρεις τώρα στο ‘’ Απόλλων ‘’.
- Και εγώ ότι φάει και ότι πιει η παρέα.
- Πήγαινε ρε. Είπε ο Κωστής, « αλλά όχι πουστιές μην μας φέρεις καμιά παλιά».
- Όχι ρε, θα βγω έξω στο πεζοδρόμιο, να με βλέπετε κιόλας, και όταν περάσει καμία μπάνικη θα της κάνω καμάκι.
- Εντάξει μεγάλε. Είπε ο Κωστής.
Ο Μιχάλης βγήκε από το ‘’ Απόλλων ‘’ και στάθηκε στο πεζοδρόμιο, ακριβώς κάτω από το σημείο που καθόταν η παρέα.
- Θα το χάσει το στοίχημα ο πατριώτης σου. Είπε ο Τέλης.
- Και εγώ έτσι νομίζω. Είπε ο Μανώλης.
- Από αυτόν όλα να τα περιμένετε. Εμένα τον έχει φοβηθεί το μάτι μου. Είπε ο Κωστής.
Ο Μιχάλης είχε εν τω μεταξύ βάλει σε λειτουργία το ‘’ ραντάρ ‘’, που είχε αντί δίσκου ένα καμάκι και παρακολουθούσε τις …. μπάνικες περαστικές. Οι μάγκες τον παρακολουθούσαν σαν πράκτορες της Σ.Ι.Α μην τους κάνει καμιά πουστιά. Κάποια στιγμή έπιασε το ραντάρ μια μελαχρινή κοπέλα, με κοντή φούστα, που τον πλησίαζε κουνάμενη και λυγάμενη.
- Μπορεί ρε αυτή; Είπε ειρωνικά ο Τέλης.
Ο Μανώλης χτύπησε αμέσως δυνατά στην τζαμαρία. Ο Μιχάλης γύρισε και κοίταξε τον Μανώλη που είχε σηκωθεί και κάτι του έλεγε. Διάβασε τα χείλη του:
- Αυτή ρε. Και είδε το χέρι του που έδειχνε προς το πεζοδρόμιο.
Όταν η λυγάμενη και κουνάμενη έφτασε σε απόσταση δύο μέτρων, ο Μιχάλης πήγε στην μέση του πεζοδρομίου υπολογίζοντας να έρθει εκείνη καταπάνω του. Εκείνη φτάνοντας κοντά του και πριν προλάβει να σκεφτεί από πού θα περάσει ‘’ δεξιά ή αριστερά ‘’ του Μιχάλη, είδε τον Μιχάλη να κρατά το στήθος του, να έχει το πρόσωπο του ένα μορφασμό πόνου και να έχει ανοίξει το στόμα του και να λέει με σβησμένη φωνή:
- Ωχ, ωχ η καρδιά μου! Βοήθεια.
Η κοπέλα ξαφνιάστηκε, πήγε αμέσως και τον έπιασε από τα χέρια, λίγο κάτω από τους ώμους και τον ρώτησε με αγωνία:
- Είσαι καλά;
- Όχι, λίγο νερό. Είπε με φωνή που σχεδόν έσβηνε.
Η κοπέλα κοίταξε έντρομη πίσω της.
- Πάμε γρήγορα. Είπε και κρατώντας τον από την μέση, τον οδήγησε προσεκτικά μέσα στο ‘’Απόλλων ‘’.
Οι μάγκες που παρακολουθούσαν την σκηνή του ‘’ φόνου ‘’ τρόμαξαν για λίγο, αλλά μετά γέλασαν όταν είπε ο Κωστής:
- Βρε τον άτιμο τι σκαρφίστηκε!
Μπαίνοντας στο ‘’ Απόλλων ‘’, του Μιχάλη του ‘’ πονούσε ‘’ λιγότερο η καρδιά του και περισσότερο η αξιοπρέπεια του.
- Ένα νερό, ένα νερό. Φώναξε η κοπέλα και οδήγησε τον Μιχάλη στο κοντινότερο τραπέζι που ήταν άδειο.
Ο Μιχάλης της έδειξε ένα άλλο κι εκείνη τον πήγε σε ένα τραπέζι δίπλα σε αυτό της παρέας. Ένα μπασμπόι – το παιδί λεωφορείο – έφερε αμέσως δύο ποτήρια νερό και τα άφησε στο τραπέζι.
- Αισθάνεσαι καλύτερα; Ρώτησε η κοπέλα.
- Ναι.
- Α! ωραία. Είπε η κοπέλα με ανακούφιση, « πιες νερό».
Ο Μιχάλης κοίταξε τα ποτήρια με το νερό και θυμήθηκε τι έλεγε ο ξάδερφος του ο Μιχάλης όταν πρωτοήρθε στην Αερική και δούλευε μπασμπόι.
- Δηλητήριο έχει βρε το νερό και δεν το πίνετε! Τι διάολο το κουβαλώ σαν νερουλάς;
Οι αμερικανοί πίνουν το νερό στα εστιατόρια, μια φορά στο εκατομμύριο. Βλέποντας η κοπέλα ότι δεν πίνει νερό ο Μιχάλης του είπε προσταχτικά:
- Πιες νερό θα σου κάνει καλό.
- Δεν χρειάζεται. Είπε ο Μιχάλης ατάραχος.
- Πιες, πιες, θα σου κάνει καλό. Επανέλαβε εκείνη.
- Καλό μου κάνεις εσύ.
Η κοπέλα που δεν έπιασε το υπονοούμενο αποκρίθηκε νοιώθοντας σαν καλή σαμαρειτισά:
- Υποχρέωση μου. Και συνέχισε ρωτώντας « Νοιώθεις καλύτερα;».
- Υπέροχα.
- Μα τι έχει η καρδιά σου; Ρώτησε σαν καρδιολόγος που δεν μπορούσε να διαγνώσει το πρόβλημα της καρδιάς του Μιχάλη.
- Απολύτως τίποτα.
- Μα πως, εδώ παραλίγο να πέσεις κάτω αν δεν σε έπιανα.
- Απολύτως τίποτα.
- Μα τότε τι φταίει; Ρώτησε εκείνη απορημένη.
- Εσύ φταις.
Η κοπέλα γούρλωσε τα μάτια από την έκπληξη και άνοιξε το στόμα της μια πιθαμή:
- Μα πως φταίω εγώ για τον πόνο στην καρδιά σου; Ρώτησε εκείνη έκπληκτη και απορημένη.
- Να πώς.Να σου το πω μόλις βρέθηκες μπροστά μου θαμπώθηκα από την ομορφιά σου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά, κόντευε να σπάσει και αν δεν με έπιανες θα τα τεζάριζα.
Η κοπέλα κολακεύτηκε – οι αμερικανίδες δεν το θέλουν και πολύ – το χαμόγελο ξεμύτισε σαν μπουμπούκι λουλουδιού στο πρόσωπο της, χαμήλωσε την ματιά της και είπε με μετριοφροσύνη:
- Τα παρά λες!
- Όχι, λέω αυτό που ένιωσα, λέω την αλήθεια.
Ήταν τόσο απίθανος ο συγκλονισμός του Μιχάλη που η κοπέλα μάλλον δεν τον κατάπιε.
- Τα παρά λες, τα παρά λες.
- Δεν τα πάρα λέω και σε ευχαριστώ για την βοήθεια!
- Μα ποια βοήθεια, εσύ δεν έχεις τίποτα.
Οι αμερικανίδες είναι έξυπνες δεν είναι κουτές, όμως δεν είναι καθόλου πονηρές.
- Ε! πως δεν είχα, εδώ κόντεψα να πάθω καρδιακή προσβολή!
- Έλα τώρα υπερβάλεις. Είπε η κοπέλα και πέρασε στην επίθεση.
- Αν είναι πράγματι έτσι, τότε να παθαίνεις καρδιακή προσβολή χίλιες φορές την ημέρα με τόσο όμορφες αμερικανίδες.
Οι μάγκες της παρέας μαγνητοφωνούσαν, στο μυαλό τους την καμακευτική συζήτηση.
- Έτσι που το είπες εσύ δεν θα πρέπει να είσαι αμερικανίδα.
- Όχι, είμαι αγγλίδα.
- Τι μου λες; Ρώτησε με ενδιαφέρον ο Μιχάλη, χωρίς να προσποιείται.
- Εσύ από πού είσαι; Από την προφορά σου- « την νησιώτικη» σκέφτηκε ο Μιχάλής – δεν πρέπει να είσαι αμερικάνος.
- Έλληνας είμαι.
- ΑΑΑ! Ωραία, στην αρχή νόμισα ότι είσαι αυστραλός.
Το θαυμαστικό ‘’ ΑΑΑ ‘’ άγγιζε τον Μιχάλη που όσες φορές του το έλεγαν προσπαθούσε να βρει το γιατί. Πολλά χρόνια αργότερα ο Μιχάλης σκεφτόταν και έλεγε στους φίλους του, όποτε θυμόταν εκείνο το θαυμαστικό ‘’ ΑΑΑ ‘’ – αν έλεγαν ‘’ ΑΑΑ ‘’ και αυτοί που κυβερνούνε αυτούς που λένε ‘’ ΑΑΑ ‘’ όταν ακούσουν για την
Ελλάδα και έλληνες, η πατρίδα δεν θα είχε κανένα πρόβλημα. Αλλά αυτοί λένε ‘’ ΜΑ ‘’.
- Και τι κάνεις στην Αμερική;
- Είμαι καθηγήτρια γεωγραφίας και κάνω μεταπτυχιακά εδώ.
Ο Μιχάλης γέλασε πονηρά και σκέφτηκε να ελέγξει τις γνώσεις της στην γεωγραφία. Ο διάολος είχε βιδώσει ένα αστείο στο μυαλό του.
- Τι μου λες! Αν με ρωτήσεις για ένα νησί της Αγγλίας μπορεί να σου πω ότι βρίσκεται στο βόρειο Πόλο!
- Εμένα μπορείς να με ρωτήσεις, πιστεύω ότι γνωρίζω καλή γεωγραφία.
- Και για την Ελλάδα.
- Άκου λέει! Είπε εκείνη σαν να την ρώτησε πόσο κάνει ένα και ένα.
- Το ελληνικό νησί Κάσος που βρίσκεται;
Εκείνη σκέφτηκε λίγο, έφερε τον χάρτη της Ελλάδας στο νου και είπε:
- Στα Δωδεκάνησα αλλά κοντά στην Κρήτη.
Ο Μιχάλης έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Όταν ρωτούσε έλληνες που είναι η Κάσος, ή του έλεγαν ότι δεν γνωρίζουν ή ότι βρίσκεται στο Θεσσαλικό κάμπο.
- Με εκπλήσσεις με τις γνώσεις σου!
- Ρώτησε και άλλο.
Ο διάολος συμμάχησε με τον δράκουλα.
- Η Κάρπαθος που βρίσκεται; Ξέρεις αυτή με τον δράκουλα.
Εκείνη χαμογέλασε σαν το Θεό που τα ξέρει όλα και αποκρίθηκε:
- Μα στην Ρουμανία, στα Καρπάθια!
Ο δράκουλας ‘’ έβαλε στα γυαλιά ‘’ στην εγγλέζα και στο μυαλό του Μιχάλη κύματα.
- Πρώτη φορά ακούω να έχουν θάλασσα τα βουνά!
- Μα τα Καρπάθια όρη δεν περιβρέχονται από θάλασσα;
- Μα η Κάρπαθος περιβρέχεται από θάλασσα!
- Αδύνατον! Λέει η εγγλέζα.
- Δυνατόν!
- Αδύνατον!
- Μα αφού εγώ έχω κάνει μπάνιο στο απέναντι νησί.
- Μα ποιο νησί; Ρώτησε εκείνη απορημένη.
- Την Κάσο φυσικά! Είπε θριαμβευτικά ο Μιχάλης.
- Με κοροϊδεύεις; Η Κάσος δεν είναι στην Ρουμανία.
- Σωστά.
- Είναι στην Ελλάδα. Άρα ….
- Τι άρα;
- Άρα και η Κάρπαθος δεν είναι στην Ρουμανία …. Είπε ξύνοντας το μάγουλο της σαν να μην πίστευε αυτά που έλεγε.
- Ακριβώς!
Εκείνη σκέφτηκε λίγο και μετά με μια λάμψη στα μάτια είπε:
- Μαφία είστε εσείς οι έλληνες ….
- Γιατί; Είπε δήθεν απορημένος ο Μιχάλης.
- Γιατί με κοροϊδεύεις τόση ώρα. Είπε παραπονιάρικα.
- Με νίκησε η καθηγήτρια της γεωγραφίας.
- Με μπέρδεψες, κατάλαβες.
- Απολογούμαι …. Μα δεν μου είπες πως λένε την σωτήρα μου;
Εκείνη χαμογέλασε και αποκρίθηκε : « Ρίτα, Ρίτα Μπόουλς». Ο Μιχάλης γέλασε πονηρά. Μπόουλς ηχεί στα αγγλικά ( στην αργώ) σαν τα καρύδια του άντρα και σαν τα μπόουλ που βάζουμε την σαλάτα, όταν τα λέμε στον πληθυντικό. Η Ρίτα κατάλαβε αμέσως γιατί γέλασε πονηρά ο Μιχάλης και είπε:
- Πονηρέ Οδυσσέα, πονηρέ έλληνα.
Τον Μιχάλη τον έπιασε απότομα νευρικό γέλιο. Το νευρικό του γέλιο παρέσυρε την Ρίτα που άθελα της κρατούσε ένα σταθερό και αχνό χαμόγελο στα χείλη.
- Με συγχωρείς Ρίτα, εμένα με λένε Μάικ. Είπε αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια για να μην τον πιάσουν τα γέλια.
- Εντάξει Μάικ, χάρηκα πολύ.
- Εγώ να δεις!
- Αλήθεια τι δουλειά κάνεις; Σε εστιατόριο δουλεύεις;
Του Μιχάλη του ήρθε αποπνιξία. Οι αμερικανοί και ιδιαίτερα οι μετανάστες, ξέρουν ότι αυτό και μόνο αυτό κάνουν οι έλληνες στην Αμερική και αυτό άκουγε συνέχεια ο Μιχάλης με αποτέλεσμα να μελαγχολεί αλλά και να αισιοδοξεί: « μια μέρα θα σπουδάζουν όλα τα ελληνόπουλα». Αποφάσισε να μην πει ολόκληρο ψέμα για το τι δουλειά κάνει, αλλά μισή αλήθεια στην Ρίτα, νοιώθοντας θιγμενος.
- Καθηγητής και επικεφαλής ερευνητικής ομάδας είμαι.
- Εδώ στην Αμερική;
- Μάλιστα.
- Και ποιο είναι το αντικείμενο της έρευνας;
- Η ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Είπε ανέκφραστος ο Μιχάλης.
Η Ρίτα γούρλωσε τα μάτια από την έκπληξη. Δεν είχε φανταστεί ότι οι έρευνες των αμερικανών θα έφταναν μέχρι εκεί.
- Τι έρευνα λέει;
Ο Μιχάλης έδωσε ακριβώς την ίδια απάντηση, ψυχρά σαν καθηγητής. Η Ρίτα τον κοίταξε ερευνητικά, προσπαθώντας να δει αν ο πανούργος έλληνας της λέει την αλήθεια. Η σοβαρή έκφραση του προσώπου του δεν της άφηνε περιθώρια να σκαφτεί ότι αστειεύεται. Όμως δεν μπορούσε να το πολυπιστέψει.
- Δηλαδή γιατρός είσαι;
- Όχι καθηγητής σεξουαλικότητας.
Τα μάτια της Ρίτας έλαμψαν, « έλληνας και καθηγητής σεξουαλικότητας! Ο τέλειος εραστής!». Ο Μιχάλης το μετέφρασε αμέσως και θυμήθηκε το στοίχημα που είχε βάλει με τους μάγκες. « θα σας κοστίσει ο κούκος αηδόνι, κωλόπαιδα».
- Με συγχωρείς Ρίτα που δεν σε κέρασα τόση ώρα. Τι θα πάρεις; Είπε για να αλλάξει το θέμα και να προλειάνει το έδαφος.
- Ένα καφέ.
- Έλα τώρα με καφέ θα το γιορτάσουμε;
- Ε, με τι άλλο;
Ο Μιχάλης δεν απάντησε. Σήκωσε το χέρι του και μια σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι.
- Φώναξε μου την Άρτεμη.
Σε μισό λεπτό η Άρτεμης στεκόταν απέναντι από τον Μιχάλη κοιτάζοντας τον με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που μόνο εκείνος μπορούσε να ερμηνεύσει.
- Τι καλούς αστακούς έχουμε σήμερα ωραία μου κυρία; Ρώτησε ο Μιχάλης ελληνικά χαμογελώντας πονηρά και κοιτάζοντας την ερωτιάρικα.
- Αν ήμουν πιο νέα δεν θα σου γλίτωνα. Αποκρίθηκε κουνώντας πάνω κάτω τα φρύδια της.
- Έχουμε ότι χρειάζεται ο αγαπητικός μας.
- Δύο ουίσκι με πάγο κι ένα μπουκάλι σόδα μήπως και το πίνει έτσι η κυρία, τις γνωστές πιατέλες με τα θαλασσινά κι φούνταρε στο τσουκάλι δύο καλούς αστακούς, αλλά θα τους σερβίρεις όταν θα σου κάνω νόημα μαζί με ένα καλό μπουκάλι ελληνικό κρασί και μια ντοματοσαλάτα χωρίς ψωμί.
- Ότι θέλει ο Σεΐχης.
Η Ρίτα που δεν καταλάβαινε ελληνικά, ρώτησε με ενδιαφέρον:
- Μα τι παράγγειλες;
- Φαγητό που έχει σχέση με την έρευνα.
- Μα τι λες τώρα; Τι σχέση έχει το φαγητό;
- Έχει και πολύ μάλιστα.
- Τι εννοείς;
- Είναι απλό. Κάποια φαγητά βοηθούν την σεξουαλικότητα. Δεν έχεις δει σε ντοκιμαντέρ ανθρωπολόγων ότι οι ουραγκοτάγκοι όταν ζευγαρώνουν ψάχνουν συνέχεια για καρύδες!
Τα κανόνια του Ναβαρόνε θα ξεκούφαιναν λιγότερο την Ρίτα από αυτά που άκουσε.
- Αδύνατον, αδύνατον. Είπε και προσπάθησε να φανταστεί τι φαγητό είχε παραγγείλει ο Μιχάλης.
- Δυνατόν!
- Μα πως είναι δυνατόν; Τότε οι άνθρωποι δεν θα είχαν σεξουαλικά προβλήματα;
- Αυτοί που ξέρουν δεν έχουν! Είπε και την κοίταξε παμπόνηρα στα μάτια σαν πειραιώτης μάγκας.
Η ματιά του Μιχάλη την αναρίγησε: « ετούτος ο έλληνας δεν θα έχει κανένα σεξουαλικό πρόβλημα. Θα τα έχει λύσει όλα», σκέφτηκε η Ρίτα και ρώτησε:
- Μα για πες μου τι φαγητό παράγγειλες;
- Ε, μην βιάζεσαι τώρα θα το φέρουν.
- Καλά, αλλά για δώσε μου να καταλάβω τι ακριβώς κάνεις με την ερευνητική ομάδα σου;
- Να, κοίταξε, οι γιατροί εξετάζουν μόνα αν τα ζευγάρια που τους επισκέπτονται έχουν προβλήματα στύσης του πέους, στην μήτρα στις σάλπιγγες, στο σπέρμα, αν έχουν άγχος, αν έχουν ψυχολογικά προβλήματα και να έχουν οικογενειακά προβλήματα και επαγγελματικά. Καταλαβαίνεις;
- Πως το καταλαβαίνω. Αλλά τότε εσείς τι κάνετε; Ρώτησε με ενδιαφέρον η Ρίτα.
- Αν τα ζευγάρια δεν έχουν κανένα από τα παραπάνω προβλήματα, τότε έρχεται η σειρά μας να μελετήσουμε την σεξουαλικότητα τους, τον έρωτα που κάνουν να εντοπίσουμε το πρόβλημα και να προτείνουμε λύσεις.
- Δεν καταλαβαίνω.
- Καταρχήν μελετάμε στην κουλτούρα του καθ’ ενός ξεχωριστά. Που μεγάλωσε, πως μεγάλωσε, σε τι οικογενειακό περιβάλλον, αν ήταν η μητέρα τους ή ο πατέρας τους αυταρχικός, βίαιος , καταπιεστικός, θρησκευόμενος, αν είχαν προγαμιαίες ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, πόσο ολοκληρωμένες σχέσεις, αν είχαν ταμπού στον έρωτα, αν ήταν ειλικρινείς όταν έκαναν έρωτα.
Η Ρίτα που της φάνηκαν κάπως υπερβολικά όσα κατέβασε η κούτρα του Μιχάλη, τον πείραξε:
- Δηλαδή εσύ μπορείς να ξέρεις τι ευχαριστεί μια γυναίκα;
- Προσπαθώ και το βρίσκω!
- Δηλαδή τι κάνεις; Ρώτησε προσπαθώντας να στριμώξει τον Μιχάλη.
- Θα σου απαντήσω, αφού πρώτα σου πω μερικά σχετικά πράγματα.
- Για να ακούσω.
- Οι περισσότερες κοινωνίες είναι συντηρητικές και θρησκόληπτες. Υπάρχουν πολλά ταμπού, πάρα πολλά και κυρίως στον έρωτα. Στον έρωτα ο άντρας έχει σχεδόν πάντα τις πρωτοβουλίες. Προσπαθεί λοιπόν να ευχαριστήσει την γυναίκα, με τον τρόπο που ξέρει, ή με αυτόν που νομίζει. Η γυναικά όμως αντί να χαλαρώνει σφίγγεται, στο σώμα, στην καρδιά και στην ψυχή με αποτέλεσμα να κάνει έρωτα μηχανικά – εμείς το λέμε παθητικό έρωτα – να μην τον απολαμβάνει, να μην ικανοποιείται και το χειρότερο να προσποιείται ότι έφτασε σε οργασμό, για να ικανοποιήσει το εγώ του άντρα. Δεν πρέπει λοιπόν να προσπαθεί να επιβάλλει πράγματα ο άντρας στην γυναικά που δεν της αρέσουν. Για παράδειγμα, δεν πρέπει να επιμένει ο άντρας να φιλήσει το αιδοίον της γυναίκας, ούτε να της επιβάλει πεοθηλασμό αν δεν αρέσει στην ίδια. Ακόμη και τα χάδια είναι σημαντικός παράγοντας. Το να χαϊδεύει ένας άντρας μόνο το στήθος της γυναίκας γιατί έτσι νομίζει ότι την ερεθίζει, δεν επιτυγχάνει αυτό που θέλει. Όμως οι περισσότερες γυναίκες, όταν τους χαϊδέψεις απαλά την πλάτη, το πρόσωπο, τα χέρια, τα πόδια, το λαιμό και τα χείλη αισθάνονται πιο όμορφα. Ακόμη και η μουσική παίζει μεγάλο ρόλο την ώρα που κάνουν έρωτα. Πρέπει να είναι απαλή, μελωδική και αν είναι δυνατόν άγνωστη.
« Ρε, ο Συρματικός», σκέφτηκε και μπήκε ο διάολος μέσα του. Την άλλη μέρα έγραψε εις ανάμνησιν …..
« Αν μ άκουγε ένας παπάς, θα νιωθε αηδία
που έκανα συζήτηση, για πέη και αιδοία».
Ο Μανώλης που είχε γεννηθεί στην Αερική και καταλάβαινε την συζήτηση, γύρισε στον Κωστή και είπε:
- Τι λέει ρε ο άτιμος στην κοπέλα, θα την κουφάνει, θα την καραφλιάσει!
- Από αυτόν όλα να τα περιμένεις, δεν άκουσες τι είπε για μουσικές; Σε λίγο θα της μιλά για λύρες, λαούτα και τσαμπούνες. Είπε ο Κωστής.
Όση ώρα άκουγε εντυπωσιασμένη τον Μιχάλη η Ρίτα, τον έβλεπε και σαν άντρα, « ωραίος έλληνας, ο Άδωνης, καθηγητής του έρωτα», σκεφτόταν σαν ένοιωθε τα χάδια του Μιχάλη εκεί που της άρεσε. Έκανε να μιλήσει άλλη εκείνη την στιγμή ήρθε η Άρτεμης με τα θαλασσινά. Άφησε τις πιατέλες στο τραπέζι και έπε πονηρά του Μιχάλη:
- Καλή όρεξη.
- Κοπιάστε. Είπε ο Μιχάλης με νόημα που έκανε η Άρτεμη να κάνει ένα μορφασμό αποστροφής.
Μόλις άφησε την πιατέλα πήγε και έφερε τα ουίσκι.
- Άντε γεια μας! Είπε ο Μιχάλης ελληνικά τσουγκρίζοντας το ποτήρι της Ρίτας.
- Γειά σου. Είπε στα ελληνικά εκείνη με την περίεργη προφορά που λένε οι ξένοι στην Ελλάδα το ‘’ γεια σου ‘’.
Ο Μιχάλης ξαφνιάστηκε.
- Μιλάς ελληνικά;
- Όχι, όχι. Είπε καθησυχαστικά. « μόνο μερικές λέξεις».
- Που τις έμαθες; Ρώτησε περίεργα εκείνος.
- Όταν είχα πάει στην Κρήτη διακοπές.
- Αλήθεια; Σου άρεσε η Κρήτη;
- Πάρα πολύ. Πήγα εκεί γιατί στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο παππούς μου ήταν σαμποτέρ των συμμάχων και έκανε πολλές ανατινάξεις μαζί με τους κρητικούς της αντίστασης.
- Μπράβο. Έκανε με θαυμασμό ο Μιχάλης.
- Την επόμενη φορά θα πάω και στο δικό σου νησί.
- Α! υπέροχα θα προσπαθήσω να είμαι εκεί να σε ξεναγήσω και από τώρα είσαι προσκεκλημένη μου.
- Ω! σε ευχαριστώ, πάντα είστε φιλόξενοι εσείς οι έλληνες.
- Θα το έχει η ράτσα μας φαίνεται. Γεια σου Ρίτα! Είπε στα ελληνικά.
- Γεια μας.
Μόλις έφερε στο στόμα στην πρώτη αχιβάδα η Ρίτα θυμήθηκε τα φαγητά και την σεξουαλικότητα. « μα πως είναι δυνατόν; Αδύνατον!», σκέφτηκε αλλά κόμπιασε να ρωτήσει τον Μιχάλη. Έφαγαν τα θαλασσινά, ήπιαν το ουίσκι τους και ο Μιχάλης έκανε νόημα στην Άρτεμη που ήταν απίκο να φέρει αμέσως τους αστακούς και μετά τα μπουκάλι με το κρασί. Την ώρα που πήγε να το ανοίξει ο Μιχάλης της λέει:
- Άλλαξε το και φέρε ένα κρητικό.
- Αυτό είναι το καλύτερο.
- Κάνε αυτό που σου λέω και μην ρωτάς πολλά. Είπε με προσποιητή αυστηρότητα ο Μιχάλης.
Σε λίγο άνοιξε ένα μπουκάλι κρητικό κρασί. Η Ρίτα δεν είχε ξαναφάει αστακό, ούτε στην Αμερική, αλλά ούτε στην Αγγλία. Δύο φορές που την είχε πάει ένας φίλος της, πλούσιας οικογένειας, σε ακριβό εστιατόριο εκείνος παράγγειλε το καλύτερο, χέλια γιαχνί. Οι άγγλοι ξετρελαίνονται με τα χέλια, όπως οι κινέζοι με τους …. σκύλους και οι ασιάτες με τα φίδια τα λιόκαυτα.
- Είναι ωραίος ο αστακός Μάικ; Ρώτησε περίεργα.
Ο Μιχάλης ξαφνιάστηκε. Νόμιζε ότι του αστειεύεται και ρώτησε:
- Δεν έχεις ξαναφάει;
- Όχι βέβαια!
Ο Μιχάλης παραξενεύτηκε γιατί δεν ήξερε τι αγγλικές συνήθειες.
- Μα πως έτσι;
- Στην Αγγλία δεν πολυπροτιμούν τον αστακό.
- Τι μου λες. Ρώτησε γεμάτος απορία.
- Κάθε λαός έχει τις δικές του συνήθειες.
- Σωστά έχεις δίκιο. Είπε και σκέφτηκε, « αν αρχίσουμε να λέμε για τις συνήθειες των διάφορων λαών, θα ξεράσουμε και τον αστακό … πριν τον φάμε».
- Για δοκίμασε λοιπόν.
- Α! ωραίος. Είπε με την πρώτη πιρουνιά.
- Είδες που σου το έλεγα.
Η Ρίτα έτρωγε με επιφωνήματα θαυμασμού. Ο Μιχάλης γέμιζε τα ποτήρια του κρασιού και έλεγε συνέχεια στα ελληνικά:
- Γεια μας.
- Γεια σου Μάικ. Έλεγε εκείνη, δείχνοντας κεφισμένη.
Ο Μιχάλης μόλις άδειασε το μπουκάλι, έκανε νόημα στην Άρτεμη δείχνοντας της το άδειο μπουκάλι. Εκείνη αμέσως έφερε δεύτερο.
- Γεια σου κούκλα! Είπε στα ελληνικά ο Μιχάλης.
- Τι σημαίνει κούκλα; Μάικ.
Εκείνος της εξήγησε κοιτάζοντας την με την ερωτιάρικη ματιά του.
- Ω! σε ευχαριστώ. Είπε εκείνη κολακευμένη.
Είχε πια κεφίσει και δεν θα μπορούσε να νοιώσει κάποια ντροπή. Το αντίθετο μάλιστα. Τρώγοντας την τελευταία πιρουνιά του αστακού, που έκοβε σε μικρές μπουκιές, σαν να μην ήθελε να τελειώσει, άρχισε να νοιώθει την σεξουαλικότητα της να μεγαλώνει, καθώς πίστεψε ότι ο αστακός ήταν η αίτία. Και η τελευταία αμφιβολία είχε πάρει διαζύγιο από το μυαλό της.
- Γεια σου κουκλάρα!
- Τι;
Ο Μιχάλης της έδωσε την ερμηνεία της λέξης κοιτάζοντας την τόσο έντονα που εκείνη ένοιωθε την ματιά του να της χαϊδεύει ολόκληρο το κορμί και να το κάνει να σπαρταρά από πόθο. Χαμήλωσε ελαφρά τη ματιά της και έκανε μια ερώτησε στον Μιχάλη για να αλλάξει το θέμα και την έντονη ματιά του.
- Για πες μου για την μουσική που ανέφερες προηγουμένως;
Ο Μιχάλης ένιωσε το δοξάρι της λύρας του φίλου του, του Μηνά να παίζει Συρματικό στις χορδές της καρδίας του.
- Η μελωδία της μουσικής, από το αυτί φτάνει στην ψυχή, την ηρεμεί, την κάνει να νοιώθει ευφορία και ευτυχία. Η ψυχή τις στέλνει στην καρδιά και εκείνη στο σώμα. Το σώμα λύνεται γλυκά σαν μηχάνημα. Γίνεται βίδες και ο σύντροφος της κοπέλας συναρμολογεί το μηχάνημα βάζοντας τις βίδες στην σωστή θέση, με τέλειο τρόπο χωρίς λάθος και έτσι η κοπέλα δεν έχει κανένα πρόβλημα και νοιώθει τον τέλειο έρωτα.
Στα αυτιά της Ρίτας ήρθαν όλες οι μελωδίες των Μπίτλς και στην θύμηση τους, ο έρωτας που είχε κάνει ακούγοντας τους. Δεν θυμόταν να είχε επηρεαστεί από την μουσική.
- Μα τόσο επηρεάζει η μουσική;
- Προπάντων η άγνωστη.
« πάει την παλάβωσε την κοπέλα ο άτιμος», λέει ο Τέλης, σκουντώντας τον Μανόλη στο τραπέζι της παρέας.
Εκείνη προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε κάνει ποτέ έρωτα με άγνωστη μουσική. « ποτέ, όλο γνωστοί τραγουδιστές».
- Μα δεν ακούμε την μουσική και τα τραγούδια γνωστών και μεγάλων τραγουδιστών, σαν τους Μπίτλς; Δεν ακούμε ότι να είναι;
- Μπράβο, έχεις απόλυτο δίκιο. Γι’ αυτό και εμείς μελετήσαμε το θέμα της μουσικής και καταλήξαμε μετά από έρευνες στο συμπέρασμα με την άγνωστη μουσική.
- Σοβαρά; Τι μουσική είναι αυτή;
- Θέλεις να ακούσεις;
- Βεβαίως. Είπε χωρίς να το καλοσκεφτεί.
Ο Μιχάλης έκανε αμέσως νόημα στην Άρτεμη να φέρει τον λογαριασμό και της είπε και πάλι:
- Γεια σου Αγγλία με τα ωραία σου κορίτσια και φαντάστηκε το μάθημα γεωγραφίας που θα έκανε πάνω στο σώμα εκείνης της γυναικάρας.
Η Άρτεμης έφερε τον λογαριασμό. Ο Μιχάλης τον υπέγραψε και έγραψε πάνω στην υπογραφή, « θα το πληρώσουν οι μάγκες της παρέας, έχασαν το στοίχημα». Μόλις τελείωσε την φράση σήκωσε το ποτήρι του, γύρισε ελαφρά προς την παρέα και έκανε την κίνηση του ‘’ γεια σας μάγκες ‘’, χωρίς να πει τίποτε για να μην υποψιαστεί η Ρίτα πως ήταν το στοίχημα.
- Είμαστε έτοιμοι, πάμε.
- Που πάμε, Μάικ;
- Να ακούσουμε μουσική.
Εκείνη χαμογέλασε γλυκά και είπε με ερωτική λάμψη στα μάτια:
- Α! ωραία αλλά που;
- Έλα πάμε, εδώ απέναντι.
- Πάμε.
Σε λίγο χόρευαν νησιώτικο μπλουζ με Συρματικό. Ο Συρματικός και τα επαγγελματικά χάδια του Μιχάλη, που θα τα ζήλευε και ο καθηγητής σεξολογίας του πανεπιστήμιου Γέηλ, έλυσαν την καρδιά και το σώμα της Ρίτας. Η ψυχή της έμεινε τσίτσιδη, εκστασιάστηκε λυκνιζόμενη με την μελωδία του σκοπού και παραδόθηκε το πνεύμα της στην αιωνιότητα της ευτυχίας. Την άλλη μέρα ο Μιχάλης έγραψε εις ανάμνηση.
" Καθόλου δεν κατάλαβα, τον πονηρό σκοπό της,
γεωγραφία με έμαθε σωστή του σώματος της
***
Την τύχη μου την έφερε, εγγλέζικο λαχείο,
θα αλλάξω ειδικότητα, θα σκίσω το πτυχίο
***
Θα αλλάξω ειδικότητα, θα γίνω σεξολόγος
να μην διδάσκω έρωτα, κι εγώ σαν … θεολόγος
***
Έρωτα είσαι του Θεού, γλυκεία δημιουργία
και στο ναό σου, θα έρχομαι να κάνω λειτουργία"
Ένα μήνα πριν γυρίσει στην Ελλάδα, Αύγουστο μήνα, πήγε σε ένα θεόρατο κατάστημα, στρογγυλό σαν τον Λευκό Πύργο, αλλά εκατό φορές μεγαλύτερο, να τυπώσει στην πλάτη ενός λινού κοκκινωπού πουκάμισου τις λέξεις Κάσος και Αγία Μαρίνα. Έδωσε το πουκάμισο και του είπαν ότι σε μία ώρα θα ήταν έτοιμο. Προτίμησε να περιμένει στην μικρή καφετέρια του ορόφου πίνοντας ένα καφέ. Σκεφτόταν τους σαργούς που θα έπιανε με το ψαροτούφεκο κολυμπώντας στα νησιά Αρμάθια της Κάσου. Σαν να έβλεπε καθαρά τον βυθό και τις πέτρες και τρεις σαργούς που στάλιαζαν στην σκιά μιας πέτρας. Ξαφνικά είδε τρία μελανούρια να περνάνε την πόρτα της καφετέριας και άλλαξε καμάκι στο ψαροτούφεκο.Τρεις ψιλές ξανθιές και λυγερόκορμες κοπέλες πέρασαν το κατώφλι της καφετέριας. Ο Μιχάλης έμεινε έκθαμβος από την ομορφιά τους και την κορμοστασιά τους. Σηκώθηκε αμέσως από το τραπέζι του και πήγε και στάθηκε ακριβώς πίσω από εκείνη που ξεχώριζε σε ομορφιά λίγο περισσότερο από τις άλλες δύο. Εκείνη την στιγμή η κοπέλα είχε πιάσει με το χέρι της, από την βιτρίνα με τα έτοιμα φαγητά, ένα πιάτο που είχε πάνω ένα πλατύ φύλο μαρουλιού και πάνω του ένα μεγάλο λουκάνικο. Την ώρα που τραβούσε το πιάτο έξω από την βιτρίνα, ο Μιχάλης έσκυψε στο αυτί της και της ψιθύρισε:
- Αυτό το λουκάνικο, δεν σου κάνει, ούτε στο μήκος, ούτε στο πλάτος! Και έκανε ένα βήμα πίσω γιατί υπολόγιζε ότι η κοπέλα θα γυρίσει και θα τον σκαμπιλίσει.
Πράγματι η κοπέλα γύρισε αργά τον κοίταξε με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη και είπε:
- Πολύ έξυπνο εκ μέρους σου.
Του Μιχάλη η καρδιά ξαναγύρισε στην θέση της από την ευχάριστη έκπληξη. Έμεινε όμως στην θέση του μερικά δευτερόλεπτα, όσα χρειαζόταν να απομακρυνθεί η κοπέλα και να καθίσει σε ένα τραπέζι μαζί με τις φίλες της. Ο Μιχάλης πήρε ένα άλλο φλιτζάνι καφέ και πήγε κατ’ ευθείαν στο τραπέζι τους και χωρίς να ζητήσει τη άδεια κάθισε δίπλα από εκείνη που είχε πριν πειράξει λέγοντας:
- Γεια σας κορίτσια.
Η προφορά της κοπέλας που πείραξε δεν του φάνηκε αμερικάνικη και ρώτησε μόλις κάθισε.
- Από πού είστε κορίτσια;
- Βρες το. Του είπε η ‘’ πειραχθείσα ‘’ με ένα γλυκό αλλά πονηρό χαμόγελο.
Ξανθιές όπως ήταν έκαναν μπαμ από μακριά.
- Από την Σουηδία.
- Όχι.
- Από την Φιλανδία.
- Όχι.
- Από την Νορβηγία.
- Όχι.
Σκέφτηκε ποια άλλη χώρα ‘’ παράγει ‘’ ξανθιές.
- Από την Γερμανία.
- Όχι. Είπε η "δικιά του" και άρχισε να το διασκεδάζει και να γελά μαζί με τις άλλες.
- Από την Γαλλία.
- Όχι.
- Από την Γιουγκοσλαβία. Είπε που θυμήθηκε την ξανθή την Ματούλη από το Σπλίτ της Κροατίας.
- Όχι.
- Οχιά να σας κόψει. Είπε εκνευρισμένος στα ελληνικά ο Μιχάλης.
Η "δικιά" του δεν γνώριζε μεν ελληνικά, αλλά με τον τρόπο που τα είπε ο Μιχάλης κατάλαβε τον εκνευρισμό του και συνέχισε να τον προκαλεί.
- Τι θα γίνει θα βρεις από πού είμαστε; Ρώτησε. Χαμογελώντας ειρωνικά.
Από τούτη κι από την άλλη, είπε όλες τις χώρες της Ευρώπης, μέχρι και την Ελλάδα με τα νησιά της είπε από την απελπισία του. Παρέλειψε μόνο μία μικρή σε έκταση χώρα. Δεν πήγε το μυαλό του.
- Δεν την βρίσκω. Είπε απογοητευμένος.
Η δικιά του τον λυπήθηκε και είπε:
- Μα ήταν τόσο εύκολο. Από την Ελβετία.
Το είπε με ένα τρόπο σαν να κρατούσε στα χέρια της ελβετική τράπεζα. Ο Μιχάλης έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης και θαυμασμού:
-ΑΑΑ! Έκανε και ρώτησε:
- Κι εγώ από πού νομίζετε ότι είμαι;
Σαν να είχαν συγχρονιστεί οι ελβετίδες από μαέστρο και είπαν ταυτόχρονα:
- Καλά τώρα, εσύ είσαι έλληνας.
Ο Μιχάλης κεραυνοβολήθηκε και γούρλωσε από θαυμασμό τα μάτια του λέγοντας:
- Μπράβο! Και φαντάστηκε ότι θα τους είχαν κάνει καμάκι καμιά χιλιάδα έλληνες. « τι να κάνει ο χιλιοστός πρώτος, ότι έκαναν και οι προηγούμενοι», συλλογίστηκε κακομοίρικα και ακολούθησε την ‘’ πεπατημένη ‘’.
- Εμένα με λένε Μάικ. Εσένα;
- Εμένα Χάιντρουν Σούλζ και από δω η Μόνικα και η Ούρσουλα.
- Χαίρομαι που γνωρίζω ελβετίδες.
- Και εμείς το ίδιο. Είπε η Μόνικα.
- Και τι κάνεις στην Αμερική;
- Δουλεύω στο New York University. Είπε η Χάιντρουν.
- Και τι δουλεία κάνεις;
- Βρες το. Είπε χαμογελώντας πονηρά η Χάιντρουν.
Η Χάιντρουν φαινόταν γύρω στα εικοσιπέντε με εικοσιέξι.
- Καθηγήτρια;
- Όχι.
- Φοιτήτρια;
- Όχι.
Σε λίγο θα ξετρύπωνε όλες τις οχιές ο Μιχάλης.
- Γραμματέας;
- Όχι.
- Υπάλληλος;
- Όχι.
- Οχιά να σε κόψει και να σε θερίσει. Είπε ελληνικά και άρχισε να ξύνει ελαφρά το κεφάλι του για να … κατεβάσει νέο επάγγελμα.
Σκάλισε και το λάκκο της θύμησης αλλά δεν βάθαινε. Μέχρι και καθαρίστρια του ήρθε στο μυαλό αλλά δεν το είπε, « ε, όχι και καθαρίστρια από την Ελβετία, του κερατά». Ξαφνικά έλαμψαν τα μάτια του και είπε θριαμβευτικά:
- Οικονομολόγος και έχεις την ευθύνη να στέλνεις τις καταθέσεις του πανεπιστήμιου σε Ελβετική τράπεζα.
Οι τρεις ελβετίδες ξεράθηκαν στα γέλια από την απάντηση του Μιχάλη, που τον παρέσυραν και γελούσε μαζί τους.
- Λοιπόν θα το βρεις; Ρώτησε πειραχτικά η Χάιντρουν.
- Ε, δεν μπορώ να το βρω. Είπε γελώντας ο Μιχάλης, « αν θέλεις λες», είπε ικετευτικά.
- Άλλη φορά.
« Ωραία θα υπάρξει και άλλη φορά λοιπόν», σκέφτηκε εκείνος.
- Εγώ πάντως σπουδάζω γυμνάστρια. Είπε η Μόνικα.
- Και εγώ Μάνατζμεντ. Είπε η Ούρσουλα.
- Εσένα φαίνεται ότι ο πατέρας σου έχει καμία τράπεζα. Την πείραξε ο Μιχάλης
- Δεν έχει, αλλά είναι πρόεδρος σε μία.
Ο Μιχάλης θυμήθηκε κάτι έλληνες εργάτες που έχουν ξεχασμένες καταθέσεις στην Ελβετία και μελαγχόλησε στιγμιαία. Όση ώρα έμειναν στην μικρή καφετέρια, συζήτησαν για την Ελβετία, για την Ελλάδα και τους αρχαίους έλληνες. Ο Μιχάλης διαπίστωσε ότι οι ελβετίδες γνώριζαν περισσότερα από εκείνον για τους αρχαίους έλληνες.
« εμείς δεν μάθαμε τίποτα στο γυμνάσιο, μόνο παπαγαλίζαμε για τις εξετάσεις», σκεφτόταν και μελαγχολούσε.
Όταν ήρθε η ώρα να χωρίσουν αντάλλαξαν τηλέφωνα και κανόνισαν αν τηλεφωνηθούν ο Μιχάλης με την Χάιντρουν.
- Να μου τηλεφωνήσεις την Πέμπτη μετά τις δωδεκάμισι το βράδυ. Του είπε η Χάιντρουν.
Ο Μιχάλης παραξενεύτηκε για το προχωρημένο της ώρας που ήθελε εκείνη να της τηλεφωνήσει, « τι να κάνει όλη την ημέρα; Που να γυρίζει αυτή η όμορφη σουσουράδα», σκεφτόταν ξύνοντας το κεφάλι του. Δεν είχε ξανασυναντήσει τόσο γοητευτική και έξυπνη γυναίκα στην ζωή του και μέχρι την Πέμπτη το βράδυ που θα της τηλεφωνούσε ξέχασε και της πρώην και τις νυν .. μέλλουσες φιλενάδες. Ούτε με την Λήδα βγήκε έξω μέχρι την Πέμπτη. Εκείνο το βράδυ, όταν της τηλεφωνούσε, η καρδιά του χτυπούσε σαν νεαρού που θα πάρει για πρώτη φορά τηλέφωνο να κλείσει ραντεβού.
- Γεια σου Χάιντρουν, εγώ είμαι ο Μάικ.
- Γεια σου Μάικ, νόμιζα ότι θα το ξεχνούσες.
- Όχι βέβαια. Είπε σαν τον τυφλό που τον ρώτησε ο Χριστός αν ήθελε να δει το φώς του.
- Τι έγινε βρήκες τι δουλειά κάνω; Ρώτησε εκείνη πειραχτικά.
- Μου φαίνεται ότι ούτε στην εγκυκλοπαίδεια υπάρχει το επάγγελμα σου, θα μου το πεις;
- Όταν συναντηθούμε.
- Θα ήθελες να συναντηθούμε; Ρώτησε με αγωνία ο Μιχάλης.
- Μα και βέβαια, πότε θέλεις;
- Εγώ δεν έχω πρόβλημα χρόνου, όποτε θέλεις εσύ.
- Θέλεις να φάμε μαζί αύριο;
- Και βέβαια θέλω.
- Που θέλεις να πάμε;
- Όπου θέλεις εσύ Χάιντρουν.
- Θα ήθελα να φάω σε ένα ελληνικό ρεστοράντ.
Ο Μιχάλης είδε αμέσως την Άρτεμη να χαμογελά πονηρά.
- Έχεις κάποιο υπόψη σου;
- Όχι, πάμε όπου θέλεις.
- Εντάξει, υπάρχει ένα ωραίο ελληνικό, το ‘’Απόλλων ‘’ στο Κουήνς, σε βολεύει;
Εκεί ‘’ έπαιζε εντός έδρας ‘’, εκεί την έβρισκε.
- Κανένα πρόβλημα.
Ο Μιχάλης της έδωσε ην διεύθυνση και οδηγίες πώς να πάει με το αυτοκίνητο στο ‘’ Απόλλων ‘’. Αφού κουβέντιασαν για λίγο για το πώς πέρασαν τις προηγούμενες μέρες έκλεισαν το τηλέφωνο. Το ραντεβού το κανόνισαν για τις εφτά η ώρα της Παρασκευής. Ο Μιχάλης πήγε στο ‘’ Απόλλων ‘’ από τις έξι. Είχε μια αγωνία που δεν μπορούσε να την εξηγήσει, λες και δεν είχε βγει με τόσες γυναίκες. Κάποια στιγμή που τον είδε η Άρτεμη σκεπτικό, τον ρώτησε πειραχτικά:
- Πως έτσι μόνος τέτοια μέρα; Που είναι η Λήδα.
Ο Μιχάλης έκανε τον μισοκακόμοιρο.
- Τι να γίνει μου έδωσαν όλες διαζύγιο.
- Σιγά μην σε πιστέψω. Κάποια περιμένεις εσύ, αλλά μου φαίνεσαι κακόκεφος. Είπε η Άρτεμης με ενδιαφέρον σαν να ήταν μάνα του.
- Φαίνεται επειδή δεν περιμένω καμιά είμαι κακόκεφος.
Η Άρτεμης έκανε μια γκριμάτσα συμπάθειας και απομακρύνθηκε από το τραπέζι του. « τι να του συμβαίνει άραγε;». Ο Μιχάλης κάπνιζε συνέχεια και κοιτούσε τα σκαλοπάτια της εισόδου από την τζαμαρία. Στις εφτά ακριβώς, λες και ήταν εγγλέζα, η Χάιντρουν ανέβαινε τα σκαλοπάτια της εισόδου. Η καρδιά του Μιχάλη φτερούγισε από την χαρά του σαν πουλάκι. Σηκώθηκε αμέσως από το τραπέζι και σήκωσε χαρούμενος το χέρι του για να τον δει. Εκείνη τον είδε και πήγε στο τραπέζι του. ο Μιχάλης την χαιρέτησε σφίγγοντας της δυνατά το χέρι και με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη της είπε:
- Χαίρομαι που σε βλέπω Χάιντρουν. Τι κάνεις;
- Γεια σου Μάικ είμαι μια χαρά, εσύ;
- Κι εγώ το ίδιο. Είπε νοιώθοντας ελαφρά σφιγμένος.
Μόλις μπήκε στο ‘’ Απόλλων ‘’ η Χάιντρουν, οι πελάτες και το προσωπικό γύρισαν και την κοίταξαν έκθαμβοι, λες και έβλεπαν πρώτη φορά ωραία κοπέλα. Η Άρτεμης δεν άφησε από τα μάτια της την Χάιντρουν, και όταν εκείνη κάθισε απέναντι από τον Μιχάλη, χαμογέλασε ικανοποιημένη και σκέφτηκε, « είπα και εγώ, είναι δυνατόν να μην περιμένει καμία όμορφη ο καζανόβας».
Μόλις κάθισε η Χάιντρουν, η Άρτεμης αγκυροβόλησε απέναντι από τον Μιχάλη και του χαμογέλασε πονηρά και με μια λάμψη θαυμασμού στα μάτια, που φάνηκε ανοίγοντας τα μάτια της. Είπε ελληνικά, « ωραίο κελεπούρι» και συνέχισε στα αγγλικά:
- Καλησπέρα σας, μπορώ να σαν εξυπηρετήσω;
- Τι θα πάρεις Χάιντρουν;
- Ένα ουίσκι με σόδα.
- Και εγώ μια βότκα με χυμό πορτοκαλιού.
Η Χάιντρουν άρχισε να διαβάζει τον κατάλογο που έγραφε τα φαγητά στα αγγλικά και στα ελληνικά.
- Τι φαγητό είναι ο μουσακάς Μάικ;
Ο Μιχάλης της εξήγησε.
- Τι είναι το παστίτσιο;
Ο Μιχάλης της εξήγησε τι ήταν τα ελληνικά φαγητά και η φέτα μέχρι και το κυπριακό χαλούμι.
- Θα ήθελα να δοκιμάσω ένα μουζάκα.
- Α! ωραία, αλλά μουσακάς προφέρεται και όχι μουζάκα. Είπε ο Μιχάλης που σκέφτηκε ότι δεν μπαίνουν οι έλληνες στο κόπο να διορθώνουν τους ξένους όταν δεν προφέρουν σωστά τις ελληνικές λέξεις.
Αντίθετα πολλές φορές μιμούνται τους ξένους, « έχουμε ωραίες καλαμάρες!», « καλαμάρια ρε πατριώτη, καλαμάρια» , έλεγε σε ένα πατριώτη του ο Μιχάλης.
- Εσύ τι θα πάρεις;
- Εγώ λέω να πάρω ένα φαγκρί ψητό.
- Αρέσουν πολύ τα ψάρια στους έλληνες βλέπω.
- Εμ, η Ελλάδα είναι ένα μεγάλο νησί, φυσικό δεν είναι;
- Πως, αλλά και η Αργεντινή έχει απέραντες ακρογιαλιές, αλλά οι κάτοικοι της προτιμούν το κρέας.
- Α, ώστε έτσι.
Εκείνη τη στιγμή η Άρτεμης έφερνε τα ποτά. Η Χάιντρουν τσούγκρισε το ποτήρι και είπε στα ελληνικά με ελβετική προφορά:
- Γειά σου.
Ο Μιχάλης ξαφνιάστηκε.
- Μιλάς ελληνικά;
- Όχι πολλά, μερικές φράσεις.
- Πως έτσι;
- Κατ’ αρχήν έκανα αρχαία ελληνικά στο πανεπιστήμιο, αλλά δεν έβρισκα έλληνα να τα μιλά και σχεδόν τα ξέχασα. Τώρα μαθαίνω για τις ανάγκες της δουλειάς μου.
Ο Μιχάλης απόρησε:
- Μα τι δουλεία κάνεις και χρειάζεσαι τα ελληνικά;
- Για μάντεψε. Είπε χαμογελώντας εκείνη.
Το γεγονός ότι ήξερε η Χάιντρουν μερικά ελληνικά ενθουσίασε τον Μιχάλη, όπως θα ενθουσίαζε κάθε έλληνα και έξυσε πιο βαθιά τον λάκκο του μυαλού του, μήπως βρει κανένα απίθανο επάγγελμα. Την κοίταξε ερευνητικά. Είχε σχεδόν εξαντλήσει όλα τα επαγγέλματα και η εκτυφλωτική της ομορφιά του έφερε στο μυαλό τις γυμνές κοπέλας που διαφημίζουν αυτοκίνητα και τις σχετικές αφίσες που έβλεπε στα συνεργεία αυτοκινήτων και σε διάφορους ανδροκρατούμενους κυρίως χώρους.
- Μήπως είσαι μανεκέν;
- Α! κοντά έπεσες.
- Μήπως διαφημίζεις αυτοκίνητα;
- Όχι.
Εξάντλησε πάλι όλα τα προϊόντα που διαφημίζουν οι όμορφες γυναίκες, αλλά τίποτα.
- Μα τι είσαι τέλος πάντων; Είπε ελαφρά εκνευρισμένος, διατηρώντας ένα χαμόγελο στα χείλη.
- Ποζάρω σε ένα καθηγητή, γλύπτη στο New York University και κάνει το σώμα μου αγάλματα.
Άγαλμα έμεινε ο Μιχάλης από την έκπληξη. Γούρλωσε τα μάτια με θαυμασμό και κοιτάζοντας την, σαν γλύπτης είπε:
- Τι μου λες;
- Αλήθεια σου λέω. Είπε με σοβαροφάνεια, που ο Μιχάλης την εξέλαβε για αστείο.
- Δεν λέω είσαι πάρα πολύ ωραία κοπέλα, αλλά να, πως σε ανακάλυψε ο καθηγητής στην Ελβετία;
- Εδώ με ανακάλυψε.
- Μα πως σε ανακάλυψε; Λογαριασμό σε ελβετική τράπεζα ήθελε να ανοίξει;
Η Χάιντρουν γέλασε με το χιούμορ του Μιχάλη και αποκρίθηκε:
- Από την δουλειά μου.
- Να τα πάλι, θα αρχίσουμε την κολοκυθιά.
- Λοιπόν θα σου πω, γιατί στο τέλος θα με βρίσεις ελληνικά και εγώ θα θυμώσω γιατί ξέρω τις βασικές βρισιές. Είμαι ηθοποιός του κινηματογράφου.
- Ηθοποιός!!! Είπε με θαυμασμό και άρχισε να νοιώθει τα πόδια του να τρέμουν.
- Ναι, ναι, απορείς;
- Ε, πρώτη φορά γνωρίζω ηθοποιό και μάλιστα ελβετίδα.
- Ποια η γνώμη σου για τους ηθοποιούς;
Ο Μιχάλης έκανε να της δώσει την απάντηση που έδινε ο πατέρας του για τους ηθοποιούς όταν τον έπαιρνε στον κινηματογράφο μαζί με τον αδερφό του τον Νίκο στην Ελλάδα:
- Αυτές είναι πρόστυχες. Έλεγε ο πατέρας του.
- Και τι θέλεις να κάνουν να μην φιλιούνται με τους ηθοποιούς.
- Όχι.
- Και τότε πως θα γίνει το έργο;
- Να μην φιλιούνται. Ποιος ξέρει τι ξεφτιλισμένους άντρες έχουν αυτές οι πρόστυχες που δεν τους νοιάζει που φιλιούνται και τρίβονται οι γυναίκες τους.
Εκείνη την στιγμή θυμήθηκε τι του έλεγε ο πατέρας του όταν τις Κυριακές τον έπαιρνε με τον αδερφό του στον Άγιο Σπυρίδωνα και περνούσαν από την οδό Κολοκοτρώνη στην Τρούμπα:
- Εδώ παιδιά μου είναι οι οίκοι της αμαρτίας.
Ο Μιχάλης δεκαέξι χρονών τότε,μόλις τον είχε πάρει ένας φίλος του σε πουτάνα στην Κολοκοτρώνη και πάγωσε από τον φόβο του:
"Παναγία μου μην ανοίξει τώρα το παράθυρο η κοπέλα και με φωνάξει μέσα"
- Τους θαυμάζω. Είπε ο Μιχάλης.
- Για ποιο λόγο;
- Γιατί δεν μπορώ να κάνω αυτά που κάνουν.
- Έλα τώρα δεν κάνουμε και τίποτα σπουδαίο. Είπε με μετριοφροσύνη η Χάιντρουν.
- Πως δεν κάνετε. Γνωρίζετε ωραίες παρέες και παίζετε ωραία έργα στο θέατρο αλλά δεν μου είπες, μήπως γυρίζετε καμία ταινία;
- Μπράβο το μάντεψες.
- Και ποια είναι η υπόθεση της;
- Ένα πλουσιοκόριτσο της Νέας Υόρκης, αυτό παίζω εγώ, ερωτεύεται παράφορα ένα μετανάστη από την Αίγυπτο, οι γονείς της δεν θέλουν φυσικά να ακούσουν κουβέντα, γιατί η Αιγύπτιος πουλά στο δρόμο χαντόγκς, εκείνη τους λέει ότι αν δεν τον πάρει θα πέσει από κανένα ουρανοξύστη.
- Και λοιπόν; Τι γίνεται μετά;
- Το έλα να δεις. Είπε γελώντας.
Ο Μιχάλης παραξενεύτηκε, σαν ζούσε εκείνη τη στιγμή το έργο.
- Και μετά τι έγινε;
- Ε, αν σου πω δεν θα πας να δεις την ταινία. Είπε χαμογελώντας πειραχτικά η Χάιντρουν.
- Α! θα την δω ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ.
- Τιμή μου.
- Για πες μου Χάιντρουν, ο πρωταγωνιστής ποιος είναι;
- Ο Ομάρ Σαρίφ.
- Μπράβο! Έκανε ο Μιχάλης με θαυμασμό.
- Τον γνωρίζεις;
- Όχι, βέβαια προσωπικά, αλλά είναι από τους ηθοποιούς που θαυμάζω.
- Θα ήθελες να τον γνωρίσεις;
Ο Μιχάλης ένοιωσε δέος που θα γνώριζε ένα από τα ιερά τέρατα του κινηματογράφου. Τον θεωρούσε απρόσιτο στους κοινούς θνητούς. Δεν ξεχνούσε την ιστορία που του είχε διηγηθεί ένας κασιώτης εφοπλιστής, για το πώς κατάφερε να δει την Λίζ Τέηλορ.
- Μόνο ο Ωνάσης μπορεί να τα κάνει αυτά.
- Μα σοβαρά μιλάς; Μπορώ να δώ εγώ τον Ομάρ Σαρίφ;
- Και γιατί δεν μπορείς; Ρώτησε απορημένη.
-Να νόμιζα ότι μόνο οι μεγάλοι μπορούν να δούν τους μεγάλους ηθοποιούς.
- Τα παρά λες. Ξέρεις πόσο απλός άνθρωπος είναι;
- Εγώ είχα την εντύπωση ότι αυτοί είναι απρόσιτοι.
- Θα διαπιστώσεις το αντίθετο Μάικ. Λοιπόν θα σου πω μια μέρα να περάσεις από το Πλάζα το ξενοδοχείο που μένουμε να πιούμε ένα ποτό με τον Ομάρ.
- Θα χαρώ πολύ να τον γνωρίσω. Είπε με θαυμασμό ο Μιχάλης.
- Α, ώστε μόνο γι’ αυτό; Ρώτησε εκείνη πονηρά.
Ο Μιχάλης την κοίταξε, χαμογέλασε απολογητικά και αποκρίθηκε:
- Ε, όχι βέβαια …. Είπε με νόημα.
- Εσύ δεν μου είπες τι δουλειά κάνεις;
- Σειρά σου να το βρεις.
- Χμ… έκανε η Χάιντρουν.
- Σε ρεστωράντ δουλεύεις.
Ο Μιχάλης θα ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Έγινε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Σκέφτηκε, αλλά δεν το ξεστόμησε « της θειας σου, μόνο αυτό ξέρετε ότι κάνουν οι έλληνες;». Κατάλαβε όμως ότι δεν φταίει η κοπέλα « από κάπου το έμαθε» και αποκρίθηκε με έμφαση:
- Όχι βέβαια.
Η πανέξυπνη ελβετίδα παρατήρησε την αποστροφή στο πρόσωπο του και κατάλαβε ότι τον προσέβαλε, « διάολε, δεν μπορεί να είναι μόνο πιατάδες οι έλληνες « και ρώτησε:
- Μήπως είσαι δάσκαλος;
Ο Μιχάλης χαμογέλασε ανακουφισμένος που δεν είπε ότι είναι ζητιάνος.
- Κοντά έπεσες.
- Καθηγητής τότε.
- Πιο κοντά έπεσες.
- Στο γυμνάσιο;
- Όχι.
- Ε, τότε στο πανεπιστήμιο.
- Την έχω κάνει και αυτή την δουλειά, αλλά δεν είναι αυτή που κάνω στο πανεπιστήμιο.
- Τότε τι κάνεις;
- Αν σου πω θα νομίζεις ότι σε κοροϊδεύω.
- Δεν υπάρχει λόγος, θα σε πιστέψω.
- Δεν είναι εύκολο να πιστέψει κανείς τέτοια πράγματά.
- Εγώ δεν έχω πρόβλημα.
- Καλάααα. Έκανε και σιώπησε ο Μιχάλης.
- Λοιπός θα μου πεις.
- Όχι.
- Μα γιατί; Είπε παραπονιάρικά.
- Πρώτον γιατί μπορεί να σου κοπεί η όρεξη για φαγητό και δεύτερον γιατί θα χρειαστεί να ξαναπώ τα ίδια και στον Ομάρ, όταν τον συναντήσω.
- Έλα τώρα, μην με σκας.
- Εσύ τι μου έκανες; Με έκανες σουβλάκι ελληνικό μέχρι να μου πεις.
- Εντάξει είμαστε πάτσι λοιπόν. Φαίνεται ότι κάνεις κάποια σοβαρή δουλειά. Είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
- Μα δεν μου είπες για τα αγάλματα.
- Τι να σου πω;
- Τι γίνονται όταν τελειώσουν;
- Τα παίρνουν εκείνοι που τα παράγγειλαν.
- Σαν ποιοι δηλαδή;
- Αυτοί που διαθέτουν διακόσες χιλιάδες δολάρια.
- Πόσα;;;;; είπε έκπληκτος από το ποσό που την εποχή εκείνη αντιστοιχούσε με το αντίτιμο των αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων που πλήρωναν οι αρχαιοκάπηλοι στους φιλέλληνες στην Ελλάδα.
- Δεν είναι δα και τόσα πολλά. Είπε εκείνη, εννοώντας ότι δεν παίρνει πολλά για ένα άγαλμα.
- Ε, πως δεν είναι.
- Για όσους τα έχουν, δεν είναι πολλά.
Ο Μιχάλης θέλοντας να την πειράξει είπε:
- Κοντεύεις να ανοίξεις δική σου τράπεζα.
- Έλα τώρα υπερβάλεις.
- Εσύ κοντεύεις να παίρνεις και περισσότερα και από μένα.
< βγάζουν και οι έλληνες λεφτά του κερατά …. >! Σκέφτηκε.
- Τόσα πολλά παίρνεις;
- Ίσως μου φαίνονται πολλά εμένα.
- Δεν θέλω να γίνω αδιάκριτη…..
Ο Μιχάλης την διέκοψε:
- Ξέρω, κανένας δεν θέλει να πει σε άλλον πόσα παίρνει, λες και θα του τα πάρει ο άλλος από το την τσέπη.
- Εμείς στην Ελβετία δεν σκεφτόμαστε έτσι. Αν δεν σκέφτεσαι και εσύ έτσι, μου λες.
- Δεν έχω πρόβλημα, εκατό χιλιάδες.
- Δολάρια; Ρώτησε με έκπληξη.
- Εμ τι, ελβετικά φράγκα;
- Τι μου λες; Πάρα πολλά τον χρόνο!
- Γιατί τον χρόνο; Εσύ τα πληρώνεις; Αστειεύτηκε ο Μιχάλης.
- Πότε στα δύο χρόνια;
- Τον μήνα Χάιντρουν.
Η Χάιντρουν τα έχασε, ξεροκάταπιε, ψιλοκοκκίνησε, θυμήθηκε που του είπε ότι δουλεύει σε ρεστωράντ και κατάλαβε ότι είχε απέναντι της ένα ‘’ μεγάλο ‘’. Βγήκε για φαγητό με τον Μιχάλη γιατί της άρεσε το αστείο που της έκανε στο Μέϊσης και γιατί ήταν ομορφόπαιδο και Έλληνας. Κατάλαβε ότι άλλη θα έπρεπε να είναι η στάση της απέναντι του, λιγότερο ειρωνική και υπεροπτική. Χρωμάτισε την φωνή της με πραγματικό θαυμασμό και είπε:
- Μπράβο Μάικ, να και ένας έλληνας που προοδεύει στην Αμερική!
- Έχει πολλούς στην Αμερική αλλά ….
- Τι αλλά;
- Αλλά δεν υπάρχει ένα WHO IS WHO με τους έλληνες επιστήμονες της Αμερικής ….
- Και γιατί; Ρώτησε διακόπτοντας τον η Χάιντρουν.
- Γιατί στην Ελλάδα οι κυβερνήτες βλέπουν τους ομογενείς σαν έμβασμα σε δολάρια για τις ανάγκες του εμπορικού ισοζυγίου και οι διπλωμάτες μας δεν έχουν χρόνο να ασχολούνται με τέτοιες ‘’ λεπτομέρειες ‘’, που τους χάνεις που τους βρίσκεις σε δεξιώσεις να κυνηγούν γκόμενες και σε καταστήματα αφορολόγητων. Άσε μην μου τους θυμίζεις τους κερατάδες.
- Ε, όχι και έτσι. Είπε έκπληκτη από αυτά που άκουσε και από το ύφος που τα έλεγε ο Μιχάλης.
- Δυστυχώς έτσι και χειρότερα.
- Έλα άστους αυτούς να μην χαλάσει το κέφι μας.
- Στο διάολο να πάνε.
- Και ακόμη παραπέρα. Είπε για συμπαράσταση η Χάιντρουν.
- Έτοιμα τα φαγητά σας. Είπε πρόσχαρα η Άρτεμης που έφτασε εκείνη την στιγμή και σερβίρισε πρώτα την Χάιντρουν.
Εκείνη έφαγε τον μουσακά της με επιφωνήματα για την νοστιμιά του, ενώ ο Μιχάλης έτρωγε το φαγκρί του ονειρευόμενος παραγαδιές στην Κάσο. Σε όλη την διάρκεια του δείπνου συζητούσαν μόνο για ελληνικά και ελβετικά φαγητά, για ωραία χιονισμένα ελβετικά βουνά και σκι. Ο Μιχάλης έβλεπε ανώφελο να εντυπωσιάσει υπογράφοντας τον λογαριασμό και τον πλήρωσε με μετρητά.
Μέχρι την συνάντηση με τον Ομάρ Σαρίφ η Χάιντρουν τηλεφωνούσε κάθε βράδυ στον Μιχάλη. Το τηλεφώνημα κρατούσε πολλές φορές και δύο ώρες. Ο Μιχάλης είχε γοητευτεί όχι μόνο από την ομορφιά της αλλά και από την καλλιέργεια, τον χιούμορ, την ευγένεια αλλά και το ενδιαφέρον της για εκείνον. Του έκανε εντύπωση πως σχολίασε το γεγονός ότι δεν τον βοήθησε με τις σπουδές ο πατέρας του:
- Θυμάσαι τι είπε ο Ισοκράτης Μάικ, « να μην βγάζεις την ψυχή σε αυτόν που θέλεις να βοηθήσεις».
« εμένα μου την έβγαλε»! σκέφτηκε ο Μιχάλης.
Παρόλο που δεν είχε ακούσει μέχρι τότε ‘’ Συρματικό ‘’ η Χάιντρουν, ο Μιχάλης ένοιωθε για αυτήν διαφορετικά. Δεν την έβλεπε σαν γκόμενα « λες να την ερωτεύτηκα;», άρχισε να σκέφτεται. Βγήκαν άλλες δύο φορές για φαγητό σε διαφορετικά μέρη, εκτός ‘’ έδρας ‘’ του Μιχάλη, σε ένα κινέζικο και ένα περίεργο Μεξικάνικο εστιατόριο. Και η Χάιντρουν, ήταν γοητευμένη και ενθουσιασμένη με τον Μιχάλη. Ο γοητευτικός έλληνας με τον αυθορμητισμό του, το χιούμορ του, την ευγένεια και τον υπέρμετρο ρομαντισμό του είχε αρχίσει να χαϊδεύει ερωτικά την καρδιά της. Στο τέλος αντί να χορέψει πρώτη η Χάιντρουν μπλουζ με ‘’ Συρματικό ‘’, χόρεψε ο Μιχάλης μπλουζ με ελβετική μουσική. Εκείνο το βράδυ ένοιωθε τόσο μικρός. Ένοιωθε δέος. Βουνό και θάλασσα. Έβλεπε την Χάιντρουν σαν την θεά της ομορφιάς που κατέβηκε από τα χιονισμένα βουνά της Ελβετίας. Πρώτη φορά έβλεπε χιονισμένα βουνά που οι πλαγιές τους ήταν γεμάτες πολύχρωμα λουλούδια. Δεν υπήρχαν άνθρωποι να κάνουν σκι. Μόνο τον θεό έβλεπε να μαζεύει λουλούδια και να χαμογελά, να μαδά ροδοπέταλα και να φτιάχνει το πρόσωπο της Χάιντρουν, « τι να γυρεύει εδώ ο Αρχιμήδης; Ρώτησε ο Θεός».
- Τον φώναξε να της φτιάξει τέλειες καμπύλες. Άκουσε τον Θεό να λέει.
Και πράγματι τις έφτιαξε τέλειες. Η γοργόνα της θάλασσας έγινε γοργόνα του χιονιού, « αχ, και να ήμουνα ο Αλέξανδρος, εγώ είμαι ναυαγός, έρμαιο στα κύματα της ομορφιάς της. Αχ και να με ερωτευόταν η γοργόνα, να γινόταν η ουρά της δύο ωραία πόδια, να με φιλούσε γλυκά, να γίνονταν τα φιλιά της σχεδία, να με έβγαζε στην αμμουδιά και ας ήταν χιονισμένη, να με σιγονανουρίσει στην αγκαλιά της και να αποκοιμηθώ ακούγοντας τα τραγούδια του κύματος». Κι αποκοιμήθηκε.
Μόλις πλησίασε στο μπαρ του ξενοδοχείου Πλάζα, ο Μιχάλης γνώρισε αμέσως τον μελαχρινό άντρα που καθόταν δίπλα στην Χάιντρουν. Ήταν ο Ομάρ Σαρίφ.
- Καλησπέρα σας. Είπε ευγενικά ο Μιχάλης που ένοιωθε σφιγμένος αν και τον είχε καθησυχάσει η Χάιντρουν.
- Βρε καλώς τον ντροπαλό έλληνα. Είπε πρόσχαρα ο Ομάρ. « έλα κάθισε δίπλα μου».
Ο Μιχάλης προσπάθησε να σκάσει ένα χαμόγελο χωρίς να τα καταφέρει. Κάθισε δίπλα του σαν να κάθισε σε κάρβουνα.
- Τι θα σε κεράσουμε; Θέλεις καμιά ρακή;
Ο Μιχάλης έμεινε έκπληκτος που γνώριζε ο Ομάρ τη ρακή. Προσπάθησε να χαμογελάσει και βρήκε κουράγιο να πει:
- Δεν έχουν τέτοιο ποτό εδώ.
- Αν σου αρέσει υπάρχει.
- Που υπάρχει; Ρώτησε με έκπληξη και η έκφραση του προσώπου του έμοιαζε σαν του παπά που του είπαν ότι δεν υπάρχει Θεός.
- Εγώ την έχω.
- Και που βρέθηκε.
- Αυτό το μούτρο, ο Τέλης Σαβάλας μου την έκανε δώρο.
Ο Μιχάλης έμεινε εμβρόντητος, « μα πως είναι δυνατόν; Ο Σαββάλας δεν μιλά καλά – καλά ελληνικά και έχει ρακή;».
- Ευχαριστώ να μην σας την στερήσω, αν χρειαστώ όλο και κάποιος κρητικός θα έχει.
- Α! ωραία η Κνωσός. Είπε ο Ομάρ.
- Έχετε πάει; Ρώτησε αποσβολωμένος ο Μιχάλης.
- Και που δεν έχει πάει ο Ομάρ. Είπε ο Χάιντρουν.
- Σας αρέσει δηλαδή η Ελλάδα;
- Όπως και η πατρίδα μου, η Αίγυπτος.
- Αλήθεια κύριε Σαρίφ;
- Δεν μου λες, το κύριε τι το ήθελες, για να με στεναχωρήσεις;
Ο φιλικός και άνετος τρόπος που μιλούσε ο Ομάρ του έδωσε λίγο θάρρος.
- Εντάξει όπως θέλεις.
- Έτσι, μπράβο, στο κάτω – κάτω μπορεί να ήμαστε και μακρινοί συγγενείς εμείς οι δύο.
- Δεν είναι δυνατόν! Είπε χαμογελώντας ο Μιχάλης.
- Και γιατί να μην είναι; Αν εγώ είμαι απόγονος του Πτολεμαίου – που έτσι νοιώθω – τότε δεν ήμαστε μακρινοί συγγενείς;
- Ε πως δεν ήμαστε. Είπε περήφανα ο Μιχάλης.
- Βλέπεις λοιπόν ότι ήμαστε συγγενείς.
Ο Μιχάλης ένοιωθε τόση ζεστασιά με τον Ομάρ που άρχισε να τον βλέπει σαν μακρινό του ξάδερφο.
- Και ξέρεις πιο είναι το όνειρο μου; Να υποδυθώ σε μια ταινία τον Αριστοτέλη.
- Αλήθεια;
- Μ’ αρέσει να διαβάζω τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και το έχω πολύ μεράκι να υποδυθώ έναν από τους πολύ μεγάλους.
- Ομάρ γιατί δεν λες στο Μάικ εκείνο που σου αρέσει περισσότερο από τον Αριστοτέλη; Είπε η Χάιντρουν.
Ο Ομάρ στόλισε το πρόσωπο του με ένα φιλοσοφημένο χαμόγελο, σαν να υποδυόταν τον Αριστοτέλη και είπε:
- Είναι φανταστικό, πραγματικό και θα μείνει αθάνατο αυτό που είπε ότι, « ο άνθρωπος είναι ζώον πολιτικόν».
- Κι αν δεν είναι ζώον πολιτικόν, τότε τι είναι ο άνθρωπος Ομάρ; Ρώτησε πειραχτικά και με ένα πονηρό χαμόγελο η Χάιντρουν.
- Ε, τότε είναι σκέτο ζώο! Είπε ο Ομάρ τονίζοντας σαν ηθοποιός την λέξη ζώον.
Η Χάιντρουν έσκασε στα γέλια γιατί είχε ακούσει αρκετές φορές τον Ομάρ να επαναλαμβάνει την εκτίμηση του περί των απολίτικων ανθρώπων. Όταν σταμάτησαν να "καθαρίζουν αβγά" στην Χάιντρουν, εκείνη είπε :
- Ομάρ, ξέρεις τι δουλειά κάνει ο Μιχάλης;
- Που να ξέρω; Μάγος είμαι;
- Για ρώτα τον.
- Μα καλά εσύ δεν ξέρεις που βγαίνεις τόσο καιρό μαζί του; Ρώτησε απορημένος ο Ομάρ. Είχε μια απορημένη έκφραση σαν να αναρωτιόταν: « μα τι διάολο, μόνο έρωτα έχουν αυτές στο μυαλό τους;».
- Όχι γιατί δεν μου έχει πει. Είπε η Χάιντρουν.
- Μάικ, πλάκα μου κάνει αυτή;
- Όχι, αλήθεια λέει. Είπε ο Μιχάλης νοιώθοντας ότι είχε εκθέσει την Χάιντρουν.
- Πράκτορας της ΣΙΑ είσαι και δεν της το λες;
- Κάθε άλλο μάλιστα.
- Ε, τότε;
- Είμαι πράκτορας ονείρων! Είπε ατάραχος ο Μιχάλης, σαν ηθοποιός που υποδύεται την ψυχραιμία του βράχου.
- Τι έκανε λέει!!!!! Είπαν ταυτόχρονα ο Ομάρ και η Χάιντρουν.
- Όπως ακριβώς το ακούσατε. Είπε το ίδιο ατάραχος ο Μιχάλης.
- Κοίταξε έλληνα, εγώ είμαι αιγύπτιος, δεν είμαι κανένα ελβετάκι να τα χάφτω αυτά. Εκτός και κάνεις πλάκα σαν τον Σαβάλα.
- Καθόλου πλάκα δεν σας κάνω. Η έρευνα που κάνω είναι γύρω από τα όνειρα.
Ο Ομάρ έπιασε τον Μιχάλη από τον λαιμό και σφίγγοντας τον είπε χαμογελώντας:
- Θα σε πνίξω ρε, εμένα βρήκες να κάνεις πλάκα; Είπε και γύρισε στην Χάιντρουν!
« εσύ μωρή τον πιστεύεις;».
- Όχι βέβαια!
- Κατάλαβες τώρα γιατί δεν ήθελα να σου πω; Είπε ο Μιχάλης στην Χάινρουν.
- Είπαμε να κάνεις πιστευτά αστεία, αλλά ετούτο δεν καταπίνεται με τίποτα. Για αμερικανάκια μας πέρασες; Είπε η Χάιντρουν.
- Όχι, αλλά τα αμερικανάκια, όπως τα λες, με πιστεύουν γιατί λέω την αλήθεια και γιατί ξέρουν ότι η επιστημονική έρευνα στην Αμερική έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που αν ακούσεις ότι μελετούν με τι είδους παραγάδια θα πιάνουν τα ψάρια στις θάλασσες του φεγγαριού να μην παραξενευτείς.
- Αλλά ας υποθέσουμε ότι λες αλήθεια τι ακριβώς κάνετε; Είπε ο Σαρίφ σχεδόν σοβαρά.
- Δεν θα σας κουράσω με επιστημονικές λεπτομέρειες, θα σας πω ότι προσπαθούμε να φωτογραφήσουμε τις εικόνες που εμφανίζονται στον υποθάλαμο του εγκεφάλου του ανθρώπου και να βιντεοσκοπήσουμε τα όνειρα.
- Έλα ρε έλληνα, σιγά μην μου πεις ότι θα κάνετε τα όνειρα του ανθρώπου κινηματογραφική ταινία. Είπε ο Σαρίφ.
- Έτσι ακριβώς! Θα ξυπνάς το πρωί θα βάζεις την βιντεοκασέτα με τα όνειρα στο βίντεο και θα τα απολαμβάνεις.
- Ρε συ αυτά γίνονται μόνο σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας και εμείς οι ηθοποιοί που παίζουμε σε αυτά τα έργα, λέμε για τους συγγραφείς, « τι βλακείες κάθονται και γράφουν».
- Έχουμε προχωρήσει αρκετά κα μπορώ να σου δείξω φωτογραφίες με εικόνες από τον υποθάλαμο ενός ανθρώπου.
Η Χάιντρουν και ο Ομάρ άρχισαν να περιεργάζονται τον Μιχάλη. Και οι δύο έκανα την ίδια σκέψη, « μήπως είναι εξωγήινος;». Ο Ομάρ ψαχούλεψε το μουστάκι του και κοίταξε το μουστάκι του Μιχάλη, « μα τι σκέφτομαι ο μάπας, έχουν μουστάκια οι εξωγήινοι;», σκέφτηκε.
- Εγώ θέλω να μου δείξεις φωτογραφίες. Είπε η Χάιντρουν που δεν είχε πιστέψει ούτε μια στιγμή αυτά που άκουγε.
- Όποτε θες. Είπε και συνέχισε, « θα σας πω και τι άλλο θα γίνει».
- Έχει και συνέχεια η τρέλα; Είπε στραβώνοντας τα χείλη του ο Ομάρ.
- Τώρα θα ακούσετε τα …. τρελά. Είπε γελώντας πονηρά ο Μιχάλης.
- Έλα πες τα. Είπε ανυπόμονα ο Ομάρ.
- Λοιπόν εμείς θα χρησιμοποιούμε ένα ηλεκτρονικό σκούφο, τον οποίο βάζει στο κεφάλι του εκείνος που θέλει να βιντεοσκοπηθούν τα όνειρα του. θα γράφουν δισκέτες με προκατασκευασμένα όνειρα. Θα μπορεί ο καθένας να πάει σε ένα σούπερ – μάρκετ και να αγοράσει μια δισκέτα με τα όνειρα που θέλει – όπως ακριβώς κάνουμε με τις βιντεοταινίες με τα έργα σας. Και το πιο σημαντικό ….. ο Σαρίφ τον διέκοψε:
- Έχει και πιο σημαντικό;
- Αν έχει λέει! Θα μπορεί ο καθένας να αγοράζει μια δισκέτα με γνώσεις και να μαθαίνει ότι θέλει και να γίνεται ότι θέλει.
- Δηλαδή τι να γίνει; Ρώτησε η Χάιντρουν που κρεμόταν τώρα από τα χείλη του Μιχάλη.
- Καθηγητής, οικονομολόγος και ότι άλλο θέλει ακόμη και ηθοποιός.
- Μα πως; Ρώτησε ο Ομάρ.
- Μια δισκέτα θα περιέχει τις γνώσεις που αποκτά ο φοιτητής στο πανεπιστήμιο στα τέσσερα χρόνια των σπουδών του. Το βράδυ που θα πάει να κοιμηθεί θα την βάζει στον ηλεκτρονικό σκούφο και το πρωί θα ξυπνά επιστήμονας. Κι εγώ που σε θαυμάζω σαν ηθοποιός και τώρα που σε γνώρισα και σαν άνθρωπο, θα πάρω τις γνώσεις που παίρνετε στη δραματική σχολή για να γίνω …. ηθοποιός.
- Ρε συ, αν είναι αλήθεια αυτά που λες, καταλαβαίνεις ότι θα αλλάξει ο κόσμος; Ποιοι θέλουν να τον αλλάξουν; Είπε ο Σαρίφ.
- Δεν είναι έτσι τα πράγματα, ίσως χειρότερα.
- Δηλαδή; Ρώτησε τρομοκρατημένη η Χάιντρουν.
- Δεν θέλουν κάποιοι να αλλάξουν τον κόσμο, ίσως να θέλουν να τον ελέγξουν, να τον κατακτήσουν, να τον κατευθύνουν.
- Και ποιοι είναι αυτοί οι άτιμοι; Ρώτησε φουρκισμένος ο Σαρίφ.
- Αυτό δυστυχώς δεν το γνωρίζω. Ξέρω μόνο ότι γι’ αυτήν την έρευνα ξοδεύονται δισεκατομμύρια δολάρια.
- Το κεφάλαιο! Είπε με μια λάμψη μίσους στα μάτια ο Ομάρ.
- Μα σε ποιο κόσμο ζούμε; Είπε με παράπονο η Χάιντρουν που άρχισε να πιστεύει όσα έλεγε ο Μιχάλης.
- Αγγελικά πλασμένο! Είπε σαρκαστικά ο Σαρίφ.
- Κάτι ξέρετε εσείς οι ‘’ μεγάλοι ‘’. Τον πείραξε ο Μιχάλης.
- Άσε ρε το δούλεμα. Κι εσύ το παιχνίδι τους παίζεις.
Ο Μιχάλης έκανε πλονζόν για να μην μπει η μπάλα γκολ στα δίχτυα του:
- Και τι είμαι εγώ; Ένας τόσο – δα επιστήμονας. Για θυμήσου τον Αϊνστάιν, τον Ντυνάν και τους άλλους μεγάλους; Οι ανακαλύψεις τους έφεραν και καλά και κακά, έτσι δεν είναι;
- Εδώ έχεις δίκιο.
- Πάντως αν ακόμη νοιώθεις ότι είμαστε μακρινοί συγγενείς, τότε μόλις ετοιμαστεί η δισκέτα με την φιλοσοφία του Αριστοτέλη, που μου είπες νωρίτερα ότι σ’ αρέσει, εγώ θα σου την στείλω να γίνεις πραγματικά αρχαίος φιλόσοφος. Είπε σοβαρά ο Μιχάλης.
- Α! αυτό μάλιστα.
- Είδες που έχει θετικά πράγματα; Είπε ο Μιχάλης και γύρισε στην Χάιντρουν, « κι εσύ τι θα ήθελες να … γίνεις;», την πείραξε.
- Άσε αυτή είναι γινομένη. Είπε ο Σαρίφ, χαμογελώντας πονηρά.
- Τι έγινε; Ρώτησε ο Μιχάλης.
- Μα δεν βλέπεις ρε Μάικ, η Θεά της ομορφιάς! Η Αφροδίτη.
- Συμφωνώ απόλυτα. Είπε ο Μιχάλης το ίδιο πονηρά.
Η Χάιντρουν ένοιωσε σαν μάρμαρο που ο Μιχάλης και ο Ομάρ την πελεκούσαν για να την κάνουν άγαλμα της Αφροδίτης, και εκείνη την στιγμή της σμίλευαν τις μασχάλες και την έκαναν να ξεραθεί στα γέλια.
- Αυτό είναι το ευχαριστώ κυρία μου στην φιλοφρόνηση μας; Είπε ο Ομάρ δήθεν σοβαρά.
- Αφήστε το δούλεμα και οι δυο. Είπε γελώντας η Χάιντρουν.
- Μην ξεχνάς ότι ο Μιχάλης είναι απόγονος του Αριστοφάνη. Είπε με καμάρι ο Ομάρ.
- Ναι έχεις δίκιο. Αποκρίθηκε η Χάιντρουν.
- Δεν μου λες Ομάρ, θα το πάρεις το κορίτσι; Τον πείραξε ο Μιχάλης.
- Ποιο κορίτσι; Απόρησε εκείνος.
- Αυτό που είσαι τρελά ερωτευμένος. Είπε ο Μιχάλης με σοβαρό και αυστηρό ύφος.
- Τι λες ρε έλληνα, ποιο κορίτσι και πράσινα άλογα; Εγώ είμαι παντρεμένος άνθρωπος.
- Και το κορίτσι που είσαι τρελά ερωτευμένος δεν θα το πάρεις; Συνέχισε το πείραγμα, πάντα σοβαρός ο Μιχάλης.
- Μάικ! Είπε αυστηρά η Χάιντρουν.
Ο Ομάρ άρπαξε τον Μιχάλη από το σαγόνι και του είπε:
- Κόψε ρε κερατά την πλάκα γιατί θα σου δώσω μια μπουνιά σαν κι αυτές που δίνω στις ταινίες.
Την στιγμή που τον κρατούσε ο Σαρίφ από το σαγόνι, ο Μιχάλης τον κοίταξε και έστριψε την ματιά, ανασήκωσε τα φρύδια του δείχνοντας την Χάιντρουν. Ο Σαρίφ τον άφησε απότομα που κατάλαβε τι εννοούσε ο Μιχάλης και είπε γελώντας: