Μεθύστε
Κάρολος Μποντλαίρ
Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν, είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.
Αλλά από τι? Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.
Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι.
Και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το αστέρι θα σας απαντήσουν: "Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε."
Rudyard Kipling >>>> [size=18]If [/size]<<<<<
If you can keep your head when all about you
Are losing theirs and blaming it on you,
If you can trust yourself when all men doubt you
But make allowance for their doubting too,
If you can wait and not be tired by waiting,
Or being lied about, don't deal in lies,
Or being hated, don't give way to hating,
And yet don't look too good, nor talk too wise:
If you can dream - and not make dreams your master,
If you can think - and not make thoughts your aim;
If you can meet with Triumph and Disaster
And treat those two impostors just the same;
If you can bear to hear the truth you've spoken
Twisted by knaves to make a trap for fools,
Or watch the things you gave your life to, broken,
And stoop and build 'em up with worn-out tools:
If you can make one heap of all your winnings
And risk it on one turn of pitch-and-toss,
And lose, and start again at your beginnings
And never breathe a word about your loss;
If you can force your heart and nerve and sinew
To serve your turn long after they are gone,
And so hold on when there is nothing in you
Except the Will which says to them: "Hold on!"
If you can talk with crowds and keep your virtue,
Or walk with kings - nor lose the common touch,
If neither foes nor loving friends can hurt you;
If all men count with you, but none too much,
If you can fill the unforgiving minute
With sixty seconds' worth of distance run,
Yours is the Earth and everything that's in it,
And - which is more - you'll be a Man, my son!
Γκιμπράν
Πώς θα γαληνέψει χωρίς λύπη η ψυχή μου;
Όχι, αδυνατώ να εγκαταλείψω δίχως οδύνη
την πόλη αυτή.
Η θάλασσα με καλεί αφυπνώντας με
με τις κραυγές της και πρέπει να ξεκινήσω.
Τζελαλαντιν Ρουμι: Ο ποιητης των Αγαπημενων
..και δικός μου αγαπημένος...
Ιστορικο
O Τζελαλαντιν Ρουμι το 1207 στην Περσια. Ενας απο τους κυριος εκπροσωπους του Σουφισμου στα 24 του κιολας χρονια ειναι ενας απο τους πιο αναγνωρισμενους θεολογους και ερμηνευτης του Κορανιου επισης Μαθηματικος και Αστρονομος. Το 1244 εμφανιζεται στην ζωη του Ρουμι ενας φιλοσοφος ο Σαμς για τον οποιο ειναι ελαχιστα πολυ γνωστα, ο Ρουμι παντως επηρεαστηκε παρα πολυ και οταν 2 χρονια μετα εξαφανιστηκε ο Ρουμι πεφτει σε μελαγχολια. Εμεινε 40 μερες σε κελι μονος του για να σκεφτει. Μετα απο αυτο
ο Ρουμι απο θεολογος γινεται ποιητης. Ξαφνικα ο Σαμς επιστρεφει αλλα οι ανθρωποι του Ρουμι ηταν εχρικη σε αυτην την επιστροφη.
Παρολα αυτα ο Ρουμι δεν εχει δρομο επιστροφης. Φημες αναφερουν οτι δυσαρεστημενοι μαθητες του Ρουμι δολοφονησαν τον Σαμς.
Ο Ρουμι εκτοτε και για τα επομενα 10 χρονια της ζωης του γραφει ποιηματα για τον ερωτα και τον Αγαπημενο οπως ο ιδιος ερμηνευει
την κινητηρια του δυναμη.
Το εργο του Ρουμι
Ο Ρουμι εγραψε 21336 διπλους στιχους και φυσικα δεν θα μπορουσαμε να βαλει κανεις ουτε το παραμικρο κομματι απο αυτα περα απο μια
μικρη επιλογη. Ο Ρουμι με την ποιηση του καταργει το χρονο και μιλα απευθειας στην καρδια. Το ζητουμενο του ειναι παντα ο Ερωτας.
Ο ανεκπληρωτος ποθος δεν μπορει να πραγματοποιηθει παρα μονο στην Αγαπη. Η ποιηση του Ρουμι ειναι σαν μια μεταξωτη κλωστη που σαν
καλος τεχνιτης υφανσης μετατρεπει σε ενα περσικο χαλι.
Ποιηματα
Ο Αγαπημενος με κοιταξε με συμπονια και μου ειπε:
"πως μπορεις και συνεχιζεισ να ζεις χωρις εμενα;
Του ειπα: "Στο ορκιζομαι σαν ψαρι εξω απο το νερο"
Μου ειπε: Τοτε γιατι κρατιεσαι τοσο γερα στην αναδρη γη;
Ολη η ευτυχια του κοσμου
δεν θα μου γιατρευε ευκολα αυτον τον ποθο.
Η μονη γιατρεια εινα ο Αγαπημενος.
Σκεφτηκα: Ποσα λογια θα του πω οταν τον συναντησω.
Τον ειδα και δεν εβγαλα μιλια.
Διχως Αγαπη
ολη η Λατρεια ειναι ενα αηκωτο βαρος,
ο χορος αγγαρεια,
η μουσικη σκετος θορυβος.
Ναι ολη η βροχη του ουρανου πεφτει μεσα στη θαλασσα
μα διχως αγαπη
ουτε μια σταγονα δεν γινεται μαργαταρι.
Μου φτανει που σε βλεπω να χαμογελας.
Μου φτανει το τραγουδι που ακουω στον ηχο του ονοματος σου.
Γιατι με σκοτωνεις με τα θανατερα σου βελη οταν και μονο
η σκια απο το μαστιγιο σου μου φτανει;
Το καθαρο του νερο ξεπλυνε την καρδια μου
Διχως αγκαθια ανθιζει τωρα η αγαπη μου.
Ακουω πως υπαρχει μια πορτα
που ανοιγει, απο την μια καρδια στην αλλη.
Αλλα αν δεν υπαρχει τοιχος,
πως μπορει να υπαρχει πορτα;
Werner Stingl
α’
αν
πραγματικά
είμαι
η ζωή σου
τότε
η ζωή σου
είναι
σε κίνδυνο
β’
δεν
μου είχες
υποσχεθεί
τίποτα
έχεις
κρατήσει
την υπόσχεσή
σου
η’
όταν κάποιος αγαπά
κρατά ένα τριαντάφυλλο στο στόμα
κι αίμα στάζει από τα χείλη
κάποτε
σχεδόν θα πέθαινα
από αιμορραγία
ια’
η πιο ωραία μέρα
της ζωής μου
ήταν
μια νύχτα
ιγ’
Μου είναι τόσο δύσκολο
να σε εγκαταλείψω
γιατί σου είναι τόσο εύκολο
να ζήσεις χωρίς εμένα
ιστ’
είναι ωραίο που εσύ
λες πάντα την αλήθεια
αλλά γιατί ειδικά
σε μένα
ιη’
Τα είχες θυσιάσει
όλα σε μένα
τώρα εγώ είμαι
το θύμα
ιθ’
Πως μπόρεσες
να με προδώσεις
πριν μπορέσω εγώ
να σε προδώσω
κα’
Οι αλήθειες σου
είναι φρικτές
τα ψέματά μου
είναι ωραία
κβ’
Ο πόνος μου
είναι τόσο πολύτιμος
πώς να τον μοιραστώ
μαζί σου
Μετάφραση: Τάσος Χατζητάτσης
T.S. Eliot
«Μου πρόσφερες πρώτα υάκινθους, πριν ένα χρόνο.
Με είπαν το υακίνθινο κορίτσι.»
-Όμως, αργά γυρνώντας απ’ τον κήπο των υάκινθων,
Τα χέρια σου γεμάτα, τα μαλλιά σου υγρά, και δεν μπορούσα
Να μιλήσω, τα μάτια μου λάθευαν, δεν ήμουν
Ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός, και δεν ήξερα τίποτα,
Κοιτάζοντας μέσα στην καρδιά του φωτός, η σιωπή.
Oed’ und leer das Meer.
Από "την Έρημη Χώρα"
Καλίλ Γκιμπράν
Σ' αυτές τις παραλίες, πάντα, περπατώ.
Στ' ανάμεσο άμμου κι αφρού.
Η παλίρροια θα σβήσει τα χνάρια μου.
Κι ο άνεμος θα σκορπίσει τον αφρό.
Ομως, η θάλασσα κι η παραλία θα μένουν πάντα.
=====
Κάποτε γέμισα τη φούχτα μου με καταχνιά.
Ανοιξα και να, η καταχνιά ήταν σκουλίκι.
Κι ανοιγόκλεισα τη φούχτα μου ξανά, και κύττα! Ενα πουλί.
Κι έκλεισα πάλι κι άνοιξα. Και στο βαθούλωμά της στεκόταν άνθρωπος με λυπημένην όψη, και κύτταε προς τα πάνω.
Και ξανάκλεισα τη φούχτα μου, κι όταν την άνοιξα δεν είχε παρά καταχνιά.
Ακουσα όμως ένα τραγούδι υπέροχης γλυκύτητας.
When the still sea conspires an armor
And her sullen and aborted
Currents breed tiny monsters
True sailing is dead
Awkward instant
And the first animal is jettisoned
Legs furiously pumping
Their stiff green gallop
And heads bob up
Poise
Delicate
Pause
Consent
In mute nostril agony
Carefully refined
And sealed over
ενα κρινο..δεν κρινω...ψαχνω ... δεν καταλογιζω... ο κοσμος ειναι μικρος...καποιοι ειπαν μια παλαμη...μπαα πιο μικρος ...
αμα με καταλαβει ....
I hear nothing in my ear
but your voice.
Heart has plundered mind
of its eloquence.
Love writes a transparent
calligraphy, so on
the empty page my soul
can read and recollect.
At last you have departed and gone to the Unseen.
What marvelous route did you take from this world?
Beating your wings and feathers,
you broke free from this cage.
Rising up to the sky
you attained the world of the soul.
You were a prized falcon trapped by an Old Woman.
Then you heard the drummer's call
and flew beyond space and time.
As a lovesick nightingale, you flew among the owls.
Then came the scent of the rosegarden
and you flew off to meet the Rose.
The wine of this fleeting world
caused your head to ache.
Finally you joined the tavern of Eternity.
Like an arrow, you sped from the bow
and went straight for the bull's eye of bliss.
This phantom world gave you false signs
But you turned from the illusion
and journeyed to the land of truth.
You are now the Sun -
what need have you for a crown?
You have vanished from this world -
what need have you to tie your robe?
I've heard that you can barely see your soul.
But why look at all? -
yours is now the Soul of Souls!
O heart, what a wonderful bird you are.
Seeking divine heights,
Flapping your wings,
you smashed the pointed spears of your enemy.
The flowers flee from Autumn, but not you -
You are the fearless rose
that grows amidst the freezing wind.
Pouring down like the rain of heaven
you fell upon the rooftop of this world.
Then you ran in every direction
and escaped through the drain spout . . .
Now the words are over
and the pain they bring is gone.
Now you have gone to rest
in the arms of the Beloved.
Είμαι και δεν είμαι
Είμαι πνιγμένος
από την πλημμύρα
που δεν έχει ακόμα ξεχειλίσει
Είμαι αλυσοδεμένος
στη φυλακή
που δεν έχει ακόμα χτιστεί
Σε μια παρτίδα σκάκι
που δεν έχω παίξει ακόμα
χάνω το βασιλιά μου
Χωρίς να έχω πιεί από το κρασί σου
ούτε σταγόνα
Είμαι κιόλας μεθυσμένος
Χωρίς καν να έχω μπει
πεδίο της μάχης
είμαι ήδη πληγωμένος,ακρωτηριασμένος
Δε γνωρίζω πια
τη διαφορά
ανάμεσα στην αλήθεια κ τη φαντασία
Όπως η σκιά
Είμαι
Και
Δεν είμαι
Ρουμί
Θα σε απογοητεύσω αλλά δεν είμαι ο χρήστης κρίνο
δεν ξέρω καν το παιδί
όσο για την σελίδα που ανέφερες είμαι σε πολλές
και όχι δεν τα πήρα από εκεί
ελπίζω να σε κάλυψα:D
"Oταν γερνω στα βραδια,ριχνω τα δικτυα της θλιψηs μου
στα ωκεανια, ματια σου
Οταν γερνω στα βραδια,βρισκω την μοναξια μου
μα και στην πιο ψηλη,φωτια
και σαμπωs να ναι ναυαγοs τα χερια τηs κτυπα,τα χερια τηs,
παν'απο τα ματια σου που χανονται σου στελνω κοκκινα σινιαλα
σινιαλα που κτυπουν προs τα κυματα,στην ακρη καποιου φαρου
μα εσυ 'σαι τοσο μακρυνη,τοσο δικια μου εισαί,
κοριτσι εσυ που μεσα σου,πονουs σκοταδια κρυβειs
κι απο το βλεμμα σου στιγμεs,προβαλλει αυτη του φοβου
Πανω απο τα ματια σου που χανονται,σου στελνω κοκκινα σινιαλα,
σινιαλα που κτυπουν προs τα κυματα,στην ακρη καποιου φαρου.
Οταν γερνω στα βραδια,ριχνω τα δικτυα τηs θλιψηs μου,
στο κυμα που βογγα,στα ωκεανια ματια σου.
Τα νυκτοπουλια ραμφιζουν απο τα αστερια
που λαμπουν οπως η ψυχη μου να σ'αγαπαει
η νυκτα καλπαζει σε σκοτεινη φοραδα
σκορπιζονταs στουs καμπουs γαλαζια σταχυα."
Παπλο Νερουδα
Θα σας πω τώρα το τραγούδι της πεταλούδας:
- είμαι η ερωμένη
που την καίει πάντα ο πολυαγαπημένος της, το φως!
Να καίομαι από λαχτάρα,
αυτός είναι ο εφήμερος κλήρος μου!
Η τύχη που με περιμένει
αυξάνει τον πόθο μου να σμίξω με το φως μου!
Και το κερί μου λέει:
- μη με καταριέσαι γιατί τα ίδια βάσανα τραβώ!
Η φωτιά μ' αγαπάει και την αγαπώ μα με λυώνει!
Να φωτίζω,
να καίω,
να χύνω δάκρυα,
αυτή είναι η μοίρα μου!
- Ε σεις! μας είπε το φως που καίει,
τί παραπονιέστε αφού ζήσατε τη στιγμή που σμίγει!
Ευτυχισμένοι όσοι πίνουν όταν εγώ κερνώ!
Ευτυχισμένη κι η ζωή εκείνου που έλυωσε από την αθάνατη φλόγα μου
κι έσβησε πιστός στην αγάπη!"
Απόσπασμα από το παραμύθι "Η κοπέλα Τόχφα, Η Σουλτάνα των Πουλιών"
από τις "Χίλιες και μία νύχτες"
Ιμήν Χαζμ
Σ αγαπώ με έναν έρωτα αναλοίωτο
Ενώ οι έρωτες των ανθρώπων δεν είναι παρά
αντικατοπτρισμοί
Σου αφιερώνω έναν έρωτα, λευκό δίχως κηλίδες
Στα σωθικά μου είναι καθαρά γραμμένη χαραγμένη η αγάπη μου για σένα
Αν στο μυαλό μου κάτι άλλο έπερνε την θέση σου
θα το ξερίζωνα και θα το έσκιζα με τα ίδια μου τα χέρια
Από εσένα θέλω μονάχα έρωτα
Πέρα από εκείνον τπτ άλλο δεν ζητώ
Και αν το πετύχω η Γη ολόκληρη κι η ανθρωπότητα
θα μοιάζουνε στα μάτια μου σαν κόκκοι σκόνης
και οι κάτοικοι της χώρας αυτής
έντομα
Ομάρ Αμπί Ραμπία
’Θα αρνιόσουν, αφού τις γνώρισες πρώτα καλά,
Τις κατοικίες όπου έζησαν οι γείτονές σου;
Κατοικίες λευκές, που κάποτε προστάτευαν
με μυστικό το πάθος σου, και ήταν συνάμα τα σημάδια του.
Ήθελε να σου αρέσει όταν ήσασταν εκεί,
Αναζητώντας το πάθος σου, ακόμη και στην άρνησή σου .
Αυτό που ζητούσες, στο έδινε ή το αρνιόταν,
Παίζοντας την κάθε στιγμή
Στιγμές τη θέλησή σου απαρνιόταν,
Κι άλλοτε την έβλεπες σε τίποτα να μην αντιστέκεται
Όταν της θύμωνες, εκείνη κατάφερνε
Με το γέλιο να απομακρύνει αυτή τη διάθεσή σου.
Ήσουν, και ήταν κι αυτή, ήταν ο χρόνος
Ευλόγησε λοιπόν κι εκείνη και το χρόνο.
Τη νύχτα ήσουν γι αυτήν πατρίδα…
Και ήταν τότε, από τις δικές σου τις πατρίδες, η κορυφαία.
Ήταν λοιπόν η έγνοια σου μονάχα εκείνη,
Κι άλλην έγνοια απ’αυτήν δεν είχες.
Τότε, ήταν η συντρόφισσά σου πέρα για πέρα μέχρι το βυθό της λέξης
Και σύντροφός σου όσο κανένας σύντροφος .
Τότε, τον κάθε χλοερό τόπο υπερέβαινε η ευχαρίστηση,
Όσο φημισμένος κι αν ήταν
Λεβάντα ευωδίαζε η σκιά της
Κι όποιο κοράκι να’ταν δεν ήταν σαν τα δικά της.
Όμως κακοί σύρθηκαν ανάμεσα σε κείνη και σε σένα
Χαλάσανε τα δίχτυα της αγάπης και την απομάκρυναν .
Πεισμάτωσα, πεισμάτωσε, το πείσμα
Οδήγησε στο χωρισμό
έκανες δημόσιο το φευγιό σου για να την πληγώσεις άδικα
δεν ήταν στ’αλήθεια πρέπουσα αυτή η συμπεριφορά σου
Ή μήπως την είχες πλησιάσει, για να την αρνηθείς ;
Το μέλλον θα δείξει.
Νομίζεις ίσως ότι στο πάθος σου
Θα επιστρέψει να δει κάποια σημάδια
Μα το πάθος μέχρι το βασίλειο των νεκρών θα σε λιώνει
Η σκέψη σου και η λύπη σου γι’αυτήν.
Άδωνης 133 Η αρχή του λόγου أول الكلام
Το παιδί που ήμουν κάποτε, ήρθε σε μένα
μια φορά,
με πρόσωπο αλλόκοτο.
Δε μίλησε διόλου. Περπατήσαμε
ατενίζοντας ο ένας προς τον άλλον με σιωπή. Τα βήματά μας
ποτάμι που κυλάει παράξενα.
Οι ρίζες μάς ένωσαν, στο όνομα των φύλλων που στροβιλίζει το αγέρι,
Έπειτα χωρίσαμε,
δάσος που γράφει η γη και το αφηγούνται οι εποχές
Ω, παιδί που ήμουν κάποτε, βγες μπροστά
Τι είναι αυτό που μας ενώνει, τώρα, και τι θα λέμε ;
Άδωνης 133 Η αρχή του λόγου أول الكلام
Το παιδί που ήμουν κάποτε, ήρθε σε μένα
μια φορά,
με πρόσωπο αλλόκοτο.
Δε μίλησε διόλου. Περπατήσαμε
ατενίζοντας ο ένας προς τον άλλον με σιωπή. Τα βήματά μας
ποτάμι που κυλάει παράξενα.
Οι ρίζες μάς ένωσαν, στο όνομα των φύλλων που στροβιλίζει το αγέρι,
Έπειτα χωρίσαμε,
δάσος που γράφει η γη και το αφηγούνται οι εποχές
Ω, παιδί που ήμουν κάποτε, βγες μπροστά
Τι είναι αυτό που μας ενώνει, τώρα, και τι θα λέμε ;
Άδωνης 133 Η αρχή του λόγου أول الكلام
Το παιδί που ήμουν κάποτε, ήρθε σε μένα
μια φορά,
με πρόσωπο αλλόκοτο.
Δε μίλησε διόλου. Περπατήσαμε
ατενίζοντας ο ένας προς τον άλλον με σιωπή. Τα βήματά μας
ποτάμι που κυλάει παράξενα.
Οι ρίζες μάς ένωσαν, στο όνομα των φύλλων που στροβιλίζει το αγέρι,
Έπειτα χωρίσαμε,
δάσος που γράφει η γη και το αφηγούνται οι εποχές
Ω, παιδί που ήμουν κάποτε, βγες μπροστά
Τι είναι αυτό που μας ενώνει, τώρα, και τι θα λέμε ;
Κάποιος πήγε στην πόρτα του Αγαπημένου
και χτύπησε.
Μια φωνή ακούστηκε από μέσα:
"Ποιός είναι;".
Αυτός απάντησε: "Εγώ είμαι".
Η φωνή είπε: "Δεν υπάρχει χώρος
για σένα και για μένα",
και η πόρτα έκλεισε γι' αυτόν.
Μετά από ένα χρόνο μόνωσης και στέρησης,
επέστρεψε και ξαναχτύπησε.
Μια φωνή από μέσα ρώτησε:
"Ποιός είναι;".
Ο άνθρωπος απάντησε: "Είμαι εσύ!".
Τότε η πόρτα άνοιξε γι' αυτόν.
Ρούμι
Κάποιος πήγε στην πόρτα του Αγαπημένου
και χτύπησε.
Μια φωνή ακούστηκε από μέσα:
"Ποιός είναι;".
Αυτός απάντησε: "Εγώ είμαι".
Η φωνή είπε: "Δεν υπάρχει χώρος
για σένα και για μένα",
και η πόρτα έκλεισε γι' αυτόν.
Μετά από ένα χρόνο μόνωσης και στέρησης,
επέστρεψε και ξαναχτύπησε.
Μια φωνή από μέσα ρώτησε:
"Ποιός είναι;".
Ο άνθρωπος απάντησε: "Είμαι εσύ!".
Τότε η πόρτα άνοιξε γι' αυτόν.
Ρούμι
Pablo Neruda
Κάποια κούραση
Δεν μου αρέσει να κουράζομαι μόνο εγώ
Θέλω μαζί μου και συ να κουράζεσαι
Είναι να μη νοιώθει κανείς κουρασμένος
Με κείνη τη στάχτη που πέφτει
το φθινόπωρο στις πολιτείες
με κάτι που δεν θέλει ν΄ ανάβει
και που λίγο - λίγο μαζεύεται πάνω στα ρούχα μας
και σιγά - σιγά πέφτει μέσα στις καρδιές
και τις ξεθωριάζει.
Νοιώθω κούραση απ΄ τις κακιές θάλασσες
Κι απ' τη μυστήρια γη.
Είμαι κουρασμένος με τις κότες:
Ποτέ δεν μπορέσαμε να μάθουμε
Τι σκέφτονται,
Και μας κοιτάζουν μ' αδιάφορα μάτια
Χωρίς καν να νοιάζονται για τους ανθρώπους.
Για μια φορά σε καλώ
Να κουραστούμε απ΄ τα τόσα αντικείμενα
Απ' τα σκάρτα φαγητά
Και την καλή ανατροφή.
Ας κουραστούμε με το να μη πηγαίνουμε στη Γαλλία,
Κι ας κουραστούμε δυο μέρες τη βδομάδα
Που έχουν πάντα το ίδιο όνομα
Και που μας ακουμπάνε σαν πιάτα στο τραπέζι
Χωρίς λόγο
Και μας ξεσηκώνουν άδοξα.
Τελικά ας πούμε την αλήθεια,
πως ποτέ δε συμφωνήσαμε
με κείνες τις νύχτες, που
μπορείς να τις συγκρίνεις
με καμήλες ή με μύγες.
Έτυχε να δω πολλά μνημεία
Που έστησαν για τους μεγάλους
Τους γαϊδάρους της ενεργητικότητας.
Στο ίδιο σημείο βρίσκονται, ακίνητοι
Με τα σπαθιά τους στα χέρια τους
Πάνω στα θλιβερά τους άλογα.
Κουράστηκα πια μ' αυτά τα αγάλματα
Δεν την αντέχω τόση πέτρα.
Αν συνεχίσουμε να γεμίζουμε τον κόσμο
Με ακίνητους
Πως θα ζήσουνε οι ζωντανοί;
Κουράστηκα με τις αναμνήσεις.
Θέλω, όταν γεννιέται ο άνθρωπος
Να μυρίζει τα λουλούδια και το φρέσκο χώμα,
Την άψογη φωτιά
Κι όχι αυτό που όλοι ανάσαιναν.
Αφήστε ήσυχους αυτούς που γεννιούνται!
Μεριάστε να μεγαλώσουν.
Μην τα 'χετε σκεφτεί όλα γι' αυτούς.
Μην τους διαβάζετε το ίδιο βιβλίο.
Αφήστε τους ν' ανακαλύψουν την αυγή
Και να δώσουν όνομα στα φιλιά τους.
Θέλω να κουραστείς μαζί μου
Για κάθε τι ωραίο
Για καθετί που μας γερνάει
Για καθετί που το' χουν έτοιμο
Για να κουράσουν τους άλλους.
Ας κουραστούμε μ' αυτό που σκοτώνει
Και μ΄ αυτό που δεν θέλει να πεθάνει.
Bertolt Brecht
Aλλαξε τον κόσμο : το έχει ανάγκη
Με ποιόν δε θα καθόταν ο Δίκαιος
αν ήτανε να βοηθήσει έτσι το Δίκιο;
Ποιό γιατρικό θα' ταν πολύ πικρό
για τον ετοιμοθάνατο;
Τι βρωμιά δε θα' κανες
τη βρωμιά για να τσακίσεις;
Αν επιτέλους μπορούσες τον κόσμο ν' αλλάξεις, δεν θα
καταδεχόσουν να το κάνεις;
Ποιός είσαι;
Βυθίσου στο βούρκο
αγκάλιασε το φονιά, όμως
άλλαξε τον κόσμο: το' χει ανάγκη.
Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν' αλλάξεις:
Οργή κι επιμονή. Γνώση κι αγανάκτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλιωτη καρτερία.
Κατανόηση της λεπτομέριας και κατανόηση του συνόλου.
Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πως
την πραγματικότητα ν' αλλάξουμε.
Thomas S. Eliot - Burnt Norton I
Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών
Ίσως και οι δυό παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα
Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα.
Εάν ο χρόνος όλος είν' αιωνίως παρών
Όλος ο χρόνος είναι αλύτρωτος.
Ο,τι μπορούσε να ήταν είναι αφαίρεση
Μένοντας μιά διαρκής δυνατότης
Μονάχα σ' έναν κόσμο εικασιών .
Ο,τι μπορούσε νά ήταν και ό,τι έγινε
Στοχεύουν σ' ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν .
Πατήματα αντηχούν μέσα στην μνήμη
Κάτω στο μονοπάτι που δεν πήραμε
Κατά την θύρα που ποτέ μας δεν ανοίξαμε
Προς τον ροδόκηπο. Οι λέξεις μου αντηχούν
Έτσι στο μυαλό σου .
Αλλά για ποιό σκοπό
Ταράζοντας την σκόνη σ' ένα κύπελλο με ροδοπέταλα
Δεν ξέρω.
Αντίλαλοι άλλοι
Τον κήπο κατοικούν. Θ' ακολουθήσουμε;
Γρήγορα είπε το πουλί, βρέστε τους, βρέστε τους,
Γύρω στην γωνιά. Μέσω της πρώτης πύλης,
Στον πρώτο κόσμο μας, θ' ακολουθήσουμε
Την παραπλάνηση της κίχλης; Στον πρώτο κόσμο μας.
Εκεί ήταν αυτοί, αξιοπρεπείς, αθέατοι,
Κινούμενοι χωρίς βιασύνη πάνω απ' τα φύλλα τα νεκρά,
Στη ζέστη του φθινόπωρου μέσ' απ' το τρέμουλο του αέρα,
Και το πουλί κελάηδησε σ' απόκριση προς
Την ανήκουστη την μουσική κρυμμένη μες στην λόχμη ,
Και διεσταυρώθ' η αθέατη σπίθα-ματιού διότι τα ρόδα
Είχαν την όψη λουλουδιών που τα ποθούσαν .
Εκεί φιλοξενούμενοί μας ήταν , δεκτοί και παραδέκτες.
Έτσι κινήσαμε, κι αυτοί μαζί, στο ίδιο σχέδιο,
Απ' το άδειο μονοπάτι, στον κύκλο της πρασιάς,
Να δούμε κάτω μες στην στραγγισμένη στέρνα.
Στέρνα στεγνή, στεγνό τσιμέντο καστανό στην άκρη,
Και η στέρνα ήταν γεμάτη με νερό από ηλιόφως,
Κ' ήσυχα, ήσυχα σηκώθηκε ο λωτός,
Η επιφάνεια έλαμψε απ' την καρδιά του φωτός,
Και ήταν πίσω μας καθρεπτισμένοι μες στην στέρνα.
Τότ' ένα νέφος πέρασε και η στέρνα ήταν άδεια.
Φύγε, είπε το πουλί διότι τα φύλλα ήταν γεμάτα με παιδιά,
Παράφορα κρυμμένα, πνίγοντας γέλιο.
Φύγετε, φύγε, φύγε, είπε το πουλί: Το ανθρώπινο είδος
Δεν μπορεί ν' αντέξει και πολλή πραγματικότητα.
Χρόνος παρελθών και χρόνος μέλλων
Ο,τι μπορούσε να είχε γίνει κι ό,τι απέγινε
Στοχεύουν σ' ένα τέλος, πού είναι πάντοτε παρόν
Edgar Allan Poe
Το κυρίαρχο σκουλήκι
Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Κάθεται σ?ένα θέατρο για να δει
Ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο,
Ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο
Τη μουσική των κόσμων.
Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι,
Σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν,
Και δώθε κείθε ξεπετάγονται,
Νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται
Στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων,
Που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω,
Σαλεύοντας με όρνιου φτερά
Την αόρατη ένα γύρω δυστυχία.
Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα
Δεν θα βολέψει να λησμονηθεί,
Μ?αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται
Απώνα πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει
Μεσ? έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας
Ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα,
Κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία
Και φρίκη της πλοκής του, ειν? η ψυχή.
Μα ιδέστε, μεσ?στη χλαλοή των μίμων
Μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει,
Ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο
Προβάλλει από τα ερημοσκότεινα βάθη της σκηνής.
Σα νήμα γυροστρέφει, γυροστρέφει,
Και σ?αγωνία θνητών οι μίμοι γίνονται βορά του,
Και κλαίνε λυγμικά τα σεραφείμ,
Θωρώντας τις μασέλες του ερπετού,
Από αίμα ανθρώπινο να ξεχειλάνε.
Κι έσβυσαν,έσβυσαν με μιας όλα τα φώτα,
Κι εμπρός απ? ολες τις τρεμουλιαστές μορφές
Η αυλαία νεκροσάβανο
Πέφτει με τη μανία μιας καταιγίδας,
Ενώ οι άγγελοι χλωμοί κι αποσβησμένοι
Σκώνονται, ρίχτουνε τα πέπλα και βεβαιώνουνε
Πως το έργο αυτό ειν? η τραγωδία που λέγεται ?Ανθρωπος?
Κι ο ήρωάς του είναι το Κυρίαρχο Σκουλήκι
Charles Baudelaire
Βραδινή Αρμονία
Νάτοι, ξανάρθαν οι καιροί που στο κλαδί ανοιγμένο,
τ' άνθος τρεμίζει, αχνοβολά σα θυμιατήρι·
τα μύρα κ' οι ήχοι, που η πνοήτου απόβραδου έχει σπείρει,
κυλουν σε βαλς μελάγχολο, τρελό και λαγγεμμένο!
Τ' άνθος τρεμίζει, αχνοβολά σα θυμιατήρι·
και το βιολί, σα μια καρδιά που θλίβουν, δονισμένο,
ξεσπά σε βαλς μελάγχολο, τρελό και λαγγεμμένο!
κι ώρια έχει θλίψη ο ουρανός σα μέγα θυσιαστήρι.
Ξεσπάει το βιολί ως καρδιά που θλίβουν, δονισμένα
καρδιά όλο αγάπη που μισεί το μαύρο κοιμητήρι!
ώρια έχει θλίψη ο ουρανός σα μέγα θυσιαστήρι,
κι ο ήλιος μες το αίμα του, πνίγηκε, το πηγμένο...
Καρδιά όλο αγάπη που μισεί το μαύρο κοιμητήρι,
ζει μόνο απ' το παρελθόν, ρημάδι φωτισμένο·
ο ήλιος μες το αίμα του, πνίγηκε, το πηγμένο ...
Μέσα μου ως άγιο, η μνήμη σου, λάμπει δισκοποτήρι!
Έλα-θυμήσου. Κάθε ελπίδα, παλάτι είναι που τρέμει…
Έλα. Βάλε να πιούμε. Κρασί η ζωή, στη λάσπη και κυλάει.
Σαν άνθρωπο μοναδικό προσβλέπω, μα τ' ουρανού το απέραντο γαλάζιο!
Αυτόν που κάθε τι αφήνει πίσω και ξωπίσω, κι ελευθερία ζυγώνει.
Άκου του αγγέλου αυτά τα λόγια τα ιερά που χτες μου είπε
Όταν το νου μου η μέθη οδήγησε στην ομορφιά του:
Βασιλικό γεράκι με το οξύ σου βλέμμα! Να γίνεις Λωτοφάγος, στου παραδείσου τα λημέρια.
Τη γη που κλαίει ν' αφήσεις, τη γη, που λάσπη κάνει τη ζωή μας…
Κοίτα ψηλά στο θρόνο τον Ύψιστο, που σε καλεί
Μακριά από τις θλιβερές παγίδες του ντουνιά σου.
Άκου και μπόλιασε τη μνήμη σου μ' αυτό
Που γέροντας σε κέρασε σα μερτικό της γνώσης:
Αδύνατον να σταματήσεις της τύχης τις στροφές,
Με τα πολλά της τα παιδιά που γηρατειά κι ανέχεια τους ορίζει.
Άσε λοιπόν να φύγει, κάθε στεναχώρια. Άκου με κυνικά. Και να θυμάσαι
Ένα πως είν' το μυστικό του μύστη: μόνο έρωτα ν' αφήνει να τον καίει!
Απλώσου! Ποτέ να μην ξανάρθεις με τη σκέψη σε αμαρτία παλιά.
Τους κύκλους και την κρίση τους εμείς δεν κυβερνάμε.
Κοίτα: όταν τριαντάφυλλο για μια στιγμή μονάχα, ανοίγει και γελάει,
εσύ απιστία σκέπτεσαι; Βέβαια όχι. Αηδόνι μου μην κλαις, που η γη αλλάζει.
Κι εσύ ποιητή, αδύναμε, σαν την Ελένη, τι τον ζηλεύεις τον μεγάλο Χάφιζ;
Ειν' ο Θεός που τού 'δωσε το χάρισμα στα ποιήματα με λόγια του να λάμπει!
Χάφιζ
Ναι έχω κάνει ένα μικρό λάθος ο τόνος στο παραπάνω ποιημα
είναι στην λήγουσα, όπως σωστά με διόρθωσες..
Χαφίζ λοιπόν το όνομα του ποιητή!!
Όλα εντάξει τώρα;;
μετα απο τον Νερουδα, Ελιοτ, Ποε, Baudelaire κ το Χιλιες κ μια νυχτες.... νομιζω οτι λιγη ψυχεδελεια χρειαζεται:
''Ο ελεφαντας στη πορτα'' (Joseph Byrd,1969)
λησμονησες ολες τις αλλαγες αλλα ακομα μπορεις να τραγουδας,
και το δελφινι κοντα πισω σου κραταει το χρονο,
και υπαρχει κατι που ρουφαει στις γωνιες του μυαλου σου,
αλλα η τηλεφωνητρια δεν σου δινει πισω το νομισμα...
τα ιδιωτικα σου φαντασματα ζωνουν το κρεβατι,
για να σου ψυθιρισουν το βραδυ,
και να αποξερανουν το μεδουλι των κοκκαλων σου,
το πνευμα απ' τα ματια σου,
κ ο υπνος θαρθει με διαφορετικα χρωματα,
καθαροτερα απ' οσα εχεις δει ποτε σου,
στον ηλιο που πεθαινει,
ολες οι φωτιες σου, γινανε σταχτη,
και η τελευταια σου παραισθηση χανεται,
πικρο ειναι το κρασι,
φοβος το καλοκαιρι, φοβος το χειμωνα,
δακρυα που κανουν το νερο, αλμυρα,
αναμεσα απο ερημους βωμους,
προς τα αμπελοδεντρα περιπλανιεσαι,
καθως τα σταφυλια σου κρεμονται,
σαπια πανω στ΄ αμπελι,
καλυμενα ειναι τα τυμπανα,
θολα τα τροπαια, κουρελιασμενες οι δαφνες,
αυτο που μισεις, εχεις γινει,
ενω δεκαεφτα πραγματικοτητες δινουν γευση στη σουπα σου,
νοιωθεις αμηχανος γιατι δεν θυμασαι τα ονοματα τους,
κανεις δεν σταματα να δωσει οδηγιες,
να σου πει ποτε και που και ποιος,
και δεν θυμασαι πως να παιξεις το παιχνιδι,
τα πραγματα που καθονται και σε περιμενουν,
να σκονταψεις στο σκοταδι,
θα παρουν τους ιστους και απο τα ματια σου,
και θα τους φυτεψουν στην καρδια σου,
και ο υπνος θαρθει με διαφορετικα χρωματα,
καθαροτερα απ' οσα εχεις δει ποτε σου.
(αποσπασμα απο το ''Ο ταξιδιωτης'' του Γκιγιωμ Απολλιναιρ)
ανοιξτε μου αυτη την πορτα που χτυπω θρηνωντας
η ζωη αλλαζει οπως ο Ευριπος
Κοιτουσες ενα σωρο απο συννεφα να κατεβαινει
Μαζι με τ' ορφανο πλοιο για τους πυρετους που θα 'ρθουν
Ολες αυτες τις λυπες αυτες τις μεταμελειες
Αραγε τις θυμασαι
Κυματα ψαρια καμπουριασμενα λουλουδια του αφρου
Ηταν μια νυχτα η θαλασσα
Και μεσα της χυνονταν τα ποταμια
Θυμαμαι θυμαμαι ακομα
Ενα βραδυ κατεβηκα σ΄ ενα θλιβερο πανδοχειο
Κοντα στο Λουξεμβουργο
Στο βαθος της σαλας πετουσε ενας Χριστος
Καποιος κρατουσε ενα κουναβι
Ενας αλλος εναν σκατζοχοιρο
Χαρτοπαιζανε
Κι εσυ μ' ειχες ξεχασει.
τελος, ''Διαβαζεται πρωι και βραδυ'' (Μπερτολτ Μπρεχτ)
Αυτος που αγαπω
μου ειπε
οτι με χρειαζεται.
Γι' αυτο
προσεχω τον εαυτο μου
βαδιζω με προφυλαξη
και φοβαμαι καθε σταλα βροχη
μηδα και με σκοτωσει.
DESPEDIDA (Αποχαιρετισμός) Jorge Luis Borges
Ανάμεσα σε μένα και την αγάπη μου πρέπει να υψωθούν
τριακόσιες νύχτες σαν τριακόσιοι τοίχοι
και η θάλασσα θα είναι μια μαγεία ανάμεσα μας
Δε θα υπάρχουν παρά μόνο αναμνήσεις.
Μόνο απογεύματα που θ'αγγίζουν τη λύπη
νύχτες με την ελπίδα να σε δω,
ύπαιθροι στο δρόμο μου, η σιγουριά
ότι είμαι ζωντανός και χαμένος...
Οριστικά, όπως ένα μάρμαρο
θα θλίβει η απουσία σου όλα τα απογεύματα
------
F.G.Lorca (Canciones 1921-24)
Το χέρι της νύχτας
μπαίνει απ'το παράθυρο μου
Ένα μεγάλο μελαχροινό χέρι
με βραχιόλια από νερό
Πάνω σ'ένα γαλάζιο κρύσταλλο
έπαιζε στο ποτάμι η ψυχή μου
Οι στιγμές πληγωμένες
απ'το ρολόι...περνούσαν
Ακου μόλις πέφτει η νύκτα λέμε ευχαριστώ
σταματάμε πάνω στην γέφυρα και σκύβουμε από την κουπαστή.
Βγαίνουμε τρέχοντας από τα γυάλινα δωμάτια
με την μπουκιά στο στόμα να κοιτάξουμε τον ουρανό
και να πούμε ευχαριστώ
Στεκόμαστε πλάι στο νερό και κοιτάμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις
Γυρνώντας απο τα νοσοκομεία γλυτωνοντας απο επιθεση
μετα απο κηδείες λέμε ευχαριστώ
μετα τα νεα του θανατου
τον ξεραμε δεν το ξεραμε τον νεκρο λεμε ευχαριστώ
σε έναν πολιτισμό βουτηγμένο στην ντροπή
ζώντας μέσα στην βρωμιά που διαλέξαμε λέμε ευχαριστώ
στις τράπεζες που μας χρησιμοποιούν λέμε ευχαριστώ
στους ρουφιάνους στο γραφείο στους πλούσιους και τους μοδάτους
συνεχίζουμε αμετανόητοι να λέμε ευχαριστώ
λέμε ευχαριστώ όλο και πιο γρήγορα
όλο και πιο γρήγορα
και όταν κανείς δεν μας ακούει
εμείς λέμε ευχαριστώ
λέμε ευχαριστώ και ξεχνάμε
παρόλου που έχει πέσει το σκοτάδι
Μεργουιν
Νατη η εποχή των δολοφόνων!
Πρωινό Μέθης (Arthur Rimbaud)
Ω Αγαθό μου!
Ω το Ωραίο μου!
Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου!
Στρεβλή μαγική!
Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το
θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά.
Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών,
θα τελειώσει από αυτά.
Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας,
ακόμα και όταν,
καθώς η φανφάρα στραφεί,
θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια.
Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση
καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας,
αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη.
Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο
του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις
τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε
τον πολύ αγνό μας έρωτα.
Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε,
μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την
αιωνιότητα,
αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.
Γέλιο των παιδιών,
διακριτικότητα των σκλάβων,
αυστηρότητα των παρθένων,
φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων,
να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση
αυτής της αγρυπνίας.
Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο!
όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα που μας
χάρισες.
Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε!
Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από
τις ηλικίες μας.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.
Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.
Σημερα ημερα Κυριακη.
Και σημερα πρωτη φορα μ'αφηκαν να βγω στη λιακαδα
κι εγω
πρωτη φορα στη ζωη μου
κοιταξα,ασαλευτος τον ουρανο.
Ποσο μακρια απο μενα ειναι
ποσο γαλαζιος ειναι
ποσο απεραντος
Καθομαι καταγης
γιοματος σεβασμο
τη ραχη μου στον ασπρο τοιχο ακουμπωντας.
Οχι δεν ειναι τουτη τη στιγμη για να ριχτω στα κυμματα.
Οχι ο αγωνας τουτη τη στιγμη
Ουτε κι η λευτερια κι ουτε η γυναικα.
Η γης,ο ηλιος κι η αφεντια μου.
Ειμαι ενας ανθρωπος ευτυχισμενος.
Ναζιμ Χικμετ
ΜΗ ΛΕΙΨΕΙΣ ΚΑΝ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΑΚΡΙΑ ΜΟΥ
Μη λείψεις καν μια μέρα μακριά μου, γιατί να,
πώς να το πω, μου 'ναι μεγάλη η μέρα,
και θα σε περιμένω σαν στους σταθμούς εκείνους
που σε κάποια γωνιά τους πήρ' ο ύπνος τα τρένα.
Μη φύγεις καν για μια ώρα γιατί τότε
σ' αυτήν την ώρα σμίγουν οι στάλες της αγρύπνιας
κι ο καπνός που γυρεύει να 'βρει σπίτι ίσως έρθει
να σκοτώσει ως και την καρδιά μου τη χαμένη.
Μην τσακιστεί η σιλουέτα σου στην άμμο,
στην απουσία τα βλέφαρά σου μην πετάξουν:
μη φύγεις καν για ένα λεπτό, ακριβή μου,
γιατί σ'εκείνο το λεπτό θα ξεμακρύνεις τόσο
που άνω κάτω τον κόσμο θα κάνω εγώ ρωτώντας
αν θα γυρίσεις ή αν θ' αφήσεις να πεθάνω.
PABLO NERUDA , ΞΕΧΑΣΑ ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΦΕΡΩ..
ΣΗΚΩΣΑ ΤΟΣΗ ΥΠΟΜΟΝΗ
[...]Σήκωσα τόση υπομονή
Η θύμησή μου είναι νεκρή.
Φόβοι και βάσανα
Φύγαν κι' ανάσανα.
Η δίψα με φλομώνει
Τα νεύρα μου τεντώνει.
Αχ! Πια θερμοπαρακαλούμε
Στο βρόγχο της αγάπης να πιαστούμε.
Ωσάν λειβάδι
Στη λήθη δοσμένο
Στιλπνο κι' ανθισμένο
Με λογής βοτάνια και λιβάνια
Όθε φανατισμένες αλογόμυγες
Σβαρνίζουνε, βουίζουνε, βρωμίζουνε.
Αχ! Πια θερμοπαρακαλούμε
Στο βρόχο της αγάπης να πιαστούμε.[...]
ARTHUR RIMBAUD
"ΑΝ"
Αν μπορείς νάσαι ατάραχος όταν τριγύρω οι άλλοι
σε σένα ρίχνουν τ΄ άδικο μέσα στην παραζάλη.
Αν μπορείς όταν δισταγμούς για σε θάχουν εκείνοι
νάχεις στη δύναμή σου εσύ κρυφήν εμπιστοσύνη.
Αν μπορείς νάσαι ακούραστος όταν προσμένεις κάτι
με ψέμα να μην απαντάς στων άλλων την απάτη.
Αν σε μισούν να μη μισείς κι αν είσαι πληγωμένος
να μην είσαι ευκολόπιστος μήτε πονηρεμένος.
Αν μπορείς να ονειρεύεσαι και τα όνειρα να ορίζεις
να σκέφτεσαι χωρίς τη ζωή στη σκέψη να χαρίζεις.
Αν μεγαλόψυχος μπορείς το ίδιο να ξανοίξεις
το θρίαμβο ή τον όλεθρο που κάποτε θα σμίξεις.
Αν υπομένεις τους κακούς ν΄ ακούς που θα χαλνούνε
τα λόγια σου τ΄ αληθινά κι άμυαλους θα πλανούνε.
Αν μπορείς ό,τι αγάπησες ρημάδι ν΄ αντικρύσεις
με χαλασμένα σύνεργα το έργο να ξαναρχίσεις.
Αν όσα πλούτη κέρδισες μπορείς να τα σωριάσεις
σ΄ ένα παιχνίδι τολμηρό να μη τα λογαριάσεις.
Κι όταν χαθούν αχάλαστη νάναι η ζωή σου εσένα
χωρίς να παραπονεθείς ποτέ για τα χαμένα.
Αν σκλάβα σου νάχεις μπορείς στην πράξη την καρδιά σου
να βρεις το θάρρος πούμεινε πολύν καιρό μακριά σου.
Αν στην καταστροφή μπορείς νάχεις την ίδια γνώμη
μ΄ άσειστη θέληση να λες]
Ρ. ΚΙΠΛΙΓΚ ( Μετάφραση : Μαρίνου Σιγούρου )
Robert Burns- A red, red rose
O my Luve's like a red, red rose,
That's newly sprung in June]
Emily Dickinson
VI
IF I can stop one heart from breaking,
I shall not live in vain;
If I can ease one life the aching,
Or cool one pain,
Or help one fainting robin 5
Unto his nest again,
I shall not live in vain.
My mistress eyes/sonnet#130-Σαιξπηρ
My mistress' eyes are nothing like the sun;
Coral is far more red than her lips' red;
If snow be white, why then her breasts are dun;
If hairs be wires, black wires grow on her head.
I have seen roses damasked, red and white,
But no such roses see I in her cheeks;
And in some perfumes is there more delight
Than in the breath that from my mistress reeks.
I love to hear her speak, yet well I know
That music hath a far more pleasing sound;
I grant I never saw a goddess go;
My mistress, when she walks, treads on the ground.
And yet, by heaven, I think my love as rare
As any she belied with false compare.
Μελαγχολία
Είμαι σαν τον βασιλιά ενός τόπου που συνέχεια βρέχει
πλούσιος αλλά ανίσχυρος, νέος ωστόσο γέρος
που περιφρονεί των διδασκάλων του τις βαθιές υποκλίσεις
πλήττοντας με τα σκυλιά του, καθώς μ’ όλα τα ζώα
Τίποτα πια, ούτε κατσίκι ούτε φασιανός
ούτε κι ο λαός του που πεθαίνει στο μπαλκόνι του μπρός
ούτε του εκλεκτού του γελωτοποιού η αστεία μπαλάντα
να διασκεδάσουν δεν μπορούν το μέτωπο του σκληρού αρρώστου
Το λουλουδιαστό του κρεβάτι σε μνήμα έχει μεταμορφωθεί
κι οι γύρω κυρίες που κάθε πρίγκιπας, στα μάτια τους όμορφος φαντάζει
δεν βρίσκουν άλλη καταλληλότερη , πιο τολμηρή ενδυμασία
το χαμόγελο του νεαρού πια σκελετού ν' αποσπάσουν.
Ο σοφός που χρυσάφι του κοστίζει δεν κατάφερε
απ' την ύπαρξη του, το χαλασμένο -προερχόμενο απ’ τα αιματηρά
των Ρωμαίων λουτρά- ν’ απαλείψει, στοιχείο
που των ισχυρών τις στερνές τις ημέρες στοιχειώνει
κι απ' τη γειατριά εμποδίζει ι τώρα αυτό το αποσβολωμένο πτώμα
που στις φλέβες του πια αντί για αίμα, λήθης πράσινο νερό αναβλύζει.
Charles Baudelaire
Για την Αγαπη του χαλιλ Γκιμπραν
...τοτε η Αλμητρα ειπε
Μιλησε μας για την αγαπη
Κι εκεινος, υψωσε το κεφαλι του κι αντικρυσε το λαο
κι απλωθηκε βαθια ησυχια
Και με φωνη μεγαλη ειπε
Οταν η αγαπη σε καλει ακολουθησε την
μ' ολο που τα μονοπατια της ειναι τραχια κι αποτομα
Κι οταν τα φτερα της σ' αγκαλιασουν
παραδωσου, μ' ολο που το σπαθι που ειναι κρυμμενο
αναμεσα στις φτερουγες της μπορει να σε πληγωσει
Κι οταν σου μιλησει, πιστεψε την, μ' ολο που η φωνη της
μπορει να διασκορπισει τα ονειρα σου
σαν τον βορια που ερημωνει τον κηπο
Γιατι, οπως η αγαπη σε στεφανωνει, ετσι θα σε σταυρωσει
Κι οπως ειναι για το μεγαλωμα σου, ειναι και για το κλαδεμα σου
Κι οπως ανεβαινει ως την κορυφη σου και χαιδευει
τα πιο τρυφερα κλαδια σου που τρεμοσαλευουν στον ηλιο
ετσι ανεβαινει κι ως τις ριζες σου και ταραζει
την προσκολληση τους στο χωμα
Σα δεματια σταριου σε μαζευει κοντα της
Σε αλωνιζει για να σε ξεσταχιασει Σε κοσκινιζει
για να σε λευτερωσει απο τα φλουδια σου
Σε αλεθει για να σε λευκανει
Σε ζυμωνει ωσπου να γινεις απαλος
Και μετα σε παραδινει στην ιερη φωτια της
για να γινεις ιερο ψωμι για του Θεου
το αγιο δειπνο
Ολα αυτα θα σου κανει η αγαπη
για να μπορεσεις να γνωρισεις τα μυστικα της καρδιας σου
και με τη γνωση αυτη να γινεις
κοματι της καρδιας της ζωης
Αλλα αν απο το φοβο σου γυρεψεις μονο
την ησυχια της αγαπης και την ευχαριστηση
της αγαπης
τοτε, θα ταν καλυτερα για σενα
να σκεπασεις τη γυμνια σου και να βγεις
εξω απο το αλωνι της αγαπης
Και να σταθεις στον χωρις εποχες κοσμο
οπου θα γελας, αλλα οχι με ολακερο το γελιο σου
και θα κλαις, αλλα οχι με ολα τα δακρυα σου
Η αγαπη δε δινει τιποτα παρα μονο τον εαυτο της
και δεν παιρνει τιποτα παρα απο τον εαυτο της
Η αγαπη δεν κατεχει κι ουτε μπορει να κατεχεται
γιατι η αγαπη αρκειται στην αγαπη
Οταν αγαπας δε θα πρεπε να λες 'Ο Θεός είναι
στην καρδια μου' αλλά μάλλον 'εγώ βρίσκομαι
στην καρδιά του Θεου'
Και μην πιστεψεις οτι μπορεις να κατευθυνεις
την πορεια της αγαπης γιατι η αγαπη
αν σε βρει αξιο θα κατευθυνει εκεινη τη δικη σου πορεια...
Ο κηπος του Προφητη
ΤΖΟΫΣ ΜΑΝΣΟΥΡ
1928-1986
ΟΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ...
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.
ΓΕΧΟΥΝΤΑ ΑΜΙΧΑΪ
1924
ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΤΩΝ ΚΟΡΜΙΩΝ ΜΑΣ
Όπως το αποτύπωμα των κορμιών μας
Ούτε σημάδι δεν θ’ απομείνει πως βρεθήκαμε σ’ αυτό τον τόπο.
Ο κόσμος κλείνει πίσω μας,
Η άμμος ξαναστρώνεται.
Μπροστά μας είναι κιόλας ημερομηνίες
Που πια δεν υπάρχεις,
Κιόλας ένας άνεμος παρασύρει σύννεφα
Που δε θα βρέξουν πάνω στους δυο μας.
Και τ’ όνομά σου είναι κιόλας στις λίστες των επιβατών των πλοίων
Που και μόνο οι ονομασίες τους
Νεκρώνουν την καρδιά.
Οι τρεις γλώσσες που ξέρω,
Όλα τα χρώματα που μέσα τους βλέπω κι ονειρεύομαι:
Τίποτα απ’ αυτά δεν θα με βοηθήσει.
ΛΩΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΤΙ
1919
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟ ΜΕΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙΤΕ
Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία
δεν είναι πάντα
και τόσο διασκεδαστική
αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
που και που
όταν όλα πάνε καλά
γιατί ακόμα και στον παράδεισο
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν
όλη την ώρα
ή έστω απλώς λιμοκτονούν
κάποιες ώρες
στο κάτω κάτω δεν πειράζει
αφού δεν είστε εσείς
Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
για να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνοιάζουν
λίγα ψόφια μυαλά
στις ψηλότερες θέσεις
ή μια δυο βόμβες
που και που
στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
ή άλλες τέτοιες απρέπειες
απ’ τις οποίες μαστίζεται η κοινωνία μας
με τους διακεκριμένους άνδρες της
και τους κληρικούς της
και τους λοιπούς αστυφύλακες
και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
και τις άλλες δυσκοιλιότητες
που η τρελή μας σάρκα
θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
για ένα σωρό πράγματα όπως το να κάνεις κουταμάρες
και να κάνεις έρωτα
και να είσαι λυπημένος
και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια και να έχεις εμπνεύσεις
μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου
ΡΟΜΠΕΡΤ ΛΟΟΥΕΛ
1917-977
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Σκέψου τον Λεωνίδα και τους οπλίτες ίσως
να λάμπουν λευτεριά
χτενίζοντας ο ένας του άλλου τα χρυσά Μποτιτσέλεια
μαλλιά στις Θερμοπύλες – φίλοι ι εραστές,
νύφη και γαμπρός –
κινήθκαν προς τη θέση θάνατος.
ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ
1908-1950
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ ‘ΡΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
ΕΣΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ...
Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδειο ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.
ΣΑΝΤΡΟ ΠΕΝΝΑ
1906-1977
ΑΡΚΕΙ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ
Αρκεί στον έρωτα των εφήβων
η αίσθηση της κατοχής του ήλιου,
καθώς ακινητούν στη ζεστή άμμο.
Έτσι είναι όλα. Δεν έρχεται ένας δυνατός άνεμος
να ανατρέψει την εκτυφλωτική ηρεμία.
Το βράδυ, στη σκιά της μητρόπολης
με φωνές και φωνές παίζουν τα παιδιά.
Στη σιωπή όμως, είναι ανώφελη ακόμη
κι η φωνή της καμπάνας.
ΛΑΓΚΣΤΟΝ ΧΙΟΥΖ
1902-1967
ΦΟΒΙΣΜΕΝΟΙ
Κλαίουμε
ανάμεσα στους ουρανοξύστες
όπως θρηνούσαν οι πρόγονοί μας
ανάμεσα στα φοινικόδεντρα
της Αφρικής.
Γιατί είμαστε μόνοι,
είναι νύχτα
και φοβόμαστε.
Ομάρ Καγιάμ..
Μεσαιωνικό..
Η άνοιξη τα ρόδα της πώς τα γλυκανεμίζει
Τ' απόσκιο πώς του περβολιού το λατρευτό στολίζει
Μα εμένα δε γητεύουνε ποτές τα περασμένα
Το σήμερα να χαίρεσαι, το χτες μη σε σκοτίζει
Λαλέδες όπου φύτρωσαν, τριαντάφυλλα όπου ανθήσαν
Το αίμα κάποιου βασιλιά τριγύρω εκεί χύσαν
Και μενεξέδες όπου δεις να βγαίνουν απ' το χώμα
Ελίτσες θα 'ταν που ομορφιάς τα μάγουλα στολίσαν
Με το φεγγάρι πιες ...
Αφού κανείς μας δεν μπορεί
το αύριο να τ' ορίσει
γλέντα τη δόλια σου καρδιά
που η αγάπη βασανίζει
Με το φεγγάρι πιες κρασί
γιατί κι αυτό τ' αστέρι
θα ψάχνει αύριο να μας βρει
μ' άδικα θα γυρίζει
Τρία ρουμπαγιάτ...
Σήκω και δώσε μου κρασί
τα λόγια είναι χαμένα
Απόψε το χειλάκι σου
θα 'ναι το παν για μένα
Κι όσο για τα ταξίματα
και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά
μαλλιά σου μπερδεμένα
Για 'κείνα που δεν έκανα
και που 'χω καμωμένα
Αν έχω τη ζωή σωστά
είτε στραβά παρμένα
Αυτό θα 'ν' το μαράζι μου
κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ' η αναπνοή
στερνή φορά από μένα
Όταν θελήσει η μοίρα μου
τον κόσμο αυτό ν' αφήσω
και κάθ' ελπίδα για ζωή
απ' την καρδιά μου σβήσω
Μια κούπα από τη στάχτη μου
να φτιάξετε συντρόφοι
σαν θα γεμίζει με κρασί
μπορεί να ξαναζήσω
(το λατρεύω αυτό..)
Το καλέμι...
Από εξαρχής εγράφτηκε το τι είναι για να γένει
Και το καλέμι ακόπιαστα γράφει χωρίς να σβένει
Για το καλό και το κακό δε νοιάζεται καθόλου
Κι οι λύπες μας πανε άδικα κι οι κόποι μας χαμένοι
Απ' το καλέμι ότι γραφτεί ποτέ του δεν αλλάζει
Βαρυθυμιά γι' αυτό πολλή σε φέρνει σε μαράζι
Κι αν στη ζωή σου μείνει αυτό παντοτεινό σεκλέτι
Δεν αυγατίζει τη ζωή μηδέ σταλιά της βάζει
Σ' αυτήν εδώ την έρμη γη που ο άνθρωπος μαθαίνει
Πρώτα να βασανίζεται κι ύστερα να πεθαίνει
Καλότυχος που τη ζωή λίγον καιρό γλεντήσει
Μα πιο καλότυχη η ψυχή που αγέννητη απομένει
Robert Burns
O, my love is like a red, red rose,
That is newly sprung in June.
O, my love is like the melody,
That is sweetly played in tune.
As fair are you, my lovely lass,
So deep in love am I,
And I will love you still, my Dear,
Till all the seas go dry.
Till all the seas go dry, my Dear,
And the rocks melt with the sun!
O I will love you still, my Dear,
While the sands of life shall run.
And fare you well, my only Love,
And fare you well a while!
And I will come again, my Love,
Although it were ten thousand mile!
Το πέμπτο ορατό ποίημα Πωλ Ελυάρ
Ζω μες στις αρίφνητες των εποχών εικόνες
Και των ετών
Ζω μες στις αρίφνητες εικόνες της ζωής
Μες στο υφάδι
Των μορφών των χρωμάτων της κίνησης των λόγων
Μες στην αιφνιδιασμένη ομορφιά
Μες στην κοινή ασκήμια
Μέσα στο φως τ’ ολόδροσο στη σκέψη θερμό στους πόθους
Ζω μες στη μιζέρια και τη θλίψη κι αντιστέκομαι
Ζω κι ας υπάρχει θάνατος
Ζω μες στο μετριασμένο φλόγινο ποτάμι
Σκοτεινό και διάφανο
Ποτάμι από μάτια και βλέφαρα
Μέσα στο πνιγερό δάσος μες στο μακάβριο λιβάδι
Για μια θάλασσα μακριά δεμένη στο χαμένο ουρανό
Ζω μες στην έρημο ενός πεπρωμένου λαού
Στο μυρμήγκιασμα του μοναχικού ανθρώπου
Και στ’ αδέρφια μου που ξαναβρήκα
Και ζω μαζί και στην πείνα και τον πλούτο
Στην ταραχή της μέρας και την τάξη του ερέβους
Δίνω το λόγο μου για τη ζωή δίνω το λόγο μου για το σήμερα
Και για το αύριο
Στ’ όνομα του συνόρου και της έκτασης
Στ’ όνομα της φωτιάς στ’ όνομα του καπνού
Στ’ όνομα του λογικού και στ’ όνομα της τρέλας
Κι ας υπάρχει θάνατος κι ας υπάρχει γη λιγότερο πραγματική
Απ’ τις αρίφνητες εικόνες του θανάτου
Είμαι επί γης κι όλα επί γης μαζί μου
Τ’ αστέρια είναι μες στα μάτια μου γεννάω τα μυστήρια
Στα μέτρα της γης που μας αρκεί
Η μνήμη κι η ελπίδα δεν της ορίζουν τα μυστήρια
Βάζουν θεμέλιο της ζωής αύριο σήμερα.
Η κίνησή μας
Πωλ Ελυάρ
Ζούμε μες στη λήθη των μεταμορφώσεών μας
Οκνηρή είναι η μέρα προκομμένη η νύχτα
Μια κούπα αγέρα μεσημεριάτικου η νύχτα τη φιλτράρει και τη φθείρει
Η νύχτα σβήνει τη σκόνη από πάνω μας
Όμως τούτη η ηχώ που κυλάει στη μέρα ακέρια
Τούτη η ηχώ έξω απ’ το χρόνο του άγχους ή των χαδιών
Η ακατέργαστη τούτη άβυσσος άνοστων κόσμων
Και κόσμων αισθητών διπλός είναι ο ήλιος της
Νά’ μαστε τάχα κοντά ή μακριά από τη συνείδησή μας
Πού νά’ ναι τα όρια οι ρίζες ο σκοπός μας
Κι όμως ατέλειωτη, η ηδονή των μεταμορφώσεών μας
Σκελετοί που ζωντανεύουν μες στα σαπίζοντα τείχη
Τα ανταμώματα που δόθηκαν σε αλόγιστες μορφές
Στην πανέξυπνη σάρκα στους τυφλούς οραματιστές
Τα αντάμωμα που έδωσε το πρόσωπο στην κατατομή του
Ο πόνος στην υγεία, το φως
Στο δάσος το βουνό στην κοιλάδα
Το ορυχείο στο άνθος το μαργαριτάρι στον ήλιο
Είμαστε κορμί με κορμί είμαστε γη πάνω στη γη
Γεννιόμαστε από παντού είμαστε ασύνοροι.
ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ 1899-1986
Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
Δε θα μείνει στη νύχτα ούτ’ ένα αστέρι.
Δε θα μείνει η νύχτα.
Θα πεθάνω και μαζί μου όλο
τ’ ανυπόφορο σύμπαν.
Θα σβήσω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα.
Θα σβήσω το θησαύρισμα του παρελθόντος.
Θα κάνω σκόνη την ιστορία, σκόνη τη σκόνη.
Κοιτάζω τώρα το στερνό ηλιοβασίλεμα.
Ακούω το στερνό πουλί.
Κληροδοτώ το τίποτα σε κανέναν.
Lucio Dalla
μετάφραση Διονύσης Σαββόπουλος
Ο χρόνος που μετράει
Καλέ μου φίλε σου γράφω για να παρηγορηθώ
και εξ αιτίας της απόστασής μας, τρελά θα εξηγηθώ.
Μα από τότε που λείπεις, παρατήρησα ξανά
πως ο γέρο-χρόνος έφυγε μα κάτι ακόμα εδώ δεν προχωρά.
Σπανίως βγαίνουμε έξω κι ας είναι και γιορτές.
Αρκετοί σωριάζουν σάκους με άμμο στα παράθυρα και τις σκεπές.
Αλλος πάλι σωπαίνει για βδομάδες σα νεκρός
κι όσοι δεν έχουν κάτι τις να πούνε τους περισσεύει και καιρός.
Μα η μικρή οθόνη μας είπε για τη νέα χρονιά
έναν ανασχηματισμό ευρύ που καρτερούμε πώς και τι.
Θα 'χουμε, λέει, Χριστούγεννα και καρναβάλια καθ' εκάστη.
Κάθε Χριστούλης θα κατέβει απ' το σταυρό
και τα πουλάκια θα επιστρέψουν στο άστυ.
Θα έχει φαγοπότι και φως όλο το χρόνο,
θα βγάζουν λόγο και οι μουγγοί γιατί οι κουφοί μιλούσαν μόνο.
Θα επιτραπεί ο έρως όπως τον θέλει ο καθείς,
θα παντρευτούν και οι καλόγεροί μας μα κατόπιν δοκιμής.
Και ως δια μαγείας θα εξαφανιστούν
κάτι κρετίνοι, κάτι απαίσιοι που μας ταλαιπωρούν.
Βλέπεις αδερφέ μου, τι σου αραδιάζω ακριβέ μου;
Μα εδώ κοντεύω να φλιπάρω! Έστω σαν όνειρο αν το πάρω!
Βλέπεις, βλέπεις, βλέπεις, βλέπεις,βλέπεις κύριέ μου, παραμιλάω τρεκλίζω,
γελάω μ' όλα τα εφέ μου και συνεχίζω να ελπίζω.
Μα αν ο χρόνος ήταν μόνο για μιαν ώρα, κάτι σαν κομήτης,
πόσο σκληρό γίνεται τώρα καθώς χανόμαστε μαζί της.
Ο χρόνος που μετράει σε λίγο δεν θα είναι εδώ,
θα τον φάω ή θα με φάει,αυτά είχα να σου πω