Ο... Σπύρος
Δεν είμαι ο Σπύρος. Δεν είμαι καν το μέλλον του. Χρωματίζουμε μαζί κόκκινους τους ιστούς της αράχνης
με όποια μπογιά δεν πέρασε, γλύφουμε κάθε πληγωμένη του λέξη, απουσία πάσης ελπίδος.
Εγώ μαζεύω τις κραυγές του στο συρτάρι κι εκείνος κάθε όπλο που φαντάζει ανυπεράσπιστο.
Είναι νεκρός ήδη από κάθε τι άσφαιρο και θαρρεί πως είμαι η σφαίρα που λυτρώνει. Μα δεν είμαι.
Δεν είμαι ο Σπύρος. Δεν είμαι το βλέμμα του, δεν είμαι καν μέσα στο βλέμμα του, το αρκετά απλανές
για να μην καθρεφτίζει και να μην καθρεφτίζεται. Κάνουμε πάντα παρέα χωρίς κίνησεις, λικνισμούς, λέξεις,
νότες, ζωγραφιές, χωρίς άλλα αγάλματα πέρα από τα δυό μας. Κι αφήνουμε τον άδειο χώρο να τον γεμίζει.
Θαρρεί πως είμαι το αποτέλεσμα της σιωπής του. Μα δεν είμαι. Δεν είμαι ο Σπύρος και τον ζηλεύω γιατί
ο Σπύρος είναι έστω ο Σπύρος. Κι ίσως θαρρεί πως είμαι κάποιος. Μα δεν είμαι. Απλώς δεν είμαι ο Σπύρος.
Αυτός ήταν πάντα και είναι ακόμη ο Σπύρος. Ένα σιωπηλό, αθάνατο τραγί, μοναδικό στο είδος του
και ταυτόχρονα καθόλου σπάνιο. Κάθε άνθρωπος είχε, έχει και θα έχει στο πλάι του τουλάχιστον έναν
αποδιοπομπαίο Σπύρο, να του φορτώσει τα πάντα και με όποιο τρόπο θέλει, για να ξαλαφρώσει
και να λυτρωθεί. Ο Σπύρος θα τα κουβαλήσει, θα πάρει τη πρέπουσα σατανική μορφή.
Μόνο τα χρώματά του είναι περιορισμένα. Γεννιέται ολόλευκος και πολύ σύντομα γεμίζει με μαύρο ή μπλε
και κάποιες ελάχιστες φορές με κόκκινο, ανάλογα της μελάνης. Είναι ανθεκτικός σε όλες τις κατακρίσεις
και τους λιθοβολισμούς και μερικές φορές τα απολαμβάνει με ένα περίεργο χαμόγελο.
Χωρίς αυτά δεν θα είχε λόγο ύπαρξης.
Μεγάλωσε αρκετά, ξέχασε όσα ήθελε να ξεχάσει, έκοψε κι έραψε κάθε αλήθεια στα μέτρα του.
Ο Σπύρος "ωρίμασε" όπως όλοι, υιοθετώντας ένα και μόνο σύστημα, το υπάρχον.
Και υπάκουγε σ'αυτό, εξυπηρετούσε τους σκοπούς του ακόμα κι όταν όντας έφηβος το απαρνιόταν έντονα.
Η όποια άρνηση αποτελεί μια αυτοεπιβεβαίωση για το σύστημα, ότι υπάρχει ακόμα.
Γι'αυτό κι αφήνει τα συγκεκριμένα περιθώρια, τη δήθεν "δυνατότητα" μη αποδοχής του.
Οι λίγοι άλλωστε τολμηροί αντιδραστικοί, σύντομα θα το βρουν μπροστά τους.
Το Σύστημα θα ανησυχησεί μόνο όταν θα διακρίνει πλήρη αδιαφορία. Μόνο αυτή είναι ικανή
να το καταδικάσει σε ανυπαρξία. Τώρα δεν ανησυχεί. Τα κατάφερε μια χαρά.
Όλοι είναι "συνειδητοποιημένοι" και δραστηριοποιούνται ο καθένας στη καρακοσμάρα του.
Κι αφού κάθε συνείδηση έχει διαμορφωθεί βάσει του συστήματος, το εμπεριέχει
άρα έχει εξασφαλίσει την ύπαρξή του για πολύ ακόμα.
Ο Σπύρος προσπαθεί πλέον να αδιαφορήσει. Ας του ευχηθούμε ότι καλύτερο προς το παρόν,
γιατί όταν τυχόν το επιτύχει, θα τον καταδικάσουμε σε θάνατο. Αργό ή γρήγορο.
Όχι εμείς δηλαδή... το.. σύστημα.
Κάπου εδώ ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε αν φορώντας τον Σπύρο, γδυθήκαμε οι ίδιοι...
Αν ο Σπύρος είναι τα αόρατα ρούχα του βασιλιά (όπως στο παραμύθι), αν είμαστε ο βασιλιάς
κι αν θέλαμε να τον φορέσουμε αφήνοντας εκτεθιμένο τον εαυτό μας και γιατί.
Ο Σπύρος, όπως κάθε "ένδυμα" ίσως φορεθεί για να ικανοποιήσει κάποιον ανάξιο στόχο
ή για να σκεπάσει κάτι άσχημο ή για να προσφέρει κάτι όμορφο, όπως ζεστασιά.
Εγώ ελπίζω ότι κάθε φορά που θα φοράμε εναν Σπύρο δεν θα το κάνουμε για να ικανοποιήσουμε
την όποια ματαιοδοξία μας (ως βασιλείς), ούτε για να κρύψουμε το οτιδήποτε άσχημο,
αλλά για να μας προσφέρει αυτό το οτιδήποτε θετικό έχει.
Αν εκεί προσβλέπει κάποιος, κάποιες φορές αξίζει ακόμα και να "γδυθεί" στα μάτια ενός κόσμου
που έτοιμος είναι να περιγελάσει οτιδήποτε "αόρατο".
Βασιλείς του εαυτού μας ας είμαστε μονάχα εμείς.
Η όποια "λαοθάλασσα" έρχεται και φεύγει, σα κύμα που κάποιες φορές δεν θ'αφήσει τίποτε όρθιο
και κάποιες άλλες θα σε παρασύρει στη μαγεία του. Σ'αυτή τη τόσο κίβδηλη αλλά και περιζήτητη μαγεία.
Είμαι ο Σπύρος... κι είμαι αλκοολικός. Αδειάζω σιγά σιγά από νόημα τη ζωή μου κάθε βράδυ
κι από αντίδραση θαρρώ γεμίζει αναμνήσεις. Δεν θέλω να θυμάμαι που να με πάρει ο διάολος...
θα πιώ... θα πιώ μέχρι να μην είμαι πια ο Σπύρος.
...
Δεν είμαι πια ο Σπύρος... είμαι ευτυχισμένος. Δεν μπορώ να θυμηθώ ή να σκεφτώ το γιατί.
Ίσως γι' αυτό...
...
Είμαι ο Σπύρος... κι είμαι νηφάλιος πενήντα τέσσερις ώρες. Δεκατρία μέτρα με χωρίζουν από την ανωνυμία.
Θα τα καλύψω σε περίπου πέντε δευτερόλεπτα ενώ σε τρεις ημέρες θα είμαι δύο μέτρα χαμηλότερα.
Σαράντα ημέρες μετά, δεν θα με θυμήθεί ή σκεφτεί κανείς κι εγώ αν και νηφάλιος, θα είμαι ευτυχισμένος,
δεν θα θυμάμαι και δεν θα σκέφτομαι γιατί...
Ίσως γι' αυτό...
Στέκω...
-Στέκω-
ακούγεται παράξενα
όπως οτιδήποτε αόριστο
και περιφραστικά απερίγραπτο
αφουγκράσου
-Στέκω-
ακούγεται σαν αντίδραση,
σαν ηχώ
με περιέργως παροπλισμένη περηφάνια
μα ακόμη απειλητικό
διαμορφωμένο ως ασυμμόρφωτο
-Στέκω-
Όχι -Στέκομαι-.
Γιατί τίποτε πια παθητικό.
Η άγρια μόνο όψη μιας άποψης
που όσο την καταδιώκεις
τόσο περισσότερο ριζώνει Εδώ.
-Στέκω λοιπόν και θα στέκω-
Με τόση εμπάθεια όση κι απάθεια
Με ανάστημα, είτε μεγάλο είτε μικρό.
Με ένα ανάστημα.
Σ' έναν κόσμο που δεν στέκει
οτιδήποτε στέκεται
Στέκω ακόμη όντας γονατιστός
ή κι όταν σέρνομαι
Στέκω ρε φίλε, στέκω
δηλαδή... Αντιστέκομαι!
Ναι, αυτό είναι!
Αυτό πρέπει να είναι.
Αυτό θα ήθελα να είναι......
Στέκω.
Μα ίσως τελικά
απλά να κοντοστέκομαι
να κοιτώ με πλήρη απάθεια
έναν κόσμο ανόητο
Κόσμο δαιμονισμένο
από λίγους ευδαίμονες.
Ίσως τελικά
απλώς να κοντοστέκομαι
αποβλακωμένος
απ' την τεράστια οθόνη τηλεόρασης
που ευφυέστατα
στήσανε μέσα μου.
Στέκει...
Αποσπάσματα από τη συλλογή "Αλογοπαικτικές Υφαλοχρωμίες"
Προειδοποίηση. Τα ακόλουθα είναι επιλογές από άκρως παρανοϊκές σκέψεις,
πληκτρολογημένες όπως ακριβώς δημιουργήθηκαν (το κατά δύναμιν).
Ο "ιδιοκτήτης" τους δεν φέρει καμμία ευθύνη και δεν αναλαμβάνει καμμία υποχρέωση
ως προς την επεξήγηση, την ερμηνεία, τον στόχο, τον σκοπό, το νόημα, την αξία
και γενικότερα οτιδήποτε αφορά το περιεχόμενο και την τυχόν χρηστικότητα αυτού.
...
Όταν δακρύζει η αίθουσα κατηγορείς τον οικοδόμο κι ύστερα δαγκώνεις ότι βρεις μπροστά σου. Παράτα τα και κλείσε ραντεβού με τη σκνίπα, αν θες ν'ακούς τις ακτίνες του ήλιου να χτυπάνε το τζάμι, σα σταγόνες αποτυχημένου χημικού πειράματος. Όχι τώρα! Κλείσε το φως ανόητε, βράδιασε. Τι εννοείς δεν σου έκανε κλικ; Καλά, άστο ανοιχτό. Σσσστ.
...
...
Έτσι πρέπει. Φώτα κλειστά. "In the pines, in the pines". H tv ανοιχτή και δίχως ήχο, θα κάνει το δωμάτιο ν'αναβοσβήνει σα χριστουγεννιάτικο. Θα κοιτάζεις τα στόματα ν'ανοιγοκλείνουν, με τα σαγόνια που δεν μιλούν, που απλώς δαγκώνουν τον αέρα. "Where the sun never shines". Ο ήχος είναι σκέψη που έγινε κύμα, η μουσική στέρεο, ένα υγρό πυρ στον αέρα. Θα λικνίζεσαι μέχρι να λυγίσεις, "I would shiver the whole night through". Έχεις χάσει το μέτρημα. -Πόσες από τις εφτά ή μήπως τις εννιά; -Στην Αίγυπτο με λατρεύαν; Σίγουρα. Με μηχανή σβηστή θα πατήσεις γκάζι τέρμα. Η ταχύτητα θα σε ζαλίζει ακίνητο. Μόνο τα μάτια θα τρέχουν. "Don't lie to me". Οι λέξεις πάντα χτυπάνε με φόρα τους τοίχους, ρίχνουν αντικείμενα κάτω σα θυμωμένα φαντάσματα. Μη κολήσεις ξανά τίποτε το σπασμένο. Αναίσθητος, μόνο σ'έναν Μορφέα να ψιθυρίζεις την κόλασή σου. Κι αυτός να σε κοιτάζει όπως όλοι, με απορία. "Τell me where did you sleep last night".
...
...
Καταλαβαίνω
μα στα λόγια σου δε μένω,
μετράω δείκτες που δεν δείξανε ακόμη,
αν έχω άδικο, δίκιο έχεις και συγνώμη,
είμαι λαγός σ'ένα καπέλο μαγεμένο.
Πέτρα στη πέτρα χτίσε,
τη δύναμή σου μέτρα,
σα ξεφυσήξω, το βλέμμα σου θα πέσει,
πέτρα στη πέτρα χτίσε,
τις μέρες μέτρα,
μέχρι να έρθουν, θα έχεις μάθει πως σ'αρέσει.
...
...
Χαράζει
στις φλέβες το σκοτάδι τρέχει μακριά απ'τη ρωγμή,
ξεχύνεται, διαχέεται, συγχύζει.
Που είναι τώρα το φως που φώναζες πως τα μάτια τοξεύουν;
Απέμεινε ο ρόγχος, ο άγγελος, ο ψίθυρος,
της σπασμένης αλυσίδας ο κρότος,
στις φυλακές αγάλματα που πέτρες λοξεύουν.
Δε φωτοβάλλω,
δεν είμαι αστέρι που πέφτει,
δε γουστάρω,
σαν ασκέρι τις σκιές μου δίχως βία εκβάλλω
κι όσες φωτίσετε,
ευχαριστώ,
δεν θα τις πάρω.
Μιλώ σε πλήθος που θαρρεί πως λάμψη έχει,
μα σα δελφίνια σφαδάζουν όλοι στην άμμο,
κοιτώντας τη θάλασσα μιλούν για μπλε και γαλάζιο...
ανάθεμα στα χρώματα, ένα ηλίθιο φως είναι όλα,
ένα φως που φεύγει,
τρέχουν να το προφτάσουν,
να ταξιδέψουν στο χρόνο,
όχι ρε φίλε,
θα το κάψω το φιλμ,
δεν αξίζει,
σαν το καις με το ίδιο του το φως,
το σκοτάδι σε γεμίζει.
Κοιμάμαι,
κοίταξέ με
κοιμάμαι,
ξύπνησέ με,
ξανά θα κοιμηθώ και πάντα δίπλα σου θα'μαι,
ένας γρύλος στις γρίλιες,
να σου ταράζω τις νύχτες,
να ξυπνάς, να γινόμαστε μπίλιες,
ένα κορμί νεκρό ή ξαπλώμένο,
ένα κερί δίχως ταίρι,
μια αγάπη λευκή,
ένα χαλί,
ένα Σίγμα Πι,
κάποιος με πέντε σημάδια στ'αριστερό
κι ένα μονάχα στο δεξί το χέρι.
Καταράστηκα τον εαυτό μου, ότι κι αν κάνει... να είναι πάντα εγώ.
Από τότε ψιθυρίζω στο κενό κι όλοι λένε πως μιλώ στον εαυτό μου
...
...
Το φαινόμενο της μαρμελάδας
Μέρος Α'
Διαχρονικό, αναλλοίωτο, ανέπαφο. Άθραυστο στα κύματα αέρος, από γυαλί πορτοκαλί ψηφιδωτό. Το επονομαζόμενο φαινόμενο της μαρμελάδας, καθοριστικό δια την πρόοδο της ανθρωπότητος από την γέννεση αυτής μέχρι και σήμερα, ουδέποτε απασχόλησε αυτήν όπως θα άρμοζε. Δια τούτο και όντας χαρισματικό, διαπρέπει καθ'όλη την πορεία μας.
Η ανθρωπότης και συγκεκριμένα οι λαμπροί επιστήμονες αυτής, παρ'ότι επέτυχαν, κινούμενοι γρηγορότερα, να σπάσουν το φράγμα του ήχου, στέκουν αμήχανοι εμπρός στα τείχη της σιωπής, ανίκανοι να κινηθούν επίσης γρηγορότερα αυτής.
Μέρος Β'
Τι είναι όμως το φαινόμενο της μαρμελάδας;
Το ον άνθρωπος κινούμενο πιο γοργά από τον ήχο και πιο αργά απ'τη σιωπή, καταφέρνει σε κάθε σημείο της πορείας του να μην ακούει τίποτε και να δύναται μονάχα να προεικάσει τους επερχόμενους ήχους του παρόντος του, δημιουργώντας κατ'αυτόν τον τρόπο αλλοίωσή τους.
Στην αγωνία του δε να ξεπεράσει τη σιωπή, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι οπουδήποτε εκσφενδονίσει τον εαυτό του, με οποιαδήποτε ταχύτητα, θα διαπιστώσει πως η σιωπή έχει ήδη φτάσει εκεί, κλείνει με δύναμη τα αυτιά του, προκειμένου να δημιουργήσει τεχνητή διάστασή της, στη θέση του ήχου που τον ακολουθεί. Κατ'αυτόν τον τρόπο δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η σιωπή επήλθε αργότερα του ιδίου και βρίσκει την ικανοποίηση που τόσο καιρό επεδίωκε.
Μέρος Γ'
Συνέπειες του φαινομένου της μαρμελάδας.
Αλλοίωση της πραγματικότητος, αποσπασματική αντίληψη με συνέπεια τη διαίρεση του όλου σε πλασματικές υποδιαστάσεις, ψευδής αλήθεια και αληθές ψεύδος, γενικό λάθος τύπου
"Reality allocation error - Reboot Universe (Y/N)"
...
...
Χρήζουμε χρίσματος, επωνυμία η νέα μας πόρνη ανάγκη κι ακάθεκτοι στο θάνατο αποθέτουμε το έντρομο μελάνι μας στο βωμό της άγνοιας.
Φύλλα σέρνονται στις σκεπές μας, ενώ μέσα εκτόπλασμα ονομάσαμε τη σκιά μας στο τοίχο, απέναντι απ' ένα τζάκι σβηστό, πνιγμένο στα ξύλα. Εκείνη μένει σα πίνακας καρφωμένη, ακίνητη, γιατί έτσι την μάθαμε να γουστάρει, καθένας για κανέναν, κανένας για καθέναν, ερείπια όλοι, περήφανοι βράχοι, πριν γίνουμε άμμος, πριν διάτρητους μας κάνει το αλάτι.
Δίπλα μας ακριβώς ο καθρέφτης δεν έχει είδωλο, κλεφτήκαμε μαζί του, τ'αφανίσαμε. Όντας μασκοφόροι δεικτοδάχτυλοι, με πέντε δείκτες σε κάθε χέρι, κατεβάζουμε θεούς, αγγέλους, δαίμονες, πνεύματα, αγίους κι οινοπνεύματα πρώτα στο μυαλό κι έπειτα στ'απύθμενο στομάχι μας, να ικανοποιήσουμε τα θέλω και τα πρέπει μας, στην παραδεισένια κόλαση, να καταπιούμε κάθε υπαρκτό και ανύπαρκτο κι έπειτα να το δείξουμε με κάθε δάχτυλο.
Απ'τη σπονδή μέχρι το τάμα, έχουμε άπειρα βλέμματα για πέταμα και λέξεις για όλα μας τα σκουπίδια.
Προδίδουμε αυτό στο οποίο υποταχτήκαμε, για ν'αποδείξουμε περίτρανα πως χρειαζόμαστε την αλλήλων συγνώμη και μια ανύπαρκτη ύψιστη συγχώρεση, βουτηγμένη στη φλόγα μιας βατομουριάς, στο ψέμμα αυτών που τη φύτεψαν σα σφαίρα στα κεφάλια μας.
Νεκροί πλέον... κάνουμε λιτανείες και χτίζουμε επιτάφιους, γιατί αφού ξεχάσαμε πως διαμελίσαμε την ψυχή μας, συμβόλαιο κάναμε με τον Θεό, για να την βρούμε. Κι έτσι πουλήθηκε χωρίς να το καταλάβουμε, μα δεν την ονομάσαμε πουτάνα κι ο διάβολος με απόγνωση κρεμάστηκε αφήνοντας τα τριάντα του αργύρια σε ένα δικό του γλέντι παρόμοιο της Κανά, να πολλαπλασιάζονται και να μοιράζονται σε δισεκατομμύρια απομεινάρια μας ανά τους αιώνες.
Πόρνη η ψυχή μας έτσι κι αλλιώς, ας την πουλήσουμε εκεί που κανείς δεν μας ώθησε να το κάνουμε..
ή έτσι ας νομίζουμε, ικανοποιώντας την τελευταία μας ματαιοδοξία.
...
...
Πεταλούδα τέχνη μπαλκόνι χτίζει στον έβδομο όροφο,
να στεκόμαστε κρατώντας την αφρισμένη γη,
να χαζεύουμε το κενό.
Με μια σκλαβιά μωβ, έναν ήλιο καθένας μας να περιμένει,
για να μαράνει το άνθος του,
μετά από αιώνες στιγμών
στιγμών που κρατήσαν αιώνες.
Αν μη τι άλλο απέδειξαν πως τουλάχιστον τ'αγάλματα κινούνται πάντα λίγο περισσότερο απ'το τίποτε που τα πρόδωσε. Και στην φαινομενική ακινησία αυτή, τι είναι το "μήλο",
αν όχι ο τρόπος να μετακινηθούν όλα τα καζάνια, από το μυαλό στο βλέμμα μας,
αν όχι ο τρόπος να συνειδητοποιήσουμε την απωλεσθείσα ελαφρότητα κάθε αντικειμένου,
αν όχι ο τρόπος να εξασκήσουμε το σημάδι του χεριού μας.
Μην αναρωτιέστε για τίποτε, μπορείτε; Δεν μπορείτε...
Η "λύση" είναι κάτι που δημιουργεί ο άνθρωπος προκειμένου να αισθάνεται λιγότερο δέσμιος του σκότους.
Ουσιαστικά τίποτε δεν λύνεται και η απορία είναι απλώς ο καλύτερος τρόπος
για να βυθιστείς σε κάποιο ψέμμα της επιλογής σου.
Εκτός κι αν ξέρεις ότι ενώ σε κάθε ερώτηση αντιστοιχεί ένα σημείο στίξης ";",
σε κάθε απάντηση αντιστοιχούν τρία "..."
...
...
Ακόμα ψάχνω πως αρχίζουν οι στιγμές που δεν τελειώνουν.
Η σημασία ένας καπνός λευκός, τα πάντα να σκεπάζει κι έπειτα να διαλύεται,
αφήνοντας κάποιες φορές να ξεπροβάλλουν οι γίγαντες μύλοι.
Το πάτωμα μια λίμνη που κάποιες φορές σε πνίγει,
όταν δεν είσαι Ιησούς να βαδίζεις πάνω του για να ξεφύγεις.
Ακόμα ψάχνω πως αρχίζει οτιδήποτε δεν τελειώνει,
πως δραπετεύει αυτό που λένε πως δεν φυλακίζεται,
πως τα πάντα χάνονται ενώ το όλον διατηρείται.
Όλοι καταδικασμένοι σε αντίθεση, παράνοια, διαβολή,
σε μοναξιά και σιωπή,
σε κενό, υπερβολή, εξαίρεση, ηρεμία, επιβολή,
σε νύχτα και θάλασσα, σε άγνωστο, σε παιχνίδι,
σε ότι απόλυτο ή αφηρημένο,
σε καθρέφτη και γυαλί, σε πέτρα και ξύλο,
σε ότι ψυχρό, ανεπαίσθητο, ανέγγιχτο κάπου σε βυθό,
σε τέλος και σε αρχή, σε λάθος στιγμή,
σε πάθος και πόνο, μελαγχολία, χαμόγελο,
σε πρωτόγνωρο και σ' επιστροφή,
σ'ανάμνηση, σ'απόδραση, σε χάδι και σε φιλί,
σε συμφωνία, μελωδία, υποταγή,
σε δράση κι αντίδραση, σ' ελευθερία, αναρχία
ή σ' οποιαδήποτε πράξη χαοτική,
στη λογική που φτιάξαν τα σύμβολα κι οι αριθμοί,
σε φαντασία, σε ιδέα, σε δημιουργία ή καταστροφή,
σε διαφωνία, έλξη, ακρότητα
και τέλος
γενικά σε ψυχή σε μια άγνωστη γη.
Ό δίσκος παίζει ακόμη μα με κολημένη βελόνα δεν υπάρχει μουσική,
καινούριο μόνο το νούμερο της επανάληψης,
μεγαλώνει τραγικά προκειμένου να γεμίσει κάποτε το χώρο με κάτι κενό,
σα μπαλόνι που δεν θα σπάσει ποτέ.
Κι εκεί ξαφνικά οντότητες αρχίζουν να εγκαταλείπουν το δωμάτιο απ'το μπαλκόνι κι απ'το παράθυρο, απ'το τζάκι ενός αγίου που δεν επέστρεψε, μυρίζοντας όλοι οινόπνευμα ή με κόκκινα μάτια και μαύρους κύκλους, με ζωγραφιές να σκεπάζουνε τρύπες και με σώμα που τρέμει. Κι οι υπόλοιποι, οι σπιτόγατοι, περίλυποι τους κοιτούν κουνώντας το κεφάλι ή και γελούν χωρίς να ξέρουν για το καβούρι που απαλά κατατρώει τα πάντα.
Μερικοί δεν ασχολούνται με κανέναν, ζωγραφίζουν το σπίτι όπως λάχει,
προσπαθούν να επιτύχουν τη μοναδικότητα δημιουργώντας νέα είδωλα από κάτι παλιό,
πριν αρχίσουν να νιώθουν ασφυξία από κάτι με το οποίο γεννήθηκαν.
Ένα είναι το σίγουρο,
το κενό ξέρει καλά πως να υπάρχει εμπρός απ'όλες τις υπάρξεις...
χωρίς καμμία να αντιλαμβάνεται τίποτε.
Συγχωρέστε μου τις απότομες καταλήξεις, είναι αποτέλεσμα κούρασης.
Ώρα για ύπνο.
Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει παραμύθι που κάποιος να μην γνωρίζει,
μόνο παραμύθι που κανείς δεν θα ήθελε να ακούσει.
...
...
Σημαίες κροταλίζουν στους ανέμους
ραμμένες από άνθη ναρκωμένα στα βάζα
για λευτεριά που πια κρατά δαυλό από τσιμέντο
και σπίτια χτίζει
πυγολαμπίδες ακίνητες σε χάρτη παγκόσμιο.
Τώρα οι αυγές χαρακιά στο πρόσωπο
μπαλκόνια με θέα σε λαοθάλασσες
μ'απεργία ζωής για μια καλύτερη αμμουδιά
στη κλεψύδρα που γυρίζει ξανά και ξανά
με κάθε πόθο στραμμένο σε χαρτί ανάγλυφο
σε κομμάτι από πνεύμονα άτυχο.
Τώρα οι ζωγραφιές στοιχίζουν περισσότερο απ'το θέμα
κι εμείς καταπίνουμε τα χρώματα.
Μεθυσμένοι απ' το Έψιλον δίεση εξυμνούμε ανά στιγμές άγνωστα σώματα.
Έχοντας κάψει οτιδήποτε χρήσιμο
ανακυκλώνουμε το άχρηστο ώστε κάτι ν'απομείνει.
Φτεροκροτούμε μάταια στην λιγότερο λανθασμένη υπόδειξη,
μήπως έτσι για λίγο αιωρηθούμε.
Η σκέψη δεν είχε ποτέ το δικό της φως,
όπως κι ή ανάμνηση,
το δανειζόταν...
[quote user="Nikos Apomakros" post="350896"]Η σκέψη δεν είχε ποτέ το δικό της φως,
όπως κι ή ανάμνηση,
το δανειζόταν...[/quote]
εσύ φταις που οτιδήποτε αυτόφωτο το ονομάζεις σκοτάδι:)
Υποψιάζομαι δηλαδή ότι κάπου στο τέλος, η παρουσία του γίνεται αυτοσκοπός..
[quote user="Nikos Apomakros" post="350896"]Ο "ιδιοκτήτης" τους δεν φέρει καμμία ευθύνη και δεν αναλαμβάνει καμμία υποχρέωση
ως προς την επεξήγηση, την ερμηνεία....[/quote]
;-)
Την σκέψη την θεωρώ εττεροφωτη, γιατί εξαρτάται από τις αισθήσεις, την αντίληψη, τη μνήμη, τις εμπειρίες/αναμνήσεις και τη γνώση (τον συνδυασμό δηλαδή αποδοχης εμπειρίας (αίσθηση & αντιληψη) δυνατότητας καταχωρησης & επαναφοράς της (μνήμη), δυνατότητα κατηγοριοποιησης, ταυτισης, σύγκρισης με προηγούμενες (κριτική σκέψη), συδυαστικής για συμβατό νέο βελτιωμενο αποτέλεσμά (ιδέα), οπού κι εκεί ανακατεύονται η φαντασία, η διαίσθησή (ο γοργός αβασιμος κι ανυποστηρικτος υπολογισμος) και μέσα σε όλα αυτά προσθέτουμε σε σημεία την τεραστία επιρροή του Λόγου (σε τι βαθμό δηλαδή είναι ικανή η γλώσσα να εκφράσει η να χρησιμοποιηθει απο τη Σκέψη*, την οριοθέτηση που έχει τεθεί από τις "κοινώς αποδεκτές αλήθειες" της κοινωνίας της εποχής, το πόση ελαστικότητα υπάρχει στην αποδοχή η και απλά την έκφραση μιας διαφορετικότητας, τον δείκτη νοημοσύνης, την τυχόν ταση απολυτης αποδοχης και λειτουργιας σε συγκεκριμένους κανόνες που λειτουργούν αξιωματικά κτλ.
Τα θέτω πολύ πρόχειρα, η αλήθεια είναι ότι θα έπρεπε κανείς να συγγράψει πλήθος τόμων για να νιώθει κάπως ικανοποιημένος ότι κάλυψε το μεγαλύτερο (αντιληπτό) κομμάτι όσον αφορά στη Σκέψη και πως περίπου αυτή προκύπτει. Το σίγουρο για μένα είναι ότι δεν είναι αυτόφωτη. Λειτουργεί κάπως πρισματικά και γι' αυτό άλλωστε θεωρούμε πολλά εξ αυτής αποτελέσματα (πχ θεωρίες, συμπεράσματά, υποθέσεις, απόψεις, εντυπώσεις κ.α.) ως Υποκειμενικά.
Κι όταν κάτι δεν είναι αυτόφωτο, έχεις δίκιο εδώ, τείνω να το θεωρώ ως σκοτάδι. Αυτό είναι καθαρά κολημα δικό μου, δε διαθέτω επιχειρήματα ή έστω μια εξήγησή....
Ξέχασα να εξηγήσω για ποιο λόγο έβαλα αστερίσκο στη πρόταση περί Λόγου και Σκέψης. Υπάρχει η θεωρία (με την οποία συμφωνώ απόλυτα) ότι η δημιουργία του λόγου και της γλώσσας προκειμένου να υπάρχει μια έστω υποτυπώδης επικοινωνία ανάμεσα μας, επέφερε και το μεγαλύτερο πρόβλημα τόσο στην εγκεφαλική όσο και στη συναισθηματική λειτουργία διότι πλέον αντί να υπάρχει χαοτικά ελεύθερη σκέψη η οποία κατόπιν να κωδικοποιείται γλωσσικά, να μετατρέπεται σε ελλογη δηλαδή διατηρώντας ομως ανεπαφη και την αρχική μορφή της, η σκέψη άρχισε αυτόματα να δημιουργείται λεκτικά μπαίνοντας έτσι σε έναν τρομακτικό περιορισμό...
Αν δώσετε προσοχή θα διαπιστώσετε ότι οι σκέψεις σας είναι υπό τη μορφή λόγου. Ακόμα και τυχόν εικόνες πού φέρετε στο νου, αυτόματα αποδίδουν (ενα επιπεδο βαθύτερα) τη λέξη ορισμό του κάθε στοιχείου της εικόνας αυτής .
[quote user="Nikos Apomakros" post="351046"]Κι όταν κάτι δεν είναι αυτόφωτο, έχεις δίκιο εδώ, τείνω να το θεωρώ ως σκοτάδι. Αυτό είναι καθαρά κολημα δικό μου, δε διαθέτω επιχειρήματα ή έστω μια εξήγησή....[/quote]Δεν έχω δίκιο..το αντίθετο έγραψα
Η διαφορά, πάντως, των κειμένων #3 και #5 είναι εκείνη που εγώ μπορώ να υποψιαστώ ως διαφορά ανάμεσα σε «αυτόφωτο» κι «ετερόφωτο» Λόγο. Ακόμη κι αν πρόκειται για τις ίδιες σκέψεις. Η έκφρασή τους (ευτυχώς) δικαιούται να είναι μοναδική.
παρ ότι άσχετος εγώ με την ποίηση αισθαντικά έχω την γνώμη ότι τα ποιήματα δεν είναι να τα σκέπτεσαι αλλά να τα γεύεσαι το όποιο καταστάλαγμα σου αφήνουν....
Και ο Νικόλας .... ναι, είναι γευστικός
Ευχαριστώ Κώστα :oops:
@ Kapoia_za: Ποιά είναι τα κείμενα #3 και #5, γιατί δεν είμαι σίγουρος σε ποιά αναφέρεσαι ώστε να ακολουθήσω σωστά το συλλογισμό σου :???:
Εννοούσα το νούμερο των post.. κοίτα λίγο δίπλα....
αριστερά δίπλα...
κάτω από τη φωτο..
εεεεκεί
:grin:
α!
χμ.. νομίζω κατάλαβα... έστω και τμηματικά. Αναφέρεσαι στη διαφορά της "ελεύθερης" γραφής... και του επεξεργασμένου λόγου υποθέτω, που φαινομενικά (και μόνο) είναι πιο "λογικός" γιατί ο συνειρμός είναι εμφανής και αντιληπτός σε αρκετά μεγάλο μέρος σε αντίθεση με την "ελεύθερη" γραφή.
Την βάζω σε εισαγωγικά όμως την "ελεύθερη" γραφή... γιατί μπορεί να είναι πιο ελεύθερη... αλλά δεν είναι ελεύθερη. Εξαρτάται/δεσμεύεται και πάλι από όλα αυτά που ανέφερα, απλά σε μικρότερο βαθμό από κάποια και σε μεγαλύτερο βαθμό από κάποια άλλα. Ειναι πάντως σαν να συγκρίνεις μια Λέξη με τον Ορισμό της (την πρόταση που την ορίζει). Το ένα αφήνει αρκετά μεγαλύτερο χώρο (αφηρημένο) από το άλλο που ο σκοπός του είναι να συγκεκριμενοποιεί και περιορίζει.
Νομίζω πως καταλαβαίνω πάντως γιατί τείνεις να το θεωρείς αυτόφωτο. Και κατά κάποιο τρόπο (δικό μου) συμφωνώ.
[quote user="Nikos Apomakros" post="351071"]α!χμ.. νομίζω κατάλαβα... έστω και τμηματικά. Αναφέρεσαι στη διαφορά της "ελεύθερης" γραφής... και του επεξεργασμένου λόγου υποθέτω, που φαινομενικά (και μόνο) είναι πιο "λογικός" γιατί ο συνειρμός είναι εμφανής και αντιληπτός σε αρκετά μεγάλο μέρος σε αντίθεση με την "ελεύθερη" γραφή.
Την βάζω σε εισαγωγικά όμως την "ελεύθερη" γραφή... γιατί μπορεί να είναι πιο ελεύθερη... αλλά δεν είναι ελεύθερη. Εξαρτάται/δεσμεύεται και πάλι από όλα αυτά που ανέφερα, απλά σε μικρότερο βαθμό από κάποια και σε μεγαλύτερο βαθμό από κάποια άλλα. Ειναι πάντως σαν να συγκρίνεις μια Λέξη με τον Ορισμό της (την πρόταση που την ορίζει). Το ένα αφήνει αρκετά μεγαλύτερο χώρο (αφηρημένο) από το άλλο που ο σκοπός του είναι να συγκεκριμενοποιεί και περιορίζει.
Νομίζω πως καταλαβαίνω πάντως γιατί τείνεις να το θεωρείς αυτόφωτο. Και κατά κάποιο τρόπο (δικό μου) συμφωνώ.[/quote]@ Nikos Apomakros : Τέλειο. Επακριβής (περι)ορισμός της άμοιρης σκέψης μου.
Πράγματι πάνω κάτω αυτά σκεφτόμουν.
:roll:
Πριν προχωρήσω με τις παράνοιες και τις ασυναρτησίες, επιτρέψτε μου να επικολλήσω έναν πολύ μικρό διάλογο που είχα κάπου στο διαδίκτυο πριν μερικά χρόνια... Νομίζω αξίζει να εκφράσω κατ' αυτόν τον τρόπο κάτι που συνεχίζω να πιστεύω...
ΠαράθεσηΣχόλιο:
Αγαπητέ Απόμακρε, επανέρχομαι ξανά μετά από καιρό στην θεματική ενότητα που άνοιξες με τον τίτλο ασυναρτησίες. Πραγματικά εκπληκτικό θέμα, συνάδει με τον καιρό, συνάδει με την ζωή μας, και γενικώς οι ασυναρτησίες είναι ένας νέος τρόπος ζωής που όλοι εντρυφάμε με τις πρακτικές μας.
Σ.Μ.
Απάντηση:
Συμφωνώ όσον αφορά την προσέγγιση των "ασυναρτησιών" στα πλαίσια της ανθρώπινης αντίληψης.
Θεωρητικά όμως, σε έναν κόσμο αιτίας κι αποτελέσματος (και μόνο), ο όρος "ασυναρτησία", όπου κι αν αυτός χρησιμοποιείται, είναι το αποτέλεσμα αγνοίας των συναρτωμένων.
Δηλαδή δεν πιστεύω ότι υφίσταται "ασυναρτησία" (όπως και "τυχαίο"), παρά μόνο αδυναμία ολοκληρωτικής αντίληψης κι εν συνεχεία γνώσης.
Απόμακρος
Τώρα νιώθω πιο άνετα να συνεχίσω :)
Κλικ...Κλικ.
Ένα κλικ είμαι.
Ατόφιο, σκληρό, ξερό, αδιάφορο, ψυχρό,
όπως θες δες το, όπως θες πες το.
Ένα κλικ θα είμαι πάντα κι ένα κλικ από τα πάντα.
Δεν μπορώ να είμαι δύο κλικ. Μην μπερδεύεσαι.
Απλώς μετά από κάθε κλικ δεν ξέρεις πια ποιό κλικ είμαι.
Όλοι ξέρουν πως κάθε κλικ δεν είναι ίδιο κι ούτε μένει ίδιο μετά από κάθε κλικ.
Κάθε κλικ είναι ένα κλικ απόσταση από το κάθε κλικ και κάθε κλικ μετά από κάθε κλικ
είναι ένα κλικ μακριά τόσο από το κλικ που ήταν, όσο κι από κάθε κλικ που κάποτε ήταν.
Για να ξεχωρίζουν τα κλικ μεταξύ τους, πριν πολλά πολλά κλικ,
αρχίσαν να τα ονομάζουν ή να τα αριθμούν.
Εκεί άρχισε η παρανόηση.
Πρώτο κλικ, εκατοστό κλικ, τελευταίο κλικ. Όμορφο κλικ, έξυπνο κλικ, άρρωστο κλικ.
Τώρα πια λίγα κλικ καταλαβαίνουν πως κάθε κλικ, θα είναι πάντα ένα κλικ
και μάλιστα ένα κλικ απόσταση τόσο από το κλικ που κάποτε ήταν,
όσο από το κάθε κλικ που κάποτε υπήρξε, από κάθε κλικ που υπάρχει,
ένα κλικ από τα πάντα γενικότερα.
Κλικ.
////////////////////////////////////////////////
...
Γεννήσαμε εκατομμύρια χαρακτηρισμούς,
για να δημιουργήσουμε διαφορετικότητες που δεν υπήρχαν.
Παντού τώρα ξενιτιά, όλα δήθεν γνωστά
και τίποτε αυτό που πραγματικά Είναι.
Δεν φταίει το ότι κοιτάμε ως εκεί που γνωρίζουμε.
Φταίει το ότι θεωρούμε πως γνωρίζουμε τα πάντα,
επειδή δεν ξέρουμε το μέχρι ποιό σημείο κοιτάμε.
Η Εικόνα
Απώλεια μιας μορφής και μόνο. Το τέλος της συνήθειας.
Η αντίληψη κατάρα, Προμηθέως φωτιά,
ικανή να θρέψει, ικανή να καταστρέψει.
Ποιός αλήθεια είναι ικανός να διδάξει το μέτρο,
να την εμποδίσει να σ'αγγίξει,
να σε σταματήσει,
όταν ποθώντας να σκεφτείς απ'όσο πρέπει παραπάνω,
ξαγρυπνάς
και πνίγεσαι στο κενό που άφησε
το απροσδιόριστο κομμάτι ενός μη γνώριμου κόσμου.
Θα ξυπνήσεις, αν τυχόν κουρασμένος αποκοιμηθείς,
μ'όλη την ασχήμια στο πλάι σου.
Θα την χαζεύεις με ύφος απερίγραπτο,
καθώς αργά και σταθερά θα ξεπουλά στο τίποτε τα κομμάτια σου.
Κι έπειτα, όπως πάντα,
θα ετοιμάσεις το είδωλο στον καθρέφτη
και θα τ'αφήσεις να πάρει το δρόμο του,
όπως κάθε πρωί για τη δουλειά,
χαμογελαστό,
σα διαφήμιση ενός προϊόντος...
που πια δεν υπάρχει.
Ξεχωρίζω στα χρώματα την καινούρια σκουριά.
Η φυγή μια γέφυρα, για να υπάρχει κάτι να επιστρέψεις.
Κι η ψυχή χυτήριο...
από όπου λέξεις ρέουν καυτές κι έπειτα ψυχραίνουν
σχηματίζοντας τη μορφή μιας πρότασης,
καταδικασμένης ν'αποσιωπεί το κάθε διαφορετικό νόημα.
Ψελίζοντας το μοναδικό της.
Βαρέθηκα τα σχήματα χωρίς σχηματισμό,
μετρώ σταγόνες ν'αποκοιμηθώ,
γιατί δεν έχει σημασία πόσες είναι και τι πνίγουν...
Στη λήθη...
αναπνέεις...
ελεύθερα...
Το καλύτερο στον κόσμο μας είναι το ότι ο καθένας μας ζει στον δικό του
Νιώθω πως πρέπει να εξηγήσω ή έστω να αιτιολογήσω.
Μ'αρέσει να λογίζομαι, να παραλογίζομαι, να μιλώ και να παραμιλώ, να νοώ και να παρανοώ. Είμαι χρόνια στο διαδίκτυο, σ'αυτόν τον "ιστό" με τις εκατομμύρια, κολημένες πάνω του, απόψεις και νιώθω πως έχω συζητήσει, διαβάσει και μιλήσει σχεδόν για τα πάντα.
Κι όμως σε όλον αυτόν τον κατακλυσμό πληροφορίας, επικοινωνίας και συναναστροφής γενικότερα, τόσο τα πρώτα συμπεράσματα όσο και τα τελευταία ανήκουν στην ίδια οπτική γωνία. Αρχίζοντας απ' το "Το καλύτερο στον κόσμο μας είναι το ότι ο καθένας μας ζει στον δικό του" και καταλήγοντας στο "η επικοινωνία χτυπά και στα χτυπήματά της η κοινωνία διαλύεται" ή σε μια απλή λέξη όπως το "Διαμονόλογοι", το συμπέρασμα στο οποίο κάθε φορά καταλήγω παραμένει ίδιο.
Αν δυσκολεύεστε να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ, αν πιστεύετε δλδ ότι τουλάχιστον η λεκτική "επικοινωνία" είναι ικανή για μια πολύ καλή συνεννόηση ανάμεσά μας, αν νομίζετε για τον οποιονδήποτε τρόπο επικοινωνίας ότι δεν είναι απλώς ένα βοήθημα για μια αρκετά έως εντελώς αφηρημένη ανταλλαγή σκέψεων, ιδεών, συναισθημάτων... Τότε το μόνο που μπορώ να πω για να γίνω ίσως λίγο πιο αντιληπτός είναι τα εξής:
- Έκοψα ένα όμορφο κλαδί και διακόσμησα το σαλόνι.
- Καλή ιδέα! (με χαμόγελο ή με θαυμασμό, μηχανικά ή αδιάφορα)
Δεν δίνουμε σημασία στο πόσο αφηρημένα είναι τα κάθε είδους "μηνύματα" έναντι των νοημάτων που τα "δημιούργησαν". Κι όμως, θα όφειλαν να τα εκφράζουν με τον πιο απόλυτο τρόπο. Συγκεκριμένα... Πως το έκοψα αυτό το κλαδί; Με το χέρι; Με κάποιο εργαλείο; Πόση ώρα μου πήρε; Από που το έκοψα; Τι ώρα; Ποιά μέρα; Γιατί; Με ποιά σκέψη; Με ποιόν φόβο; Με ποιά ιδέα; Με τι συναίσθημα; Ποιό ακριβώς κλαδί είναι πανέμορφο για μένα; Ένα κατάξερο; Ένα ανθισμένο; Μήπως ένα καμμένο; Πως ήταν το κλαδί; Δηλαδή, πόσο μεγάλο ήταν και γενικά ποιά η ακριβής εικόνα του; Πως είναι το σαλόνι χωρίς το κλαδί; Πως με το κλαδί; Τι γούστο έχω; Τι συναίσθημα μου δημιουργεί το να βλέπω στο σαλόνι αυτό το κλαδί και τι θα δημιουργούσε σε κάποιον άλλο; Εκατομμύρια πληροφορίες σχετικές με την άνωθι πρόταση μας διαφεύγουν και ίσως οι περισσότερες να φαίνονται ή και να είναι ασήμαντες, όχι όμως όλες. Κάποιες από αυτές μάλλον θα επηρέαζαν απόλυτα τον τρόπο με τον οποίο εκλήφθηκε η παραπάνω πρόταση και οτιδήποτε γενικότερα κάποιος εξέφρασε.
Προφέρουμε μια λέξη που εκφράζει ένα νόημα, μια ιδέα, μια εικόνα, ένα συναίσθημα, ένα κάτι οτιδήποτε και νομίζουμε ότι "επικοινωνήσαμε" με τον άλλο που την άκουσε, την διάβασε ή και την μάντεψε.
Λέμε "κλαδί" λοιπόν κι ο καθένας δίνει την δική του εικόνα στο συγκεκριμένο λεκτικό σύμβολο. Κάποιος σκέφτεται ένα ανθισμένο, κάποιος ένα καταπράσινο, κάποιος ένα ξερό και κάποιος άλλος ένα καρβουνιασμένο. Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι κάθε λεκτικό σύμβολο έχει άπειρες πιθανές και διαφορετικές μεταξύ τους υποστάσεις. Και παράλληλα δεν είμαστε σε θέση να τις γνωρίσουμε ποτέ στο σύνολό τους, ακόμα κι αν κάποιος μπει στον κόπο να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο για ένα και μόνο σύμβολο, προκειμένου να μας το περιγράψει επαρκώς. Γιατί; Επειδή αν μόνο για μια λέξη μπορούμε να αντιστοιχίσουμε δεκάδες ή χιλιάδες εικόνες, τι θα συνέβαινε για μια πρόταση; Για ένα ολόκληρο βιβλίο; Τελικά όντως θα συγκεκριμενοποιούσε περισσότερο; Ή τελικά το αποτέλεσμα θα ήταν παντελώς χαοτικό;
Ακούμε κάτι θεωρητικά "απλό", όπως το "Ο Τάκης την κοίταξε με αγάπη" κι ο καθένας ουσιαστικά έχει κάτι τελείως διαφορετικό κατά νου. Ως προς την ένταση, ως προς το ποιόν, ως προς το αποτέλεσμα, ως προς τις συνέπειες, ως προς τα επαγόμενα, ως προς τον εαυτόν του, ως προς τον οποιονδήποτε άλλο. Αλήθεια "ακούμε" αυτό ακριβώς που κάποιος είπε; Ή μήπως τελικά "ακούμε" την δική μας και ενοχλητικά διαφορετική εκδοχή, μιας χαοτικής τελικά σε διαφορετικά "σενάρια" πρότασης;
Νομίζετε αλήθεια ότι αυτό έχει να κάνει μόνο με την λεκτική επικοινωνία; Νομίζετε ότι όταν ακούτε ένα τραγούδι ή χαζεύετε μπροστά από έναν πίνακα, υπάρχει έστω και ένας που να τα αντιλαμβάνεται και συναισθάνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο; Με έναν έστω επαρκώς παρόμοιο; Εξαρτάται απ'το τι σημαίνει το "επαρκώς" για σας. Γιατί... ο καθένας ακόμα και το "επαρκώς" το αντιλαμβάνεται-αισθάνεται πολύ διαφορετικά από τον συνομιλητή του. Κανείς δεν έχει παρόμοιο ψυχικό κόσμο, εμπειρίες-αναμνήσεις, τρόπο σκέψης, αντίληψης, συναίσθησης. Κι αυτό είναι αρκετό για να δικαιολογεί μια από τις ειρωνικότερες και σαρκαστικές "ατάκες" μου όπως το ότι "Το καλύτερο στον κόσμο μας είναι το ότι ο καθένας μας ζει στον δικό του".
Αν μου επιτρέπεται μια φτωχή σημειωσούλα... Θα μείνω αρχικά στις λέξεις οι οποίες είναι δεμένες με μια λεπταίσθητη ιδιομορφία, ενσαρκωμένες μορφές θα έλεγα, αφού εκτός από τις εννοιολογικές δονήσεις και τους συναισθηματικούς πόρους της γλώσσας, έχουν τη δύναμη να αγκαλιάζουν ανάλογα όποιον ξέρει να τις κοιτά κατάματα.
Αυτό που διακρίνεται έντονα στα γραφόμενά σου είναι η ύπαρξη δύο περιοχών σαν να είναι όμως η μια ταυτόσημη οντότητα της άλλης. 'Ολα είναι αντιφατικά στην ουσία τους και όλα βρίσκονται σε κίνηση. Αν δεχτούμε την πρώτη μορφή [προ-ιδεατή] όπου η ύλη αλλά και η έμπνευση αρχικά αντλούνται από τον εξωτερικό κόσμο ή τις προσωπικές εμπειρίες, έρχεται αμέσως να ξεδιπλώσει τα πέπλα της η δεύτερη βαθύτερη περιοχή όπου όλα εσωστρέφονται και μετουσιώνονται σε σύμβολα μιας άρρητης αλήθειας ή μιλούν για κάτι το φαινομενικά ανέφικτο ή προβάλλουν ηθελημένα το στοιχείο της αυταπάτης. Δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για πράγματα που έγιναν ή περιμένουν να γεννηθούν στη μήτρα μιας καινούργιας επινόησης!
Υπάρχουν ενδείξεις ότι, οι εικόνες που σμιλεύεις με τις λέξεις σου, θέλεις βέβαια να αντικειμενοποιούν τη σκέψη σου, και να σε περιέχουν, αλλά ταυτόχρονα να είναι συνεπείς στυλιστικά – ακόμα κι όταν μεταφερόμαστε στον ''άλλο χώρο'' της παράνοιας - και να αγγίζουν αισθητικά, πέραν των κρυπτικών ή φανερών μηνυμάτων που μεταφέρουν.
Υπάρχει ένας κώδικας, μια επιφάνεια με λέξεις – κλειδιά που, αν δεν ανακαλύψει κανείς, δεν θα του χαριστεί εύκολα η ορατότητα στον ορίζοντά σου γιατί η ιδέα που εκφράζεται μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από το υποτιθέμενο πρότυπό της! Γι’ αυτό και μίλησα για διττότητα.
Υπάρχει επίσης η υποψία ότι η αναφορά σου σε ένα πρόσωπο είναι μάλλον ευμετάβλητη έως απρόσωπη, αφού θα μπορούσε να είναι τελικά ακόμα και ένα νοητικό παιχνίδι ανάμεσα στο Π και το π ή εσύ ο ίδιος σε άπειρους ρόλους που ταλαντεύεσαι ώσπου να προσδιορίσεις τον εαυτό σου σε ένα οικείο σημείο.
Η συνέχεια, αναφορικά με τα ζευγάρια των αντιθέτων εαυτών - που όμως πάντα μοντάρουν τα κομμάτια τους για να συναντηθούν σε έναν χώρο μυστικής ομοιογένειας - ή αναφορικά με την πολλαπλότητα των αξιών που κάθε λέξη κρύβει... είναι θέμα ερμηνείας... είναι κι αυτή η γοητεία της επιλογής... :smile:
Σ' ευχαριστώ για την ανάλυση-περιγραφή pixie :oops: δεν διάβασα τίποτε στο οποίο να μπορώ
να διαφωνήσω. Όλα αυτά νομίζω ισχύουν, τουλάχιστον ως ένα σημείο γιατί παρομοίως πιστεύω
ότι από κείμενο σε κείμενο, στιγμή σε στιγμή, μπορεί να ισχύει κάτι διαφορετικό. Περιέγραψες
ωστόσο τουλάχιστον την πλειοψηφία και το μεγαλύτερο μέρος της διαφορετικότητας που μπορεί
να έχουν μεταξύ τους. Πιστεύω ότι "είμαι χαμένος" σε μια περίεργη μίξη λογικής και παράνοιας,
όπου στην ουσία παράνοια είναι μάλλον κάτι το δύσκολο ή ακατόρθωτο να ερμηνευτεί. Αλλά
υπάρχει λόγος που είναι εκεί. Πως θα μπορούσα άλλωστε να πω κάτι διαφορετικό. Αιτιοκρατία.
Σημασία πιστεύω δεν έχει να προσπαθήσει κάποιος να ερμηνεύσει τι προσπαθούσα εγώ να πω...
Θα ήταν μάλλον ανώφελο. Το τι αγγίζει τον ίδιο από αυτά που διάβασε... Αν είναι κομμάτια παζλ
κι από τον εαυτό του, αυτό θα έχει πάντα σημασία...
Συνεχίζω με τις παράνοιες...
Κάτι από μορφή και κάτι από σκια, μ'αρέσει το σούρουπο,
μ'αρέσει καλοκαίρι τα μπαλκόνια να σιωπούν
ν'ακούγεται μονάχα μια ξεχασμένη τηλεόραση ανοιχτή
και ψίθυροι θαρρείς από παντού.
Μ'αρέσει το σούρουπο γιατί σωπαίνουν τα πουλιά
κι οι δρόμοι άδειοι μένουν
θαρρείς και θυμούνται μαζί μου τα παλιά,
ερημιά, ΨυΧή πουθενά και το κεφάλι
επίμονα να στρέφεται στον άξονα Ζήτα.
Δεν υπάρχει χώρος να περπατήσεις
κι ακίνητος πατάς το βήμα σου ξανά και ξανά,
το τελευταίο βήμα,
με ζωγραφιές, με μουσικές, με κάποιο ποίημα
κι η γη σταματά, σταματά, σταματά
όταν πλέον μονάχα εσύ γυρίζεις...
-----------------------------------------
Ο πανικός της αποστροφής, εφτά τριάντα και δύο,
η αποκαθήλωση της ευτυχίας.
Εδώ μετρώνται τα τέρματα σε αγώνα ατελείωτο,
βαρετή περιφορά εικόνων
κι απαράδεκτη συμπεριφορά πιστών
απέναντι στον διάτρητο τρούλο μιας εκκλησίας
που ουδέποτε αποτέλεσε άσυλο για κανέναν.
Το πάθος της διαστροφής ιερό,
δέκα χιλιάδες εννέα εξήντα παρά δύο,
ήταν μια απόπειρα για πείρα,
ένα ποτό παρακαλώ
το εισιτήριο της νοσταλγίας αναβοσβήνει ειρωνικά,
σύμβολα και αριθμοί, μέτρα σύγκρισης, αποκλίσεις, μεγέθη,
παρατηρητές, αινίγματα κι αλληγορίες, συμπεράσματα,
προσπάθειες για σκέψη και συναίσθηση,
ιερατεία.
Η παράνοια της επιστροφής,
η ελπίδα για το μαγικό κουτί που δεν θ'ανοίξει ποτέ.
Κάπως με είπαν μα ονομάστηκα αλλιώς,
κάπως με χαρακτηρίσαν μα αποδείχτηκα αλλιώς,
δεν έχει σημασία,
ορίστηκα να είμαι εδώ κι ουδέποτε ορκίστηκα,
βρίσκομαι απέναντι σε οτιδήποτε ελάχιστα διαφοροποιημένο
να αντικρούω ανισότητες και όνειρα,
να βαριέμαι το δήθεν απροσδόκητο,
να εκπλήσσομαι θεατρικώς για να μην επιπλήσσομαι για την πλήξη που μου προκαλεί το όλον.
[quote user="Nikos Apomakros" post="351809"]Σημασία πιστεύω δεν έχει να προσπαθήσει κάποιος να ερμηνεύσει τι προσπαθούσα εγώ να πω...
Θα ήταν μάλλον ανώφελο. Το τι αγγίζει τον ίδιο από αυτά που διάβασε... Αν είναι κομμάτια παζλ
κι από τον εαυτό του, αυτό θα έχει πάντα σημασία...[/quote]
Πολύ σωστά το θέτεις το σημείο αυτό. Γι' αυτό άλλωστε σχολίασα για τις λέξεις : ''ενσαρκωμένες μορφές... που έχουν τη δύναμη να αγκαλιάζουν ανάλογα όποιον ξέρει να τις κοιτά κατάματα''.
Αν δεν υπάρχει ομοιογένεια ή συγγένεια στον τρόπο, οι λέξεις είναι άγνωστες και, ως αλλότρια στοιχεία, ασφαλώς θα μπορούσε να ηχούν ακόμα και ξεκάρφωτα στο αφτί του ανειδίκευτου.
Δέχεσαι λοιπόν τη ''συμπαράσταση'', έστω και με υποκειμενισμό, από εκείνον που έχει σκεφτεί και βιώσει ανάλογα, και μέσα στα δικά σου λεκτικά σχήματα συναντά κάτι από τον εαυτό του. Και πολλές φορές βρίσκει κανείς στα λόγια κάποιου άλλου και μια άλλη διάσταση επέκεινα, που την έψαχνε ο ίδιος σε απέραντες νύχτες αλλά έκανε βήματα πίσω - είτε γιατί φοβήθηκε να τρυπήσει το δικό του σκοτάδι, είτε γιατί αρκέστηκε στο να φυλλομετρά, είτε γιατί είχε δειλιάσει να προχωρήσει κατάμονος εκεί που δεν υπήρχανε γραμμές χαραγμένες... οπότε εδώ σημειώνεται κι άλλο θετικό όταν ο σκηνικός χώρος διευρύνεται.
Μην ξεχνάς πως κι ένα τοσούτσικο ''κάτι'' φτάνει για να ωθήσει κάποιον - έναν αναζητητή - να μετασχηματίσει τον εσωτερικό κόσμο του...
Σχεδόν παντα όταν βάζω ένα πρόσωπο είναι κάτι που ειμουν ή που θα ειμουν, που είμαι ή θα μπορούσα να είμαι, που ίσως θα είμαι ή θα μπορούσα να είμαι ή να γίνω. Κι αυτό όλο ουσιαστικά, το ότι θα μπορούσα εγώ αλλά κι οποιοσδήποτε άλλος να είναι οτιδήποτε άλλο κι οτι όλα είναι ένα "κλικ" μακριά από όλα, είναι το τι προσπάθησα να εκφράσω με το "κλικ". Η συνειδητοποίηση αυτής της κατάστασης, που για μένα τουλάχιστον είναι μια Αλήθεια, έχω συμπεράνει ότι κρέμεται κυριολεκτικά από μια συνισταμένη ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών. Συνθηκών όπως η Συναισθηματικη Νοημοσύνη, το επίπεδο της Αντίληψης, η ετοιμότητα για αυταπάρνηση της ατομικης ιδιαιτερότητας, το βάθος της περισυλλογής, η συγκριτική αυτοκριτική (απελευθερωμένη από ναρκισσιστικες επιδράσεις), η κατανόηση βασικών κοσμικών κανόνων μέσα από την περισυλλογή, η δυνατότητα αποστασιοποιησης από κάθε θεωρία (δυνατότητα, όχι αποστασιοποιηση), η δυνατότητα απώλειας ελέγχου στην εκλογίκευση, η εμβάθυνση στην εμπειρία/ανάμνηση, το επίπεδο της συνδυαστικής και πάνω από όλα... Η επιθυμία κι η αποδοχή της χρηστικότητας μιας ασυμφορης πραγματικότητας. Κι αυτά είναι που απλά δύναμαι να σκεφτώ τώρα...
Τέλος καλό ολά καλά... ήλπιζαν, γνωρίζοντας πως έπεται συνέχεια.
Οι εικόνες εξημερώθησαν σε γυάλινους κήπους
παρέα με πλασματικά ή πλαστικά τριαντάφυλλα
οι ήχοι κοιμούνται στους δρόμους, ζητιάνοι προσοχής
σε ένα ατελείωτο χάος ομοειδούς ποικιλίας
κάθε ανάσα ένας ψίθυρος
ανάμεσα στη σιωπή της αδιαφορίας
και τη κραυγή της απόγνωσης.
Η κόλαση σιγοβολτάρει πλέον αυτοκινούμενη εδώ,
περιπολεί και πυροβολεί τις εξαιρέσεις παραβύσσου αδιακρίτως,
καθώς η τυχόν απόδραση δεν προϋποθέτει πια ταλέντο,
αλλά χώρο και χρόνο, ένα πλήθος τυχαίων πτώσεων,
ανέκαθεν γνώριμων, ονόματι συμπτώσεις.
Δεν φταίμε,
εισβάλλαμε στο κενό και το κενό εισέβαλλε μέσα μας,
πεπρωμένο φυγείν αδύνατον,
εμείς τα πάντα,
αποτελούμε την εκτέλεση ενός έργου π'απέκτησε διάρκεια,
δηλαδή χρονική υπόσταση.
Τουλάχιστον δεν υφίσταται εφιάλτης
αφότου κάθε όνειρο έσβησε με δικαιολογία ένα νέο πολίτευμα,
την ατομοκρατία.
Η σκέψη κατήντησε ενοχλητική μύγα
κι αντιμετωπίζεται με ψεκασμό από ουσίες
που πλέον κυλούν στο αίμα μας.
Απλώς ξεφυσάμε κι εμποτίζεται ο χώρος μας,
οι σκέψεις πέφτουν μια προς μία,
βυθίζονται στο πάτωμα
σχηματίζοντας υπόγειες λίμνες λογικής και συναίσθησης.
Κάπου κάπου ακούγεται το κελάρυσμα,
μα επικαλύπτεται από στεναγμούς χωρίς αντίκρυσμα,
σε μια στιγμή ύστατης διαίσθησης ότι κάτι απουσιάζει.
Εκεί η ευφυία ισοπέδωσε τη λογική χρησιμοποιώντας τον φόβο
και επιβλήθηκε με την μορφή θεότητας που ταίριαζε στις συνθήκες.
Τέλος καλό, όλα καλά ήλπιζαν...
γνωρίζοντας πως έπεται συνέχεια.
Σήμερα Ημέρα βαρετή
Σήμερα ημέρα βαρετή. Ημέρα κατά τ' άλλα δημιουργίας.
Μια πόρτα με το νούμερο 6
για ένα δωμάτιο με θέα την ηρεμία και θεό την ενοχή.
Δεν θέλω ν'ακούσω, να διαβάσω, ν'αντικρύσω, να γευτώ,
να μιλήσω, να οσμιστώ, να διακοσμήσω.
Μια πόρτα θέλω έστω και δίχως νούμερο,
για ένα δωμάτιο κενό, ένα δωμάτιο που τα τζάμια λιώνουν
κι οι τοίχοι καταρρέουν χαιδεύοντας τους,
θαρρείς φτιαγμένοι από άμμο που ξεράθηκε.
Σήμερα ο χρόνος κυλάει αργά
και μαζί του αργά με βασανίζουν τα πάντα.
Απέμεινα να ελπίζω πως σύντομα θα μείνει ακίνητος
ή αντιθέτως θ'αρχίσουν όλα να τριγυρνούν γρήγορα,
τόσο ώστε να μην διακρίνεις τίποτε
πέρα από χρώματα που τείνουν να γίνουν ένα
και έναν συνεχόμενο άγνωστο επιτέλους ήχο,
αποτέλεσμα μίγματος από εκατομμύρια γνώριμους.
Να εξαντληθεί η κάρτα ζωής σ'ένα λεπτό.
Σήμερα ημέρα βαρετή, ασυνήθιστα συνηθισμένη.
Όλοι τριγυρνούν αμέριμνα στα χνάρια του χτες,
του προχτές και του πέρυσι.
Κοιτούν ψηλά γιατί άγγελος σημαίνει είδηση,
δεν αντικρύζουν τη πτώση που έγινε θεσμός,
τον θεσμό που έγινε συνήθεια,
μια συνήθεια που εξελίχτηκε σε ανάγκη.
Ο κόσμος μου άλλαξε. Αν αλλάξω θα ξαναγίνει ίδιος.
Αν αλλάξω όμως δεν θα είμαι πια αυτός για τον οποίο άλλαξε.
Αν ξαναγίνει ίδιος δεν θα είμαι πια αυτός που τον ήθελε όπως ήταν.
Μένω πίσω, ακούω μουσική που δεν υπάρχει, πατάω σε γράμματα.
Δεν έμαθα να διαβάζω,
το φωνάζω μα φαίνεται δεν ξέρω να μιλώ.
Αντιληπτός για ποιό λόγο να γίνω;
Δεν προσπαθώ να βγάλω θεώρημα,
δεν έχω ν'αποδείξω τίποτε
και σε κανέναν.
Απλά μονολογώ.
Σήμερα ημέρα βαρετή,
για πόσο ακόμη αναγκαία.
Έπος σιωπής με την ντροπή λειψής λεπίδος
Αναμάρτητων λίθοι... για ηλίθια ήθη. Με τι κουράγιο σαν ανάσα να βαστάξω την αλήθεια και τους μύθους μου στα στήθη (της λήθης η χαρά χαράχτηκʼ απʼ τη θλίψη). Στο ένστικτο στικτό το κυνικό, το έλεος έλος ακούνητο σα βράχος, χυμένος στο ποτήρι μου σαν έμενα μονάχος, να βαραίνει τις γουλιές... τα χείλη μου...
Ήδη το κλειδί σε τόσες κόπιες, σκοπιές να με φυλάξω δεν προφταίνω, αισχρές επαναλήψεις φράσεων-κλισέ, με λέξεις κενές, από κλέφτες έρωτες-πλασιέ, τις άδειες τσέπες μου τους έδωσα να ψάξουν, τις ξέσκισαν το δίχως άλλο δίχως πόθο, μʼ ίδια λύσσα που τσιμπά μια κίσσα ότι νόθο, ότι κι αν ξάφνου της γυαλίσει.
Τώρα πʼ ότι πολύτιμο μου έχει πια κλαπεί, λαγοκοιμάμαι μονάχα επειδή... δεν θέλω απʼ τους κρότους να τρομάξω. Από τους κρότους μιας φωτοβολής, που ʽναι βοής και διαβολής μητέρα, αλλόκοτων χρωμάτων η πυγμή, πηγή θανατηφόρου σφαίρας, μʼ ένα στόμα για χάζι ζαχαρένιο που τρέμω σαν τʼανοίγει η γυνή... σα σταλακτίτες χάσκουν οι κυνόδοντες γυμνοί, στάζουν τις ίδιες φράσεις «καραμέλα»: «Σʼαγαπώ...» και «Πιο κοντά μου έλα...».
Σιμώνω, ο άθεος, όπως παιδί δειλά το βάζο, την του πόθου έχοντας –στα μάτια- λάμψη κι ένα στομάχι πρωτότυπα δεμένο. Όχι... δε μένω κι άλλο εκεί... αλλάζω, φτιάχνω καινούριας φυλακής κελί, για να χτυπώ στα σίδερά του σαν μου προκύψει Σειρήνα ηδονή. Κι αν λυγίσω πάλι κάποια μέρα, τη σκουριά στα κάγκελα σαλιώνοντας, θα λιώσουνε μονάχα αν είναι «καραμέλα», μια γλυκιά μα τόσο σύντομη στιγμή...
Κι εσύ φως μου... εσύ θαμπό μου φως... προσπαθείς σπαθί κραδαίνοντας, του λαιμού μου τον κόμπο να λύσεις ή σαν Μεγαλέξανδρος με βία κρυφή να σβήσεις τις εμπειρίες μιας ζωής... μα πως; Τα λόγια μου, αυτά που θες να βγουν, θα ξεχυθουν μαζί, σαν να ʽναι ένα... αίμα, θυμός και αναμνήσεις, αλλιώς μονάχο ότι βγει θα είναι ψέμμα, αυτή είνʼ η αλήθεια μου -αυτό που πρέπει να κρατήσεις-, η ψυχή κάποτε βγήκε απʼ τα στήθια μου, αφήνοντας με τόσο καιρό να ζω, χτυπήματα στο στήθος να λαμβάνω, νʼ αφουγκράζομαι την κάθε τους ηχώ, κουράγιο να παίρνω, να διώχνω την λύπη αφού ετούτα νόμιζα... πως ήταν καρδιοχτύπι.
Σαν παιδί κοιμάμαι τώρα στην αιώρα, σʼαυτό το δίχτυ που μονάχος είχα πλέξει, σαν τα παιχνίδια μου ποδοπατήσαν, όσοι κοντά μου -με αγάπη δήθεν- είχαν τρέξει, δίχως το ίδιο τους το βήμα να προσέξουν, μασήσανε τα λόγια τους κι υποχωρήσαν, τα δίχως άχνα χνάρια πίσω τους αφήσαν και κάποια απʼ τα χνώτα τους, συμμάχους της θαμπάδας, αγάπες σα κερί μʼ υπόσχεση λαμπάδας...
Πίθηκοι τρεις την έπλασαν ετούτη την παρτίδα, το έπος σιωπής με την ντροπή λειψής λεπίδας.
Μην με ρωτήσει κάποιος «ποιοί;»...
Δεν λέω...
Δεν άκουσα...
Δεν είδα...
Δεν ξέρω κατά πόσο σωστή είναι αυτή η περίφημη θεωρία διατήρησης της ενέργειας.
Το σίγουρο είναι για μένα ότι το οτιδήποτε υπάρχει, από τη στιγμή που ονοματίζεται
και προσδιορίζεται έστω και σε ιδεατό κόσμο.
Η έννοια "ύπαρξη" είναι πολύ πιο έξυπνη κι ευέλικτη απ'όσο πιθανότατα νομίζουμε.
Δεν αναφέρεται μόνο στον υλικό κόσμο, αντιθέτως ανήκει παντού. Εμπεριέχοντας το
"άρξις", η "Ύπαρξις" φαίνεται να δηλώνει μια ρομαντική μάλλον έννοια κίνησης,
δηλαδή αναφέρεται έμμεσα σε εκκίνηση, την πολύ πρώτη στιγμή μιας δημιουργίας,
κάτι νέου.
Η ύπαρξη ως έννοια δεν είναι αντίθετη του κενού ή του τίποτα αλλά η αναμενόμενη
εξέλιξή τους, με όρο την Κίνηση, αν το δει κάποιος πιο ρομαντικά. Αυτό το οποίο
ουσιαστικά μπορεί να σβήσει την ύπαρξη είναι η ακινησία, η οποία είναι και η μόνη
που μπορεί να διατηρήσει το "τίποτε" και να αποτρέψει κάθε αρχή.
Διότι αν δεν επέλθει ακινησία, θα υπάρχει ύπαρξις γιατί πολύ απλά θα υπάρχει αλλαγή,
άρα νέα κατάσταση, κοινώς Αρχή.
Στους δρόμους οι ζητιάνοι,
αιωνόβια λουλούδια
στην αδιάφορη γωνιά
ενός απούλητου πίνακα...
Λόγια.
Ακροβάτισες σταγόνες πάνω σε κλωστές,
να προσπαθούν να παραμένουν σωστές,
κι όμως να κυλούν και να πέφτουν σιωπηλά
ή να κατρακυλούν θορυβωδώς,
να καταλήγουν με κρότους παραλόγου,
σταγόνες χάλυβα.
Το σπουργίτι βρυχάται στο κλουβί από άυλα κάγκελα,
δείχνει τα δόντια που στο ράμφος φύτεψε για να ξεσκίζει σάρκες
κι έπειτα τρώει τους υγιείς φυτικούς καρπούς του μόχθου του
απ'το χέρι ενός ιδιοκτήτη που ουδέποτε είχε πρόσωπο.
Κρυφοκοιτώ απ'το παρασκήνιο.
Χτίζει την φωλιά του και κοιμάται στ'αυγά του
όταν το σκοτάδι φέρνει ένα σεντόνι
που σκεπάζει κάθε λίγο τον κόσμο του.
Αυλαία...
Ευτυχώς που υπάρχει η άγνοια.
Η άγνοια τ' ανάστροφο κουτί μιας Πανδώρας,
αυτό που κρατάει τα τόσα μύρια μέσα του
κι αφήνει την ελπίδα και τον φόβο να περιφέρονται,
με σωματοφύλακα την ημιμάθεια,
οτιδήποτε δηλαδή κατόρθωσε να δραπετεύσει.
Είναι αυτή που επιτρέπει στον χρόνο
να έχει μια έστω πλασματική υπόσταση,
αυτή που επιτρέπει να γεννιέται το κάτι "καινούριο".
Η άγνοια κυρίες και κύριοι.
Γονατίζω μπροστά της με δέος.
Την προσκυνώ όντας δούλος της
κι ας την φτύνω αμέσως μετά,
όταν σηκώνομαι για να ξαναπέσω
στα γόνατα θεαματικά.
Τέλος, δεν υπάρχει τέλος.
Τίποτε το άναρχο κι όλα μισά
και με κάθε έννοια ατελείωτα.
Όσο ο συλλογισμός ταξιδεύει όλο και πιο μακριά,
η παραφροσύνη πλησιάζει όλο και περισσότερο...
Σου έρχεται η ιδέα να κλείσεις τα φώτα, να μείνεις στο σκοτάδι σφίγγοντας στα χέρια ένα ποτήρι με κάτι οινοπνευματώδες, αρκετό ώστε απλώς να ζαλιστείς, όχι όμως και να μεθύσεις. Έχεις την καταπληκτική ιδέα να θυμηθείς οτιδήποτε έντονο συνέβη στη ζωή σου.
Κάποιες άσχημες αναμνήσεις είναι ιδανικές για αυτομαστίγωμα, σίγουρα, αλλά αυτές δεν είναι και τόσο επικίνδυνες. Κάποιες άλλες πάλι σε κάνουν να βουλιάζεις στον καναπέ λες και υπάρχει περίπτωση να σε καταπιεί και αυτές είναι που έχουνε κάποιο ρίσκο, εξαρτάσαι καθαρά από τη στιγμή που θα τις επαναφέρεις. Οι χειρότερες όμως απ'όλες, για άτομα με συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, είναι αυτές οι πανέμορφες που κράτησαν λίγο και που χάθηκαν για πάντα, αφήνοντας πίσω έναν κατακλυσμό από άσχημες.
Αυτές πρέπει να τις αφήνεις για το τέλος, γιατί εκεί ανήκουν τα τελειωτικά χτυπήματα. Πλέον ανάβεις το φως για να διαπιστώσεις ότι τα πάντα τριγύρω έχουν σβήσει.
Κομμάτια στο φως...
Λίγες ώρες πριν, όσο τα πάντα τύλιγε ακόμη το σκοτάδι,
μια άυπνη μορφή άνοιγε την πόρτα ενός χαμόσπιτου,
σφίγγοντας στην αγκαλιά πλατιές σανίδες και στις χούφτες
σκουριασμένα καρφιά.
Σε κάποιο σημείο βολικό του κήπου, τις πέταξε με θόρυβο κάτω,
έβαλε τα καρφιά στις τσέπες, μάζεψε μερικές σανίδες
κι άρχισε να τις καρφώνει στα πατζούρια βιαστικά.
Πριν ο ήλιος βγει, η δουλειά είχε τελειώσει,
όλα είχαν σφραγιστεί κι η μορφή κοιμόταν ήδη,
με μάτια, όπως πάντα, ανοιχτά.
Εκείνο μόνο το ξημέρωμα,
η σκόνη δε χόρεψε στις λιγοστές ακτίνες,
που μέχρι τότε γλιστρούσαν απ'τις γρίλιες,
το φως δεν χάιδεψε τα μάγουλα ζεστά,
δεν πλήγωσε τα μάτια.
Στο σκοτάδι, όπως τα πάντα, το σπίτι ήταν ακόμη ενωμένο,
σ'έναν κόσμο που στο φως χωριζόταν...
σε μάλλον άπειρα κομμάτια.
ΥΓ: Καιρός για λίγη σιωπή
σαφιερώνω νικ!
μη μαυρίζεις!
σε άσπρο φόντο, με άσπρο απουσιάζεις:)
καληνύχτα!
Και δεν πα να ... η κοινωνία, η ξεφτίλα
κι ούτε που να ... εγώ ... μεγάλη μου σκασίλα
σιγά που θα ... ξανά ... την ίδια την πιπίλα,
σιγά τα μούτρα, που θα βάλω χαβαλέ
Σιγά καλέ την κοινωνία, μάμα μία,
εσύ κι αυτή, με καταντήσατε Καμία
με μια κλωτσιά από τ' αφτί και στα θρανία
παλιορεζίλω, και ομάδα κουρελέ ...
Μηνύματα...
Όχι... μη... δεν...
Δήθεν νόμοι, όρια, κανόνες, δεσμεύσεις. Η ρευστότητα της Ηθικής, το παχύρευστο της λογικής,
η εποχιακή αδιαλλαξία. Με δυό ρήματα φαντάζεις ον ενός άλλου γαλαξία.
"Δεν ξέρω... δεν με νοιάζει."
Όλα σε ροή κι εμείς παγώνουμε τις εικόνες για να θαυμάσουμε τον ακίνητο βράχο.
Τον ίδιο που στο μέλλον κάποιοι θα θαυμάζουν ως μια λευκή άμμο.
Την ίδια που κάποτε θα γίνει σκόνη αρκετά μικρή ωστέ να μεταφερθεί στο σπίτι
μιας απαρηγόρητης νοικοκυράς. Ακούω από τώρα τις λέξεις μέσα απ'τα δόντια της
"κακό που με βρήκε, όλη μέρα ξεσκονίζω".
Ένας τουρίστας σαν όλους είμαι κι εγώ, που πετάει τις λέξεις του,
σκουπίδια για την άμμο και τη θάλασσα.
Δεν έχει μήνυμα το μπουκάλι μου...
για όνομα, όχι κάθε μου μπουκάλι.
Κι αν κάποιος του βρει αξία;
Τα πάντα έχουν αξία όταν βρεθεί κάποιος να την δώσει.
"Κοίτα την ετικέττα, λείπει από τη συλλογή μου",
"Το εργοστασιακό λάθος στην ονομασία το κάνει σπάνιο",
"Η φόρμα που έχει ο λαιμός του, το κάνει μοναδικό",
"Η παλαιότητά του το κάνει πολύτιμο",
"Ο φελός του ήταν ο τελευταίος που φτιάχτηκε με το χέρι".
Τώρα, είναι η εποχή του μηνύματος.
E-mails, SMS, MMS, Forum, IRC, Blogs, Messengers, UPS, ACS άντε και ΕΛΤΑ.
Διαφημιστικά μηνύματα, ενοχλητικά μηνύματα, μηνύματα ειρήνης, αγάπης, έρωτα,
μηνύματα SOS απ'όλο τον κόσμο. Η επικοινωνία λοιπόν "χτυπά" και στα χτυπήματά της
η κοινωνία διαλύεται. Κι εμείς χαζεύουμε τα κομμάτια της να σκορπίζουνε σε slow motion,
με το remote control της πανέμορφης ψηφιακής TV μας, κάνοντας zoom στα παπούτσια
του αγαπημένου μας τηλεοπτικού αστέρα, για να δούμε την μάρκα τους.
Κάποτε έβρισκες έναν φάκελο στη πόρτα σου και καρδιοχτυπούσες από χαρά και περιέργεια.
Τώρα σου βροντάνε την πόρτα για να μαζέψεις επιτέλους τους σαράντα φακέλους που εδώ
και μέρες βαριέσαι να σηκώσεις. Υπερβάλλω λέτε...
Μπα. Έχω 460 νέα e-mail απόψε, ενώ συνολικά γύρω στα 4700 αδιάβαστα. Λίγα χρόνια πριν
τα διάβαζα ολόκληρα... έπειτα μόνο τους τίτλους... κι έπειτα βαρέθηκα τελείως.
Και δεν είμαι ο μόνος.
Δεν ξέρω, δεν με νοιάζει. Όταν με νοιάζει, ξέρω κι όταν ξέρω... με νοιάζει.
Δεν θα μπω σ'αυτή τη λούπα όμως.
Η αξία του μηνύματος χάνεται, όπως χάνονται τα πάντα όταν τα συναντάς κάθε μέρα, όλη μέρα.
Όσο περισσότερη ώρα είναι κάτι μπροστά σου, τόσο λιγότερο το βλέπεις, τόσο λιγότερο σε νοιάζει,
τόσο λιγότερη αξία του δίνεις.
Ναι ξέρω... παραλογίζομαι όταν λέω ότι θα έσβηνα πέντε χιλιάδες μηνύματα
προκειμένου να διαβάσω κάποια στιγμή ένα και να του δώσω αξία.
Από την άλλη, τουλάχιστον έτσι θα δώσω αξία έστω σε ένα...
Όχι, μη, δεν... Δήθεν.
Μόλις μόλυνα ξανά μια ξένη παραλία.
Δεν έχει μήνυμα το μπουκάλι μου,
για όνομα... όχι κάθε μου μπουκάλι.
Ένας τουρίστας είμαι κι εγώ,
που αφαιρείται προσθέτοντας λέξεις στην αμμουδιά των λέξεων,
στη θάλασσα των μηνυμάτων.
Μηνυμάτων που έχουν αξία...
μόνο όταν κάποιος βρεθεί να τους την δώσει.
ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ
Στις σκιές π' ακολουθούνε λάθος πρόσωπο... που ξεμένουν απ' ανάσες σ'απόσταση αναπνοής,
χωρίς ποτέ να προφταίνουν το λίγο φως, που αργούν και καταφτάνουν σαν οπτική ηχώ,
παλιές εικόνες από σκοτάδι σα μνήμες, σα παρελθόν.
Στους φανταστικούς χορούς που γεννήσανε τα λάθος βήματα και τα χιλιάδες χνάρια
στα έλη ενοχής, όπως στους οίκους ανοχής, όταν η τρέλα χαιδεύει φωνητικές χορδές
για υπόκρουση στην παράκρουση, σε κάθε αποκρουστική απουσία...
που δεν έχει πια σημασία
Ζωγραφίζω το βλέμμα μου στον καθρέφτη, να με κοιτά, να γελά, να διασκεδάζει
το είδωλό μου να 'ναι καλά... κάποιον να εξοργίζω, όταν ραγίζω αδιακρίτως
ΥΓ:
Στην εκποίηση, την αποποίηση, την παραποίηση. Στην τυποποίηση του λόγου,
την μαζική παραγωγή λέξεων από μπουκωμένα στόματα, για Βουλωμένα αυτιά
με Βουρκωμένα μάτια και Βιδωμένα άκρα στα όρθια σώματα.
Στην αντίδραση κάθε μαριονέτας για κάποιο δήθεν "σενάριο", σύμφωνα πάντα με το Σενάριο.
Περιμένουμε χειροκρότημα, μα αλοίμονο, όταν όλα έχουνε ρόλο, δεν υπάρχει κοινό,
μόνο κενό στα κατά τ'άλλα γεμάτα από ψέμματα βλέμματα.
Δεν δημιουργούνται αλήθειες όταν τα καταστρέφουμε.
Χιλιάδες χρόνια μετά μαστιγώνουμε ξανά την θάλασσα, για να υποτάξει η επιθυμία μας
την όποια νοημοσύνη μας απέμεινε και να πιστεύουμε ακράδαντα...
πως τα κέρματα τα πετάμε από καλοσύνη.
Η Γη της Παραγγελίας... Μην ανάβετε άνθρωποι κεριά. Αυτό το οξυγόνο θα το χρειαστούμε...
Μόνο σκιές σε λίγο θα χορεύουν.
Αδιακρίτως.
Οι Λύκοι...
Είπαν πως ο άνθρωπος...
είναι ένα βλέμμα κενό που κυνηγά εικόνες για να γεμίσει αναμνήσεις.
Κι είπαν πως ο θάνατος...
όλα τα σκότωσε στη γέννα κι άφησε τα σώματα ν'αναπτύσσονται μόνα τους,
με μια ψυχή απλώς να τα στοιχειώνει.
Λέγοντας πως...
από σκόνη είναι κάθε βράχος, κάθε βράχο άφησαν να γίνει σκόνη.
Κι αν αναρωτήθηκαν τι είναι πνοή...
το έκαναν προκειμένου να κόψουν κάθε ανάσα.
Στο τέλος έμαθαν.
Σώπασαν.
Ζωγράφισαν την αγωνία και το ενδιαφέρον σε πίνακες αποτελεσμάτων.
Έγραψαν κάπου το όνομα τους κι άφησαν το θαλασσί να ξεραθεί.
Πέταξαν το πινέλο αφού το κατέστησαν άχρηστο.
Κι έπειτα...
το τέλος ήρθε από μόνο του.
Φίλησαν τον Ιούδα σταυρωτά...
προκειμένου τα πάντα να έχουν πλέον προδωθεί
και κήρυξαν κάθε Δευτέρα... να είναι η γιορτή της Απουσίας.
Αυτοί είναι οι λύκοι που χορεύουν μόνοι τους,
σε ένα φως που ποτέ δε τους φώτισε.
Θέατρο σκιών (μέρος ΙΙ)
Σ'εξόριστα χείλη, με γεύση πικρή, αδημονεί η τελευταία σου λέξη.
Σ'αγκαλιά αδυσώπητη ίσως πνιγείς, πολίτης ακίνητος.. νομοταγής.
Δεν αντιδράς, δεν σηκώνεις κεφάλι. Έχεις το βλέμμα καρφωμένο
στη γη. Σα ρίζα βαθιά στηρίζεις το δέντρο. Σαν ατσάλινη ρίζα, που
δεν θα πληγεί.
Τριγύρω μορφές π'αλλάζουν παραστάσεις. Στο ίδιο θέατρο σκιών
όλοι οι ρόλοι συγγενείς. Στο παρασκήνιο... η άγνοια προετοιμάζει
χιλιάδες θεούς, από μηχανής. Στο παρασκήνιο.. η άγνοια σκαλίζει
συμπλέγματα ανθρώπων, από μάρμαρο Ελγίνειο.
Η ζωή σα δωμάτιο π'αναβοσβήνει. Φτωχό δωμάτιο, με χαλασμένο
φως. Φως που θρυμματίζεται, που χορεύει στη σκόνη. Κι άγγελοι
ρυτιδιασμένοι, ολόιδιοι με πιόνι, για μια ιδέα, σε μια ιδέα, χωρίς..
ιδέα, χτίζουν το αύριο, όπως το όρισε το χτες. Δεμένοι με όρους
αόρατους, τον διάολο πετροβολούν ή τον υμνούν...
Θαρρείς και ξέρουν τι υπάρχει και τι όχι,
όταν αδειάζει απ΄τις εικόνες μας η κόχη.
Σα κλαδιά...
γοργά τριγύρω θ'απλωθούμε...
Και θα χορτάσουμε βροχή...
πριν η εξίσωση υποδείξει
μια καινούρια εποχή
και σα θύματα της γνώσης,
από ανία σκοτωθούμε.
Κάποιος δίχως πρόσωπο χειρονομεί και πάλι υστερικά,
ανοιγοκλείνει και σήμερα το στόμα
μα δεν ακούω παρά ένταση, ένα βουητό ακόμα.
Κι η εικόνα πίσω του μου βυθίζεται στο βλέμμα,
κι οι αποστάσεις αλλάζουν διάσταση.
Δεν βλέπει πως αν και πλάι μου δεν με αγγίζει,
δεν καταλαβαίνει πως είμαι πλέον μακριά
γιατί ακόμη μ' αντικρύζει.
Κραυγάζει πετώντας μάλλον λέξεις.
Το καταλαβαίνω απ'τις φλέβες στο λαιμό,
τις περισσότερο από ποτέ διογκωμένες.
Σαν μονοπάτια καταλήγουν στη σκέψη του,
σίγουρος είμαι, σε κάποια σκέψη του.
Το βήμα μεταξύ μας θεόρατο.
Κάπου εκεί αλλάζει ο χρόνος
μ' ένα μούδιασμα, όπως τότε, περίεργο.
Κι όλα ξαφνικά σε ρυθμό αργό,
θαρρείς για να προλάβω τις σκέψεις μου,
να προλάβω να τις αναγνωρίσω απ' τη μορφή τους.
Λίγο ακόμη βουητό για να προλάβω;
Λίγο ακόμη βουητό;
Όχι.
Πάντα ξαφνική ησυχία
καθώς τα σαγόνια διακόπτουν απότομα
πάνω στην ώρα, όπως κάθε φορά,
έτσι και τώρα.
Οι φλέβες χάνονται ξανά κάτω απ' το δέρμα
η εικόνα διαλύεται,
οι αποστάσεις γυρίζουν στο συνηθισμένο,
ο χρόνος κυλάει όπως πριν,
το μούδιασμα φεύγει
και στην ησυχία πια
τα μάτια κάποιου γυρεύουν απάντηση
κι εγώ είμαι πίσω,
πάνω στην ώρα, όπως κάθε φορά...
έτσι και τώρα
Μα οι σκέψεις μου παρέμειναν
στην εικόνα που διαλύθηκε.
Μου ξεγλίστρησαν ξανά σα σκιές.
Παρέμειναν άγνωστες.
Απαντώ λοιπόν και πάλι με σκέψεις ξένες.
Δοκιμασμένες.
Κι όλα καλά, για μια ακόμη φορά
Κι εγώ...
για λίγο καιρό
ίσως καλύτερα...
Έγκλειστες Κραυγές
Ένα χέρι ήταν, πάνω απʼτην επιφάνεια. Με το δάχτυλο πυξίδα που 'δειχνε τον ήλιο.
«Ένα χέρι πάνω απʼτην επιφάνεια!
Σημαδούρα για κεφάλι που πνίγεται, σώμα που μουλιάζει, με μια ψυχή που τρεμουλιάζει»
Έτσι νομίσαν…
Οι φωνές κι οι ομιλίες στο νερό δεν ακούγονται. Μεταφέρονται με φούσκες που
ή τις καταπίνουν ψάρια ή φτάνουν πια στην επιφάνεια, για να πετάξουν με τους γλάρους
ή με ότι άλλο ίπταται.
Έτσι, όταν σε βρήκαν, σʼ ονομάσαν «Κουρασμένη ναυαγό απʼ τη ταλαιπωρία και τα κύματα».
Κι είδαν το χέρι σου όταν σε «ανέσυραν», να σπαρταρά τρελά στη βάρκα. Κοιταχτήκανε χαζά.
«Η άμοιρη θαρρεί πως πνίγεται ακόμη»
Έτσι νομίσαν…
Που να ʽξεραν πως γύρευες μʼ απόγνωση βοήθεια, γιατί σε βγάλαν έξω απʼ το νερό
γιατί χάθηκε κι η τελευταία σου ελπίδα, με φούσκες που ΄χαν έγκλειστες κραυγές,
εκκλήσεις απόγνωσης, για σωτηρία.
Κουνούσες τα χέρια κάνοντας νοήματα, δίχως αποτέλεσμα. Ανοιγόκλεισες το στόμα.
Μάταια. Ύστερα έσβησες, όπως σβήνει οτιδήποτε δεν έχει μέσα του πια ελπίδα.
«Λίγο νωρίτερα και θα τα κατάφερνε…»
έτσι νομίσαν…
και περήφανοι που έστω προσπαθήσαν,
διηγηθήκαν την ιστορία στα παιδιά τους
αργά το βράδυ για νʼ αποκοιμηθούν.
Κι εκείνα όντας αθώα... ονειρευτήκαν
φούσκες πολύχρωμες τριγύρω να πετούν
και γελώντας θέλησαν να τις αγγίξουν
μα σαν τις σπάσαν κι ακούσαν τις κραυγές, τρομάξαν και κλαίγοντας ξυπνήσαν…
Μη με κοιτάς καθώς μιλάς. Δε μένω στα λόγια σου.
Με νοιάζουν πιότερο οι λέξεις που κρατάς.
Αυτές που κανείς δεν θέλεις να διαβάζει.
Δε χάνονται οι λέξεις που δεν είπες ποτέ,
παραμένουν πίσω απ' τα μάτια,
εκεί που συνήθως κανένας δε κοιτάζει.
Μη με κοιτάς καθώς μιλάς. Δε μένω στα λόγια σου.
Στις δυο-τρεις λέξεις π' αφήνεις να ξεφύγουν.
"Αγάπη", "Γέλιο", "Έρωτας", "Θάλασσα"
ή και "Πίστη", "Όνειρο", "Ελπίδα".
Ποτέ δεν κοίταζα εκεί που μου 'δειχνες,
ποτέ δεν σου 'δειξα αυτά που είδα.
Μη με κοιτάς ούτε καν σιωπηλή, αν κι είν' αργά.
Αφού διάβασα πια την πιο μεγάλη σου λέξη.
"Απώλεια".
Μην ανησυχείς, θα την κρατώ με προσοχή.
Κλείνω τα μάτια και κανείς, ποτέ,
δεν θα προσέξει.
Κι αναρωτιέμαι επί μέρες... τι είναι "πίστη". Όχι, δεν αναφέρομαι στη θρησκευτική. Γενικότερα.
Είναι αποτέλεσμα εμπιστοσύνης; Όχι. Η εμπιστοσύνη την εμπεριέχει, αν όχι εξαρτάται από αυτήν.
Διαίσθησης; Δεν αποκλείεται. Συναίσθησης; Κάπως απίθανο. Αντίληψης; Ελπίδας; Παραληρήματος;
Τι τέλος πάντων δύναται να προκαλέσει κάτι το τόσο Απόλυτο όπως η Πίστη;
Προσπαθώ να καταλάβω πότε λέω (ή γράφω) το ρήμα "πιστεύω...". Να βγάλω ένα συμπέρασμα
στην τελική για μένα. Έμαθα να μιλώ όπως όλοι μας μια γλώσσα, αλλά στην ουσία το μεγαλύτερό της
μέρος, το χρησιμοποιώ μηχανικά. Σαν παπαγαλάκι. Λέω "πιστεύω" μα... ξέρω πως μάλλον πιθανολογώ,
ή πως εκφράζω μια σαφέστατα υποκειμενική άποψη, μια δική ΜΟΥ αλήθεια.
Κι εδώ έρχεται το μπέρδεμα.
Γιατί όταν ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, δεν τίθεται θέμα εναλλακτικής πραγματικότητας. Δεν τίθεται υποκειμενισμός.
Δεν τίθεται θέμα πιθανοτήτων. Δεν είναι η διατύπωση μιας προσωπικής άποψης ή αλήθειας αλλά
της ΜΙΑΣ και μοναδικής αλήθειας. Αλήθειας δηλαδή σκέτο. Όταν "πιστεύεις" δεν αφήνεις εκδοχές,
δεν θεωρείς ότι είναι η δική σου αλήθεια, αλλά η Αλήθεια. Είτε όντως είναι είτε όχι, για σένα είναι.
Τέλος. Γιατί η πίστη είναι κάτι το απόλυτο. Ή πιστεύεις ή αμφιβάλλεις. Και Πίστη και αμφιβολία είναι
έννοιες αντίθετες. Έτσι νομίζω.
Κάπως ποιητικά, η πίστη μοιάζει να είναι η σωστή απάντηση σε μια δυνητικά λανθασμένη ή και
ανύπαρκτη ερώτηση. Ίσως επειδή δεν μπορεί να υπάρξει σωστή ερώτηση όταν δεν γνωρίζεις τίποτε
γι' αυτό που θέλεις να ρωτήσεις. Κι όμως, η απάντηση μπορεί να είναι εκεί. Στο σακούλι μιας πίστης.
Ίσως δηλαδή να ξεπερνάει την ερώτηση, να ξεπερνάει κάθε πιθανή απάντηση ή κι εσένα τον ίδιο.
Όχι απαραίτητα ορθώς. Ίσως λανθασμένα. Στο θέμα της πίστης όμως, είτε ορθώς είτε λανθασμένα,
είσαι πολύ λίγος για να γνωρίζεις. Γι' αυτό και δεν λες "γνωρίζω", το υποτιθέμενο υπέρτατο σε δύναμη
ρήμα. Λες "πιστεύω". Κι όμως, μοιάζει το "πιστεύω" να δύναται να ξεπερνά κάθε γνώση. Έστω την
υπάρχουσα. Μοιάζει δυνατότερο. Είναι;
Σας ζαλίζω νομίζω. Δεν είναι ερώτημα, μην με παρεξηγήσετε. Δεν είναι θέμα για συζήτηση. Όχι.
Είναι μονόλογος. Ίσως κάποιος να ενδιαφέρεται για το πως καίει κανείς (άσκοπα) εγκεφαλικά
κύτταρα. Πως η παράνοια συγχέεται με την λογική ή και πως επιβάλλει κάποιος στον εαυτό του
έναν απίστευτο πονοκέφαλο, όπως αυτός που έχω τώρα. Τερματίζω τον μονόλογο λέγοντας ότι
προσωπικά δεν "πιστεύω". Όταν χρησιμοποιώ το ρήμα το κάνω από συνήθεια, απερισκεψία ή βλακεία.
Ούτε πιστεύω, ούτε γνωρίζω. Και ως γνήσιος ανόητος, προτιμώ να μην γνωρίζω και να αμφιβάλλω
για τα πάντα.
Αν τελικά η πίστη είναι η σκιά που μπορεί να σου προσφέρει μια αόρατη ομπρέλα, εγώ ψήνομαι
σε έναν ντάλα ήλιο χωρίς κρέμες και άλλες λύσεις αυτοπροστασίας. Και τυχόν γιαούρτια είναι
πάντα ευπρόσδεκτα, ως ανακούφιση στα απίστευτα εγκαύματα...
καλό... καλοκαίρι...
Dear little lad
Here's the story of my life
I lived on the moon (2x)
Grey flying snakes along
Mountains of destiny while
The three tailed moneys
Were drawing the stars
Light from the Sun and I
Hide myself on the dark side, alone
I've run so far
To find my way
Then I dream again.. alone
Dear little boy, listen
To voices of your soul
It showed you the way of
Silence and peace
Follow your thought and fly
Choosing all the things that you desire
Giant waves, fireflies..
Your dream will be your only shell
Your secrets, your hiding place, my son
Don't let them try
To crush your brain
Let you go far
..my son
Ωραίο κομμάτι και πολύ πιο ωραίο βίντεο. Έχω κολλήσει όμως λίγο στον συσχετισμό :sad: .
Δεν τα βγάζω πέρα. Πράγμα σύνηθες μεν... αλλά...
[quote user="Nikos Apomakros" post="360038"]Κι αναρωτιέμαι επί μέρες... τι είναι "πίστη". Όχι, δεν αναφέρομαι στη θρησκευτική. Γενικότερα.
Είναι αποτέλεσμα εμπιστοσύνης; Όχι. Η εμπιστοσύνη την εμπεριέχει, αν όχι εξαρτάται από αυτήν.
Διαίσθησης; Δεν αποκλείεται. Συναίσθησης; Κάπως απίθανο. Αντίληψης; Ελπίδας; Παραληρήματος;
Τι τέλος πάντων δύναται να προκαλέσει κάτι το τόσο Απόλυτο όπως η Πίστη;
Προσπαθώ να καταλάβω πότε λέω (ή γράφω) το ρήμα "πιστεύω...". Να βγάλω ένα συμπέρασμα
στην τελική για μένα. Έμαθα να μιλώ όπως όλοι μας μια γλώσσα, αλλά στην ουσία το μεγαλύτερό της
μέρος, το χρησιμοποιώ μηχανικά. Σαν παπαγαλάκι. Λέω "πιστεύω" μα... ξέρω πως μάλλον πιθανολογώ,
ή πως εκφράζω μια σαφέστατα υποκειμενική άποψη, μια δική ΜΟΥ αλήθεια.
Κι εδώ έρχεται το μπέρδεμα.
Γιατί όταν ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, δεν τίθεται θέμα εναλλακτικής πραγματικότητας. Δεν τίθεται υποκειμενισμός.
Δεν τίθεται θέμα πιθανοτήτων. Δεν είναι η διατύπωση μιας προσωπικής άποψης ή αλήθειας αλλά
της ΜΙΑΣ και μοναδικής αλήθειας. Αλήθειας δηλαδή σκέτο. Όταν "πιστεύεις" δεν αφήνεις εκδοχές,
δεν θεωρείς ότι είναι η δική σου αλήθεια, αλλά η Αλήθεια. Είτε όντως είναι είτε όχι, για σένα είναι.
Τέλος. Γιατί η πίστη είναι κάτι το απόλυτο. Ή πιστεύεις ή αμφιβάλλεις. Και Πίστη και αμφιβολία είναι
έννοιες αντίθετες. Έτσι νομίζω.
Κάπως ποιητικά, η πίστη μοιάζει να είναι η σωστή απάντηση σε μια δυνητικά λανθασμένη ή και
ανύπαρκτη ερώτηση. Ίσως επειδή δεν μπορεί να υπάρξει σωστή ερώτηση όταν δεν γνωρίζεις τίποτε
γι' αυτό που θέλεις να ρωτήσεις. Κι όμως, η απάντηση μπορεί να είναι εκεί. Στο σακούλι μιας πίστης.
Ίσως δηλαδή να ξεπερνάει την ερώτηση, να ξεπερνάει κάθε πιθανή απάντηση ή κι εσένα τον ίδιο.
Όχι απαραίτητα ορθώς. Ίσως λανθασμένα. Στο θέμα της πίστης όμως, είτε ορθώς είτε λανθασμένα,
είσαι πολύ λίγος για να γνωρίζεις. Γι' αυτό και δεν λες "γνωρίζω", το υποτιθέμενο υπέρτατο σε δύναμη
ρήμα. Λες "πιστεύω". Κι όμως, μοιάζει το "πιστεύω" να δύναται να ξεπερνά κάθε γνώση. Έστω την
υπάρχουσα. Μοιάζει δυνατότερο. Είναι;
Σας ζαλίζω νομίζω. Δεν είναι ερώτημα, μην με παρεξηγήσετε. Δεν είναι θέμα για συζήτηση. Όχι.
Είναι μονόλογος. Ίσως κάποιος να ενδιαφέρεται για το πως καίει κανείς (άσκοπα) εγκεφαλικά
κύτταρα. Πως η παράνοια συγχέεται με την λογική ή και πως επιβάλλει κάποιος στον εαυτό του
έναν απίστευτο πονοκέφαλο, όπως αυτός που έχω τώρα. Τερματίζω τον μονόλογο λέγοντας ότι
προσωπικά δεν "πιστεύω". Όταν χρησιμοποιώ το ρήμα το κάνω από συνήθεια, απερισκεψία ή βλακεία.
Ούτε πιστεύω, ούτε γνωρίζω. Και ως γνήσιος ανόητος, προτιμώ να μην γνωρίζω και να αμφιβάλλω
για τα πάντα.
Αν τελικά η πίστη είναι η σκιά που μπορεί να σου προσφέρει μια αόρατη ομπρέλα, εγώ ψήνομαι
σε έναν ντάλα ήλιο χωρίς κρέμες και άλλες λύσεις αυτοπροστασίας. Και τυχόν γιαούρτια είναι
πάντα ευπρόσδεκτα, ως ανακούφιση στα απίστευτα εγκαύματα...
καλό... καλοκαίρι...[/quote]
....πιστη ειναι οι δικες μας αληθειες
αλλα οι υποκειμενικες αληθειες μας
....δεν εχω ελπιδες για παραδεισους γτ δε πιστευω στο θεο...
πιστευω ομως στη δικη μου αληθεια
ακομα κ ο Καζαντζακης που κατηγορηθηκε σαν αθεος
σε ενα αποσπασμα απο την ΑΣΚΗΤΙΚΗ αναφερει
«Ο Θεός μου δεν είναι πάνσοφος. Το μυαλό του είναι ένα κουβάρι από φως και σκοτάδι και πολεμάει να το ξετυλίξει μέσα στο λαβύρινθο της σάρκας».
πιστη μου ειναι οι αληθειες μου, τα ονειρα μου, οι ελπιδες μου
κ ειναι ολα τοσο υποκειμενικα ......
Μα... κατά πόσο έχεις πίστη όταν ο ίδιος αμφισβητείς το αντικείμενο και την πραγματικότητά της;
Παραδεχόμενος υποκειμενικότητα διαταράσσεις το βέβαιο της ορθότητάς της, δηλαδή αμφιβάλλεις,
αμφισβητείς, αναιρείς το ίδιο το αίσθημα που σου προκαλεί.
Αφιερωμένο σε όσους αναρωτιούνται.
/me is headbanging...
.....ναι αμφισβητω τα παντα στη ζωη μου...
και αμφιβαλλω κ για τα παντα
καθε μερα μερα αναιρω αυτα που πιστευα χθες
θεωρω οτι ολα ειναι ρευστα στη ζωη μας
ολα αλλαζουν συνεχεια σχημα
....και το οτι ηρθα στη ζωη το θεωρω εντελως υποκειμενικο
ηταν η υποκειμενικοτητα των γονιων μου!!!!!
(προσωπικά..) θέλω να πιστέυω.
Χαίρομαι που σ αρεσε το κομμάτι γιατί δεν υπάρχουν συσχετισμοί..κι άπαξ δε σ' άρεσε..
θα 'ταν και άσχετο.
Καλημέρα!
Κάποτε ήμασταν εμείς κι οι άλλοι απέναντι σε έναν Κόσμο.
Τώρα ήμαστε μόνοι μας, απέναντι μόνο στους άλλους. Αντιμέτωποι μόνο με τους άλλους.
Θαρρείς και δεν υπάρχει πια Κόσμος. Δεν υπάρχει λόγος συσπείρωσης. Δεν είμαστε πια κομμάτι
από κάτι. Αντιθέτως, στα πάντα υπάρχει ένα κομμάτι δικό μας. Γι αυτό και τα πάντα δήθεν είναι
ή μπορούν να γίνουν κτήμα μας. Τίποτε δεν έχει σημασία όσο το να αποκτήσουμε. Κι όταν πια
αποκτούμε, η ψεύτικη σημασία μεταπηδάει σε οτιδήποτε δεν αποκτήθηκε... ακόμα.
Δεν τον βλέπουμε πια τον Κόσμο, είναι γεγονός. Δεν μας ενδιαφέρει, παρά μονάχα
τις λίγες στιγμές ρομαντισμού ή φόβου, τις λίγες στιγμές που μας πιάνει μια κάποια κρίση.
Το έχουμε λύσει το υπαρξιακό πρόβλημα. Έγινε ανύπαρκτο.
Ο Κόσμος συνεχίζει να υπάρχει πάντως, ασχέτως αν μας απασχολεί ή όχι. Μπορούν και τον
αντικρύζουν κυρίως όσοι δεν έχουν την τύχη να είναι καλυμμένες οι βασικές τους ανάγκες.
Μπορούν και τον αντικρύζουν επίσης όσοι έχουν την τύχη να πρέπει να τον αντιμετωπίσουν
για να τις καλύψουν. Ναι. Την τύχη. Άνθρωποι της υπαίθρου, της γης ή της θάλασσας. Εκεί
που η τεχνολογία δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα. Κι όταν έχει, αυτό το νόημα δεν έχει τη δύναμη
να υπερκαλύψει τον ίδιο τον Κόσμο.
Δε ζούμε πια στον Κόσμο. Ζούμε δίπλα του. Δε μας αφορά. Έτσι νομίζουμε. Οπότε δε μας απασχολεί.
"Ο πολιτισμός τους σταματά όταν κοπεί το ηλεκτρικό ρεύμα". Ναι. Πρέπει απαραίτητα να συμβεί και
αυτό. Γιατί πιθανότατα μόνο τότε θα αρχίσουμε να συνειδητοποιούμε ότι ο Κόσμος... δεν ήταν ποτέ
δίπλα μας. Ακόμα κι όταν τον παραμερίζαμε, εξακολουθούσαμε να είμαστε μέσα του.
Όχι, δε ζούμε πια στον Κόσμο. Μέσα του φτιάξαμε μια δική μας κοσμάρα. Μια ολοκαίνουρια
γυαλιστερή φούσκα. Εκεί μέσα της, σημασία έχει το ανούσιο. Αξία έχει το σπάνιο. Νόημα έχει το
απίθανο, ζωή το ριψοκίνδυνο, διασκέδαση το υποβιβαστικό , λειτουργικότητα το αδιάφορο,
ενδιαφέρον το ανύπαρκτο και αδιαφορία τελικά προκαλεί το οτιδήποτε δεν ανήκει σε αυτή τη κοσμάρα...
Εκεί μέσα της, κάθε νόημα κατορθώνει να βγάζει ένα άλλο νόημα. Και τελικά τίποτε δεν είχε
πραγματικά νόημα.
Δεν είμαστε καν η σκιά αυτού που έπρεπε να είμαστε. Και πως άλλωστε. Τίποτε δε φαίνεται ικανό
να μας φωτίσει.
[quote user="pixie" post="351482"]
Υπάρχει ένας κώδικας, μια επιφάνεια με λέξεις – κλειδιά που, αν δεν ανακαλύψει κανείς, δεν θα του χαριστεί εύκολα η ορατότητα στον ορίζοντά σου γιατί η ιδέα που εκφράζεται μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από το υποτιθέμενο πρότυπό της! Γιʼ αυτό και μίλησα για διττότητα.
Υπάρχει επίσης η υποψία ότι η αναφορά σου σε ένα πρόσωπο είναι μάλλον ευμετάβλητη έως απρόσωπη, αφού θα μπορούσε να είναι τελικά ακόμα και ένα νοητικό παιχνίδι ανάμεσα στο Π και το π ή εσύ ο ίδιος σε άπειρους ρόλους που ταλαντεύεσαι ώσπου να προσδιορίσεις τον εαυτό σου σε ένα οικείο σημείο.
Η συνέχεια, αναφορικά με τα ζευγάρια των αντιθέτων εαυτών - που όμως πάντα μοντάρουν τα κομμάτια τους για να συναντηθούν σε έναν χώρο μυστικής ομοιογένειας - ή αναφορικά με την πολλαπλότητα των αξιών που κάθε λέξη κρύβει... είναι θέμα ερμηνείας... είναι κι αυτή η γοητεία της επιλογής... :smile:[/quote]
Έχω πολύ κακή μνήμη. Ελπίζω να σου είπα κάποια στιγμή πόσο δίκιο έχεις.
Δεν υπάρχουν νέες λέξεις. Ευτυχώς.
Μαζεύω ακόμη τις παλιές. Όσες βέβαια θυμάμαι.
Όσες με γεμίζουν κι όσες μ' αδειάζουν,
όσες μόνες τους σα πέφτουν, με πονάνε.
Κάποιες λοιπόν τις ρίχνω,
για ν' ακούω που και που
έναν γνώριμο σε μένα ήχο.
Κι έπειτα πίσω. Πίσω στον "θόρυβο".
Μονοτονία.
Θα ρίξω, εδώ μπροστά μου, άτονα,
τη λέξη "δρακος".
Και με ακίνητα τα "δάχτυλα" θα τρέμω,
θα δω τη "σκόνη" μου να γίνεται "τσιμέντο"
κι όλα τα χρώματα να οδηγούν στο "γκρίζο".
Θα πω και "νύχτα", "γέλιο", "όλεθρος", "σιωπή"
για να σκεφτώ όσα νόμιζα αγάπησα πολύ.
Στο τέλος θα κοιτάζω το λευκό και θα ραγίζω.
Ποτέ δεν ήμουν τίποτε,
γι' αυτό μπορώ και συνεχίζω.
"Ασχήμια", "φωνή", "σπίθα" και "φως",
δε με νοιάζει με ποιά θα πέσουνε σειρά,
δε με νοιάζει πάντα το τι και το πως,
μονάχα οι εικόνες οι βουβές, από λέξεις,
είτε διάσπαρτες, είτε με μέτρο σπαρμένες.
Βραδέως τις στάχτες θα θερίσω
απ' όσες λέξεις θεωρήθηκαν χαμένες
ή παρέμειναν για κάποιο λόγο πίσω.
Για όσα δεν είπαν ποτέ σε κανέναν
ορκίζομαι πως ποτέ δεν θα μιλήσω.
"Ησυχία".
Με καλούνε τώρα πια
και δεν υπάρχω στ' όνομά μου,
μιλούν, φωνάζουν και κάθε τους λέξη
σβήνει,
"άγγιγμα" θα πω
και θα καρτερούν να γίνει
χαμόγελο και σκοτοδίνη
καιρός να κοιμηθούν
μ' ένα όμορφο ψέμα:
"Να, ξέρετε, όταν κοιτώ τώρα πια,
... δεν είναι άδειο το βλέμμα
ευχαριστώ
-υπόκλιση-
ευχαριστώ
-χαιρετισμός-
να 'στε καλά,
ευχαριστώ"
-απόσταση-
......καλως ορισες απομακρε!!!!
ωραιο..πολυ ωραιο το ποιηματακι...πεζο λογο...πως να το πω....ωραιο ομως...
......θα μπορουσε ανετα να ηταν κ ενα θεατρικο κομματι...
Σ' ευχαριστώ,
Καταρχήν, χαίρομαι φυσικά που σου άρεσε. Κι ίσως να σκιάζεται αυτή η χαρά από μια τυπική
ανησυχία που τρέφω για καθέναν που μου λέει ότι του άρεσε κάτι δικό μου.
Όντως, έχεις δίκιο. Δεν είναι ποίημα.
Και δεν υπήρχε και τέτοιος σκοπός, ασχέτως που υπάρχει ρίμα σε αρκετά σημεία.
Ούτε και πεζό είναι. Είναι κάτι ανάμεσα, λίγο άναρχο, λίγο αδιάφορο.
Το αναφέρω κάπως έμμεσα και ο ίδιος, λέγοντας:
>> "Ασχήμια", "φωνή", "σπίθα" και "φως",
>> δε με νοιάζει με ποιά θα πέσουνε σειρά, (οι λέξεις στη πρόταση)
>> δε με νοιάζει πάντα το τι και το πως, (το τυχόν νόημα και η ορθή έκφρασή του)
>> μονάχα οι εικόνες οι βουβές, από λέξεις,
>> είτε διάσπαρτες, είτε με μέτρο σπαρμένες.
Είναι κι ο λόγος που το δημοσίευσα στις "Παράνοιες" κι όχι στα "Ποιήματα" ή κάπου αλλού.
Είναι απλώς σκέψεις.
Σκέψεις περίεργες, αλλόκοτες, ίσως παραληρηματικές, φαινομενικά σαφώς ασυνάρτητες,
από ανούσιες μέχρι περιεκτικότατες, αινιγματικά ασαφείς, ενδιαφέρουσες ή απόλυτα βαρετές
ή και γελοίες, ανάλογα ποιός τις διαβάζει, σε τι συνθήκες, με τι ψυχολογία, με τι προκαταλήψεις,
με τι συγκρίσεις κι εμπειρίες και ίσως πάνω απ' όλα, με τι προσδοκίες.
Είναι κάτι δικό μου και το σημαντικό στοίχημα σε κάθε τέτοιο είδος έκφρασης είναι
πόσους ακόμη εκφράζει, γιατί εκεί παύει να είναι πια "δικό μου" κι απλά έτυχε
να προέρχεται η εκτέλεσή του από μένα, χωρίς αυτό να σημαίνει με τον οποιοδήποτε
τρόπο ότι ξεχωρίζω.
Δεν μειώνεται και δεν χάνεται καμμία αξία όταν την μοιράζεις ή την μοιράζεσαι. Μειώνεται
μονάχα το προσωπικό κέρδος. Κι είναι το τελευταίο που θα έπρεπε να ενδιαφέρει τον
καθένα μας. Μακάρι να μπορούσα να πω ότι το άνωθι το γράψαμε εκατομμύρια άνθρωποι
μαζί. Ότι το οποιοδήποτε ποίημα μου το έχουμε γράψει ακόμη και όλοι μαζί. Θα ήταν πιο
μαγικό, πολύτιμο και θεμιτό.
Αν και... τώρα που το σκέφτομαι, κάτι τέτοιο θα σήμαινε διάφορες κοινές εμπειρίες
και τρόπο συναίσθησης κι αντίληψής τους, άρα... τελικά αναγκαστικά το απεύχομαι.
Καλημέρα
Το "Ανεκτίμητο" είναι μία ακόμη εκτίμηση
[απόσπασμα]
Ο θάνατος, όταν η γνώμη που έχεις για τη ζωή είναι από τις χειρότερες,
επειδη αυτό η ψυχολογία σου, η αντίληψή σου και η εμπειρία σου σου υπαγόρευσαν,
δύναται να αποτελεί λύτρωση κι όχι φοβία.
Η ανυπαρξία φαντάζει πολύ πιο φιλική ιδέα από μια βασανιστική ύπαρξη
και είναι κάτι με το οποίο, έχω ξαναπεί, συμφωνώ απόλυτα.
Πολλοί αναφέρονται στην ελπίδα, ως σημαντικό παράγοντα για να συνεχίσεις να ζεις.
Ρομαντική ιδέα την χαρακτηρίζω, αλλά εκτός πραγματικότητος.
Πολλές φορές δεν είσαι διατεθειμένος να παρατείνεις το μαρτύριο που νιώθεις-νομίζεις οτι ζεις,
επειδή υπάρχει μια πιθανότητα βελτίωσης. Άλλωστε, αν είναι να εξετάσουμε τις πιθανότητες,
ας εξετάσουμε και τις πιθανότητες που δείχνουν και προς το χειρότερο, όχι μόνο προς το καλύτερο.
Όσο για το ποτήρι, το μισογεμάτο και το μισοάδειο...
θα το επαναλάβω και ας γίνομαι κουραστικός.
Το συμπέρασμά που θα βγάλεις για ένα ποτήρι, εξαρτάται από το πως πραγματικά είναι αυτό,
αλλά και πως έμαθες να το αντιλαμβάνεσαι, τι σε ενδιαφέρει σε αυτό, ποιές οι εμπειρίες σου γενικά,
τι ψυχολογική και διανοητική κατάσταση είχες μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή ως άτομο, αλλά και
σε τι ψυχολογική και διανοητική κατάσταση βρίσκεσαι την συγκεκριμένη στιγμή που το κοιτάζεις.
Γι' αυτό και άλλος θα πει "Είναι μισογεμάτο",
άλλος "Είναι μισοάδειο",
άλλος "Ότι κι αν είναι, είναι αρκετό",
άλλος "Δεν με ενδιαφέρει το νερό, θα προτιμούσα πορτοκαλάδα",
άλλος "Ποιός νοιάζεται για το περιεχόμενο... έχει καταπληκτικό σχέδιο!",
άλλος "Μα είναι κρύσταλλο",
άλλος "Τέτοιο ποτήρι είχε κι ο μακαρίτης ο πατέρας μου",
άλλος "Ξέρω ένα φοβερό ανέκδοτο με μισό ποτήρι νερό"
και άλλος
"Ασχοληθείτε με το να σχολιάζετε αυτό που μας δόθηκε,
εγώ θα το αξιοποιώ χαζεύοντας τον ήλιο που δύει".
Δεν προβληματίζομαι...
Όπως πάντα κι όπως ο καθένας μας (είτε το αποδέχεται είτε όχι)...
θα κάνω αυτό που μέχρι τώρα μάθαινα,
γιατί μονάχα αυτό ξέρω τώρα να κάνω.
Ειδωλολατρών Εποχή
Στων ειδωλολατρών την εποχή, σημασία έχουν ήχοι διαπεραστικοί
και λέξεις ασύλλαβες. Κάθε πόνημα κι ένα επιφώνημα, λίγα θαυμαστικά
κι ερωτηματικά ανέραστα.
Εποχή αφηρημένη κι όμως απόλυτης ακρίβειας,
εποχή κρίσης κι όμως ανεπανόρθωτα άβουλη,
εποχή εθνικιστικά παγκόσμιοποιημένη.
Όταν δεν υποχωρεί κανείς,
τίποτε πίσω τους δε μένει
κι όλοι τελικά είναι λεύτεροι...
ή μάλλον... ανεξάρτητα δεμένοι.
Παράνοια. Παράκρουση. Παραφροσύνη.
Οι πρόσκαιροι διασκεδαστές της ανίας ή της ανοησίας.
Καθείς κοιτά λοιπόν το είδωλό του στο καθρέφτη, με λατρεία.
Ή με απογοήτευση ή και με μίσος. Ίσως και με αδιαφορία.
Με κάθε τρόπο.
Το πρόβλημα δεν είναι ο τρόπος.
Το πρόβλημα είναι ότι καθείς κοιτά το είδωλό του. Μόνο.
Κι ακόμα κι όταν αυτό που νιώθει δεν είναι ακριβώς λατρεία,
σίγουρα οφείλεται σε αυτήν.
Θυμός Επίθυμος.
Και δεν θα εξηγήσω.
Γελώ με όσους δαχτυλοδείχνουν άλλους ως "ειδωλολάτρες".
Στον κόσμο της ειδωλολατρείας, στον κόσμο του ειδώλου στον καθρέφτη
και του πρώτου ενικού προσώπου, του αυτοθαυμασμού, της αυτοβιογραφίας,
της αυτοχειρίας, της επωφελούς αυτοκαταστροφής.
Βρέφη,
καλώς ορίσατε στον (ε)Αυτόκοσμο.
Αυτοπροσδεθείτε και καλή αυτοσταδιοδρομία.
Τελικά είμαι βέβαιος ότι οι καθρέφτες
είναι μια ακόμη περίτρανη απόδειξη
πως δεν υπάρχει θεός...
σε κανέναν μας.
"Τελικά είμαι βέβαιος ότι οι καθρέφτες
είναι μια ακόμη περίτρανη απόδειξη
πως δεν υπάρχει θεός...
σε κανέναν μας."
...μια ακομη καλα το εθεσες...μια ακομη μεσα στις τοσες αλλες
κ το παω ακομα παραπερα
δεν υπαρχει κ πίστη
η πιστη που ειναι ενα αλλοθι μια οκνηρια για ερευνα προς την αληθεια!
κ μονολογοντας λεω..
μη γελατε μαζι μου επειδη σας φαινομαι διαφορετικος-η
ξερετε...μπορω να γελασω κιεγω μαζι σας επειδη μου φαινεστε ολοι ιδιοι!!!!!
εγώ πάντως δεν έχω καμία αμφιβολία για το ότι δεν πιστεύω σε τίποτε
κι αυτό είναι τουλάχιστον ειρωνικό ως αυτοαναιρούμενο...