a33.gr

Ο Κόσμος της Τέχνης => Ποίηση Λογοτεχνία => Μήνυμα ξεκίνησε από: anagennisis στις Απριλίου 13, 2006, 07:59:33 ΜΜ

Τίτλος: ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ... Ένα παιδί μετράει τ' αστρα!!!
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 13, 2006, 07:59:33 ΜΜ
Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Έλεγες πως βάλθηκε ν' ανάψει κάπου μια θεόρατη φωτιά για να ζεστάνει τον κόσμο. Γιατί κρύωνε ο καημένος ο κόσμος τούτο το φθινόπωρο. Κρύωνε σαν αμαρτωλός. Κρύωναν και τα σπίτια αυτής της πόλης. Είχαν στριμωχτεί εκεί απά-νου στην ποδιά του βουνού, απ' τα παλιά τα χρόνια, και τώρα μετάνιωναν. Μα ήταν πια πολύ αργά. Τώρα είχαν γίνει πόλη. Σηκώνεται και φεύγει, έτσι εύκολα, μια πόλη;
Για να λέμε όμως την αλήθεια το κρύο δεν είχε λόγο να κοπιάσει τόσο νωρίς. Ούτε κι ο καζαμίας συμφωνούσε μαζί του. Οι παγωνιές ήταν ακόμα μακριά. Έπηζαν τα ποτάμια και δένανε τα νερά. Αυτές ήταν οι χειμωνιάτικες δουλειές του αέρα. Μα το Σεπτέμβρη μήνα δε γίνονται αυτά τα καμώματα. Οι αέρηδες είναι ακόμα μαλακοί. Μυρίζουν ώριμα φρούτα. Δε θέλουν σύννεφα μαζί τους, πάνε ανάλαφροι σαν ξυπόλυτα αγόρια.
Να, σαν κι αυτό το ξυπόλυτο αγόρι που τρέχει απόψε πάνω στο δρόμο που φέρνει στην πόλη. Τρέχει γιατί κρυώνει και γιατί το σπρώχνει ο αέρας σαν κουρελάκι. Τ' όνομα του Μέλιος, μα δε χρειάζεται, γιατί κανείς δεν το ρωτάει. Τώρα περνάει το μεγάλο δρόμο με τις ακακίες που σκίζει την πόλη στα δυο. Είναι καλοφτιαγμένος δρόμος. Τα καλοκαίρια μοσχοβολάει δυνατά απ' τη δεντροστοιχία και, τα περβόλια που απλώνονται πλάι του. Κάθε Κυριακή τον καταβρέχουν κιόλα μ' ένα τρύπιο βαρέλι που το φορτώνουν σ' ένα δίτροχο, για να μη σκονίζονται τα φουστάνια των κοριτσιών. Καλή συνήθεια... Γιατί αλλιώτικα τα κορίτσια μπορεί να μην έβγαιναν περίπατο, και τότε τι χάρη θα είχε ένας εξοχικός δρόμος χωρίς κορίτσια;
Το ξυπόλυτο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι όπου αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Από δω θα περάσει, να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες. Απ' αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ' το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι από αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.
Γιατί, πιο κάτου, πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες, που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειό. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σαν νερογάλαζη φασκιά. Από δω φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόρθες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο... Τα παιδιά θα μπορούν να 'χουνε από ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.
Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με τ' όνειρο του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρα του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ' το χορταρένιο στρώμα του...
Ποιο ήταν αυτό το αγόρι; Μα ποιο άλλο; Ο Κρηφ*. Είχε ακόμα στη γλώσσα του τη στυφάδα της μοναξιάς, όπως *Κρηφ = όνομα που του 'δωσαν οι ντόπιοι χωριάτες στο “Συννεφιάζει” εξαιτίας της αναπηρίας του. του την πότισαν οι σελίδες ενός άλλου βιβλίου που τώρα έμεινε πίσω. “Συννεφιάζει”... Ο Κρηφ είναι τώρα μεγάλος. Σε λίγο θα γιομίσουν τα μαγουλά του χνούδι. Τρία σωστά χρόνια πέρασαν από τότε. Και το παιδί ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε. Βασανίστηκε κι άλλο, μα δε γλυκάθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια ψαχούλεψε να βρει λίγη ζεστασιά. Πλήρωσε για το ψωμί του άγουρο ιδρό που ακόμα μύριζε γάλα. Να ποιο ήταν το αγόρι. Ο Κρηφ του παλιού βιβλίου που δε βρήκε το χωριό με τα χαρούμενα παιδιά γιατί τα σύννεφα που κυνηγούσε ήταν λυτά και φεύγανε.
Τίτλος:
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 13, 2006, 08:15:20 ΜΜ
Ακουμπά, λοιπόν, σ' αυτή τη μουριά... πιάσε λίγο την καρδιά σου και πες της να σωπάσει. Να, κοίτα κείνο το παιδί, που σε κοιτάζει μέσα απ' το νερό, γέλασε του... Και -θα δεις- θα σου γελάσει και κείνο!
Μια γυναίκα πιο πάνου χτυπά με άχτι μια βελέντζα. Να, έτσι τον έδερνε κι εκείνον η ζωή, χρόνια τώρα. Όχι, να μην κλάψεις, δεν κάνει... Σε βλέπει και κείνο το κανελί σκυλάκι...
Ναι, ήταν ένα σκυλάκι εκεί και τον έβλεπε. Περνούσε πριν από λίγο σκεφτικό, ύστερα στάθηκε λίγο να συλλογιστεί, και μεμιάς γύρισε πίσω και βάλθηκε να τον κοιτάζει. Τώρα, έτσι που θύμωσε ο γυμνασιάρχης, θα 'κανε χρόνια να ξεθυμώσει. Κι ώσπου να ξεθυμώσει ο γυμνασιάρχης, ο Μέλιος θα είχε γίνει πια μεγάλος και δε θα τον έπαιρναν στο σκολειό. Εδώ πάνου πια δε βάσταξε κι άρχισε να κλαίει. Το ποτάμι έπαιρνε τα δάκρυα του και τα κατέβαζε στη θάλασσα.
Είχε μια κακοκεφιά σήμερα το νερό. μια θολούρα...
Είχε παλιές φιλίες με τα ποτάμια ο Μέλιος. Είχε αγάπες με τα νερά τους, γνωρίζονταν. Ίσως και γι' αυτό να πικράθηκε το ποτάμι και να κυλούσε βουρκωμένο, κι ό,τι έβλεπε σήμερα ο Μέλιος, βουρκωμένο ήταν... Τα σπίτια, τα δέντρα, οι κότες που τσαλαβουτούσαν στα νερά, οι πάπιες που πλέανε σαν βαποράκια...
[/color]
Τίτλος:
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 16, 2006, 10:29:28 ΜΜ
Θυμήθηκε πως κάποτε, που ήταν μικρός, μπήκε μια μέρα στο σπίτι τους ένα πουλάκι και πήγε και κάθισε στο ράφι του τζακιού. Ήταν και τότε ο ίδιος καιρός, έτσι, πάνω στα δροσίσματα. Στεκόταν το πουλί στο ραφάκι του και τους κοιτούσε. Πήγαινε φιρί φιρί να πιάσει μαζί τους φιλίες. Το μεσημέρι κατέβηκε στο πάτωμα και τσιμπούσε τα ψίχουλα. Ημέρεψε. Ως το βράδυ είχε πιάσει γνωριμία με όλους. Μα πιο πολύ το πόνεσε ο Ανέστης. Έπαιζε μαζί του, του 'κανε παιχνίδια, κι ως το βράδυ ήταν αχώριστοι. Μα, σαν ξύπνησε το πρωί κι έτρεξε στο ράφι του, να του δώσει ζάχαρη και να του πει “καλημέρα”, το πουλάκι είχε φύγει.
Είχε δει έξω τη μέρα ηλιόλουστη και πέταξε να τη χαρεί. Κι ούτε ξαναφάνηκε πια στο σπίτι.
Τι απελπισία ένιωσε το παιδί... Δυο ολόκληρες μέρες ούτε μιλούσε, ούτε γελούσε. Δέθηκε η γλώσσα του, κι η όρεξη του έκλεισε ολότελα. Μια ολόκληρη βδομάδα ήταν έτσι φαρμακωμένος.
Να... μια τέτοια λύπη είχε κι απόψε. Το ίδιο ράγισμα ένιωθε στην καρδιά. Και θυμήθηκε, ύστερα από τόσα χρόνια, το πουλάκι... Έτσι κι αυτό είχε μπει στο σπίτι, κοιμήθηκε μια βραδιά και το πρωί πέταξε.
Η Αρετή πάσκιζε να τον καλοπιάσει. Του 'λεγε ότι δεν ήταν και σίγουρο πως έφυγε. Μπορεί και να ξέχασε το σπίτι και να ψάχνει μες στη νύχτα να το βρει. και να μην το βρίσκει.
Ανέστης]
Τίτλος:
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 16, 2006, 10:31:42 ΜΜ
Το παιδί πήγε ξεσκούφωτο να κλάψει έξω. Ήθελε να κλάψει δυνατά. Να τινάξει τα χέρια του μες στο σκοτάδι. Γιατί τα 'καναν όλα τόσο άσκημα, τόσο άδικα, τόσο πικρά; Έψαξε με τα χέρια και βρήκε τα χόρτα του ποταμού. Ύστερα κάθισε με τα γόνατα. Έσκυψε στον παλιό του φίλο και προσπάθησε ν' ακούσει το τραγούδι του... Ήταν θολό, βαθύ, ίδιο με την ερημιά, ίδιο με το θάνατο. Και τότε κατάλαβε ότι αυτή ήταν η μουσική των νεκρών. Μια μουσική που βγάζουν τη νύχτα οι καλαμιές... Είναι τα τραγούδια που λένε τη νύχτα οι μητέρες στ' άρρωστα μωρά... οι φωνές που βγάζουν, μες στον άξενο κόσμο, τα ολομόναχα παιδάκια...
Η φωνή του καθηγητή σώπασε βουρκωμένη. Τα κορίτσια κλαίνε. Κλαίνε και τ' αγόρια. Μόνο οι “Πέρσες” κλοτσάνε, γιατί δεν ξέρουνε να κλάψουνε. Η Αγράμπελη είναι ένα μικρό λουλούδι που τρέμει στ' αεράκι. Το μικρό της σώμα έπλεε μες σ' ένα ζεστό σύννεφο, χωρίς χέρια, χωρίς πόδια. Αγράμπελη... ένα όνειρο φορτωμένο άνοιξη. Ο Μέλιος ονειρεύεται ολόρθος. Ονειρεύεται κεράσια, τραγούδια με ψιλές φωνές, βάρκες, που αρμενίζουν μες στα χρυσάφια. Ξαφνικά ξεσπούνε παντού χειροκροτήματα. Ο καθηγητής κρεμνά τα χέρια. Το κουδούνι χτύπησε. Αδειάζει σιγά, τελετουργικά, η αίθουσα. Ο Φώλος βγαίνει κλεφτά και τρυπώνει στο Γυμνασιαρχείο. Ο Σκαμβουράς πάει ως την πόρτα, κλειδώνεται από μέσα, και ξαναγυρνά στην έδρα του. Θέλει να μείνει μόνος, ολομόναχος...
Τίτλος:
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 16, 2006, 10:33:09 ΜΜ
Ο δρόμος, που σε πάει στους γκρεμούς και στ' ανάθεμα, ξεκινάει από παντού. Τώρα πια δρόμους και μοίρες και χαμούς, όλα...- τα διαλέξανε γι' αυτόν άλλοι. Γράμματα; Όχι, δεν ήταν πια βολετό να μάθει... Λοιπόν. Χτίσε τη ζωή σου με τούβλα, με βιβλία δε σ' αφήνουν. Πότισε τα χαρτιά σου με φαρμάκι, με μελάνι δεν μπορείς.
Ξύπνησε πρωί. είχε να κάνει πολλές ετοιμασίες, ν' αφήσει πολλά “έχε γεια”. Στην κατώγα η ψυχή του δέθηκε. Ήξερε... Κείνο το σφίξιμο του χεριού θα ήταν το τελευταίο. Κείνη η αγκαλιά, που θα τον έζωνε μέσα της, θα κρύωνε σε λίγο για πάντα...
Ο γέρος τον γνώρισε απ' τις πατημασιές του και σύρθηκε στην πιο σκοτεινή γωνιά της κατώγας. Δεν ήθελε να τον δει το παιδί έτσι ρημαγμένον. “Γιατί να του φορτώσω την ψυχούλα του και μ' άλλο κλάμα;... Μακρύ δρόμο έχει να κάνει...”
Τίτλος:
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 16, 2006, 10:35:17 ΜΜ
. Κι άλλα πολλά θέλω να σου πω... Περπατά στο δρόμο σαν άτι! Μη σκύβεις. Κάτω είναι γιομάτο σκουπίδια και λέσια. Έχε έγνοια στα χέρια σου. Το βλογημένο το χέρι ο θεός το 'δωκε για να κάνουμε “τόκα” κι όχι για να το βρομίζουμε με κείνο και με τ' άλλο. Κι εν' άλλο πράμα, γιε μου. να προσέχεις. Το καπάκι του ματιού το 'χει ο άνθρωπος για να σκεπάζει το μάτι του σαν κοιμάται, όχι σαν είναι ξύπνιος! Κοίτα την ανθρωπότητα με ξέσκεπο μάτι... και θα σ' αγαπήσει. Γιατί εσύ, γιε... πιο πολύ απ' το καθετί, γεννήθηκες για την αγάπη. Τώρα φεύγα άξαφνα και μη γυρνάς πίσω να με δεις!
Τίτλος:
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 16, 2006, 10:37:51 ΜΜ
Τώρα ο Μέλιος έμεινε ολομόναχος. Ολομόναχος, αυτός κι ο παλιός του φίλος, ο δρόμος. Ο κάμπος σώπαινε, για να τον αφουγκραστεί. Το βοονό συλλογιζόταν αντίκρυ του θολό. Κάτι σκοτωμένο πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Ένα πουλί πέρασε νευρικά πάνω απ' το κεφάλι του, χύνοντας στον αέρα δυο άρρωστες νότες. Το απόβραδο κόπηκε απ' τις τελευταίες σπαθιές του ήλιου.
Του φάνηκε πως κάπνιζε κάτι που καιγόταν μακριά... Τα όνειρα, σαν καίγονται, κάνουν βαριά μυρουδιά
Πήρε το δρόμο βιαστικά, πεισματικά, με δαγκαμένο στόμα. Τώρα είχε ανάγκη από πείσμα, για να πνίξει και να βουβάνει τα παράπονα του. Έφευγε... Κι έτρεχε ξοπίσω του η πόλη - μια αβάσταχτη ανάμνηση, που τον κυνηγούσε σαν λύκαινα. Έφευγε. Ώσπου μπήκε μες στη νύχτα, χάθηκε στην πίσσα της, σαν φτερό που πνίγεται μες στο μελάνι. Δεν άκουε πια τίποτα. Μόνο τα πόδια του του κρατούσαν συντροφιά...
Ώσπου -βαθιά στο μάκρος- ανέβηκαν μες στη νύχτα κάτι φωτιές. Σίγουρα κάποιοι ξεχέρσωναν απ' τα βάτα κάποιο χωράφι. Μα είχαν μιαν αγριάδα κείνες οι έρημες φωτιές, όπως φάνταζαν μες στον κάμπο, άδειον από φωνές και πατήματα. Μα όχι... Κάτι πατήματα ακούστηκαν κάπου εκεί κοντά. Ήταν αραιά και κάπως μπερδεμένα.
Φστ!.. Ει! ακούστηκε μια φωνή να τρυπάει τη νύχτα σαν σουβλιά.
Ο Μέλιος σταμάτησε. Ο άνθρωπος έβιασε το χαλασμένο του βήμα.
Ε...! ξανάκανε τώρα η φωνή, μια πιθαμή κοντά του. Πού γυροβολάς, βρε, μια χάψα άνθρωπος, μες στη νύχτα; Τοΰτη δω είναι η ώρα του δαιμόνου!
Ο Μέλιος δεν του μίλησε. Μύριζε δυνατό χωριάτικο ρακί. Ο άνθρωπος κουνήθηκε λίγο, για να 'ρθει κάτου απ' το φεγγάρι! Ήταν μακρύς και στεγνός σαν ακρωτήρι. Του Μελιού δεν του 'κανε κέφι για κουβέντες
-Τ' είναι κείνα κει; τον ρώτησε μόνο κι έδειξε τις φωτιές.
-Αυτά; Χμ... Σαν... πολύ για φωτιές μου φαίνουνται, γι' αυτό... λέω να 'ναι φωτιές...
-Και ποιοι τις ανάβουνε;
-Χμ... Του διαόλου τα μιλέτια. Γιούφτοι... Ατιμίες!...Ούλη τη μέρα κλέβουνε και τη νύχτα βρουκολακιάζουν. Μα εσένα δε σε κλέβουνε... Τράβα να ζεσταθείς. Τι να κλέψουνε από σένα; Δεν αξίζεις ούτε ένα χαρούπι.
-Καλά. Κράτα την ιδέα σου για τον εαυτό σου. Πάω.
-Ναι, ναι... τράβα... τράβα... γιατί, έτσι όπως πας, ως το πρωί θα 'σαι κόκαλο.
Ο Μέλιος δυνάμωσε το βήμα του για να φτάσει στις φωτιές. Κρύωνε. Μα οι φωτιές, ώσπου να φτάσει, κατάπεσαν και ξεψύχησαν. Μόνο μια ήταν ακόμη ζωντανή. Τη ζύγωσε μουδιασμένος. Ένας άνθρωπος, καρβουνιασμένος και άπλυτος, φούμερνε κάτω απ' το φεγγάρι και φυσούσε γλυκά τον καπνό του.
Τίτλος:
Αποστολή από: anagennisis στις Απριλίου 16, 2006, 10:38:53 ΜΜ
... Ευχαριστώ πολύ, βαθιά, κι εγώ... ο Μέλιος... ο άντρας... το παιδί... ο άνθρωπος... Ευχαριστώ, που μπορείς να διαβάζεις πιο βαθιά απ' όλους τους σοφούς... να γελάς πιο πλούσια απ' όλους τους ευτυχισμένους... Να κλαις πιο αληθινά απ' όλους τους λυπημένους. Και ν' αγαπάς, Μπίθρο... Ν' αγαπάς, όπως πρέπει ν' αγαπηθούν μια μέρα... όλοι οι άνθρωποι. Αμήν!