Μέλη
  • Σύνολο μελών: 7,373
  • Latest: iguzovec
Stats
  • Σύνολο μηνυμάτων: 360,324
  • Σύνολο θεμάτων: 11,759
  • Online today: 255
  • Online ever: 1,061 (Οκτωβρίου 10, 2023, 08:28:42 ΠΜ)
Συνδεδεμένοι χρήστες
  • Users: 1
  • Guests: 288
  • Total: 289
  • Leon

Είμαι ένα άστρο που κλαίει μονάχο.....

Ξεκίνησε από blue-roses, Ιανουαρίου 30, 2008, 03:29:16 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

blue-roses

ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΩΤΗ



ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΝΥΧΤΙΣΩ
ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟΨΕ



Άς δώσουμε λοιπόν τον τελευταίο όρκο μας,όρκο
μιάς νέας συνάντησης,άς τον χαράξουμε πάνω στο
σώμα μας,έτσι που να τον βρούμε ακέραιο στην πε-
ριπλάνηση της νέας χιλιετίας.Έναν όρκο που να πε-
ριέχει τη ψυχή μας,με τη μελαγχολία του βροχερού
απογεύματος και την ανάμνηση της αγάπης μας.Σε
λίγο θα σκεφτόμαστε μέσα από μικρά θαυματουργά
τσιπάκια φυτεμένα στο μυαλό μας,το άκουσες κι
εσύ;Σε λίγο θα ζούμε τη μελαγχολία μας ή τη νο-
σταλγία των αγαπημένων μας προσώπων,πατώντας
ωραία χρωματιστά πλήκτρα ή μοντέρνα κουμπιά,το
άκουσες κι αυτό;Και κάποιος μαγικός προγραμμα-
τισμός θα μας <<σώζει>>,λέει,κάθε που είναι να ζή-
σουμε μια ακόμα μέρα.Όμως,θα είναι δύσκολο να σε
βλέπω ανάμεσα στις κινήσεις των υπολογιστών,
δύσκολο να σε αγγίζω,θα μας χωρίζουν οι χαμένες
διαστάσεις μας,αυτές οι ατροφικές καμπύλες της
ύλης,που θα παραμορφώσουν το χώρο,το άκουσες;
θα καταργήσουν το χρόνο,θα τον περιορίσουν στη
μία του διάσταση,το άκουσες,το άκουσες;Σαν να
μας πατησαν ξαφνικά πάνω σε χαρτί,θα έχουμε τις
διαστάσεις μιάς ζωγραφιάς πάνω στο χαρτί,και δεν
φτάνει να πούμε δεν θέλω,δεν φτάνει να πούμε όχι,
εγώ προτιμώ να περπατάω σ'ένα δρομάκο,πλάι στη
θάλασσα,και να ψιχαλίζει,δεν φτάνει σου λέω.
Πρέπει να το φωνάξουμε από τώρα,εμείς τη συνά-
ντησή μας τη θέλουμε σ'ένα δρόμο αληθινό,με δέ-
ντρα στις άκρες,με πουλιά αληθινά,με νότισμα βρο-
χής,δεν θέλουμε,όχι,να μας πατάνε σαν μαγικό πλή-
κτρο ή σαν κρυφό κωδικό,για να περιπλανηθούμε
στη φαντασία κάποιων τρελών,μια φαντασία σχε-
διασμένη με όλες τις φαντασμαγορικές παγίδες του
ανατέλλοντος κόσμου!Σκέτη ψευδαίσθηση,άκουσέ
με,σκέτη απάτη.Γι'αυτό,σου λέω,να χαράξουμε τον
όρκο πάνω στη σάρκα μας,μας ανήκει ακόμα,να
τον χαράξουμε ανεξίτηλα,έτσι που να αντισταθούμε
στη μαγεία των <<εντολών>>,να φυλάξουμε έναβ δι-
κό μας κωδικό που να μας σώζει,save as...save as...
Πρέπει να σώσουμε τις αναμνήσεις μας,το βράδυ
εκείνο που γνωριστήκαμε,που αγαπηθήκαμε,μου
κρατούσες το χέρι και δίπλα μας φλοίσβιζε το κύμα,
δε μπορούν να πατούν delete στη ζωή μας έτσι ξαφ-
νικά,στις μνήμες μας,να μας μεταμορφώνουν σε
απουσία,δεν θέλω,μ'ακούς;Έχω ανάγκη να σε βλέπω,
όταν μου μιλάς,να νιώθω την οσμή της σάρκας σου,
τα κύματα της φωνής σου,αρνούμαι να ζήσω την
περιπέτειά μας στους μοναχικούς διαδρόμους των
micros,σαν ένα μόριο κι εγώ,σαν μιά ελάχιστη
μοριακή ύλη,που θα περιπλανιέται ανάμεσα στα
save και τα delete,θα περιπλανιέται απρόσωπο και
ρέμπελο και θα σε αναζητά.Εγώ θέλω να ζήσω το
φόβο μου απόψε,να ξενυχτίσω τη μοναξιά μου,τις
ρυτίδες μου,παραμονή αυτής της μαγικής χιλιετίας
που αύριο ξημερώνει.Θέλω να δώ πόσο περίσσεψα
από τις διαστάσεις της ζωής μου,πόσο χωρώ στην
αγωνία μου,σ'αυτή τη μεγάλη αγρύπνια του πόνου,
μ'ακούς;Θέλω να ζήσω τα χαμένα μου όνειρα,να
κλάψω,ύστερα να σου απλώσω το χέρι και να ξέρω
πως κάπου θα βρώ το δικό σου,όσο ακόμα είναι και-
ρός.Γι'αυτό,σου λέω,πρέπει να βιαστούμε,οι δια-
στάσεις μας στενεύουν,λένε πως ο καινούριος αιώνας
θ'αλλάξει τον κόσμο,όμως εγώ αγαπώ την
αγριοπρουνιά που φαίνεται απ'το παράθυρό μου,
ελπίζω να μη μου την ξεριζώσει αυτός ο νέος αιώνας
που ανατέλλει ακάθεκτος,σέρνοντας όλες τις προφητείες
και τις αλχημείες σαν πελώρια ουρά,όλες τις
εξαγγελίες του τρόμου.Ελπίζω να μου αφήσει την
αγριοπρουνιά και τις αναμνήσεις μου.Και να σεβαστεί
τη μελλοντική μας συνάντηση,όταν οι χαμένες
μας διαστάσεις εξεγερθούν -γιατί θα εξεγερθούν,θα
το δείς,θα είναι η εξέγερση του χάους,η εξέγερση
των Αριθμών που κοιμούνται μέσα σ'αυτό το υπνο-
φόρο χάος,και τότε θα περπατάει στο δρόμο γυμνή
η παραφροσύνη- ε, άει στα κομμάτια,τους βαρεθήκαμε
πια τους προφήτες.Σου έλεγα,να σεβαστεί τη μελλοντική
μας συνάντηση,αυτό μόνο.Έχω ανάγκη να δώ κάπου το
πρόσωπό μου,όταν όλοι οι καθρέφτες θα κείτονται
σπασμένοι στα πόδια μας.Να δώ αν θα μοιάζω με δέντρο
ή με πουλί.
Ή άν θα είμαι ένα θλιμένο μόριο ριγμένο στην τύχη μέσα
στο κενό.Μόνο που δεν ορίσαμε ακομά τον τόπο και τον
χρόνο,λοιπόν,να θυμάσαι,ραντεβού στο σημείο που
το λουλούδι γίνεται πιο μεγάλο από το βουνό,εκεί
θα σε περιμένω,στο σημείο που ο άνθρωπος γίνεται
πιο μικρός από το λουλούδι -για να πούμε παραλλαγμένο
και τον στίχο του ποιητή- μια και οι αναλογίες όλες θα
ανατραπούν από φόβο μπρός στον νέο αιώνα,οι αναλογίες
και οι διάρκειες.Να θυμάσαι,λοιπόν,ακριβώς στο σημείο
και στην ώρα που το λουλούδι γίνεται πιό μεγάλο από το
βουνό,γιατί το θαύμα,ξέρεις,δεν το τρομάζει καμιά καινούρια
χιλιετία,όσες ουρές και αν κουβαλά πίσω της,καληνύχτα.
Το θαύμα είναι η δική μας αναρχία,μια αναρχία υπαρξιακή,
μεταφυσική,ερωτική,γι'αυτό να θυμάσαι τον όρκο μας,
καληνύχτα,σου λέω.Και όσα σου πούν περί ευημερίας και
ευταξίας,μην τα πιστέψεις.Ευχήσου μόνο να είναι ο δρόμος
που θα συναντηθούμε πραγματικός και να σου κρατώ το χέρι,
ξημερώνει,θαρρώ.
Καλημέρα.
Τα πουλιά κρυώνουν σήμερα.
Βρέχει.




Απόσπασμα απο το]
είμαι ένα άστρο που
κλαίει μονάχο.


Συγγραφέας]
Μαρία Λαμπαρίδου-Πόθου.

sevenseas

Ξέρω κάποιο αστέρι, αστέρι - αστεράκι
που λάμπει χλωμό
να σου το χαρίσω, το έχω μεράκι
αλλά δεν τολμώ.
Είναι σαν διαμάντι, για φίνο χεράκι
και άσπρο λαιμό
το μικρό εκείνο, αστέρι - αστεράκι
που λάμπει χλωμό

Ξέρω κάποιο αστέρι, αστέρι - αστεράκι
που λάμπει ψηλά
να σου το προσφέρω απόψε δωράκι
με παρακαλά,
λέει πως στον λαιμό σου, ή και στο χεράκι
θα ζει πιο καλά
το μικρό εκείνο, αστέρι - αστεράκι
που λάμπει ψηλά.

Ξέρω κάποιο αστέρι, αστέρι - αστεράκι
που ζει μοναχό
στ΄ουρανού την πλάτη, το τρώει το σαράκι
και κλαίει το φτωχό
τ' άστρα των ματιών σου τ΄ανάψαν μεράκι
κι ανησυχώ
μη μου σβήσει εκείνο τ΄αστέρι αστεράκι
που ζει μοναχό.

blue-roses

ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ



ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ



Εκείνη
Κρατάει στο χέρι μια ομπρέλα,ενώ δε βρέχει.
Όταν φτάνει στο <<φανταστικό τάφο>>,την κλεί-
νει αργά και την ακουμπά πάνω του,με τελετουργική
κίνηση.Σαν να αποθέτει χοές.

Κι ύστερα,όταν έφυγες,βρέθηκα καταμεσής σε
μια τύψη.
Στρογγυλή και άβυσση.
Ξαφνικά,μια κύκλια κίνηση,ακατανίκητη,
μ'έφερνε στο ίδιο σημείο.
Ώσπου,ένα πρωί (ανοίγει την ομπρέλα αποφασισμένη)
πήρα το δρόμο για τους ανοιχτούς κήπους
σου.Εκεί όπου περισσεύει η ψύχρα του πρωινού.Η
μοναξιά και η ψύχρα.Σε περονιάζει ώς το κόκαλο.
Και δεν έχεις εκλογή.Αφήνεσαι με τους πόρους του
σώματός σου ανοιχτούς.Να μπούνε οι άλλες φωνές.
Οι άλλες πνοές.
Τα μηνύματα από το άγνωστο.
Αναριγείς.
Φοβάσαι ίσως.
Μα δεν έχεις εκλογή,όχι.
Το μάρμαρο είναι φρέσκο.
Το αγγίζεις με τα δάχτυλά σου.
Παραμιλάς.
Παραμιλώ.
Λέω.Είμαι εδώ τώρα,εδώ κοντά σου,και θα μείνω
με τις ώρες.
Μόνο που δε μιλάς,δε μιλάς πιά,τούτη η σιωπή
με βαραίνει.
Μπαίνει με την ψύχρα και τη μοναξιά,παγώνει το
αίμα.
Όμως,είμαι εδώ,όπως και νά'ναι,είμαι κοντά
σου,και θα μείνω πολλή ώρα,θα έρχομαι κάθε πρωί,
ώσπου να σωθούν τα λόγια,να νιώσω το χέρι σου
στον ώμο μου,ώσπου να μου πείς,φτάνει πιά,κουράστηκες.
Και τότε θα φύγω.Και η τύψη τούτη η κύκλια,η κυλιόμενη,
που μ'έζωσε σαν άβυσσος,θα μαλακώσει,θα μεταμορφωθεί
σε λευκές μαργαρίτες του κήπου μας,θα λιώσει την
τραχύτητά της,όπως τοπίο που λιώνει σε νύχτα φεγγαριού.
Τότε θα ξέρω πως με συγχώρεσες.
Πως η ψυχή σου λευκάνθηκε απο τα δάκρυά μου.
Λοιπόν,εγώ θα μιλώ,μόνο εγώ,κι η φωνή σου η
παλιά,γεμάτη ικεσία,μείνε λίγο ακόμα,λίγο μόνο...
Κι εγώ να κοιτάζω το χρόνο.Πού τον κοίταζα;Πάνω
στις ρυτίδες των χεριών σου ή πάνω στο γυμνό
δέντρο του δρόμου;Ποτέ δε το έμαθα.Μα έπρεπε να
βιαστώ.Και δεν άκουγα το παρακάλιο σου,μείνε ακόμα,
ακόμα λίγο,να πούμε τις αναμνήσεις της πατρίδας,
να πούμε για το διωγμό και την εξορία....
Μα εγώ ήμουν κι όλας αλλού.
Την άλλη φορά,σου έλεγα.Σίγουρα,την άλλη φορά
θα μείνω πολύ,όσο θέλεις,θα τα πούμε όλα.Κι έμενες
με το χέρι σου απλωμένο.
Την άλλη φορά.
Και περίμενες.
Μα την άλλη φορά ήταν το ίδιο.
Πάλι ο χρόνος,ο δικός μου χρόνος,μια έννοια διάχυτη,
τυραννική.Εσύ να μιλάς τις ιστορίες του διωγμού,
για την πατρίδα,εκείνη την άλλη πατρίδα,που ήταν
ο δικός σου χαμένος παράδεισος,κι εγώ να ψάχνω
να βρώ το δικό μου χρόνο.Που τον γύρευα;
Μέσα στη βροχή,στα κλάξον των αυτοκινήτων,στο
μισοτελειωμένο ποίημα,δεν ξέρω πιά,μια αίσθηση
από βιασύνη αόριστη,από ανάγκη να ζήσω το παρόν,
τούτο το παράφορο παρόν,απο αγωνία του τίποτα.
Υπήρχαμε σ'ένα διαφορετικό χρόνο.Σε μιαν άλλη
πυκνότητα,σε μιάν άλλη παράλληλο.Δεν σε άκουγα
όταν μιλούσες.Τα λόγια σου έπεφταν μέσα μου,περνούσαν
σαν από διάτρητο μεσημέρι,έρρεαν με τον ήλιο ή τη βροχή,
με το θαμπό κρύσταλλο της ομίχλης,
και τώρα τα μαζεύω ένα ένα,τα συναρμολογώ σαν πολύτιμα
ψηφιδωτά,τα χαιδεύω.Τώρα ο χρόνος ο δικός μου
έγινε αφαίρεση,έγινε η δική σου απουσία,εκεί υπάρχω,
εκεί σε βρίσκω.Και κάθομαι με τις ώρες,βλέπεις;
Εσύ να σιωπάς κι εγώ να ανασέρνω απ'το βυθό
τα λόγια εκείνα τα παλιά,τα ευτυχισμένα.
Ποιός να το'ξερε.
Πάντα σου έλεγα την άλλη φορά.Ήταν βολικό.Κι
όταν σεν υπήρξε πιά <<άλλη φορά>>,τότε κατάλαβα.
Τότε μόνο.Μα ήταν αργά.
Πάντα είναι αργά όταν καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει.
Και πάντα δε δίνουμε στον άλλον τόση αγάπη,
τόσο χρόνο,τόση προσοχή,όση χρειάζεται για την τύψη.
Γιατί σίγουρα,τούτη η τύψη είναι που μεταλλάζει το
χρόνο σε αφαίρεση,τον κάνει τυρρανία.
Και τώρα έρχομαι εδώ και κάθομαι με τις ώρες
μέσα στην <<ψύχρα των ανοιχτών κήπων>>.Αγγίζω με
τα δάχτυλα το φρέσκο μάρμαρο κι αναρωτιέμαι ποιός
είναι ο χρόνος ο δικός μου,ποιός ο δικός σου,
πού είναι η διαχωριστική του μυαλού,που μετατρέπει
το άγνωστο σε μια κύκλια κίνηση εξουθενωτική,
σε μια νύχτα κυλιόμενη που με μετατοπίζει σ'ένα
διάστημα λείο και αβέβαιο σαν την επαύριο της
ζωής μου.
Κάθομαι εδώ κι αναρωτιέμαι ποιον χρόνο αναζητούσα
τότε,ποιόν τώρα,και τί σημαίνει αυτό;
Γιατί με βαραίνει το τοπίο,σάμπως να'ναι αβάσταχτα
πυκνό,με βαραίνει η εγκοσμιότητά μου,πού
είμαι;λέω.
Τί σημαίνει ο χρόνος του δέντρου και της πέτρας;
Από πού αναδύεται;
Από ποια βαθιά,σκοτεινά νερά ανεβαίνει τούτη
η τυραννία της σιωπής,τούτη η δύναμη της αφαίρεσης
που με παρασύρει,με συμπαρασύρει ως τα όρια,
εκεί όπου η αγωνία  αγγίζει τη δική σου μοναξιά,αγγίζει
το σπαραγμό της ελπίδας.
Και τότε γαληνεύω.
Την άλλη φορά,λέω,ίσως το μάθω την άλλη φορά.
Και ξέρω πως η μέρα θα κυλήσει,κι αυτή η μέρα,
χωρίς να πω αυτό που είχα να πώ,χωρίς να κάνω
αυτό που είχα να κάνω...Και ο χρόνος άδειος θα με
τυλίξει και πάλι,σαν το χρόνο της Ουίννυ.
Μίλα πιο δυνατά...
Δεν σ'ακούω...
Τι λές;
Η σιωπή σηκώθηκε όρθια,σαν φωνή που χορτάριασε
στην υγρασία.
Τι λές;

Ανοίγει ήσυχα την ομπρέλα και κινεί να φύγει.

blue-roses

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΙΤΗ


Ω,Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ!


Εκείνη
Η Μάνα



Έγειρα λίγο στον γκρεμό.
Μέτρησα την άβυσσο με τη μιζέρια μου.
Κι αποκοιμήθηκα.
Αυτή είναι η ιστορία μου.Όμως,δεν τέλειωσε,
όχι.
Ανάμεσα στη νύχτα -ω, η νύχτα εκείνη!-και στο
θάνατο,στεκόμουν πάντα εγώ μ'ένα όνειρο όρθιο
πάνω στην άβυσσο.
Είπε θα'ρθει.Από πού;Και πώς;Ποτέ δεν έμαθα.
Μα περίμενα.
Μπορεί με τη βροχή ή με τα κίτρινα φύλλα του
φθινοπώρου.
Μπορεί με τον ήχο του μαχαιριού πάνω στην καρδιά.
Ή ακόμα,με το ρίγος που αφήνει ο τρόμος στη
σάρκα.
Είπε θα'ρθει,αυτό έχει σημασία.
Ένας θάνατος δεν είναι ποτέ το τίποτα.Κι ας με
τρομάζει.
Κι εξάλλου,η μνήμη είναι μια μυρουδιά που την
ξέχασα.
Ένα άρωμα νεογέννητου μωρού.
Θαρρώ πως γεννήθηκε σαν όλα τα άλλα παιδιά,
μονάχο του,μέσα σ'ένα τεράστιο,γυάλινο θάλαμο.
Πόνεσα,ίσως.Μα αυτό το ξέχασα.
Εκείνο που με τυραννά είναι η μυρουδιά από το
αίμα.Από τη ζωή που γεννιέται.Από τη ζωή που
πεθαίνει έτσι ξαφνικά.
Εκείνο που με τυραννά είναι ο χρόνος που κρέμεται
καταμεσής στη ζωή μου.
Εκεί,σ'εκείνον το χρόνο,τον ανοιγμένο σαν πελώρια
τρύπα μέσα στο μυαλό μου,έπεσα.
Ήσουν κι εσύ,θυμάσαι;
Κατεβήκαμε τα λευκά σκαλοπάτια με τα χέρια μας
άδεια.
Ήταν επτά ή οκτώ,όχι πιο πολλά.
Ύστερα,κοιταχτήκαμε.
Ήταν η πρώτη άβυσσος μέσα στα μάτια μας.Και
το ξέραμε.
Εκείνη τη στιγμή,ξέραμε πως δεν υπήρχε άλλος
δρόμος να βαδίσουμε πιά.
Εσύ κρατούσες το πορτ-μπεμπέ,ροζ,με λευκή
δαντέλα.
Ήταν άδειο.
Πάνω στο μαξιλάρι μια τόση δά λακκουβίτσα.
Δεν μου είπες τίποτα.Δεν χρειαζόταν.Τα λόγια
θα έρχονταν μετά.
Μόνα τους.Για την ώρα,η σιωπή είχε ροζιάσει
ανάμεσά μας.
Μας κάλυπτε.Την είχαμε ανάγκη.Να κρύψουμε
μέσα της τα δάκρυα.
Ω,γιατί σου τα λέω αυτά;
Τί ρωτάς;
Μα δεν είπες θα'ρθει.;
Δεν είπες,κάπου πήγε,κάπου πέρα από το χρόνο;
Πέρα απο την άβυσσο;
Ορκίσου πως το είπες.Πως θα'ναι το ίδιο,το δικό
μου.Σάρκα από τη σάρκα μου.Πόσων χρονών θα
είναι;
Ω,δεκαοχτώ!Τον Απρίλη κλείνει τα δεκαοχτώ!
Ώστε,τα μετράς;Τα μετράς κι εσύ;
Μα ποιός χτυπά την πόρτα;
Άνοιξε,σε παρακαλώ!Άνοιξε,γρήγορα.
Θεέ μου!Τί όμορφη που έγινες!Φοιτήτρια;Κιόλας!
Πώς να μη σε κοιτάζουμε!
Όχι,όχι,καμιά θλίψη,δεν κλαίω,πού τα είδες τα
δάκρυα;
Έλα λοιπόν!Φίλησέ με.Τί;Να σε συγχαρούμε;
Μα για ποιό πράγμα;
Ο πατέρας σου κι εγώ δεν ξέρουμε τίποτα.Ω,
πέρασες στο πανεπιστήμιο!Αυτό είναι θαυμάσιο!Οι
προσευχές μου δεν πήγαν χαμένες.Τόσες προσευχές!
Ο πατέρας σού ετοίμασε ένα δώρο.Ήξερε πως θα
πετύχεις.Ψέματα;Όλα τα ήξερε εκείνος...Από τη
νύχτα εκείνη.Όλα.Μα και βέβαια είσαι ευτυχισμένη
και χωρίς το δώρο.
Τί;Τί λές;Σήμερα γνώρισες το πρώτο σου αγόρι;
Μά αυτό είναι ακόμα πιό θαυμάσιο!Μίλησε,λοιπόν,
πες τα μας όλα.
Κάτω στο ποτάμι;
Τι γύρευες κάτω στο ποτάμι,μωρό μου;
Μην πάς εκεί,μην ξαναπάς.Ήταν κόσμος πολύς,
δεν αμφιβάλλω.
Ξεπροβόδιζαν μια γυναίκα;
Ω,ναι!Φορούσε κατάλευκα και το πρόσωπό της
ήταν θλιμμένο,δεν αμφιβάλλω.Έτσι γίνεται συνήθως
εκεί.
Έμοιαζε σαν να κοιμόταν;
Α,ο ύπνος!Πόσες φορές βυθίστηκα ως το τελευταίο
βάθος της κραυγής,αναζητώντας σε!
Μα λέγε,λοιπόν,πες τα μας όλα,όλα.
Α,ώστε δίπλα της στεκόταν το παλικάρι!
Ήταν ντυμένος στα κατάλευκα,λες,μ'ένα κόκκινο
άνθος στο πέτο.
Τι θαυμάσια!Έτσι γίνεται στο γάμο.Έτσι σχεδόν.
Μα γιατί τρόμαξες;
Άκουσες μια φωνή;Κάτι σαν ουρλιαχτό;Κι ύστερα;
Πλησίασες πιο κοντά,ναι,και τότε είδες το αγόρι!
Το είδες πάνω σ'ένα άσπρο άλογο να χιμά στο
ποτάμι!
Α,μωρό μου,και βέβαια δεν μπορεί κανείς να ξέρει
πόση ώρα πέρασε.
Μπορεί και χρόνια.Μέσα στην αιώνιότητα ποια
έννοια έχει ο χρόνος!
Όχι,δεν κλαίω.Κι ύστερα;
Ω,είδες το αγόρι να χαμογελά.Μα και βέβαια
ήταν ευτυχισμένο.
Δεν κλαίω,σου είπα.
Ω,τί θαυμάσια!Ώστε,κυλιστήκατε στις μαργαρίτες!
Ναι,ναι,βλέπω πάνω στο φόρεμά σου τα σημάδια
απο τις μαργαρίτες.
Όχι,να μην αλλάξεις φόρεμα.Να φοράς πάντα
αυτό με την ευτυχία από μαργαρίτες απάνω του.
Μα γιατί δε μιλάς;Θα φύγεις;Πάλι;
Όχι,μην το κάνεις,σε παρακαλώ.Μη!
Δεν μπορείς;Τότε μείνε λίγο,λίγο ακόμα.Μια
στιγμή.Μια μικρή στιγμή.Δεν μπορώ...
Δεν μπορώ να μην κλαίω.
Μα πές μου,θα'ρθεις ξανά;Θα'ρθεις;
Ω,πότε;Ο καιρός δεν κυλά,όταν δεν θέλουμε
εμείς.Σταματά εκεί που θα τον ορίσουμε.Τα κύτταρά
του είναι η αντοχή μας στον πόνο.
Η διάρκεια της νύχτας μας μέσα στον κόσμο.
Μην αργήσεις.
Αντίο.
Μην αργήσεις...
Ω,ναι,είναι ώρα για το χάπι μου.
Ένα ποτήρι νερό,σε παρακαλώ.
Θα πρέπει να γνοιαστώ για τα προικιά της.
Μα γιατί δεν μιλάς;
Στο ποτάμι μαζεύτηκε πολύς κόσμος,το άκουσες;
Πήγαμε κι εμείς κάποτε.Θυμάσαι;
Σκύψαμε πάνω στο νερό.Ήταν πολύ βαθύ.Μια
σκοτεινή μάζα.
Εκεί χάσαμε το πρόσωπό μας.
Δεν έπρεπε να κοιτάξουμε τόσο πολύ.
Ω,κι εγώ το ίδιο.Αν ζούσα τώρα εκείνη τη στιγμή,
θα ξανακοίταζα.
Ώρες,ώρες,θαρρώ πως είμαι η πέτρα εκείνη που
έριξα.
Και κυλώ ακόμα στο σκοτεινό βάθος.
Χτυπώ μέσα στην άβυσσο,κατρακυλώ,και γυρίζω
πίσω,σαν φωνή της ερήμου.
Άπατη άβυσσο.
Οι πέτρες που έριξα δεν έφτασαν να την πατώσω.
Και μόνο ν'ανασέρνω την ηχώ,ουου...ουου...
ίδιο νανούρισμα.
Ουου...
Όμως,που πήγε τώρα;Είπε,θα'ρθει.Θα'ρθεί ξανά.
Δεν το άκουσες;
Ίσως πήγε να συναντήσει το αγόρι.Το πρώτο αγόρι
της ζωής της.
Τι ώρα είπε θα'ρθει.Μόλις νυχτώσει;
Φαντάζεσαι,μόλις νυχτώσει;
Μα για να περιμένω.
Ω,η νύχτα που έρχεται θα είναι θαυμάσια!

blue-roses

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ


ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ


Εκείνος
εκείνη

Δύο πρόσωπα αβέβαια,σαν ανυπόστατα.

Εκείνη]Κρατά το ακουστικό του τηλεφώνου με το
σύρμα κομμένο.

Εκείνος]Φορά ένα μακρύ γκρίζο αδιάβροχο,κασκέτο,
ομπρέλα,στο χέρι.
Είναι άσχετοι ο ένας με τον άλλον.
Η φωνή εκείνου μπορεί να είναι off,στην αρχή.

Εκείνη]Πάντα τέτοιες νύχτες το τηλέφωνό μου
βουβό,εμπρός,εμπρός,βρέχει μέσα στη φωνή σου,
δεν ακούω τίποτα,κι η νύχτα σκαρφάλωνει στο
παράθυρο,με κλείνει σε μια μοναξιά ακατανόμαστη,
δεν σ'ακούω καθαρά,τί λές;
Όχι,δεν έφυγα,ήμουν πάντα εδώ και σε περίμενα,
έπρεπε να σου το πώ,απ΄τη μέρα που σ'έχασα έγινα
σαν χάρτινη,μια απουσία χάρτινη που με κουκουλώνει,
δεν βλέπω τίποτα πιά,δεν ακούω τίποτα,είμαι στο κέντρο
μιας τεράστιας απουσίας που μυρίζει παράδεισο,ποτέ
δε κατάλαβα πως γλίστρησα,όλα έγιναν ξαφνικά
την ίδια εκείνη νύχτα που έφυγες τυλιγμένος στο
αδιάβροχο,έβρεχε και τότε,θυμάσαι;Στάθηκες μια στιγμή
και με κοίταξες,θα προσεύχομαι για σένα,μου είπες,
και χάθηκες στην ομίχλη.
Χάθηκες....

Εκείνος]Πάντα όταν μιλούσες,το καλώδιο κομμένο,
πρόσεχε,σου φώναζα από την άλλη άκρη,η επικοινωνία
μας περνά σε άλλες διαστάσεις,απειλιτικές,και χανόμαστε
σιγά σιγά,χαθήκαμε,δεν σε βλέπω,η βροχή ανάμεσά μας,
γίναμε υδάτινοι και ρέουμε στο λασπωμένο δρόμο,δεν
διακρίνω τίποτα πια,το χέρι σου κυλά μεταμορφωμένο
σε εικόνισμα,κι εγώ είμαι πολύ μονάχος,με τις νύχτες
του Ιουνίου τυλιγμένες σε σελοφάν,κάπου ανάμεσα στα
δάκρυά μου και στο αδιάβροχο της ομίχλης.

Εκείνη]Εκείνη σε περίμενε ή έτσι μου φάνηκε,
ποιά ήταν;
Μπορεί και να τη φαντάστηκα να περπατά δίπλα σου
μέσα στη βροχή,να σε κρατά σφιχτά,μάτια της ομίχλης,
κι η φωνή της να με παιδεύει,προσπαθούσα να
μαντέψω έναν ήχο άγνωστο.
Μα σίγουρα τα φαντάστηκα όλα τούτα,γιατί εσύ
μεγάλωσες μέσα στην αγάπη μου,και καμιά άλλη δεν
μπορούσε ν'αγγίξει τη καρδιά σου.
Μόνο που δε κατάλαβα γιατί έφυγες,σαν να μην
υπήρξες ποτέ,το χέρι σου απλωμένο,ως εδώ,είπες,
κι ύστερα,σαν να πέθανες,κι ο δρόμος γέμισε κόσμο,
ένας μαύρος γλιστερός δρόμος που μπαίνει τις νύχτες
στο δωμάτιό μου με όλους τους άγνωστους θορύβους,
τρυπώνει κάτω απ'το κρεβάτι μου,ένας δρόμος λασπωμένος,
με τις λακούβες γεμάτες νερό,ανεβαίνει στο σώμα μου,
με τυλίγει ελισσόμενος,κι εγώ είμαι ήρεμη γιατί κάπου
εκεί κοιμάσαι,ανάμεσα σε μένα και στον άγνωστο γλιστερό
δρόμο,ακούω την ανάσα σου,κι ας λένε πως πέθανες,σ'ακούω,
σ'ακούω,η φωνή σου ξεκολλά από τα παράθυρα και τους
τοίχους,κι εγώ ξέρω πως είσαι εκεί.
Πως είσαι εκεί...

Εκείνος]Πάντα φοβόμουν το φώς,ενοχλεί τους
νεκρούς,τους αποσυνθέτει,κι εγώ μετρούσα τους
θανάτους μου κάθε πρωί και κάθε βράδυ,έμοιαζα με
τα πρόσωπα της ζωγραφικής μου,κι ας ζωγράφιζα
εσένα μόνο,τα χρώματα έλιωναν από πάνω μου,οι
λαδομπογιές,με αυλάκωναν ήσυχα,και γινόμουν
βουνά και δέντρα γεμάτα πουλιά,γινόμουν θάλασσα
και αστερίες,κι ύστερα,το σκοτάδι με σχημάτιζε πάλι,
συγκολλούσε τα μέλη μου από ρίζες βουνών και
λακκούβες γεμάτες φεγγάρι,από Ιουνίους και άρωμα
βροχής,και τότε σε ζωγράφιζα πάλι με το ίδιο πάθος,
σαν να ήθελα να σου εμπιστευτώ το χρόνο μου,
το γεγονός ότι σε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή
υπήρχα αμετάκλητα,κι ότι σπάραζα από την ευτυχία
αυτή,ναι,σίγουρα,σε ζωγράφιζα για να βεβαιωθώ
πως η αγάπη μου για σένα ήταν αληθινή,κι ας ήξερα
πως το πρωί το φώς θα έλιωνε και πάλι τα χρώματα,
θα αλλοίωνε τη βεβαιώτητα της νύχυας,ζούσα το
ματρύριο της αμφισβήτησης,ποτέ δεν τα κατάλαβες
όλα τούτα εσύ,για σένα ο κόσμος ήταν στέρεος και
πραγματικός,ποτέ δεν είδες πως έλιωνε κάτω από την
παντοδυναμία της λάμψης,έλιωνε,και το αίμα του κυλούσε
πάνω στο καβαλέτο μου,αδύνατο να το συγκρατήσω,
τα χρώματα που διέθετα ήταν ανίσχυρα να συγκρατήσουν
αυτή την ορμητική ροή,αυτό το αίμα που ξεραινόταν
κάτω από την εκτυφλωτική λάμψη,και έμενα ανίσχυρος,
με τον χρωστήρα μου γεμάτον ερείπια.
Έτσι έφυγα από τις διαστάσεις μου.
Γεμάτος ερείπια.
Κι ένα χρωστήρα πασαλειμμένο λάμψη.
Έφυγα...

Εκείνη]Πού πήγες;Σ'έψαχνα μέσα στη βροχή
και κάτω από τα φύλλα του φθινοπώρου,το πρόσωπό
σου ιρίδιζε με τις αχτίδες πάνω στα νερά,σ'έψαχνα,
σ'έψαχνα απελπισμένα,στις αφίξεις των πρωινών,
στα συσκευασμένα μεσάνυχτα,στις αποσκευές της
άνοιξης,κάποιος κρυβόταν μέσα στον ύπνο μου και
τάραζε τα όνειρά μου,δεν είχα πού να κρυφτώ,και τα
πόδια μου βουτηγμένα στις λακκούβες του δρόμου,
σ'έψαχνα,σ'έψαχνα μέσα στις ανταύγειες του μεσημεριού,
σ'εκείνη τη λευκότητα που τρέμει σαν το ασπράδι του
ματιού λίγο πρίν απ'τον πόνο,κι η καρδιά μου έλιωνε
από ζήλια για την άλλη,σε έβλεπα μέσα στους ιριδισμούς
να φιλάς το πρόσωπό της,να την κρατάς σφιχτά πάνω
στην ομίχλη του αδιάβροχου και να χάνεσαι μαζί της,
ποιά ήταν;
Ποτέ δεν το έμαθα.
Σε πήρε,μόνο αυτό ήξερα,σε πήρε από μένα,και
από τότε σε ψάχνω στη μέσα και έξω πραγματικότητα,
γιατί δε μιλάς;
Δώσε μου σημάδι.
Δώσε μου σημάδι.
Ένα σημάδι από άββυσο,από νύχτα του δρόμου,
από ομίχλη,δεν αντέχω άλλο τη μοναξιά του θανάτου,
δώσε μου σημάδι,σου λέω,πρέπει να κρατηθώ από
κάπου,αλλιώς δεν υπάρχω,δεν υπήρξα ποτέ,κι ο κόσμος
με τη στέρεη ύλη του γίνρται λυγμός και ελιγμός του
ανέμου όπου χάνομαι σαν θραύσμα ονείρου,βυθίζομαι
σε μιαν ανυπαρξία άγνωστη,εγώ,θραύσμα ενός χρησμού
άλυτου,μιας τεράστιας απάτης.
Μιας τεράστιας απάτης...

Εκείνος]Δεν κατάλαβες τίποτα εσύ,δεν μπορούσα
να σου εξηγήσω,η νύχτα μού είχε ανέβει ως το
γόνατο,δεν βάδιζα πιά,κολυμπούσα,με το χάος δυο
σπιθαμές κάτω απ'το σώμα μου,κι εσύ ακόμα μου
μιλούσες για δρόμους και άδεια δωμάτια,ήμουν αλλού,
σε μιά διάσταση άγνωστη,κι ήξερα πως ο χρόνος που
ζήσαμε έκαψε όλα τα καλώδια της επικοινωνίας,είμαι
κι εγώ στην απουσία,σε μιαν απουσία χάρτινη σαν τη
δική σου,μόνο που η δική μου δεν μουλιάζει στη βροχή,
ξεραίνεται από τη δυνατή λάμψη,σκίζεται σε λουρίδες
λεπτές και λυπημένες σαν την ψυχή μου,κι ύστερα
σωριάζεται στα πόδια μου.
Σε λουρίδες λεπτές...

Εκείνη]Εμπρός...εμπρός,μη φεύγεις,σε παρακαλώ,
είμαι εδώ γονατισμένη και κλαίω,οι μέρες μου
πετράδια λειασμένα σε βυθό άγνωστο,μη φεύγεις,μη
ακόμα,η νύχτα είναι σκοτεινή κι ο άνεμος σκαρφαλώνει
στα μαλλιά μου,συρίζει γεμάτος κοιμισμένα πουλιά
και άρωμα Ιουνίου ,θυμάσαι;
Μ'έσφιξες πάνω σου και το σώμα σου μοσκοβολούσε
δρόμο μακρινό και άνοιξη που κοιμάται στις ρίζες,
μοσκοβολούσε χρυσαφένιο σπέρμα και ιώδιο του
βυθού,ύστερα έσκυψες και με φίλησες,εραστής
του θανάτου και της μοίρας,<<σ'αγαπώ...ωωω...>>,
φώναξες με όλη τη δύναμή σου,κι ακόμα γυρίζει η
φωνή σου αλύτρωτη σαν κύκλος,χτυπά πάνω στο
βράχο του κόσμου και γυρίζει πίσω,να γίνει λάμψη
γυμνή,ηχητικό πέρασμα και μελωδία,μη φεύγεις,σε
παρακαλώ,το νιώθω πως γλιστράς αόρατος,το πρόσωπό
σου λιώνει σαν κλάμα,γίνεται μια σταγόνα βροχής,και
μουλιάζω,μούλιασα μέσα στην υγρή νύχτα,οξειδώθηκα
σαν τσέμπαλο παρατημένο στην ομίχλη,ερειπώθηκα,
δεν το βλέπεις;Οι άνεμοι και τ'άγρια πουλιά κουρνιάζουν
μέσα μου πια,λυπήσου με,είμαι εδώ γονατισμένη σου
είπα και κλαίω,με το χρόνο ν'ανεβαίνει από τα τρύπια
πατώματα,ν'ασχημονεί πάνω στο σώμα μου,δώσε μου
σημάδι,ένα τόσο δα μικρό σημάδι της αγάπης σου,να
ξέρω πως υπάρχεις ακόμα,πως δεν είμαι ολομόναχη σε
έναν κόσμο γυμνό σαν τη φλόγα.
Τίποτα.
Μιά σιωπή από άβυσσο,που σπάζει ένα γύρω,
κρακ κρακ,ν'αναβλύσει μαύρο σκοτεινό νερό.
Δεν θέλω.
Μια σιωπή από άβυσσο...

Εκείνος]Λουρίδες λεπτές και λυπημένες...
Μια φούχτα στάχτη είναι όλα τα υπάρχοντά μου
πιά.
Την αλείφω στο σώμα μου και μία μία οι μνήμες
ξυπνούν,οι οσμές του κόσμου,τα λόγια της αγάπης
μας.
Κάθε κόκκος στάχτη μού είναι πολύτιμος πια.
Εδώ που έφτασα δεν έχω τίποτε άλλο δικό μου.
Τη γεύση μόνο της στάχτης από τον παράδεισο
που κάηκε πριν καταλάβουμε.
Δεν ξέρω πόσο μακριά είμαστε,πόσο κοντά,πώς
μετριέται η απόσταση,δύσκολα νοήματα αυτά,θέλω
να πω,μπορεί και να είμαι δίπλα σου τούτη τη στιγμή,
να σ'αγγίζω,το πετσί μας είναι μια άλλη
ερημιά.
Μια άλλη ερημιά.

Εκείνη]Μια σιωπή από άβυσσο.
Κι αυτό το τηλέφωνο,ώρες τώρα,με το καλώδιο
κομμένο,δεν μ'άκουγες;
Ώστε λοιπόν τόσα δάκρυα πήγαν χαμένα;
Τώρα δεν καταλαβαίνω τίποτα πιά.
Σε λίγο θ'ανέβει πάλι ο δρόμος,σκοτεινός,ελισσόμενος,
θα μπει από το ανοιχτό παράθυρο,θα τρυπώσει
στο δωμάτιό μου,με όλους τους άγνωστους θορύβους
του,κάποια μέρα θα με πάρει,λέω,θα με τυλίξει
σφιχτά και θα φύγουμε,τούτη η μοναξιά είναι τραχιά,
θα με φέρει σ'εσένα,στη βροχή και στην πέτρα,
στο κέντρο των ιριδισμών,και τότε θα μ'αγκαλιάσεις
ξανά,σαν να υπήρξαμε,και θα είσαι εσύ.εσύ,κι η
φωνή σου πέρασμα ηχητικό από τη μνήμη του κόσμου,
θέλω να κοιμηθώ,ο ύπνος μου σαν παλιωμένο ρούχο
και φεγγίζω,φεγγίζουν τα όνειρά μου,τούτο το υλικό
με καίει,ένα παλιό υλικό από το όνειρο η ζωή μου,
που μυρίζει ακόμα παράδεισο,καληνύχτα.

Εκείνος]Μια άλλη ερημιά...
Εκείνο που ξέρω είναι ότι κουράστηκα να περπατώ
μέσα σε τούτη τη νύχτα που μου ανεβαίνει ως το
γόνατο,κι ούτε μπορώ να πω με βεβαιώτητα ποια είναι
η ακριβής στιγμή του θανάτου μου,και ποιου θανάτου,
μα θα προσπαθήσω να'ρθω με τους ιριδισμούς,να σε
συναντήσω στο κέντρο,εκεί όπου συγκλίνουν όλα τα
σημεία του κόσμου,μήπως και μπορέσουμε να βρούμε  
μαζί μιαν αλήθεια,θέλω να πω,κάτι που να μας βεβαιώνει
πως υπάρχουμε ακόμα,ερήμην του κόσμου ίσως ή
ερήμην του εαυτού μας,πως ο θάνατος μας αφορούσε
μόνο τις λαδομπογιές που έλιωναν από πάνω μας,πως,
τέλος πάντων,κάτι υπάρχει,σώθηκε,από εμάς,στο μέσα
μέρος της σάρκας,κάτι γυμνό και ανελέητο σαν τη λάμψη
εκείνη που αποσυνθέτει και ανασυγκολλά τη νύχτα του
κόσμου,μα πρώτα πρέπει να σε βρώ,να σε συναντήσω,
ραντεβού λοιπόν στο κέντρο,στο σημείο όλων των
σημείων,απόψε,λίγο μετά τη βροχή,σε παρακαλώ,
μην ξεχάσεις το χρόνο και τον τόπο.
Καληνύχτα.

Στρέφουν αργά το σώμα και απλώνουν το χέρι σε
μια νοητή προσέγγιση.Τα δάχτυλα τρεμάμενα αγγίζουν
ανεπαίσθητα και το χέρι διπλώνει πάλι σαν
χτυπημένη φτερούγα.









//

blue-roses

ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΜΠΤΗ



ΜΥΡΟΥΔΙΑ ΑΠΟ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ


Εκείνη
Σ'ένα σπίτι πλωτό.Χαμένη στην έλλειψη επικοινωνίας
με τον κόσμο.
Κάτι περιμένει,κάποιον.
Με αγωνία προσπαθεί να αναγνωρίσει το χώρο
της.

Πάντα το'λεγα μια μέρα θα επιστρέψω.
Το'λεγα πως όπου να'ναι θα επιστρέψω στη βροχή
και στην πέτρα,στο σπίτι μου.
Είχα κουραστεί περιμένοντας,και να'μαι!
Αν και δεν το αναγνωρίζω.Κάτι άλλαξε,θαρρώ.
Κάτι μεταμορφώθηκε σε φόβο.
Μα,όπως και να'ναι,σπίτι μου.
Παράξενο.Τώρα δά μου μιλούσε κι ήταν η φωνή
του.
Εμπρός,εμπρός,δε σ'ακούω.
Τι γίνονται οι φωνές που κάποτε μας ψιθύρισαν
λόγια αγάπης,ο ήχος εκείνος ο ιδιαίτερος,που
αιωρείται ακόμα ανάμεσα στις νεκρές καμπύλες του
καιρού!Λέω,τι γίνονται;
Δεν κατάλαβα.Το ακουστικό στο χέρι μου.
Δεν έχω άλλη φωνή να φωνάξω.Και το τοπίο τραχύ,
σαν εγκρεμός.Πως βρέθηκα εδώ,στην άκρη άκρη
του πλανήτη,εδώ,σ'ένα σπίτι πλεούμενο,πάνω στο
μαύρο σκοτεινό κέλυφος,σαν λουλούδι φυτρωμένο
ανάστροφα μέσα στο νερό,πώς βρέθηκα,Θε μου!
Όλα έγιναν ξαφνικά.
Είναι λίγος καιρός,μέσα στο μυαλό φυσάει
ένας άνεμος.Ξαφνικά,φυσάει ένας άνεμος.Και με
παρασέρνει,κι ολο με παρασέρνει,σαν φρύγανο πάνω
στα νερά.Είμαι εγώ,λέω,ακόμα εγώ!Κι απλώνω το
χέρι μου,αναζητώντας το δικό σου.
Ώρες τώρα μονάχη να στέκομαι στο χείλος του
εγκρεμού.
Κάποιος τον άπλωσε δίπλα μου,τον κρέμασε μέσα
στο μυαλό μου,πρέπει να μάθω,να μάθω...
Επιστρέφω,λέω,μα δεν ξέρω πού.
Στο σπίτι μου,λέω πάλι.Μα κάτι αναιρεί τη σχέση
μου με τον κόσμο.
Και το σπίτι μεταμορφώνεται.Οι τοίχοι του γέρνουν,
λυγίζουν λυπημένοι,κι από μέσα τους βγαίνει το
πρόσωπο της μάνας μου μ'ένα άρωμα γιασεμιού.
Μ'ένα άρωμα κήπου.
Πού βρίσκομαι,Θε μου,πού έφτασα;
Χτες ακόμα περπατούσα ονειρευόμενη στις
φθινοπωρινές λεωφόρους,το χέρι σου μέσα στο χέρι
μου.Αντίο,λοιπόν.Ο κόσμος μεταμορφώθηκε σε
σκοτεινό πλεούμενο,με κάτι τρύπες σαν άνθη πάνω
στα πλευρά.Και το νερό μπαίνει από παντού.Ένα
νερό σκοτεινό σαν φλόγα.Δεν έχω πού να σταθώ.
Και στο σύρμα η φωνή νεκρή.Η τελευταία φωνή.
Κάποτε γεμάτη φεγγάρι...όχι πιά.Στον πλεούμενο
τόπο μου,μόνο ετούτο το σκοτεινό νερό απόμεινε να
μπαίνει απειλητικά από τις τρύπες.Πόσο μπορώ να το
αδειάζω,Θε μου,αστεία υπόθεση,παίζω,μακάβρια ίσως,
μα παίζω,είμαι έξω από τη λογική,σ'ένα πλεούμενο
σκάφος έξω από τη λογική.
Τί έγιναν οι μέρες και οι νύχτες μου;Τα μαγικά
πρωινά!
Πώς αιωρήθηκα έτσι,αναρωτιέμαι.Μόνη ή με
πολλούς μαζί!
Καθένας ίσως στο δικό του πλεούμενο.Στη δική
του σχεδία.
Καταμεσής στο εξεγερμένο χάος.
Κάποτε διακοσμημένο.Όχι πιά.
Όχι για έτη φωτός.Ως τη νέα λυκαύγεια.Χωρίς
εμένα.Μια καινούρια ανάβαση.Μια νέα ελικτική
πορεία.
Δεν θέλω.Κουράστηκα.
Θα κοιμηθώ,λέω.Η νύχτα ανεβαίνει ατελεύτητη.
Θα κοιμηθώ,λέω,στην ατελεύτητη νύχτα.
Παγωμένα άστρα πάνω στο κορμί μου.
Σε γύρευα.Φώναζα τ'όνομά σου.Πού πήγες;
Μα,να!Κάποιος ανεβαίνει τη σκάλα.Ένας
άνθρωπος επιτέλους!
Εσύ!Ω,ήρθες!Ήρθες!Δεν άλλαξες καθόλου.
Και μου φέρνεις λουλούδια.Τον υάκινθο της
νιότης μας!
Πάντα τρυφερός.Γλυκός και τρυφερός,όπως η
νιότη μας.Θυμάσαι;
Μα γιατί δε μιλάς;Ο χρόνος με τρομάζει,ξέρεις.
Κρέμεται καταμεσής σε τούτο το άδειο σπίτι,μια
ερειπωμένη μάζα,σαν δαχτυλιές του θανάτου.
Κρέμεται καταμεσής στη ζωή μου ένα ξερωγιασμένο
τσαμπί,φαγωμένο από τις νύχτες και τις μέρες μου.
Πού ήσουν;Κάπου χαθήκαμε.Μου κρατούσες το
χέρι,το θυμούμαι καλά,μά κάπου τα δάχτυλά σου
ξεμάκρυναν.
Φώναξα όσο μπορούσα.Φώναξα τ'όνομά σου.
Μα η φωνή μου γύρισε πίσω σαν λαβωμένη φτερούγα.
Κι ύστερα,σ'έχασα.
Το πρωτοβρόχι έφερε το φθινόπωρο χωρίς εσένα.
Πού πήγες;
Ως χτές ακόμα περπατούσα στους δρόμους,πάνω
στα υγρά φύλλα των φθινοπωριάτικων δέντρων.Το
χώμα μαλακό και βρεγμένο σαν φθινόπωρο.Τι έγιναν
οι δρόμοι;
Τάχυνα το βήμα.Κι όλο το τάχυνα.Πρέπει να
επιστρέψω,έλεγα.
Να ετοιμαστώ.
Μπορεί και να μην ήμουν έτοιμη.Να μην ήθελα.
Μα ο άνεμος φυσούσε λευκός και πυρωμένος,με
παράσερνε.
Μια λεία έκταση της ερήμου.
Ερημία.
Κι η γή καμένη.Γίνομαι γη καμένη,πυρπολημένη.
Κάτι πονά ακόμα.Η μνήμη.Κάτι ματώνει.Πού
είμαι;
Μια φλέβα ζωντανή.Πιδακίζει το αίμα.
Κι απ'τη σκεπή μου κρέμεται ακόμα ετούτο το
ξερωγιασμένο τσαμπί,το φαγωμένο από τις μέρες μου.
Θα πέσει,λέω,από στιγμή σε στιγμή,θα με σκεπάσει
ο χρόνος,καταλαβαίνεις,αναβλύζει από τα τρύπια
πατώματα,τον αδειάζω με τις φούχτες μου,ένα
θολό σκοτεινό νερό,γεμάτο ρίγος,μάλλον δεν υπάρχει
σωτηρία.
Κι η μνήμη διαλύεται σαν σταγόνες ήλιος σε νερό.
Σου έλεγα... Λέω,σου έλεγα κάποτε,η μνήμη είναι
μυρουδιά.
Μυρουδιά να υπάρχεις.
Ανάσανε!Ανάσανε βαθιά!Μυρουδιά από προτωβρόχι.
Μα πώς με κοιτάζεις έτσι,αμίλητος.Και τόσο
χλομός.
Έμεινα μόνη,λοιπόν,σ'ένα άδειο σπίτι,σε μιαν
έρημη νύχτα,με το χρόνο ερειπωμένο στην καρδιά
μου.
Πού πήγαν οι άνθρωποι,λέω.Κάποτε στα ρομαντικά
βουλεβάρτα...
Θυμάσαι;Στόμα μέσα στο στόμα μου.Τώρα κανείς.
Σχεδόν κανείς.
Μπορεί και να μην κατάλαβα.Έφτασα εδώ με τα
χέρια άδεια.Με τη φωνή άδεια.
Λίγο ακόμα.Θέλω να μείνω λίγο ακόμα στη
διαύγεια.
Η επαύριο θα είναι οδυνηρή,λένε.
Λίγο ακόμα.Κανείς δεν απαντά.Ούτ'εσυ.Κι ας
στέκεσαι δίπλα μου κρατώντας τον υάκινθο της 'νιότης μας.
Μίλησε,λοιπόν!Πές ένα λόγο,σε παρακαλώ,ένα
τοσοδά λόγο που να σημαίνει πως υπάρχεις ακόμα.
Βοήθησέ με.
Δεν είναι το σπίτι μου αυτό.Δεν είναι.
Από τα τρύπια πατώματα αναβλύζει το χάος.
Επιστρέφω στο χάος,λοιπόν.
Επιστρέφω στη σκοτεινή,πυρωμένη νύχτα.
Τι κρίμα,θα φωνάξω.Κι ας μη μ'ακούσει κανείς.
Θα κραυγάσω.Τι κρίμα,θα πω.Αυτός ο κόσμος
ήταν ωραίος,με το φεγγάρι να λιώνει μέσα στα νερά.
Όχι,πια.Όχι σχεδόν.Τελειώνει μέσα στο φόβο.
Ή μπορεί και να γελιέμαι.
Θα πατήσω εκεί που πονεί.
<<Α,γη παλιά,πυροσβησμένη!>>
Από πολλές αβύσσους ανεβαίνει η φωνή,από έτη
φωτός μακριά.
Δεν μπορώ να περιμένω,οχι,δεν θέλω να περιμένω
απ'την αρχή κλεισμένη μέσα στην πέτρα.
Θα φωνάξω ξανά.Και μπορεί να γίνει ένα θαύμα,
λέω,καμιά φορά,γίνονται θαύματα,γίνονται ακόμα.
Δεν έχω παρά να κλείσω τα μάτια και να ονειρευτώ
το θαύμα,λίγο πριν απ'την επαύριο,λίγο πρίν από
το φόβο.Τον τελικό.
Αντίο,λοιπόν,αντίο,σ'αποχαιρετώ...
Και μην ξεχάσεις,ο κόσμος ήταν ωραίος...Μυρουδιά
από πρωτοβρόχι.
Εδώ που έφτασα δεν έχω λόγια πια.
Είμαι ένα άστρο που κλαίει μονάχο στην άκρη
άκρη του πλανήτη.
Είμαι ένα λουλούδι φυτρωμένο ανάστροφα μέσα
στον καιρό.
Είμαι η μνήμη όρθια πάνω στην άβυσσο.
Μην ξεχάσεις,σε παρακαλώ...
Μην ξεχάσεις...
Να θυμάσαι πως ο κόσμος...
Ή μάλλον,όχι.
Μόνο το θαύμα.
Να θυμάσαι το θαύμα.
Αντίο.

blue-roses

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΤΗ


ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Εκείνος
Εκείνη
Μιά μικρή βαλίτσα στο χέρι.
Δίπλα τους,μια ακουαρέλα με ένα ραγισμένο σπίτι.

ΕΚΕΙΝΗ]Έχουν ακουμπήσει τη βαλίτσα έξω από την ακουαρέλα
με το ραγισμένο σπίτι.Δεν τολμούν να μπούν.
Το χώμα βρεγμένο σαν το φθινόπωρο.[/i]
ΕΚΕΙΝΟΣ:Περπατήσαμε τον ίδιο δρόμο.
Όσο ήσουν μακριά,ο τόπος ετούτος υπήρχε μέσα σου
μεταμορφωμένος,έλεγες.Γινόταν κρυστάλλινος
στα όνειρά σου,έλεγες.
Γινόταν σιντεφένιος στο φώς του φεγγαριού.
Γινόταν υδάτινος στα δάκρυά σου.Ο τόπος.
Και τώρα μοιάζει με σώμα που ξαφνικά το ράγισαν
αμέτρητες ρυτίδες.Μα όποιο κι αν θα'ναι το νόημα
τούτης της επιστροφής,πρέπει να το ζήσεις
ως το τέλος.
Ως την πιο αβάσταχτη μεταμόρφωση.
ΕΚΕΙΝΗ:Ο δρόμος μού φάνηκε στενός και τα
δέντρα μικρά.
Οι άνθρωποι με κοίταζαν και το βλέμμα τους
γύριζε πίσω.
Με χαιρετούσαν,και τα πρόσωπά τους ανύπαρκτα.
Τα βήματά μας γλιστράνε σ'έναν άλλο χώρο.Το
νιώθω,γλιστράνε.
Ο κορμός του δέντρου που κάποτε άγγιξαν τα
δάχτυλά μας.Θυμάσαι;
Ήταν πρίν από τη φυγή.
Μα γιατί με κοιτάζεις έτσι;
Σαν να βλέπεις,πέρα από μένα,τους κόσμους που
υπάρχουν από όνειρο παγιδεμένο.
ΕΚΕΙΝΟΣ:Ήταν το πρώτο σου βιβλίο.
Ήταν ο ήλιος και το χώμα καυτό.
Ο ήλιος και τα κορμιά μας πυρωμένα στον ήλιο.
Σήκωσες το κεφάλι από τις φρεσκοτυπωμένες σελίδες.
Ο ορίζοντας ήταν κομμένος,θαρρείς.
Σαν γυάλινος θαμπός τοίχος,που σ'έκλεινε.
Και πίσω από τον τοίχο,πρόσωπα,που σήκωναν
το κεφάλι να σε κοιτάξουν.
Άφησες το χέρι σου μέσα στο δικό μου.Με κοίταξες
μια ολόκληρη στιγμή.<<Θα φύγω>>,είπες.
Κι εγώ δεν απάντησα.
Μόνο στο στόμα μου,η γεύση της δεντρόφλουδας,
στυφή.Κι ο ορίζοντας είχε γεμίσει από τη φωνή μου,
που πνίγηκε δίχως άρθρωση.Μα τα πρόσωπα σε
περίμεναν πίσω από το κομμένο θαμπό γυαλί.
Κι εσύ τους έγνεφες με το χέρι σου να περιμένουν.
Έκλεισες τις σελίδες του πρώτου σου βιβλίου.
Ήταν ακόμα η γοητεία.
Η γοητεία των πραγμάτων.
Ήταν ακόμα ο γαλανός τοίχος,που σκέπαζε τα
πρόσωπα των ανθρώπων.
Και δε μπορούσες να δείς.
Οι φωνές και τα λόγια τους,ήχος ζωής μακρινός.
Προχώρησες αμίλητη.
Ήσουν όμορφη κι ανάλαφρη,σαν τοπίο που γέρνει
απ'τη λευκότητα των γιασεμιών.
Ήσουν τρυφερή και θλιμμένη,σαν παιδική
νοσταλγία.
Κι ύστερα,σ'έχασα.
Μέσα στο πλήθος,που σε κύκλωσε,δεν μπορούσα
πια να ξεχωρίσω το πρόσωπό σου.
Και τα λόγια μου δεν έφταναν ποτέ ώς εσένα.
Το πλήθος ανάμεσά μας.Το πλήθος εκείνο,ανάμεσα
στα απλωμένα χέρια μου και στη σιωπή σου.
Πού ήσουν;
Δεν μπορούσα να υπάρχω πια.
Σχήματα και λόγια ατέλειωτα.
Κι εγώ δεν μπορούσα να υπάρχω πια.
Το πρόσωπο το δικό σου.Κι ο θάνατος ο δικός
σου.Τα λεηλατημένα χέρια σου,έπρεπε να μου δώσουν
το σχήμα του δικού μου προσώπου.Την αφή και τη
γεύση του δικού μου θανάτου.Έπρεπε να μου δώσουν
τη βεβαιότητα του δικού μου λεηλατημένου
χώρου.
Που ήσουν;
Ραγισμένα δάχτυλα.Ραγισμένες μνήμες.Από
δίψα παλιά.
Από δίψα καυτή.Ραγισμένα δάχτυλα.
Μα γιατί δε μιλάς;
Μπορεί και να μην είναι έτσι.Μπορεί...
ΕΚΕΙΝΗ:Υπήρχα παράλληλα μ'εσένα.Παράλληλα
με τον κόσμο.
Κανείς δεν μ'άκουσε.Κανείς δεν μου απάντησε.
Τι πιο καταδικό μας απ'την αγωνία μας να
υπάρξουμε;
Να υπάρξουμε σε μια μικρή στιγμή παραδομού.
Τι πιο καταδικό μας απ'το θάνατο,που ραγίζει
τα δάχτυλά μας σαν το τοπίο που το καίει η δίψα της
βροχής;
ΕΚΕΙΝΟΣ:Κι ύστερα οι άνθρωποι μάκραιναν από
κοντά σου.
Κι όλο μόνη.Κι όλο πιό μόνη βάδιζες τις λεωφόρους
του κόσμου.
Το δεύτερο βιβλίο σου ήταν γεμάτο αγάπη και
συμπόνια.
Μια συμπόνια που προμηνούσε την απόγνωση της
μοναξιάς.
Όταν είδα στις βιτρίνες, με μια φιγούρα γυμνή
στο εξώφυλλο,νόμισα πως υπήρχες πιά πίσω από
κάθε γυάλινη επιφάνεια.
Κι ήμουν σίγουρος.Κι ήμουν πια τόσο σίγουρος
για τις άδειες νύχτες σου και για το θάνατο.
Για το διάλογό σου με την πέτρα και με την νωπή
χαραγματιά.
Ήμουν τόσο σίγουρος για το διάλογό σου με τα
πρόσωπα τα πελεκημένα της κραυγής και με το
ματωμένο παιδί στο πεζοδρόμιο.
Τίποτα δε διέψευδε τίποτα.
Όλα υπήρχαν.Και όλα ήταν παράλληλα μ'εσένα.
Μια αίσθηση από σπασμένο γυαλί,έλεγες.Αυτό
σε τρόμαζε.
Και όλο και πιο πολύ σε βύθιζε μέσα στη πέτρα
και μέσα στη νωπή χαραγματιά.
Και δεν μπορούσες.Και δεν μπορούσες  πια να
προχωρήσεις.
Το ματωμένο παιδί στο πεζοδρόμιο σου είχε ξαφνικά
σταματήσει το διάλογο.
Και δεν μπορούσες.Και δεν μπορούσες πια να
υπάρξεις.
Το τραγούδι της μάνας ήταν πολύ λυπητερό.Κι
εσύ πολύ αδύναμη για να μπορέσεις να το αντέξεις.
Μα νύχτωσε,βλέπεις.
Κι η σκέψη πως απόψε θα υπάρξεις στο χώρο,
όπου έζησες,σε τρομάζει.Το βλέπω στα μάτια σου
και στις άκρες των χεριών σου.Κι ωστόσο,σε λίγο
θα είμαστε μόνοι στο μικρό ραγισμένο σπίτι.Θ'ανάψω
τη λάμπα και θα τη βάλω στο μικρό γραφείο της
κάμαράς σου.
Εκεί θα καθίσεις αμίλητη.
Δεν θα μπορέσεις να γράψεις ούτε μια σειρά.
Από το ανοιχτό παράθυρο θα μπεί το αγιόκλημα
και τα κλαδιά της αγριοπρουνιάς.
Δεν έχουν ξεραθεί.Αυτά τουλάχιστο.Ρώτησα,ξέρεις.
Ύστερα,θα σου φέρω νερό στην πήλινη κανάτα.
Πάντα σου άρεσε να πίνεις νερό στην πήλινη κανάτα.
Και να κοιτάζεις τα χέρια σου στον κύκλο που
σχηματίζει το φώς της λάμπας.
Και θα μείνεις εκεί.Θα μείνεις εκεί,ώσπου να νιώσεις
πως το τρίτο σου βιβλίο δεν θα έχει τίποτα να πεί
περισσότερο απ'τη σιωπή εκείνης της ώρας.
Το τρίτο σου βιβλίο θα είναι ο ίσκιος από τα χέρια
σου πάνω στο φώς,κι απ'τα κλαδιά της αγριοπρουνιάς
μέσα στη μνήμη.
Και δε θα έχει τίποτα να πεί περισσότερο από το
δάκρυ,που θα κυλήσει στο φώς της λάμπας.
Το τρίτο σου βιβλίο θα είναι άχρηστο πια,γιατί
η ζωή και ο θάνατος δεν εκφράζονται με νοήματα και
λόγια.
Μα γι'αυτό ακριβώς θα είναι ωραίο.Γεμάτο από
την αμίλητη εκείνη ώρα,που τα χέρια σου θ'αγγίζουν
στο σκοτάδι τις ραγισματιές.
Μη φοβηθείς.Μη φοβηθείς.
Το πρωί και πάλι τα ηλιοτρόπια θ'ανασάνουν
τον ήλιο στο ραγισμένο τοπίο.
Το πρωί τα ηλιοτρόπια θα σου θυμίσουν τον
έρωτά μας.
Μη φοβηθείς.
ΕΚΕΙΝΗ:Πάντα το'λεγα πως τα πράγματα υπάρχουν
στη μοναξιά τους.Τα λόγια.Οι μνήμες.Υπάρχουν
σε μιαν αμφισβήτηση που την ίδια τη στιγμή τα
αναιρεί.Αυτή είναι η γοητεία τους.
Δεν θα μπορέσω πια να ξαναδώ τα χέρια μου στον
κύκλο,που σχηματίζει το φώς της λάμπας.
Κάτι άλλο.Κάτι άλλο πια,ανάμεσα σ'εμένα και
στον φωτεινό κύκλο.Δεν θα μπορέσω.Δεν θα μπορέσω
πια να υπάρξω στην αμίλητη εκείνη ώρα της
νύχτας,με το γυμνό κλαδί της αγριοπρουνιάς στο
ανοιχτό παράθυρο.
Κάτι άλλο.Κάτι άλλο,άσχετο μ'εμένα,ραγίζει
κιόλας την παρουσία μου.Ένα εύθραστο υλικό από
θάνατο,αυτό είμαι.Κι ωστόσο,το σώμα τούτο,που
υπακούει ακόμα στις κινήσεις μου,είναι δικό μου.
Να πέρασαν άραγε πολλά χρόνια;Δέκα;Δεκαπέντε;
Είκοσι;
Με τί μπορούμε να μετρήσουμε το χρόνο;
Με τί μπορούμε να μετρήσουμε το θάνατο;
Πού είμαι;
Τόσες φορές.Αμέτρητες φορές,στον ίδιο δρόμο.
Πού είμαι;
ΕΚΕΙΝΟΣ:Ωστόσο,το τρίτο βιβλίο σου θα πρέπει
να είναι πολύ αληθινό.
Όποια κι αν θα'ναι η αλήθεια του.
Καταλαβαίνεις.
ΕΚΕΙΝΗ:Δεν υπάρχει τίποτα πια που να μοιάζει
με αλήθεια.
Τόσο,τόσο μακριά από το χώμα που πονεί,κι απ'το
άγγιγμα που ματώνει.
Τόσο,τόσο μακριά τ'όνομα των πραγμάτων.Με
το θάνατο μέσα τους.
Μια αφή νεκρή πάνω στα χέρια μου.
Ω,σ'αγαπούσα,ναι.
Με τα πυρωμένα μαλλιά.Και το ανυπόμονο
δυνατό στήθος.
Ήσουν οι ζεστές νύχτες του Ιουνίου.
Ήσουν ο δρόμος της επιστροφής πίσω απ'την
ομίχλη.
ΕΚΕΙΝΟΣ:Όμως,ποιος θα μας πει για το χρόνο;
Για το χρόνο που μεταμορφώνει;
ΕΚΕΙΝΗ:Τούτο το σπίτι είναι δικό μου.
Το ανοιχτό παράθυρο και η πήλινη κανάτα.
Τούτο το σπίτι είναι ξένο.
Δε γνωρίζω το ανοιχτό παράθυρο και την
πήλινη κανάτα.
Δεν κοίταξα ποτέ τα χέρια μου στο φώς της λάμπας.
Βοήθησέ με.
Θέλω να υπάρξω ξανά.
Είναι σκοτεινά.Και μυρίζει χώρο κλειστό.Σαν τη
μνήμη.
Σαν το θάνατο.
Βοήθησέ με.
ΕΚΕΙΝΟΣ:Χώρο κλειστό.Σαν τη ζωή.
ΕΚΕΙΝΗ:Φοβάμαι.
Εδώ πρέπει να γράψω το τρίτο μου βιβλίο.
Μα δεν θα μπορέσω.Δεν θα μπορέσω.
Θα είναι βουβό.Οι σελίδες του θα είναι άγραφες.
Γεμάτες ρυτίδες.Σαν το δέρμα των χεριών μου.
Και μόνον όταν θα
έχεις ζήσει το βουβό άδειο σπίτι,θα μπορείς να
ξέρεις τι λένε οι σελίδες τούτες από ρυτίδες και
αμίλητη ώρα.
ΕΚΕΙΝΟΣ:Και μόνον όταν το αγγίζω.Και μόνον
όταν θα έχω ζήσει αυτό το βουβό άδειο σπίτι,θα
ξέρω τι λένε...
ΕΚΕΙΝΗ:Τίποτε άλλο.Ω,είμαι χαρούμενη.Σχεδόν
χαρούμενη.
Τίποτε άλλο.
Αρχίζω κιόλας ν'αγαπώ αυτόν τον σκοτεινό
κλειστό χώρο.
Είναι δικός μου.
Είναι ο μόνος δικός μου,με τον φωτεινό κύκλο
στο μικρό μου τραπέζι,και με το ανοιχτό παράθυρο.
Ω,είμαι τόσο χαρούμενη!

Kastoras

μοναξια .... στη ακρη των χειλιων η πικρα απ τα τσιγαα τα δαχτυλα κιτρινισμενα απο τη νικοτινη και το δωματιο σκοτεινο .... βαριες κουρτινες καπου καπου λικνιζονταικαι αφηνυν να περασει μια σταλια φως...
Και λοιπον ? το κοταδι υπαρχει ... η θλιψη η ανια και η ατελειωτη μοναξια !

blue-roses

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΒΔΟΜΗ


Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ



Εκείνος,Εκείνη
Ένα χειμωνιάτικο κλειστό δωμάτιο.
Στο τζάκι καίει η φωτιά και στα τζάμια χτυπά μια
ήσυχη βροχή.
Κάπου κάπου αστράφτει.
Εκείνος,χωρίς ηληκία.Μοιάζει σαν να'χει τελειώσει
με τη ζωή.Βυθισμένος σε μια παλιά πολυθρόνα,
πλάι στο τζάκι,είναι περισσότερο μνήμη και
απουσία παρά πραγματικότητα.
Εκείνη,ανήσυχη,χαμένη σε μιαν απροσδιόριστη,
τυραννική αίσθηση.Γαντζωμένη με αγωνία πάνω στο
χρόνο,που λες και δεν υπάρχει πια μέσα σ'εκείνο το
χειμωνιάτικο κλουβί.
Συνεχίζει με απελπισμένες χειρονομίες την ατέλειωτη
φλυαρία της.

ΕΚΕΙΝΗ]Toi qui m'aimait,moi qui t'aimait...[/b]
Κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό.Τ'ακούς;
Κι ήμασταν εμείς.Εμείς.Μ'αυτά τα ίδια χέρια μας.
Με την ίδια φωνή μας. <<Πώς σε λένε;>>
<<Ινώη.Κι εσένα;>>
Μα εσύ μοιάζεις σαν πεθαμένος.
Πώς είναι έτσι κίτρινα τα χείλη σου;
Χαμογελά δίχως λογικό έλεγχο.
Θυμάσαι όταν με πρωτοφίλησες,Γιάσπη;
Στην αλέα εκείνη με τις νερατζιές...
<<Ινώη σ'αγαπώ>>,μου είπες.Και στα χείλη σου
χτυπούσε μια μικρή κόκκινη φλέβα.
Μα τότε ήμαστε νέοι... Τότε... Τα κορμιά μας
έτριζαν ολοκαίνουρια,σαν από άμμο πυρωμένη στον
ήλιο.Τα κορμιά μας,κι ο Αύγουστος,κι ένα μικρό
άρωμα από πευκοβελόνες.
Ύστερα κατεβήκαμε τα σκαλοπάτια.
Τα σκαλοπάτια εκείνα που οδηγούσαν στη μικρή
λίμνη.
Περάσαμε το βιολετί πέρασμα.Και κοιτάξαμε τα
πρόσωπά μας μέσα στο νερό.Ανάμεσα στα
νερολούλουδα.Και στα πουλιά,που πέταξαν ξαφνικά
γύρω απ'τα πρόσωπά μας.
Κι ύστερα,τίποτε άλλο.
Χαράξαμε τα ονόματά μας πάνω στον κορμό ενός
δέντρου.
Πάνω στον γκρίζο φλοιό.
Ανάμεσα στην καρδιά μας και στο χρόνο,χαράξαμε
τα μικρά μας ονόματα.Και τα δάχτυλά σου άγγιξαν
τα δάχτυλά μου,εκεί,πάνω στο υγρό ξύλο.Κι έμειναν
μια ολόκληρη στιγμή.Τα δάχτυλά μας.Θυμάσαι;
Σ'αυτό το θεσπέσιο άγγιγμα,έμειναν μια ολόκληρη
στιγμή.Ανάμεσα στο χρόνο και στο υγρό,γκρίζο ξύλο.
<<Η γοητεία μιας στιγμής παραδομού...>>
Έτσι είπες,Γιασπή.Ναι... Για τη γοητεία εκείνη,
ή για τη νοσταλγία μιας ολόκληρης ζωής.
Ω,σίγουρα,για τη νοσταλγία.
Μα,για στάσου... Πώς αφαιρέθηκα...
Τρέχει στη φωτιά και παίρνει κομπρέσες ζεστές σε
χαμομήλι.

Μοσκοβολάει το χαμομήλι.Βέβαια...
Πρέπει να σου αλλάξω την πληγή.
Κι εσύ δε σαλεύεις καθόλου.
Λες να πέθανες;
Του κατεβάζει το παντελόνι και βάζει τις ζεστές
κομπρέσες καταμεσής στην κοιλιά του.Εκείνος έχει
ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια,σε στάση αστεία και
θλιβερή.

Λές να πέθανες;Κι ακόμα ούτε ένα παιδί δεν
κάναμε...
Το αγόρι μας θα το βγάλουμε Μιχαήλ,και θα'ναι
η μουσική από το σώμα σου,μου έλεγες.
Το αγόρι μας θα το λένε Μιχαήλ,και θα'ναι ο
ήχος από θάλασσα πάνω σε βράχια... Θα'ναι τα
στάχυα αθέριστα στην καρδιά του ήλιου...
Θα'ναι ο Αύγουστος πυρωμένος στο σωμα μας.
Το αγόρι μας,ξέρεις...
Ω,πάντα τη φοβόμουν τη νύχτα εκείνη.
Κι ούτε θυμούμαι πιά.
Ένα γυάλινο δοχείο με την ετικέτα του γιατρού,
και μια ξανθιά μπούκλα από παιδικό κεφάλι στο
χέρι μου.
Το αγόρι μας θα είναι ξανθό,σαν τα στάχυα που
φυτρώνουν στην καρδιά του ήλιου.
Μιχαήλ... Μιχαήλ...
Κι ύστερα,δε θυμούμαι.Έτρεχα κάπου,θαρρώ,σ'ένα
δρόμο ή σε μια πολιτεία,ζητώντας ένα φέρετρο...
Ένα τόσοδα μικρό...
<<Ξέρετε,θέλω να είναι στολισμένο με φίλντισι,
και να'χει καταμεσής δυο πολύ μικρά φιλντισένια
χεράκια.Δυο τοσοδά χεράκια,καταλαβαίνετε...Και
το θέλω τώρα.Αμέσως>>.
Κι ύστερα,δε θυμούμαι.Οι άνθρωποι γελούσαν,
θαρρώ.
Όχι για τα φιλντισένια χεράκια,σίγουρα,όχι...
Μα γελούσαν,θαρρώ.Ω,ήταν φριχτό,δεν μπόρεσα
ποτέ να καταλάβω εκείνη την παράλογη ευθυμία
τους.Κι εγώ να βιάζομαι.Να πρέπει με κάθε θυσία
να κρατήσω ανέπαφα εκείνα τα μικρά χεράκια μέσα
στο γυάλινο δοχείο με την ετικέτα του γιατρού.
Κι εσύ δεν κατάλαβες τίποτα.
Δεν έμαθες ποτέ για την ξανθιά μπούκλα από
παιδικό κεφάλι,που φύλαγα στα εικονίσματα.
Κοιτάζει απο το παράθυρο,χαμένη.
Ίσως να έφταιγε η βροχή.
Τί λές κι εσύ,αγάπη μου;
Λες να έφταιγε η βροχή;Η ομίχλη,ίσως;
Δεν μας άφησε ποτέ να δούμε ο ένας τον άλλον
στα μάτια.
Χρόνια ανάμεσά μας.

Κοιτάζει σ'έναν καθρέφτη τα άσπρα της μαλλιά
και το γερασμένο της πρόσωπο.

Έχω την εντύπωση πως γέρασα.Τ'ακούς,Γιάσπη;
Τίποτα δεν μου το βγάζει απ'το μυαλό,πως
γέρασα.
Μπορεί νά'ναι απ'τις ρυτίδες.
Ω,σίγουρα,απ'τις ρυτίδες θά είναι.
Μα πρέπει κάτι να κάνω.
Πρέπει να βιαστώ.
Άρχισαν να κατεβαίνουν ως το λαιμό.
Κι εσύ δεν με παρηγορείς με τίποτα,Γιάσπη.
Τόσο αδιάφορος έγινες τον τελευταίο καιρό...
Θα μπορούσες να μου πείς: <<Ινώη,δεν είναι
τίποτα αγάπη μου,έλα να χορέψουμε...>>
Τραγουδά,λικνίζοντας ελαφρά το σώμα.
Mais no,Celine,ta vie n'est pas perdue
nous sommes des amants que tu n'a jamais vu...

Κι εγώ θα ξεχνούσα αμέσως.
Ω,ναί,δεν είναι τίποτα...
Μια μικρή ραγισματιά...
Σίγουρα,δεν είναι τίποτα,αγάπη μου,έλα να
χορέψουμε.

Ακούγεται μουσική χορού.Ονειρεμένη πέφτει σε
μια φανταστική αγκαλιά.Χορεύει σαν παιδούλα,
σιγοτραγουδώντας έναν παλιό σκοπό,κωμική και
αξιολύπητη.


Χα,χα.
Σταματά μαγεμένη και τρομαγμένη,καθώς
σκοτεινιάζει σιγά σιγά.

Πάντα φοβόμουν τη νύχτα.
Κάτι τέλειωνε μέσα μου κάθε νύχτα.
Στεκόμουν στο παράθυρο.Ακίνητη.Και περίμενα
την ώρα,πάντα την ίδια ώρα,που το σκοτάδι
ανέβαινε σιγά σιγά πάνω στον τοίχο.Έπινε το φώς.
Σιγά σιγά.Τύλιγε τα χέρια μου.Την καρδιά μου.Κι εκεί
πάντα σταματούσα.Την ίδια ώρα και στο ίδιο σημείο.
Φοβόμουν.Πάντα φοβόμουν εκείνη ακριβώς την ώρα,
και εκείνο ακριβώς το σημείο.Και ξεχνούσα,
θαρρώ.Ή προσπαθούσα να ξεχάσω.Παίζοντας πάντα
το ίδιο παιχνίδι της μνήμης.Εσύ κι εγώ.Κι ο πυρωμένος
Αύγουστος πάνω στο σώμα.Και πάντα στο ίδιο
τοπίο του μεσημεριού.
Ω,πόσο ζεστό ήταν το κορμί σου!Ένα δέρμαλείο
και καυτερό σαν επιθυμία.Σαν την επιθυμία!
Ο Αύγουστος,και το κορμί σου,που έκαιγε πάνω
στην άμμο,και μέσα στα θερισμένα χωράφια.
Μύριζαν οι καλαμιές και το καμένο χώμα.Θυμάσαι;
Ήταν δυνατό το κορμί σου.Δυνατό και ανυπόμονο
πάνω στο δικό μου.Μια μικρή εύθραστη στιγμή,
καταδικιά μας.Ένας μικρός τρυφερός χώρος από
κοιμισμένα πουλιά και πυρωμένο τοπίο.
Κι ύστερα,δεν ήταν το ίδιο,θαρρώ.
Κάτι πέθαινε κάθε φορά ανάμεσά μας.
Και δεν ήταν πια το ίδιο ως τ'άλλο καλοκαίρι.
Κάτι έμενε,σίγουρα,κι όλο έμενε απ'τα σώματά
μας μέσα στον Αύγουστο κι απάνω στο καμένο
χώμα.
Το όραμα σβήνει στο πρόσωπό της,καθώς κοιτάζει
το ακίνητο μπροστά της σώμα,με τ'ανοιχτά πόδια
και τα γυάλινα μάτια.


Δεν είχαμε υπολογίσει,βλέπεις.
Κρατημένοι ατέλειωτα πάνω στο παράθυρο,με
την ανάσα κομμένη,ο ένας πλάι στον άλλον.
Γαντζωμένοι εκεί,σφιχτά,ο ένας πλάι στον άλλον...
Δεν είχαμε καταλάβει.Εσύ ποτέ δεν πίστευες σε
τίποτα.Εσύ φταις.Ποτέ δεν ήθελες να πιστέψεις.Εγώ
πάντα σου το έλεγα κι εσύ θύμωνες.
<<Δεν είναι τίποτα,Ινώη,μην κάνεις σαν παιδί...>>
Κι εκείνο το πρόσωπό σου με τα γυάλινα μάτια
όλο να μου ξεφεύγει,να γίνεται ένα με τη βρόχη.
Ένα με την ομίχλη.Κάθε μέρα και πιο πολύ.
Μούλιαζε.Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.Τ'ορκίζομαι.
Σαν χάρτινο το πρόσωπό σου μούλιαζε μες στη
βροχή.Τα πρόσωπα μουλιάζουν μες στη βροχή.
Και τώρα ακόμα δεν μπορώ να το κρατήσω.
Τούτο το δικό σου πρόσωπο,δεν μπορώ να το
αναγνωρίσω.
Τον κοιτάζει επίμονα.
Και τώρα ακόμα,θαρρώ...(έντρομη) Όχι,δεν
μπορεί να με φίλησες εσύ... Δεν μπορεί να ήσουν
εσύ...
Τούτες οι γραμμές... Τούτη η μικρή λακκουβίτσα
έδω δα... Τούτο το γυάλινο βλέμμα... Όχι, όχι...Ε;
Τί λές;Μίλησες;
Ξεμακραίνει ανήμπορη να συνειδητοποιήσει την
αλήθεια.

Όμως τώρα,γιατί'σαι ακίνητος; (εντρομη) Λες να
πέθανες; (σαστισμένη) Ω, ξέχασα και τις κομπρέσες...
Τι φλύαρη που έγινα,αγάπη μου,συγχώρεσέ με...
Του αλλάζει την κομπρέσα με στοργή.Σε λίγο,
παράλογα:

Γαβ,γαβ... χα, γαβ... Θυμάσαι το σκυλάκι μας;
Γιασπή,θυμάσαι το σκυλάκι μας; Ήταν όμορφο...
Τότε ακόμα ήμαστε στο Γαλάζιο Σπίτι.Εκεί που
πήγαμε μόλις παντρευτήκαμε. <<Εδώ θα κάνουμε το
μήνα των γασέμιων>>, μου είπες.Θε μου,τι ανυπομονησία!
Είχες γεμίσει τις βεράντες και το σπίτι ολόκληρο
με γαλάζια φύτα.Ξόδευες του κόσμου τα λέφτα,
αγάπη μου,για να πετύχεις το χρώμα που ήθελες.
Πόσο άμυαλος ήσουν.Κι εγώ προσπαθούσα να σε
πείσω πως δε θα'ταν άσχημο και λίγο βιολετί,λίγο
γκρενά,λίγο κροκί... Μα εσύ ήσουν πεισματάρης
πάντα. Και ξόδεψες μια περιουσία ολόκληρη...
Μπορεί και μια ζωή,για να πετύχεις το χρώμα που
ήθελες.
Ξυπνούσες απ΄τα χαράματα,πολλές φορές και
μες στη νύχτα,μ'ένα φανάρι στο χέρι,κι έτρεχες να
ψάξεις τις φύτρες ή τους κάλυκες,για να βεβαιωθείς
πως οι κόποι σου δεν πήγαν χαμένοι.
Αχ,Θε μου, τι λαχτάρες.
Κι ήσουν ξετρελαμένος με το σκυλάκι μας τότε.
<<Γιασπή, θ'αρχίσω να ζηλεύω...>>, σου είπα.
Θυμάσαι; Κι εσύ χαμογέλασες.
Κι ύστερα, Πέθανε.Μας κοίταξε στα μάτια εσένα
κι εμένα,ένα μεσημέρι,και πέθανε.
Δεν ήταν πιά το ίδιο για όλους μας.Εκείνη η μικρή
στιγμή ήταν χωρισμένη στα τρία.Κι ύστερα
κοιταχτήκαμε στα μάτια εμείς οι δυο.
Όμως,δεν ήταν το ίδιο πιά.
Ήμασταν πιο μόνοι.
Και τώρα... τώρα... Πάλι δεν είναι το ίδιο,θαρρώ.
Φοβάται.Ξαφνικά του χαμογελά.Κοιτάζει απ'το
παράθυρο.

Ευτυχώς που βρέχει.Ακούς τη βροχή;Μοσκοβολάει.
Πάντα φοβόμουν,ξέρεις,τις νύχτες μονάχη.
Κι εσύ ποτέ δε μ'άφηνες.
Το ήξερες,και ποτέ δεν μ'άφηνες.
Παύση.Ξαφνικά,μια λάμψη στα μάτια της.
Γιασπή,μπορούμε να παίξουμε σκάκι;Μμμ,όμως
δεν θα κάνεις ζαβολιές... Α,ήσουν πάντα ζαβολιάρης.
Μην λες ψέματα τώρα... Σε ξέρω καλά.Δεν μ'άφησες
ούτε μια φορά να κερδίσω με τις ζαβολιές σου.
Εγώ θα πάρω τα άσπρα κι εσύ τα μαύρα.Κι όποιος
χάσει,θα κάνει επί μια εβδομάδα τις επιθυμίες
του άλλου. Όπως πάντα. Το ίδιο στοίχημα.
Μόνο που αυτή τη φορά θα κερδίσω εγώ.Σίγουρα θα
κερδίσω εγώ αυτή τη φορά. Ε; Τι λές;
Ξαναμμένη,καθώς ξυπνάνε μέσα της παλιά
βιώματα.

Α,ναι,βέβαια,θα'ρθουν οι καλεσμένοι.Έχουμε
την επέτειο του γάμου μας.Δεν είναι καθόλου ώρα
για σκάκι. Τι λέω... Είκοσι τρείς Δεκεμβρίου...
Θε μου,πώς το ξέχασα.Γιασπή,νομίζω πως αρχίζω να
ξεχνώ.Πρέπει να ετοιμάσω τις τούρτες και τα ποτά.
Ν'αγοράσω λουλούδια.Και είναι τόσο δύσκολο να
βρείς γαλάζια λουλούδια αυτή την εποχή.Και
το σπίτι θα είναι σκονισμένο...
Γιασπή,σήκω...Πρέπει ν'αγοράσουμε λουλούδια,
σου λέω. (Χάνεται,μέσα σε παράλογη αγωνία)
Ω,τι αγωνία! Όπου να'ναι θα'ρθουν οι καλεσμένοι,
κι εσύ ακόμα με τις κομπρέσες στην κοιλιά...
Κι εγώ... κι εγώ... (κοιτάζει στον καθρέφτη)
Ίσως θα έπρεπε να πάω στο κομμωτήριο...
(νικημένη)Δεν προφταίνω...Κι εσύ ούτε που
σαλεύεις καθόλου.Και μ'αυτή τη βροχή... (απελπισμένη)
Δεν γίνεται τίποτα.
Ω,δεν γίνεται τίποτα.Είναι φοβερό.Κι εσύ στα
σίγουρα πέθανες,Γιάσπη...Νομίζω πως μου μυρίζει
η πληγή σου.Στα σίγουρα πέθανες,Γιάσπη... Πάντα
σου το'λεγα για τη βροχή.Και για τα πρόσωπα που
μουλιάζουν σαν χάρτινα...Σου το'λεγα για την ομίχλη,
που κάνει τον κόσμο να μοιάζει αβέβαιος και μακρινός.
Πρώτα ο σκύλος.
Ύστερα εσύ.


Κοιτάζει προς το δρόμο.

Φοβάμαι πως θα'ναι δύσκολο,ξέρεις,με όλη αυτή
τη λάσπη στο δρόμο...
Αύριο λέω να πάω στο Γαλάζιο Σπίτι.
Ξέρεις,πρέπει να υποδεχτώ μόνη τους καλεσμένους.

288 Επισκέπτες, 1 Χρήστης