Μέλη
  • Σύνολο μελών: 7,373
  • Latest: iguzovec
Stats
  • Σύνολο μηνυμάτων: 360,324
  • Σύνολο θεμάτων: 11,759
  • Online today: 226
  • Online ever: 1,061 (Οκτωβρίου 10, 2023, 08:28:42 ΠΜ)
Συνδεδεμένοι χρήστες
  • Users: 0
  • Guests: 287
  • Total: 287

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Ξεκίνησε από kuria, Απριλίου 20, 2005, 09:40:09 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

kuria

Πατρίδες! Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία,
αχάλαστα και αρχή και τέλος των πλασμάτων,
σα θα περάσω στη γαλήνη των μνημάτων,
θα σας ξανάβρω, πρώτη και στερνή ευτυχία!
εκεί που τα θέλω εκτοπίζουν τα πρέπει...

balland

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο και αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζή και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει.

kuria

Γύρω στο εφτάστερο τ' αμάξι
αμέτρητοι γιγάντων κόσμοι και θηρίων,
ο Γαλαξίας, ήλιων ωκεανός, ο Ωρίων,
τα Ζώδια, του Απείρου τέρατα και τρόμοι.

Μουγκρίζει ο Λέων στην ερμιά των αιθερίων,
κι η Λύρα παίζει, και σαν τρόπαιο και η Κόμη
της Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοί και νόμοι
μέσα στο χάος χάνονται των μυστηρίων.

Και με τον 'Ηλιο, Κρόνος, 'Αρης, Γη, Αφροδίτη,
σέρνονται φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
προς του Ηρακλή το μεγαλόκοσμο μαγνήτη.

Μόνο η ψυχή μου, σαν το πολικό τ' αστέρι
ασάλευτη, όμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δεν ξέρει από πού έρχεται, πού πάει δεν ξέρει.
εκεί που τα θέλω εκτοπίζουν τα πρέπει...

balland

Γιαννιώτικα σμυρνιώτικα πολίτικα
μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα
λυπητερά

Πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας
είναι χυμένη απ' τη μουσική σας
και πάει με τα δικά σας τα φτερά
και πάει με τα δικά σας τα φτερά

Μέσα σας κλαίει το μαύρο φτωχολόι
κι όλα σας κι η χαρά σας μοιρολόι
πικρό κι αργό

kuria

Και πρωτοείδε ο πρώτος άνθρωπος
του ήλιου την ανατολή,
και να της γλυκαποκρίνεται
γρίκησε μια μουσική,
χίλια λόγια, χίλια εγκώμια
προς της μέρας την πηγή.
Κι όλα, ω θάμα, κι όλα, κ' οι ύμνοι,
και τα λόγια και τα εγκώμια,
σκορπιστήκανε στα τετραπέρατα,
και τα σάρκωσαν οι αιώνες,
και γινήκανε φωτοθεοί
και αρμονίας τέρατα.
εκεί που τα θέλω εκτοπίζουν τα πρέπει...

Atma

ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΙΣΤΟΙ
(απόσπασμα)


Καβάλλα πάει ο Χάροντας
το Διγενή στον Άδη,
κι άλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.

Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους τα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.

Και σα να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι,
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη!

- Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα,
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;

Ειμ' εγώ η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων.
Στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.

Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!

Atma

Ο ΝΑΟΣ

Μου πλήγιασαν τα γόνατα στα μάρμαρά σου,
ω της αθώρητης θεάς ξεχωρισμένε
ναέ και καταμόναχε, της θεάς που δείχνει
από του είναι της την άβυσσο μονάχα
εν' άγαλμα, και κείνο ανθρωποκαμωμένο,
μ' ένα πέπλο πυκνό και κείνο σκεπασμένο.
Και θαρρώ πως ξανοίγω μέσ' από τους στύλους
και μέσ' από τους θησαυρούς και τους βωμούς σου
τον Ιωνα, τον δελφικό ιερέα
ν' αλλάζη το λευκό λειτουργικό χιτώνα
με το ραβδί το ροζωτό του στρατοκόπου.
Εγώ δεν είμαι λειτουργός, του μυστηρίου
το φοβερό κλειδί δεν έπιασα, κι ακόμα
δεν άγγιξα, δειλά ή απότολμα, την πύλη
που φέρνει στης ζωής τ' αγνώριστα Ελευσίνια.
Αμαρτωλός κ' εγώ, ναέ, στα πλήθη μέσα
τ' αμαρτωλά που προσκυνάν εσέ, μα τώρα
μου πλήγιασαν τα γόνατα στα μάρμαρά σου,
κ' αισθάνομαι ένα πάγωμα νύχτας ή τάφου
αγάλια αγάλια απάνω μου να σκαρφαλώνη
και να τινάξω πολεμώ το μολυντήρι
το κρύο από τα πάνω μου, και λαχταρώντας
έξω σέρνω τα γόνατα τα πληγιασμένα,
έξω απ' τους σωριασμένους πάγους θησαυρούς σου,
κι από τους στύλους σου, απ' τα δάση που με πνίγουν,
στο φως του ήλιου και στο φέγγος της σελήνης.
Πάει το λιβάνι πια της προσευχής, και πάει
τ' ολόχρυσο μαχαίρι της θυσίας, και πάνε
κ' οι μεγαλόφωνοι χοροί και λευκοφόροι
των ύμνων γύρω στους βωμούς τους φλογισμένους
και παρατώντας σε, ω ναέ, ξαναγυρίζω
στων καιρών το καλύβι των πρωτανθισμένων.

Atma

ΘΕΛΩ ΝΑ ΧΤΙΣΩ ΕΝΑ ΣΠΙΤΑΚΙ

Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι
στη μοναξιά και στη σιωπή.
Ξέρω μια πράσινη ραχούλα...
Δε θα το χτίσω εκεί.

Ξέρω στη χώρα τη μεγάλη
τον πλούσιο δρόμο τον πλατύ,
με τα παλάτια και τους κήπους...
Δε θα το χτίσω εκεί.

Ξέρω το πρόσχαρο ακρογιάλι,
όλο το κύμα το φιλεί,
κρινόσπαρτη είναι η αμμουδιά του...
Δε θα το χτίσω εκεί.

Ατέλειωτη τραβάει μια στράτα,
σκίζει μια χέρσα απλοχωριά,
σκληρά τη δέρνει το αγριοκαίρι
κι ο λίβας τη χτυπά.

Μια στράτα χιλιοπατημένη,
τον καβαλλάρη νηστικό,
τον πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στον κουρνιαχτό.

Εκεί το σπίτι μου θα χτίσω
με μια βρυσούλα στην αυλή,
πάντα η γωνιά του θα καπνίζει
κι η θύρα του θα 'ναι ανοιχτή.

287 Επισκέπτες, 0 Χρήστες