Μέλη
  • Σύνολο μελών: 7,373
  • Latest: iguzovec
Stats
  • Σύνολο μηνυμάτων: 360,324
  • Σύνολο θεμάτων: 11,759
  • Online today: 255
  • Online ever: 1,061 (Οκτωβρίου 10, 2023, 08:28:42 ΠΜ)
Συνδεδεμένοι χρήστες
  • Users: 1
  • Guests: 255
  • Total: 256
  • Leon

Απόμακρος - Δια Χειρός και Σιδήρου

Ξεκίνησε από Nikos Apomakros, Ιουνίου 21, 2011, 01:12:43 ΜΜ

« προηγούμενο - επόμενο »

Nikos Apomakros

Αδιακρίτως

Στις σκιές π' ακολουθούνε
λάθος πρόσωπο,
που ξεμένουν απ' ανάσες
σ' απόσταση αναπνοής,
χωρίς ποτέ να προφταίνουν
το λίγο φως.
Που αργούν και καταφτάνουν
σαν οπτική ηχώ,
παλιές εικόνες, από σκοτάδι,
σα μνήμες, σα παρελθόν.

Στους φανταστικούς χορούς
που γεννήσανε τα λάθος βήματα
και τα χιλιάδες χνάρια στα έλη ενοχής.
Όπως στους οίκους ανοχής
όταν η τρέλα χαϊδεύει
φωνητικές χορδές
για υπόκρουση
στη παράκρουση
σε κάθε αποκρουστική απουσία
που δεν έχει σημασία...

Ζωγραφίζω το βλέμμα μου
στον καθρέφτη
να με κοιτά, να γελά,
να διασκεδάζει.

Το είδωλό μου να ʽ ναι καλά...
ώστε κάποιον να εξοργίζω

όταν ραγίζω

αδιακρίτως

Nikos Apomakros

Έπος σιωπής με την ντροπή λειψής λεπίδας

Αναμάρτητων λίθοι για ηλίθια ήθη
με τι κουράγιο σαν ανάσα να βαστάξω
την αλήθεια και τους μύθους μου στα στήθη;

Της λήθης η χαρά, χαράχτηκ' απ' τη θλίψη.


Στο ένστικτο στικτό το κυνικό
το έλεος έλος,
ακούνητο σα βράχος
χυμένος στο ποτήρι μου,
σαν έμενα μονάχος,
να βαραίνει τις γουλιές,
τα χείλη μου.


Ήδη το κλειδί σε τόσες κόπιες
σκοπιές να με φυλάξω δεν προφταίνω
αισχρές επαναλήψεις φράσεων-κλισέ,
με λέξεις κενές,
από κλέφτες έρωτες-πλασιέ,
τις άδειες τσέπες μου τους έδωσα να ψάξουν,
τις ξέσκισαν
το δίχως άλλο δίχως πόθο,
μ'  ίδια λύσσα
που τσιμπά μια κίσσα ότι νόθο,
ότι κι αν ξάφνου της γυαλίσει.


Τώρα π' ότι πολύτιμο μου έχει πια κλαπεί,
λαγοκοιμάμαι μονάχα επειδή
δεν θέλω απ'  τους κρότους να τρομάξω.
Από τους κρότους μιας φωτοβολής,
που ʽ ναι βοής και διαβολής μητέρα,
αλλόκοτων χρωμάτων η πυγμή,
πηγή θανατηφόρου σφαίρας,
μ' ένα στόμα για χάζι ζαχαρένιο,
που τρέμω σαν τ' ανοίγει η γυνή,
σα σταλακτίτες χάσκουν
οι κυνόδοντες γυμνοί,
στάζουν τις ίδιες φράσεις «καραμέλα»
«Σ' αγαπώ...» και «Πιο κοντά μου έλα...»

Σιμώνω, ο άθεος, όπως παιδί δειλά το βάζο,
την του πόθου έχοντας -στα μάτια- λάμψη
κι ένα στομάχι πρωτότυπα δεμένο.
Όχι... Δε μένω κι άλλο εκεί. Αλλάζω.
Φτιάχνω καινούριας φυλακής κελί
για να χτυπώ στα σίδερά του
σαν μου προκύψει Σειρήνα ηδονή.
Κι αν λυγίσω πάλι κάποια μέρα
τη σκουριά στα κάγκελα σαλιώνοντας
θα λιώσουνε μονάχα
αν είναι «καραμέλα»
μια γλυκιά
μα τόσο σύντομη στιγμή.


Κι εσύ φως μου.
Εσύ θαμπό μου φως.
Προσπαθείς σπαθί κραδαίνοντας
του λαιμού μου τον κόμπο να λύσεις
ή σαν Μεγαλέξανδρος
με βία κρυφή να σβήσεις
τις εμπειρίες μιας ζωής.
Μα πως;

Τα λόγια μου,
αυτά που θες να βγουν,
θα ξεχυθούν μαζί,
σαν να ʽ ναι ένα.

Αίμα, θυμός και αναμνήσεις.

Αλλιώς μονάχο ότι βγει θα είναι ψέμμα.
Αυτή είν' η αλήθεια μου
-αυτό που πρέπει να κρατήσεις-
η ψυχή κάποτε βγήκε απ' τα στήθια μου,
αφήνοντας με τόσο καιρό,
χτυπήματα στο στήθος να λαμβάνω,
ν' αφουγκράζομαι την κάθε τους ηχώ,
κουράγιο να παίρνω, να διώχνω την λύπη,
αφού ετούτα νόμιζα πως ήταν καρδιοχτύπι.


Σαν παιδί κοιμάμαι τώρα στην αιώρα,
σ' αυτό το δίχτυ που μονάχος είχα πλέξει,
σαν τα παιχνίδια μου ποδοπατήσαν,
όσοι κοντά μου -με αγάπη- είχαν τρέξει,
δίχως το ίδιο τους το βήμα να προσέξουν.
Μασήσανε τα λόγια τους κι υποχωρήσαν
τα δίχως άχνα χνάρια πίσω τους αφήσαν
και κάποια απ' τα χνώτα τους
συμμάχους της θαμπάδας
αγάπες σα κερί
μ' υπόσχεση
λαμπάδας.


Πίθηκοι τρεις την έπλασαν ετούτη την παρτίδα
το έπος σιωπής με την ντροπή λειψής λεπίδας.

Μη με ρωτήσει κάποιος «Ποιοί;»

- Δεν λέω.
- Δεν άκουσα.
- Δεν είδα.

Nikos Apomakros

Σωρός (απόσπασμα)

Παραταγμένοι πάντα,
οι άγνωστοι στρατιώτες,
όλοι μαζί κινούνται.
Στο ίδιο νήμα.

Ξέχωρα σφάζουνε,
βαφτίζονται ιππότες,
όλοι μαζί κοιμούνται.
Στο ίδιο μνήμα.

Nikos Apomakros

Προσωρινό Ταξίδι

Απόψε η ψυχή μου δεν είχε φαντασία
στο λυκόφωτο ολοσχερώς αφέθηκε
φαντάσματα και ξωτικά ερωτεύτηκε
και κοιτώντας το φεγγάρι άκουγε
την ανάσα των δέντρων γερασμένη
των φύλλων τραγουδιάρικο το θρόισμα
την έκρηξη απʼτην σταγόνα
σαν έπεφτε στο χώμα...

Οι ψίθυροι του δάσους
προκαλούσαν δέος
ταξίδια σε μύρια παραμύθια
δίχως σκόνη μαγική για βοήθεια
με μόνο φόβο μες την νύχτα
ένα φεγγάρι να λέει την αλήθεια
τους ίσκιους κουνώντας τριγύρω
σαν δείκτες για τον χρόνο
που έχει απομείνει

μέχρι νʼαρχίσουν
και πάλι να ξυπνούν
στο φως το βαρετό

οι βαρετοί πολίτες
γήινοι.


Nikos Apomakros

Το παιχνίδι

Στα άθραυστα πλανήθηκα
και ράγισα.
Τ' ακλόνητα αντίκρυσα,
γονάτισα.
Γελάσαν αυλικοί,
νομίσανε προσκύνησα...
σαν το κεφάλι μου
να κρύψω ξεκίνησα.

Την λύπη στα κόκκινα την έβαψα
με δάκρυα...
με χρώμα ίδιο
της ενδόψυχής μου κόλασης
γυρνώντας σπίτι, οι γονείς δοξάζαν,
βλέποντάς με,
ένα κενό,
σαν το κενό της τηλεόρασης

Κι έπειτα σιγή.
M' ένα σπίτι κενό,
να μην φαντάζει άδειο.

Κλεισμένος σε σκέψεις,
στο δωμάτιο,
τιμωρία θαρρείς από ανελέητο Θεό
σχεδίαζα την απόδραση ακόμη,
με τελειωμένο το στυλό
και τη μελάνη στη ψυχή τη μαύρη.

Η ελπίδα συνέχιζε να υπάρχει
κι ας με σκότωνε αμέτρητες φορές.
Αυτή πεθαίνει τελευταία λένε.
Πόσες φορές πρέπει να βρεθείς νεκρός;
Τ' αναπάντητα με καίνε.

Τώρα δεν έχω ελπίδα μέσα μου,
το ξέρω,
όπως το σώμα αισθάνεται το ξένο σώμα.
*Ομολογώ πως έτσι την πολέμησα,
σαν ανεπιθύμητη

Κι αυτή η κατάρα δεν ήτανε η μόνη.
Πέσανε πολλές, σα φύλλα στο φθινόπωρο.
Τις πατούσα καιρό
χωρίς ν' ακούω τους κρότους τους,
μέχρι που θάφτηκα κάτω απʼ αυτές.
Με πατάνε καιρό,
δίχως ν'ακούνε τους κρότους μου.

Το τερπνόν μετά του ωφελίμου
έτσι πλέον φαντάζει ο θάνατος μου.
Ένα παιχνίδι που θα παίξω μια φορά
και θα το κερδίσω για πάντα
αφήνοντας τους ηττημένους
πίσω να κλαίνε.
Το παιχνίδι της ζωής
πόσες φορές το έχασα;
Τα αναπάντητα με καίνε...

παΙζω χαρτιΑ με θεΟ και σατανΑ
κανεΙς μας δε ξΕρει ποιΟς μοιρΑζει
κι απομεΙναμε
καθεΙς τον Αλλο να κοιτΑζει
αμΗχανα
σαν ερωτευμΕνοι

Nikos Apomakros

Με χάνω


Σε μαγαζιά υστερικά
καρτερώ τη μοναξιά
-και σαν τη βρίσκω
με χάνω-

Σαν τη σελήνη,
η αλήθεια
υπάρχει ανάμεσα στα δάχτυλα
όταν τίποτε να κρατάς
δεν έχει απομείνει

Σαν τη γαλήνη λοιπόν
και σα ρυτίδα πια
με σχηματίζουν μορφασμοί
κι εξαφανίζομαι μετά

Nikos Apomakros

Όταν το χέρι δε σηκώνεις


«Τι σε νοιάζει προς τα που ο άνεμος φυσάει...;»

κάποιο απ' τα μεγάλα παιδιά π' απέμειναν
ψάχνοντας για φως στης μέρας το σκοτάδι
ένα απ' τα μικρότερα παιδιά είχε ρωτήσει

«Τι σε νοιάζει προς τα που ο άνεμος φυσάει;
Αν το χέρι δε σηκώνεις να φυλάξεις το κερί,
η φλόγα του θα σβήσει κι η παγωνιά
με το έκπληκτό σου βλέμμα θα γελάει»

Μα το μικρό, στα λόγια του,
δεν έδωσε καμμία σημασία
το δάχτυλο του σάλιωνε
και την κατάλληλη στιγμή
λούστηκε φωτιά
απ' το μισόσβηστο κερί
Τις στάχτες του ένιωσε με πόνο
ο αέρας να σκορπίζει
να τις πηγαίνει στο σύννεφο κοντά
που τόσο είχε αγαπήσει

Η φλόγα του είχε πλέον σβήσει,
μα δε γελούσ' η Παγωνιά

Kι οι μάγισσες μείναν να κοιτάζουν μαγεμένες
το έκπληκτο βλέμμα Της κατάματα
γιατί η δύναμη του κρύου Της εχάθη
πριν ο ήλιος βγει τον κόσμο να ζεστάνει
εκείνα τα χαράματα

Nikos Apomakros

Ρίζες

Τσαλαπατούσαν σε φύλλα ξερά
προσμένοντας το ουρλιαχτό των Δέντρων
μα ότι νεκρό, φαινομενικά γαλήνιο
και άνευ σημασίας...

Λίγα κλαδιά μονάχα λύγισαν,
σφυρίξανε για λίγο αναμνήσεις,
χτυπιόνταν μεταξύ τους κι έπειτα
αγκαλιάζονταν συμφιλιωμένα.

Ξυλοκόποι με στρατιωτικά
και δέντρα μ' άσπρες φούστες
-που σκοτώναν μονάχα τρωκτικά
κι έντομα μ' ανήκουστες ορέξεις-
παρατάχθηκαν χαοτικά
δίχως στρατηγικές κι ηγέτες

Ki o θάνατος πριόνι...
που 'κοψε χρόνια ζωής σε μια στιγμή
Kι ο πάταγος της πτώσης...
κλόνισε την κάθε ρίζας πίστη
Κι η σκόνη... όπως πάντα
κοκκίνισε τα μάτια των παρευρισκομένων

Κάποιοι με γυαλιά προστατευτικά,
τραβήξανε τα δέντρα απ' τα μαλλιά
τα σύραν για θυσία
(όποιος έτσι σε τραβά ή να σε σώσει
ή να σε σκοτώσει προσδοκά)

Κι έμεινε πίσω, λίγο πάνω απ' το χώμα,
ένα ίχνος επίπεδου ξύλου
για να κάθονται οι περαστικοί να ξαποσταίνουν...

και κάτω απ' το χώμα χιλιάδες ρίζες
ν'αναρωτιούνται που καταλήγουν
οι τόσοι χυμοί που στέλνουν...

Nikos Apomakros

Άφησέ με

Άφησέ με να πιω...
σκοτώνοντας πικρίες ανασταίνω χαμόγελα,
λυγίζω το γυαλί, τα κάγκελα ραγίζω
κι όταν χάνω το έδαφος, νέο έδαφος χτίζω.

Άφησέ με να πιώ...
καταραμένη παραίσθησης φιγούρα
θα σε μεθύσω με δάκρυα και σένα
με μελαγχολίες δίχως γιατροσόφια
μαζί θ'αδειάζουμε κούτες και σακούλια
με ποτά και ψυχοφάρμακα ατόφια

φυλάξου...
απώλεια, θα προκαλέσω,
κέντρου βάρους στη συνείδηση,
κι οχτάρια μέθης στις τύψεις.
Ζαλισμένες οι Ερινύες
θα μοιάζουν νεράιδες
μέχρι το χαμένο τους Εγώ
ν' αποκαλύψεις.

Κι έπειτα τα οχτάρια θα γυρίσουν
στη γνώριμη ευθεία τους γραμμή...
το άπειρο από καιρό κατάντησαν
σ' έναν παλμό από καρδιά νεκρή.

(2002)

Nikos Apomakros

κι ένα δεύτερο, αγαπημένο

Πλάι Στα Κεριά

Αναμμένα ήταν πάλι τα κεριά στην παραλία
στης νυχτιάς την παγωμένη άμμο βυθισμένα
απʼτον αέρα και το κύμα ασφαλισμένα
που συνηθίζουν να τα σβήνουν σαν τα χνάρια.

Αρνηθήκανε να κάνουνε τον γύρο στη παρέα
σαν τα τσιγάρα λίγο πριν που μυρίζανε ωραία
στέκονταν πλάι σε κορμιά νεκρά ή ξαπλωμένα
ελεύθερες ψυχές παρατηρούσαν
σε σώματα φυλακισμένα
και μυαλά πʼαδιαφορούσαν για τα πάντα
μάτια που βλέπαν το φεγγάρι πως γελούσε
πως τα βράχια τα θρυμμάτιζε το κύμα
τον Ποσειδώνα πως μιλούσε στην γοργόνα
που κατακόκκινη τα λέπια της κουνούσε
αυτιά π' ακούγανε τις πέτρες να μιλάνε
για κρυμμένους θησαυρούς
μυστικά να μαρτυράνε
και τον αέρα να σφυρίζει
πως τάχα όλ' αυτά δεν τα γνωρίζει...

Έτσι πονηρεύτηκαν οι φίλοι
και να σκάβουνε αρχίσανε την άμμο
μέχρι που του τσιγάρου έκλεισε η πύλη
κι απʼτην κούραση πέσαν πάλι όλοι χάμω
πλάι στα κεριά που 'χανε μείνει αναμμένα
κορμιά νεκρά... ή ξαπλωμένα...
ξεχασμένα

Nikos Apomakros

ταίριαζε στην περίπτωση...


Εγώ Εδώ

Η μέθη μου ηχώ κι ακούω λέξεις,
πατώντας σε γυαλί που το κύμα έχει γλύψει,
αίμα βλέπω γαλανό και ξεραμένο,
να σε καλεί επάνω του να τρέξεις.

Μοναξιά. Σαν αλήτικη κιθάρα.
Οι χορδές πριν καιρό σταματήσαν,
ορδές ήρθαν οι στιγμές και μια μέρα...
ο φόβος έγινε κι επίσημα λαχτάρα.

Δε μιλώ... για να μην αρθρώσω τύψεις.
Συνείδησή μου, το δάσος κοίτα που εχάθη.
Δε μιλώ... ώστε κανένας να μην μάθει,
το νόημα κατάπια, μην κι υποκύψεις.

Εγώ εδώ, ο κώδικας μου κι η τιμή μου,
πουλήθηκα, στ'αγύριστο θα πάω,
για ότι σπάσει θα γυρίσει μια πνοή μου,
μη γελαστείς πως ψιθυρίζει σ'αγαπάω

εγώ εδώ, ο κώδικάς μου, η τιμή μου
πουλήθηκα, στ'αγύριστο θα πάω
σε ότι σπάσει
θα γευτείς και μια στιγμή μου
μη γελαστείς πως θα γευτείς
το σ'αγαπάω

Nikos Apomakros

αποσπασματικά...


Απώλεια ανίμας.
Ήτανε λοιπόν καιρός
να ψιθυρίζει ο αέρας ανάσες άρρωστες
στην κορυφή μιας σκουριασμένης αλυσίδος

κι αν τυχόν δεν ξέρεις
πως μας προφτάσαν οι κατάρες
πως τόσο αργήσανε ευχές και προσευχές
σκέψου μονάχα πως
και το Σκοτάδι ταξιδεύει με ταχύτητα Φωτός

Nikos Apomakros

Απομόνωση,
βράχων οπαδοί
ζητωκραυγή
για σκαλιά που δεν κυλάνε,
για ένα ακόμη
ακίνητο γρανάζι
στη σκουριά,
στο αιωρούμενο χαλάζι
της σιωπής του χρόνου,

με φωνές κτύπων
από παντού,
με φως θαμπό
σε δωμάτιο βραδινό
να σε πιέζει να μη βγεις,
να μη κοιτάξεις ψηλά
κι αντικρύσεις
αυτό
που δεν μπορείς
να μετρήσεις

Αμέτρητος θόρυβος,
θόρυβος ατελείωτος,
θρασύς στα δάχτυλα
μπρος σε ζαρωμένα χείλη




(απόσπασμα από τo "Ασυνέχειες, ΙΙΙ")

Nikos Apomakros

Απ'αλλού


Ταξίδι χωρίς εισιτήριο
σα κολύμπι βραδινό σε πράσινη θάλασσα

δάχτυλα ξερόκλαδα
για να κουρνιάζουν πουλιά
χωρίς δεμένα στα πόδια μηνύματα

η ξενιτιά μας βρήκε σπίτια μας
με τα καινούρια όπλα
που δεν πετυχαίνουν κανέναν
μα καθέναν σημαδεύουν για πάντα

κώδικες και κωδικοί μέσα στα τόσα χρόνια
συνήθεια κάναν τον πνιγμό
ο τρόμος έσβησε
ενδώσαμε στη καχυποψία

- ανασύνταξη -

μαζεύουμε τις προσωπικότητες που σκορπίσαμε
για να ξαναγίνουμε ένας
οι διάδοχοι εαυτοί παλεύουν
στο μοναδικό μας κτήμα
όσο χαζεύουμε τους πολύφημους
όσο σα μάντεις τυφλοί
αγνοούμε το παρόν
φλυαρώντας για το μέλλον
μαστουρωμένοι απ'το καπνό
που σκεπάζει τα πάντα

πουλάμε τα παραμύθια μας ασύδοτα
σ'όσους επιθυμούν να υποκριθούν
πως θέλουν να πιστέψουν

γεμίσαμε τις βαλίτσες με μήλα και χτένια
φτιάξαμε θέρετρα γυάλινα φέρετρα
που εμποδίζουν το τυχόν φιλί να φτάσει

και νεκροί αγναντεύουμε την θέα

η θάλασσα δε μυρίζει θάλασσα
φημίζεται μονάχα,
σε τίποτε δεν τη θυμίζει

Nikos Apomakros

...
Εδώ
κλειδωμένος ακόμη εδώ
μου λείπω
μα κάποια στιγμή
κάποια ωραία στιγμή
θα βγω, θα με βρω,
σε μια γωνιά τυχαία
θα μ' απαντήσω
σα δάκρυ θα κυλήσω
ανάμεσα στα μάτια
κι οι αχτίδες τ' άχτι τους θα βγάλουν
στην ακίνητη σκιά ενός δραπέτη

προς το παρόν στο κελί ξεφυσώ
κι η σκόνη χορεύει στον ήλιο
για σκέψου
δεν είναι που ίσως δε θα με δεις ποτέ
μα που ίσως ήδη με έχεις ανασάνει

255 Επισκέπτες, 1 Χρήστης